ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ
 
 

    Ἡ φρυκτωρία, ἡ τηλεπικοινωνία δηλαδὴ μὲ φωτιὲς τὴ νύχτα, ἴσως δὲ καὶ μὲ καπνοὺς τὴν ἡμέρα, στὸν παραμεσόγειο κόσμο εἶναι μᾶλλον τέχνη προϊστορική. ἤδη ὁ Ὅμηρος στὴν Ὀδύσσεια (θ 492-520, λ 523-532), διηγούμενος τὴν ἅλωσι τῆς Τροίας μὲ τὸν δουράτεον ἵππον, δὲν λέει μὲν ῥητῶς, ἀλλ̉ ὁπωσδήποτε προϋποθέτει τὸ θρῦλο ποὺ πῆρε ἀπὸ μεταγενεστέρους Ἕλληνες ποιητὰς ὁ Βεργίλιος στὴν Αἰνειάδα του (2,256˙ 6,517 - 9), ὅτι οἱ Ἀχαιοὶ ποὺ βγῆκαν μέσα στὴν Τροία ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ ἵππου κι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπέστρεψαν μέσα στὴ νύχτα μὲ τὸ στόλο ἀπὸ τὴν Τένεδο, ὅπου εἶχαν κρυφτῆ μετὰ τὴν προσποίησι τῆς φυγῆς των, συνεννοοῦνταν μεταξύ τους μὲ σήματα φωτιᾶς φρυκτωρικά. δὲν γνωρίζουμε ποιᾶς ἐποχῆς προσθήκη εἶναι ἡ εἴδησι αὐτὴ στὸ σωρείτη τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν, ἀλλά, νομίζω, δὲν εἶναι νεώτερη τοῦ Η΄ π.Χ. αἰῶνος.  

    Τὴν ἴδια ἐκείνη ἐποχή, 800 - 750 π.Χ., μιλάει γιὰ τὴ φρυκτωρία στὴν Π. Διαθήκη, πρῶτος αὐτὸς ἢ καὶ δεύτερος μετὰ τὸν Ὅμηρο, ὁ προφήτης Ἀββακούμ. λέει στὴ δεύτερη προφητεία του (Ἀβ 2,1)˙
   Ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι καὶ ἐπιβήσομαι ἐπὶ πέτραν καὶ
   ἀποσκοπεύσω τοῦ ἰδεῖν τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ <Κύριος> καὶ τί
   ἀποκριθῶ ἐπὶ τὸν ἔλεγχόν μου.
πρὶν μεταφράσω, ἐξελληνίζω περισσότερο τὸ ἑβραΐζον κείμενο τῶν Ο΄.
   Ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ πέτραν ἵσταμαι ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου καὶ
   ἀποσκοπεύω, ὅπως ἴδω τί λαλήσει μοι <Κύριος>, ἵνα γνῶ τί
   ἀποκριθῶ ἀσκῶν τὸν ἔλεγχόν μου.
καὶ μεταφράζω˙                       
    Ἀνεβασμένος στὴν κορυφὴ τοῦ βράχου, στεκόμουν στὸ φρυκτωρικὸ
    παρατηρητήριό μου καὶ παρατηροῦσα νὰ δῶ τί θὰ μοῦ μηνύσῃ
    <ὁ Κύριος>, καὶ τί θὰ πῶ ἐγώ, ὅταν θ̉ ἀναμεταδώσω τὸν
    ἐλεγκτικό μου λόγο.
    Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες εἰκόνες, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ προφῆτες μᾶς ἐξηγοῦν μερικὲς φορὲς πῶς λειτουργεῖ ἡ θεοπνευστία τους, τὸ πῶς δηλαδὴ χρηματίζονται, τὸ πῶς παίρνουν ἀπὸ τὸ θεὸ αὐτὸ ποὺ προφητεύουν, καὶ τὸ ἀναμεταδίδουν στὸ λαὸ ἐκ μέρους τοῦ θεοῦ ὡς μήνυμά του. μία φρυκτωρία εἶναι κι αὐτὸ κατὰ τὸν προφήτη Ἀββακούμ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ προφήτης δὲν εἶναι παρὰ ἕνας βαρδιάνος ἀναμεταδότης, ἕνας σταθμὸς καὶ φρυκτωρὸς ἀναμεταδόσεως, ποὺ παίρνει σῆμα ἀπὸ τὸ θεὸ καὶ τὸ διαβιβάζει στὸ λαό. καὶ αὐτὸ τὸ σῆμα τὸ περιμένει σὰ σκοπὸς γιὰ χρόνο ἀκαθόριστο˙ ἀρκεῖ νὰ εἶναι στὴ βάρδια του ἄγρυπνος. καὶ τὸ ἀναμεταδίδει, ὅταν τὸ λάβῃ, σὰν κάτι ποὺ δὲν εἶναι δικό του μήνυμα, δὲν εἶναι πρόσταγμα τῆς δικῆς του βουλήσεως, ἀλλ̉  εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ διαβιβάσῃ σὰν καλὸς φρυκτωρὸς καὶ διαβιβαστής, σὰν καλὸ ὄργανο τοῦ θεοῦ. τὴν ὡραιότητα τοῦ παραδείγματος τοῦ Ἀββακοὺμ διατηρώντας ἀλώβητη καὶ διερμηνεύοντας ἐκφραστικώτατα ὁ ποιητὴς τῆς ἀναστάσεως, ἀποδίδει τοῦ προφήτου τὸ λεγόμενο πολὺ ὄμορφα˙
    Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακοὺμ
    στήτω μεθ̉ ἡμῶν καὶ δεικνύτω
    φαεσφόρον ἄγγελον διαπρυσίως λέγοντα˙
    Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ,
    ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.
διότι τὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κήρυξί της στὴν οἰκουμένη προφητεύει ὁ Ἀββακοὺμ τόσο σ̉ αὐτὴ τὴ δεύτερη προφητεία του, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὰ παραπάνω λόγια, ὅσο καὶ κυρίως στὴν παρακάτω τέταρτη καὶ ἔμμετρη, τὴν ᾠδή του ˙ ἡ δὲ φωτιὰ ἢ τὸ φῶς ἢ ὁ πυρσός, ποὺ βλέπει σὰ βαρδιάνος φρυκτωρὸς παρατηρητής, εἶναι κατὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ποιητὴ ὁ φαεσφόρος ἄγγελος, ποὺ στάλθηκε νὰ ἐπιδώσῃ στὸν προφήτη τὸ μήνυμα, ὁ ἐξαστράπτων ἄγγελος μὲ τὴν ὁλόλευκη στολὴ τὴν ἐξαστράπτουσα, ποὺ κάθισε στὸ ἄδειο μνῆμα τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, γιὰ νὰ πῇ στὶς μυροφόρες γυναῖκες μαθήτριες κι εὐαγγελίστριες, ὅτι ὁ τέως νεκρὸς Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ̉ ἐγήγερται˙ πηγαίνετε καὶ σεῖς σὰ φρυκτωροὶ ν̉ ἀναμεταδώσετε τὸ μήνυμα τῆς ἀναστάσεως στοὺς μαθητάς του, ὥστε κι ἐκεῖνοι μὲ τὴ σειρά τους νὰ τὸ ἀναμεταδώσουν σ̉ ὅλη τὴ γῆ καὶ νὰ ἐκχριστιανίσουν μὲ τὴ φρυκτωρία τους τὴν οἰκουμένη. πρόκειται γιὰ τὴν πιὸ λαμπρὴ καὶ εὐάγγελον φρυκτωρίαν στὴν ἱστορία τῆςἀνθρωπότητος.
    Καὶ ὁ προφήτης Βαρούχ, ὁ ὁποῖος φαντάζεται τοὺς λαμπροὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ τὴ νύχτα σὰ φρυκτωροὺς στὶς σκοπιές των, ποὺ ἀναμεταδίδουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὸ φρυκτωρικὸ φωτεινὸ σῆμα τους (Βρ 3,34), γράφει˙
    Οἱ δὲ ἀστέρες ἔλαμψαν ἐν ταῖς φυλακαῖς αὐτῶν καὶ εὐφράνθησαν˙
    ἐκάλεσεν αὐτοὺς(Κύριος), καὶ εἶπον˙ «Πάρεσμεν».
μεταφράζω˙
    Λάμπουν οἱ ἀστέρες καὶ χαίρονται στὶς φρυκτωρικὲς σκοπιές των˙
    τοὺς καλεῖ (ὁ Κύριος), κι ἐκεῖνοι λένε˙ «Παρόντες».
ἔχω πολὺ βάσιμη τὴν ὑπόνοια, πολὺ περισσότερο ἀπ̉ ὅσο τὴν ἔχω γιὰ τὸν Ὅμηρο (θ 492 - 520˙ λ 523 - 532), ὅτι φρυκτωρικὴ ἀναμετάδοσι μηνύματος ὑπονοεῖ καὶ ὁ πολὺ ἀρχαιότερος τοῦ Ὁμήρου Δαυΐδ, ὅταν στὸν ψαλμό του 18 (Ψα 18,1 - 4) λέῃ˙
    Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν θεοῦ,
    ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.
    ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα
    καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν.
    οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγος,
    ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν.
    εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν
    καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν.
καὶ πάλι μεταφράζω˙
    Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴ δόξα τοῦ θεοῦ,
    τὶς δὲ κατασκευὲς τῶν χεριῶν του ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.
    ἡ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη κηρύττει λόγο
    κι ἡ μιὰ νύχτα στὴν ἄλλη ἀναγγέλλει μήνυμα.
    δὲν ὑπάρχουν λαλιὲς δὲν ὑπάρχουν λόγια,
    ποὺ νὰ μὴν ἀκούγωνται παντοῦ οἱ φωνές των.
    ὁ λόγος τους βγῆκε σ̉ ὁλόκληρη τὴ γῆ
    καὶ τὰ λεγόμενά τους στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
κι ὁ Παῦλος τὸ τελευταῖο δίστιχο τὸ ἐφαρμόζει στὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα   ( Ῥω 10,18) ποὺ εἶναι μιὰ πνευματικὴ φρυκτωρία.                 
    Εἰκοσιοχτὼ τοὐλάχιστον ἀρχαῖοι ποιηταὶ καὶ συγγραφεῖς μιλοῦν γιὰ τὴ λεγόμενη φρυκτωρία πυρσεία ἀπὸ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὸ ΙΒ΄ αἰῶνα, ἐπὶ 31 αἰῶνες. Δαυΐδ, Ἀββακούμ, Ὅμηρος, Βαρούχ, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Ἡρόδοτος, Θουκυδίδης, Ἀριστοφάνης, Λυσίας, Εὐριπίδης υἱός, Δείναρχος, Αἰνείας, Λυκόφρων, Πολύβιος, Βεργίλιος, Ὀνάσανδρος, Πλούταρχος, Ψευδαριστοτέλης, Πολύαινος, Πολυδεύκης, Ἡρῳδιανὸς ὁ ἱστορικός, Ἁρποκρατίων, Σχόλια εἰς Αἰσχύλον, Ἡσύχιος, Κοσμᾶς μελῳδός, Κεκαυμένος, καὶ Σούμμα. (Ψα 18, 1-4. Ἀββακοὺμ 2,1. Ὅμηρος, θ 492-520˙ λ 523-532. Βαροὺχ 3,34. Αἰσχύλος, Ἀγ. , 1-33˙ 280-316˙ 587-593. Σοφοκλῆς, Ναύπλ., ἀπ. 432,6-7 Radt. Ἡρόδοτος 7,183,1˙ 9,3,1. Θουκυδίδης 2,94,1˙ 3,22,7-8˙ 3,80,2˙ 8,102,1. Ἀριστοφάνης, Ὄρν. , 1160 - 62. Λυσίας, Κατ̉ Ἀγορ., 67. Εὐριπίδης υἱός, Ῥῆσ., 52-55. Δείναρχος, Κατὰ Δεινίου, ἀπ. 9,6˙ στὸν Ἁρποκρατίονα, λ. φρυκτωρῶν˙ στὴ Σούμμα, λ. παραφρυκτωρεύεσθαι. Λυκόφρων, Ἀλεξ. , 344-5. Πολύβιος 10,43-47. Vergilius, Aen. 2, 255-9˙ 6, 517-9. Ὀνάσανδρος, Στρατηγ. 25,2. Πλούταρχος, Πομπ. 24,4. Ψευδαριστοτέλης, Κόσμ. , 6 (398α). Πολύαινος, Στρατηγ. 3,9,55. Πολυδεύκης 1,139˙ 173˙ 4,127˙ 129˙ 9,14. Ἡρῳδιανός, Ἱστ. 4,2,8. Ἁρποκρατίων, λ. φρυκτωρῶν. Ἡσύχιος, λ. φρυκτός˙ φρυκτωρία. Σχόλια εἰς Αἰσχύλου Ἀγ. , ὑπόθεσις˙ στίχ. 1-33˙ 280-316˙ 587-593. Κοσμᾶς μελῳδός, Ἀναστάσ. καν. 4,1. Κεκαυμένος, Στρατηγ., 19. Σούμμα, λ. παραφρυκτωρεῖν˙ παραφρυκτωρευόμενος˙ πυρσεία˙ πυρσεύει˙ πυρσὸς - πυρσοὶ - πυρσουρίς˙ φρυκτὸς - φρυκτοί˙ φρυκτωρεῖν˙ φρυκτωρία˙ φρυκτωρός).
    Ἡ τηλεπικοινωνία μὲ καπνοὺς στὶς εὔκρατες χῶρες δὲν εἶναι εὔκολη, ἐπειδὴ φυσοῦν ἄνεμοι, καὶ ὁ καπνὸς δὲν μπορεῖ ν̉ ἀποτελέσῃ σταθερὸ κι ἐλεγχόμενο σῆμα˙ μόνον ὁ στρατηγὸς Κεκαυμένος (ΙΑ΄ αἰώνας) ἀναφέρει πυρσὸν γιὰ τὴ νύχτα καὶ καπνὸν γιὰ τὴν ἡμέρα˙ τὴν ἡμέρα κυρίως γινόταν ἢ συνεχιζόταν μὲ ἀγγελιοφόρους ἡμεροδρόμους  λεγομένους ἢ γιὰ ὡρισμένο τόπο καὶ περίστασι καὶ μαραθωνοδρόμους. οἱ περσικοὶ ἡμεροδρόμοι καὶ οἱ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ τῶν Ῥωμαίων ἦταν ἔφιπποι κι ἐναλλασσόμενοι ἢ μ̉ ἐναλλασσόμενα ἄλογα. μὲ φωτιὰ γινόταν ἡ τηλεπικοινωνία μόνο τὴ νύχτα. στ̉ ἀρχαῖα κείμενα, ποὺ ἀνέφερα, παραδίδονται οἱ σχετικὲς ἐκφράσεις ὀρφναῖον πῦρ, νυκτὸς φάος, ἔννυχοι φρυκτωρίαι, νυκτερινὴ παραφυλακὴ πυρσῶν, καὶ νύκτωρ διὰ πυρός. ἡ κύρια σχετικὴ ὁρολογία εἶναι διπλῆ˙ μία, ποὺ φαίνεται ἀρχαιότερη, εἶναι φρυκτὸς - φρυκτοί, φρυκτωρός, φρυκτωρία, φρυκτώριον - φρυκτώρια, φρυκτωρῶ - φρυκτωροῦμαι, παραφρυκτωρῶ, καὶ παραφρυκτωρεύομαι, καὶ μία, ποὺ φαίνεται νεώτερη, πυρσὸς - πυρσοί, πυρσουρός, πυρσουρίς, πυρσεύω, πυρσεία, καὶ πυρσούριον - πυρσούρια. καὶ προφανῶς ἡ διαφορετικὴ ὁρολογία ὑποδηλώνει διαφορὰ τρόπου, ἡ δὲ διαφορὰ τρόπου ὑποδηλώνει πρόοδο στὸ σύστημα αὐτὸ τῆς τηλεπικοινωνίας. πρῶτα ἔκαιγαν ἐρείκην πεύκην γραίαν, δηλαδὴ τσάκνα. τὸ πεύκη θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνῃ καὶ ῥητίνη, ὅπως στὴν περίπτωσι τῆς ῥιτηνωμένης ἢ κηρωμένης γραφικῆς πινακίδος, ἀλλὰ τὸ ἐπίθετο γραία ὑποδηλώνει «ξερὰ τσάκνα» καὶ φρύγανα βέβαια, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγονται καὶ οἱ ὅροι φρυκτὸς καὶ φρυκτωρὸς καὶ φρυκτωρία. δὲν ἀποκλείεται ὅμως καὶ ἡ χρῆσι ῥητίνης καὶ κάθε εὔφλεκτης ὕλης, λαδιοῦ ἢ στὴν Περσία πετρελαίου. ἄρα ἐπρόκειτο γιὰ μεγάλη σταθερὴ φωτιὰ μὲ ξύλα - τσάκνα καὶ φρύγανα. ἔπειτα ἔκαιγαν δᾷδας προφανῶς ἀπὸ εὔφλεκτα πεύκινα ἢ ἄλλα ῥητινοφόρα ξύλα, καὶ ἄρα ἐπρόκειτο γιὰ πυρσοὺς φορητούς. γιὰ τὴν πρώτη περίπτωσι χρησιμοποιοῦνται οἱ λέξεις φρύγανα, φρυκτοί, πῦρ -πυρά, φλογὸς πώγων (=γενειάδα φλόγας), ἐνῷ γιὰ τὴ δεύτερη οἱ λέξεις  πυρσός, λαμπάς, λάμπουρις (= οὐρὰ φωτιστικῆς φλόγας),   flamma - flammae .
    Ὑπῆρχαν κατὰ διαστήματα πύργοι ἐπάνω σὲ διακεκριμένες κορυφὲς ἢ ἀκρωτήρια, στοὺς ὁποίους πύργους ἐπάνω ἔκαιγαν τὶς συνθηματικὲς φωτιές, ἐνῷ τοὺς φορητοὺς πυρσοὺς τοὺς ἔδειχναν κι ἐπάνω ἀπὸ τὰ τείχη ἢ ἀπ̉ ὁποιοδήποτε ψηλὸ μέρος ἢ κι ἀπὸ πλοῖο. οἱ πύργοι ἦταν κυλινδρικοὶ στενοὶ καὶ πολυώροφοι μὲ κάθε ὄροφο στενότερο ἀπὸ τὸν ἀπὸ κάτω του, ὁ δὲ τελευταῖος ἦταν τὸ βάθρο τῶν φρυκτωρῶν ἢ καὶ τὸ καμίνι. ἤδη ὁ Σοφοκλῆς κι ὁ Ἀριστοφάνης μαρτυροῦν ὅτι τὰ μέρη αὐτὰ ὅπως καὶ ὅλο τὸ σύστημα ἦταν στρατιωτικά, πρᾶγμα ποὺ οἱ μεταγενέστεροι τὸμαρτυροῦν πλουσιώτερα.ἡ φρυκτωρία ἀκόμη καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης ἦταν ὑπηρεσία στρατιωτικὴ καὶ αὐστηρῶς κρατικὴ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησι μόνο τοῦ κράτους˙ στὸν ἰδιώτη δὲν ἀνῆκε ποτὲ οὔτε τὸ ἔργο τῆς παροχῆς ὑπηρεσιῶν οὔτε ἡ ἀπόλαυσί τους. καὶ ὅλο τὸ φρυκτωρικὸ σύστημα μὲ τὴ διασπορὰ τῶν πύργων του τὴ συντήρησί τους καὶ τὴν ἐπάνδρωσί τους ἦταν δαπανηρό, καὶ μόνον ὡς στρατιωτικὴ καὶ κρατικὴ ὑπηρεσία θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ. ἐπειδὴ ἐπὶ πλέον ἦταν καὶ δίκτυο κρατικῶν μυστικῶν, καὶ ὑπέκειτο στὸν κίνδυνο τοῦ σαμποτάζ, φρουροῦνταν ἀπὸ στρατὸ πολὺ αὐστηρά. ὁ Ἡρόδοτος κι ὁ Ψευδαριστοτέλης γράφουν ὅτι ὁ Πέρσης βασιλεὺς εἶχε πυκνὸ καὶ καλὰ ὠργανωμένο δίκτυο τέτοιων πύργων σ̉ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία του, κι ἔτσι κάθε τὶ ποὺ γινόταν μέσα σ̉ αὐτὴ ἀπὸ τὶς Πλαταιὲς τῆς Βοιωτίας μέχρι τὴν Ἰνδία τὸ μάθαινε αὐθημερόν. ἡ δὲ Σούμμα λέει ὅτι Περσεὺς ὁ Μακεδών, ὁ τελευταῖος βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας, κατὰ πᾶσαν Μακεδονίαν κατασκευασάμενος πυρσουρίδας (=πύργους πυρσείας), διὰ τούτων ὀξέως (=ταχέως) ἐμάνθανε τὰ πανταχῇ γινόμενα. αὐτὸ τὸ σύστημα εἶχε καὶ ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, κι ὁ Ἀλέξανδρος μάθαινε τὰ πάντα μέσα σὲ 10 ὧρες. ἐννοεῖται ὅτι ἀπὸ τὶς ἐπαρχιακὲς πόλεις μέχρι τὰ πλησιέστερα φρυκτωρικὰ κέντρα τὶς εἰδήσεις τὶς μετέφεραν ἔφιπποι ἡμεροδρόμοι. ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ φρύγω (=ἀνάβω, ἀναφλέγω, καίω, ψήνω, φρυγανίζω) καὶ ἀπὸ τὰ φρύγανα ἡ τηλεπικοινωνιακὴ φωτιὰ λεγόταν φρυκτός, ἀπὸ δὲ τὸ φρυκτὸς καὶ τὸ ὠρῶ (=φρουρῶ, φυλάσσω, φροντίζω,ἐπιμελοῦμαι)οἱ ἄνδρες, τόσο οἱ διαβιβασταὶ ὅσο καὶ οἱ φρουροί, λέγονταν φρυκτωροί, γι̉ αὐτὸκαὶ ἡ ὑπηρεσία τους ἐκφράζεται μὲ τὸ ῥῆμα φρυκτωρῶ καὶ μὲ τ̉ ὄνομα φρυκτωρία, ὁ δὲ φρυκτωρικὸς πύργος λέγεται φρυκτώριον˙ λέγεται δὲ στὸν Αἰσχύλο, ποιητικῶς ἴσως μόνο, καὶ τὸ φρυκτωρικὸ φρύκτωρον. λέγονται ὅμως καὶ ἀπὸ τὸ πυρσὸς τὸ ἔργο πυρσεύω, φρυκτωρία πυρσεία, φρυκτωρὸς πυρσουρός, καὶ τὸ φρυκτώριον πυρσούριον. ἐπὶ πλέον οἱ φρυκτωροὶ πυρσουροὶ λέγονται καὶ φαεσφόροι, λαμπαδηφόροι, ἀγγελιαφόροι τῶν φρυκτωριῶν, ἐποπτῆρες (=παρατηρηταί), σκοποί, φύλακες, καὶ ἄγγελοι πυρός, ἡ δὲ φρυκτωρία πυρσεία λέγεται καὶ φυλακὴ παραφυλακὴ πυρσῶν. πύργος φρυκτώριον πυρσούριον λέγεται καὶ πυρσουρίς, φυλακή (=φυλάκιο), φρουρά, σκοπὴ - σκοπαί.φυλακὴ στὸν Ἀββακοὺμ εἶναι ἐπὶ πέτραν, σὲ κορυφὴ βράχου, στὸν δὲ Βεργίλιο μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πάνω σὲ πλοῖο (pupis ). ἐπειδὴ ὑπῆρχαν καὶ φρυκτώρια ἁπλοῦ σήματος (μόνο μ̉ ἕνα ἁπλὸ διαρκὲς φῶς), γιὰ νὰ μὴν προσκρούουν τὴ νύχτα τὰ πλοῖα στὶς ἀκτές, κι ἐπειδὴ ἕνα τέτοιας χρήσεως περίφημο φρυκτώριον τῆς Μεσογείου ἦταν κτισμένο σὲ παράκτια νησίδα μὲ τὸ αἰγυπτιακὸ ὄνομα Φάρος μπροστὰ στὸ λιμένα τῆς Ἀλεξανδρείας, ἐπικράτησε ἐν τέλει μέχρι σήμερα ὅλοι αὐτοὶ οἱ φρυκτωρικοὶ πύργοι νὰ λέγωνται φάροι.
    Ὅταν τὸ σύστημα προώδευσε μέχρι τὸ βαθμὸ ποὺ τὰ φρυκτώρια ἦταν ψηλοὶ πύργοι καὶ οἱ φρυκτοὶ φορητοὶ πυρσοί, τότε δημιουργήθηκαν καὶ κώδικες τηλεπικοινωνίας σύνθετοι καὶ πολυσήμαντοι, ἀναπτύχθηκε δὲ καὶ ἡ ἀνάλογη ὁρολογία. ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Αἰσχύλου χρησιμοποιοῦνται οἱ ὅροι τῆλε καὶ πομπός, ὅπως φαίνεται στὶς φράσεις του πομπαὶ (=ἐκπομπές), πομπὸν πῦρ, τηλέπομπον πῦρ˙ λέγεται δὲ τὸ ἴδιο καὶ ἄγγαρον πῦρ. τὸ ἄγγαρον (=ἄγγελον) εἶναι λέξι περσικὴ καὶ σημαίνει «ταχυδρομικό», «τηλεπικοινωνιακό»˙ καὶ ἀγγαρία «ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία». γιὰ τὴ χρῆσι φορητῶν πυρσῶν καὶ μάλιστα τῶν κινουμένων σὲ κινήσεις συνθηματικὲς λέγονται οἱ ὅροι αἴρω φρυκτὸν πυρσόν, καθαίρω φρυκτόν, ἀνταίρω φρυκτόν, ἀνατείνω φρυκτόν, effero flammas , ἡ δὲ φράσι ἄνωθεν τῶν τειχῶν δείχνει ὅτι ἀφετηρία τῆς ἐκπομπῆς ἦταν καὶ τὰ τείχη μιᾶς πόλεως, ἤτοι κάποιος πύργος τῶν τειχῶν. ὁ Βεργίλιος μάλιστα λέει ἀναχρονιστικὰ ὅτι κατὰ τὴν ἅλωσι τῆς Τροίας μὲ τὸ δούριο ἵππο τοὺς κατασκοπικοὺς φρυκτωρικοὺς πυρσοὺς χειριζόταν ἡ ὡραία Ἑλένη, δίνοντας πρὸς τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα σήματα προδοτικὰ ( ὁ ποιητὴς εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν Τρῴων), προσποιούμενη ὅτι ἐκτελεῖ κάποιον ὀργιαστικὸ χορὸ μὲ πυρσοὺς στὰ χέρια ἐπάνω στὰ τείχη, γιὰ νὰ ἐξαπατήσῃ ἔτσι τοὺς ἀνύποπτους Τρῷες, πανηγυρίζοντας δῆθεν γιὰ τὴν ἀποχώρησι τῶν πολιορκητῶν τῆς Τροίας.
    Illa c h orum simulans euhantis orgia circum
    ducebat Phrygias; flammam media ipsa tenebat
    ingentem et summa Danaos ex arce vocabat.
αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ποιητὴς εἶχε παρακολουθήσει κάποια ῥωμαϊκὴ φρυκτωρικὴ ἐκπομπὴ καὶ ἦταν ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὶς κωδικὲς κινήσεις τῶν φρυκτωρῶν μὲ τοὺς πυρσούς, ποὺ τοῦ φάνηκαν σὰ χορευτικές. σὲ χρόνια ὄψιμα καὶ σὲ φρυκτωρικὰ συστήματα προηγμένα ὁ Πολύβιος, ποὺ ἦταν καὶ συνθέτης φρυκτωρικοῦ κώδικος, μιλάει γιὰ πυρσοὺς πρώτους ἐξ εὐωνύμων , δευτέρους ἐξ εὐωνύμων , κλπ., ἢ πρώτους ἐκ δεξιῶν , δευτέρους ἐκ δεξιῶν κλπ.. καὶ ἡ Σούμμα μᾶς πληροφορεῖ ˙ Ὅτε μὲν φιλίους ἐδήλουν , ἐβάσταζον τοὺς φρυκτοὺς ἠρεμοῦντες , ὅτε δὲ πολεμίους , ἐκίνουν . τὰ ἐπὶ μέρους σήματα ἢ νότες τοῦ φρυκτωρικοῦ κώδικος λέγονται σημεῖα , σύμβολα , συνθήματα πυρσείας, τὸ μήνυμα ὁλόκληρο λέγεται τὸ σημανθὲν τὸ φρυκτωρηθέν , καὶ τὰ δηλωτικὰ ῥήματα εἶναι πέμπω , ἐκπέμπω , σημαίνω , ἀγγέλλω , ἐνῷ γιὰ τὸν δέκτη πυνθάνομαι , φρυκτωροῦμαι , ἀποδέχομαι πυρσείαν . ἡ λῆψι σήματος στὸν Αἰσχύλο λέγεται ἐκδοχή, ἡ δὲ ἀναμετάδοσι διαδοχὴδιαδοχαί . οἱ ἐπαγρυπνοῦντες «στὴν ὀθόνη τοῦ ῥαντάρ» ἢ «στὸ ἀκουστικὸ τοῦ ἀσυρμάτου», ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, λέγονται σκοποὶ (=παρατηρηταί), φρυκτωροί , ἀποδεχόμενοι πυρσείαν , καὶ ἡ ἐπαγρύπνησί τους δηλώνεται μὲ τὰ ῥήματα τηρῶ , φυλάσσω , καὶ στὸν προφήτη Ἀββακοὺμ κατὰ τὴ μετάφρασι τῶν Ο΄ ἀποσκοπεύω. τὰ σήματα, ὅταν φέρνουν δυσάρεστο μήνυμα, λέγονται φρυκτοὶ πολέμιοι. ὁ πλησιέστερος σταθμὸς ἀναμεταδόσεως στὸν Αἰσχύλο ἐκφράζεται μὲ τὸν ὅρο ἀστυγείτονες σκοπαί , ὁ δὲ τερματικὸς δέκτης εἶναι σ̉ αὐτὸν τὸ στέγος ἢ αἱ στέγαι (=ταράτσα) τοῦ ἀνακτόρου τῶν Μυκηνῶν.
    Σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόστασι μεταξὺ δύο σταθμῶν ἀναμεταδόσεως νομίζω ὅτι αὐτὴ δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλείτερη ἀπὸ 20 χιλιόμετρα, ἀλλὰ συνήθως ἦταν 10 χιλιόμετρα ἢ καὶ λιγώτερο. σὰν ποιητής, ποὺ λέει ὅ,τι φαντάζεται, ὁ Αἰσχύλος λέει γιὰ τὸ μήνυμα τῆς ἁλώσεως τῆς Τροίας ὅτι ἔφτασε στὸ ἀνάκτορο τῶν Μυκηνῶν μὲ ἐννέα σταθμούς˙ ὄρος Ἴδη τῆς Τροίας (ἀφετηρία), ὄρος Ἑρμαῖον τῆς Λήμνου, Ἄθως, ὄρος Μάκιστον τῆς Β. Εὐβοίας, ὄρος Μεσσάπιον τῆς Βοιωτίας, ὄρος Αἰγίπλαγκτον τῆς Μεγαρίδος, ὄρος Ἀραχναῖον τῆς Ἀργολίδος, καὶ στέγος τοῦ ἀνακτόρου (τέρμα). οἱ ἀποστάσεις Ἴδη - Λῆμνος καὶ Λῆμνος - Ἄθως εἶναι ἡ κάθε μία περίπου 80 χιλιόμετρα καὶ μάλιστα ἐπάνω σὲ θάλασσα ποὺ ἔχει μικρὴ ὁρατότητα λόγῳ τῶν ἐξατμίσεών της, ἡ δὲ ἀπόστασι Ἄθως - Εὔβοια εἶναι 160 χιλιόμετρα πάλι ἐπάνω σὲ θάλασσα˙ οὔτε βουνὸ φλεγόμενο ὁλόκληρο θὰ φαινόταν σὲ τέτοια ἀπόστασι˙ ὄχι καὶ νὰ δείξῃ μήνυμα. οἱ δὲ ἄλλες ἀποστάσεις εἶναι μὲν μικρότερες, ἀλλὰ καὶ πάλι ἐξωπραγματικὲς γιὰ φρυκτωρία. ἡ περιγραφὴ τοῦ Αἰσχύλου δείχνει μόνον ὅτι ὁ ποιητὴς δὲν εἶχε ἰδέα γιὰ τὸ σχῆμα καὶ τὸ μέγεθος τῆς Ἑλλάδος, ἤξερε δὲ ὑποτυπώδη γεωγραφία μόνο γιὰ τὴν Ἀττική, τὴ Βοιωτία, καὶ τὴν Ἀργολίδα. σὲ ῥεαλιστικὰ ἱστορικὰ κείμενα συγγραφέων μὲ τοπογραφικὴ ἐνημέρωσι δίνονται ἀποστάσεις 10 ‑ 20 χιλιομέτρων. ὁ Ἡροδότος λέει ὅτι κατὰ τοὺς περσικοὺς πολέμους τοῦ 480 π. Χ. (Θερμοπύλες, Ἀρτεμίσιον, Σαλαμὶς) οἱ Ἕλληνες πῆραν διαθαλάσσιο φρυκτωρικὸ σῆμα ἀπὸ τὴ Σκίαθο στὸ Ἀρτεμίσιον (20 χιλιόμετρα), ὁ δὲ Θουκυδίδης λέει γιὰ ἠπειρωτικὴ λῆψι σήματος κατὰ τὸν πελοποννησιακὸ πόλεμο ἀπὸ τὶς Πλαταιὲς στὴ Θήβα (10 χιλιόμετρα)˙ αὐτές, νομίζω, εἶναι ὄχι μόνο οἱ πραγματικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκραῖες ἀποστάσεις˙ οἱ δὲ συνήθεις ἦταν μικρότερες. ἄρα ἡ ἐγκαθίδρυσι συντήρησι περιφρούρησι κι ἐπάνδρωσι μὲ εἰδικοὺς φρυκτωροὺς ἑνὸς φρυκτωρικοῦ τηλεπικοινωνιακοῦ συστήματος σὲ μιὰ ἐπικράτεια ἦταν ἔργο δύσκολο καὶ πολυδάπανο. ὅσο γιὰ τὸ μήνυμα ποὺ ἔλαβε στὶς Σάρδεις τῆς Μ. Ἀσίας ὁ Πέρσης βασιλεὺς ἀπὸ τὴ Βοιωτία πυρσοῖσι διὰ νήσων κατὰ τὸν Ἡρόδοτο τὸ 479 π.Χ., ἀπορῶ πῶς ἀναμεταδόθηκε ἀπὸ τὸ Δραγονήσι τῆς Μυκόνου στὴν Ἰκαρία, διότι ἐκεῖ μεσολαβοῦν 40 διαθαλάσσια χιλιόμετρα˙ δὲν ξέρω ἂν μεσολάβησε κάποιο πλοῖο ἢ κάποια βραχονησίδα ποὺ δὲν τὴ βλέπουμε σὲ κανένα συνηθισμένο χάρτη.
    Ὁ Σοφοκλῆς σ̉ ἕνα ἀπόσπασμά του ἀποδίδει τὴν ἐφεύρεσι τῆς φρυκτωρίας στὸν Παλαμήδη, ὁ δὲ Λυκόφρων στὸ Σίσυφο. καὶ οἱ δύο εἶναι μυθικὰ πρόσωπα, ποὺ τὰ ὀνόματά τους προκύπτουν ἀπὸ ἐπαγγελματικὰ ὀνόματα˙ ἂν τὰ πάρουμε ὄχι ὡς κύρια ἀλλ̉ ὡς κοινὰ προσηγορικά, παλαμήδης σημαίνει χειρίσοφος, δηλαδὴ «τεχνίτης», «μάστορας», «ἐφευρέτης», καὶ σίσυφος εἶναι αἰολικὸς ἡ αἰολοδωρικὸς τύπος τοῦ σοφὸς μὲ ἀναδιπλασιασμὸ μπροστὰ ὅπως τὸ διδάσκαλος καὶ μὲ υἀντὶ ο ὅπως στὴν αἰολικὴ πρόθεσι ἀπὺ (= ἀπὸ ) ποὺ συναντᾶμε σὲ αἰολικὲς ἐπιγραφὲς καὶ Αἰολεῖς ποιητάς. δὲν διαφωνῶ κι ἐγὼ ὅτι κάποιος σοφὸς ἐφευρέτης ἐφεῦρε καὶ τὴ φρυκτωρία καὶ ἄλλοι πάλι τέτοιοι τὴ βελτίωναν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. ὁ Πολύβιος ἀναφέρει τέσσερες τηλεπικοινωνιακοὺς φρυκτωρικοὺς κώδικες σημάτων, ποὺ ὁ κάθε νεώτερος ἦταν πολυπλοκώτερος κι ἐκφραστικώτερος, ἴσως βελτίωσι τοῦ προηγουμένου. ἕναν πρῶτο τοὐλάχιστο ὑπονοεῖ τὸν πρὸ τοῦ Δ΄ π. Χ. αἰῶνος. δεύτερον ἀναφέρει τὸν κώδικα ( τρόπον πυρσείας ) τοῦ στρατηγοῦ Αἰνείου, ὁ ὁποῖος ἔγραψε Στρατηγικά, μέρος τῶν ὁποίων εἶναι τὸ σῳζόμενο σήμερα Τακτικόν του˙ στὸ χαμένο μέρος τοῦ συγγράμματος αὐτοῦ ἐξέθετε τὸν κώδικα ποὺ ἐπινόησε καὶ ποὺ δίνει συνοπτικὰ στὴν Ἱστορία του ὁ Πολύβιος. ὁ Αἰνείας ἦταν περίπου σύγχρονος τοῦ Φιλίππου. τρίτον μνημονεύει τὸν κώδικα τῶν Κλεοξένου καὶ Δημοκλείτου, ποὺ πρέπει νὰ ἦταν ὁ κώδικας τοῦ στρατοῦ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. καὶ τέταρτο μνημονεύει ὁ Πολύβιος τὸ δικό του κώδικα ποὺ ἦταν ἐξεργασία , δηλαδὴ βελτίωσι, τοῦ προηγουμένου. ἦταν δὲ ὁ ἱστορικὸς Πολύβιος γιὸς τοῦ στρατηγοῦ Λυκόρτα καὶ στρατηγὸς τοῦ ἱππικοῦ ὁ ἴδιος, ἀργότερα δὲ Ῥωμαῖος ἀξιωματικὸς καὶ στρατιωτικὸς σύμβουλος τῶν ἀρχιστρατήγων Αἰμιλίου Παύλου καὶ Σκιπίωνος.
    Καὶ τὰ βεγγαλικὰ καὶ τὰ πυροτεχνήματα ἦταν ἀρχικὰ φρυκτωρία στὴ Βεγγάλη τῆς Ἰνδίας. καὶ οἱ φωτιὲς τὴ νύχτα καὶ οἱ καπνοὶ τὴν ἡμέρα τῶν τηλεπικοινωνιῶν τῶν Παλαιοαμερικανῶν ἦταν ἐπίσης φρυκτωρία. ὑποθέτω ὅτι κάποια νικητήρια φρυκτωρικὰ μηνύματα, ποὺ προκάλεσαν νικητηρίους πανηγυρισμούς, μετέτρεψαν σιγὰ σιγὰ τὰ βεγγαλικὰ σὲ ἑορταστικὰ πυροτεχνήματα. καὶ σήμερα τὰ σήματα Μόρς, ποὺ ἐκπέμπονται ὀπτικῶς τὴ νύχτα μὲ φακὸ εἶναι εἶδος φρυκτωρίας˙ ἢ ἀντιστρόφως τ̉ ἀκουστικὰ σήματα τοῦ ἀσυρμάτου εἶναι φρυκτωρία ἀκουστική, καὶ τὰ γραφικὰ τοῦ τηλεγράφου γραφική. κάποια ἀρχαία φρυκτωρία δηλαδὴ ἐξελίχτηκε σὲ φωτεινὰ σήματα μὲ φακό, ἔπειτα τὰ φωτεινὰ ἔγιναν ἀκουστικά, κι ἔπειτα τ̉ ἀκουστικὰ ἔγιναν γραφικά.
    Ἤδη ἀπὸ τὸν Ε΄ π.Χ. αἰῶνα μνημονεύεται στὸ Θουκυδίδη καὶ σαμποτὰζ ἤτοι παράσιτα ποὺ παρεμβλήθηκαν στὴ φρυκτωρικὴ τηλεπικοινωνία τῶν Θηβαίων πολιορκητῶν τῶν Πλαταιῶν κατὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου˙ ἦταν φωτιὲς καὶ φῶτα ποὺ ἄναβαν οἱ πολιορκημένοι Πλαταιεῖς ἐπάνω στὰ τείχη τους πίσω ἀπὸ τοὺς φρυκτοὺς τῶν Θηβαίων, κι ἔτσι ἔκαναν ἀσαφῆ τὰ σημεῖα τῆς φρυκτωρίας ἐκείνων˙ ἀκριβῶς δηλαδὴ παρεμβολὴ παρασίτων. ὁ δὲ Λυσίας ἀναφέρει κάποιον, ποὺ κατὰ τὸν ἴδιο πόλεμο ἦταν φρυκτωρὸς καὶ δούλευε ὡς πράκτορας τῶν ἐχθρῶν παραφρυκτωρευόμενος, ἐκπέμποντας δηλαδὴ μυστικὰ σήματα γιὰ ἐνημέρωσί τους, μέχρι ποὺ τὸν συνέλαβε ὁ ἀρχιστράτηγος Λάμαχος καὶ τὸν ἐκτέλεσε μὲ βασανιστήρια.
    Ἐννοεῖται ὅτι τὸ φρυκτωρικὸ σῆμα ἦταν πολὺ σύντομο˙ τηλεγραφικό, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα. στὶς βελτιώσεις του ὁ Πολύβιος γράφει ὅτι ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στὸ νὰ ἐκπέμψῃς ὅσο γίνεται περισσότερες λεπτομέρειες μὲ ὅσο γίνεται λιγώτερες λέξεις˙ πρῶτον δεῖ διαλέξαι τῶν λέξεων ὅσαι δι̉  ἐλαχίστων γραμμάτων δύνανται ταὐτὸ δηλοῦν, λ. χ. ἀντὶ νὰ ἐκπέμψῃς «Τῶν στρατιωτῶν τινες εἰς ἑκατὸν ἀποκεχωρήκασι πρὸς τοὺς ὑπεναντίους», καλλίτερα εἶναι νὰ ἐκπέμψῃς «Κρῆτες ἑκατὸν ἀφ̉ ἡμῶν ηὐτομόλησαν». τὸ ἴδιο ἐκφράζει καὶ ὁ μελῳδὸς Κοσμᾶς, ὅταν ἀποδίδῃ ὅλη τὴν περὶ Χριστοῦ προφητεία τοῦ Ἀββακοὺμ σὰν τέτοιο φρυκτωρικὸ σῆμα˙
    Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ,
    ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.                                 
                                                                                                                        
Συμβολὴ 19 - 20 (2007)
 
                                                                       Μελέτες 8 (2010)