15. ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ
 
       Οἱ Τοῦρκοι σουλτάνοι, ὅταν ἔκαναν παιδομάζωμα, ὅταν ἅρπαζαν δηλαδὴ τ’ ἀνήλικα ὀγλὰν (=παιδιὰ) τῶν Χριστιανῶν, γιὰ νὰ τὰ κάνουν Τούρκους καὶ μουσουλμάνους, στρατιῶτες ἀγάμους κι ἀφωσιωμένους ἰσοβίως στὸν πόλεμο καὶ στὴ στήριξι τῆς αὐτοκρατορίας των, πρὶν τὰ κατατάξουν καὶ τὰ ἐκπαιδεύσουν, διάλεγαν λίγα ἀπ’ αὐτὰ ἰδιαιτέρως ὄμορφα, καὶ τὰ ἔβαζαν εὐνουχισμένα στὰ χαρέμια τους, ὅπου τὰ ἔκαναν ἲτς ὀγλὰν (ἢ τσογλάνια, ὅπως ἔμεινε ὁ ὅρος στὴ νεοελληνική), δηλαδὴ ἀντικείμενα καὶ δέκτες τῶν σοδομιτικῶν ὀρέξεων ὁρμῶν καὶ ἡδονῶν τους. στὰ χρόνια μας κάποιοι στὴν Ἀμερική, θεολόγοι αὐτοί, ἐπινόησαν μέθοδο νὰ καθιστοῦν τοὺς γενιτσάρους των καὶ στρατευμένα μάχιμα ὀγλὰν καὶ ἲτς ὀγλὰν ταυτόχρονα. διότι ἔκριναν ὅτι γιὰ τὴ στρατεία ποὺ τοὺς θέλουν τοὺς δικούς των γενιτσάρους, τὰ ὀγλὰν γίνονται πιὸ μάχιμα καὶ πιὸ φανατικὰ ὀγλάν, ἂν εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἲτς ὀγλάν, ὡλοκληρωμένοι γενίτσαροι καὶ ἀμφίπλευροι δηλαδή.
       Βγαλμένος ἀπὸ τὰ κατηχητικά, φανατικὸ κατηχητόπαιδο μὲ τὸ τραγούδι καὶ τὸ γέλιο στὸ στόμα, σὰν ἔφηβος, γιὰ νὰ καταπολεμῇ τοὺς ΄΄σαρκικοὺς πειρασμοὺς΄΄ μέσα στὸ ἀστικὸ λεωφορεῖο ἢ στὸν ἠλεκτρικὸ σιδηρόδρομο, πιπίλιζε ἀντιπυρίνες πικρὲς σὰ φαρμάκι, ποὺ κουβαλοῦσε πάντα στὴν τσέπη του σὰν ἐφόδιο ἁγνότητος, ὅπως τὸν συμβούλευε ὁ ἐξομολόγος του. ἀργότερα τὸ εἰρωνευόταν αὐτό, δικαίως βέβαια. εἰρωνευόταν ὅμως ἀστόχως καὶ ἀδίκως καὶ ἄλλα πολλά, ποὺ δὲν ἦταν ἀντιπυρίνες οὔτε θέσφατα τοῦ ἐξομολόγου του. καὶ σπούδασε˙ τί ἄλλο; θεολόγος. εἶχε ἀποπειραθῆ νὰ εἰσαχθῇ καὶ στὴ νομικὴ καὶ στὴ φιλολογία, ἀλλὰ δὲν τὰ εἶχε καταφέρει. ὡς πτυχιοῦχος θεολόγος μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὑποαπασχόλησι πῆγε στὴν Ἀμερικὴ γιὰ μεταπτυχιακὲς σπουδές˙ χωρὶς ἀντιπυρίνες˙ ἄνοιξε πανιὰ γιὰ ὑψηλὲς θέσεις. καὶ τὶς ἔφτασε, ὅταν γύρισε.
       Ἐκεῖ στὴν Ἀμερικὴ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν ἁπλότητά τους, τὴν εὐγένειά τους, τὴν καταδεκτικότητά τους. τὸν ὑποδέχτηκε στὸ λιμάνι ὁ ἴδιος ὁ καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου, κοντὰ στὸν ὁποῖο κυρίως θὰ ἐκπαιδευόταν˙ ὁλόκληρος καθηγητὴς πανεπιστημίου μιᾶς πανίσχυρης καὶ ζάπλουτης χώρας τὸν ἁπλὸ πτυχιοῦχο ἀπὸ μιὰ φτωχὴ χώρα˙ καὶ τοῦ κουβάλησε καὶ τὴ βαλίτσα του μάλιστα. σάστισε ὁ νεαρός. τέτοια ἀνθρωπιά! δὲν τὴν περίμενε, δὲν τὴ φανταζόταν. ἀργότερα στὴν Ἑλλάδα ἀντιμετώπισε βέβαια πολὺ μεγαλείτερη ἀνθρωπιὰ καὶ πολὺ μεγαλείτερες καὶ ἁγνότερες εὐεργεσίες, ἀλλ’ αὐτὲς δὲν τὸν ἐντυπωσίασαν ποτὲ ὅσο ἐκείνη ἡ ἀμερικάνικη. φαίνεται ὅτι ἐκείνη ἦταν ἡ παρθενική του γεῦσι ἀνθρωπιᾶς καὶ τοῦ κάθισε ὅσο ὁ παρθενικὸς ἄντρας σὲ μιὰ γυναῖκα, ἀκόμη κι ἂν εἶναι κατώτερος τῶν ἑπομένων ἢ καὶ βάναυσος.
       Ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, κοτζὰμ καθηγητὴς πανεπιστημίου εἴπαμε, τοῦ προσέφερε καὶ κάθε ἄλλη ἐξυπηρέτησι γιὰ τὴν τακτοποίησί του, αὐτοπροσώπως καὶ ἰδιοχείρως. ἀπὸ ἔκπληξι σὲ ἔκπληξι ὁ νεαρὸς Ἕλληνας καὶ ἀπὸ θαυμασμὸ σὲ θαυμασμό. καὶ τὸν εἶχε καὶ πολὺ εὐνοούμενό του ὁ καθηγητὴς στὴ συνέχεια. οὐδέποτε καθηγητὴς στὴν Ἑλλάδα τοῦ εἶχε δώσει τόση σημασία, παρ’ ὅλο ποὺ καὶ στὴν Ἑλλάδα ἦταν εὐνοούμενος κάποιων καθηγητῶν του. ἔνιωθε μὲ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητή του σὰ νὰ ἦταν δυὸ καλοὶ φίλοι˙ ὁ ἴδιος ὁ καθηγητὴς τοῦ εἶχε δώσει αὐτὸν τὸν ἀέρα. τί ἀνθρωπιά! εἶναι νὰ μὴν ἐντυπωσιαστῇς; εἶναι νὰ μὴ σοῦ χαράξῃ τὴν ψυχή; εἶναι νὰ μὴ σὲ κάνῃ ἐθολοντὴ γενίτσαρο;
Δὲν εἶχαν περάσει οὔτε δύο μῆνες, καὶ ὁ καθηγητής του, κοτζὰμ καθηγητὴς πανεπιστημίου εἴπαμε, τὸν κάλεσε καὶ σ’ ἕνα πάρτυ του. ἦταν ἐκεῖ κάποιοι, ἦταν κι ἕνας Κύπριος, ποὺ ἀπ’ αὐτὸν μετὰ πολλὰ χρόνια διέρρευσαν μερικὰ ἀπὸ τὰ δρώμενα στὸ πάρτυ ἐκεῖνο. κυνικὸς ἄνθρωπος ὁ Κύπριος, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν κι ἐκεῖνος θεολόγος˙ δὲν ζῇ σήμερα, πέθανε ἀπὸ ἔμφραγμα γύρω στὰ ἑξήντα του ἀπὸ τὸ πολὺ τὸ κάπνισμα. τότε λοιπὸν σ’ ἐκεῖνο τὸ πάρτυ γλέντησαν ὅλοι τους ὅλη τὴ νύχτα, χωρὶς διακρίσεις. τί καθηγηταὶ καὶ τί φοιτηταί, τί Ἀμερικανοὶ καὶ τί ἀλλοδαποί, τί ἄντρες καὶ τί γυναῖκες˙ ὅλοι σὰν ἴσοι καὶ κοινωνικῶς καὶ φυλετικῶς˙ ἐννοοῦσαν δὲ τὸ ΄΄φυλετικῶς΄΄ ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ ΄΄φυλὴ΄΄ ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ΄΄φῦλον΄΄. ὠργίασαν οἱ ἄντρες μὲ τὶς γυναῖκες, γευόμενοι ὁποιοσδήποτε ὁποιανδήποτε, σὰν τοὺς μεζέδες, ὠργίασαν πρὸς τὸ τέλος καὶ οἱ ἄντρες μὲ τοὺς ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες μὲ τὶς γυναῖκες. συμβαίνουν αὐτὰ μερικὲς φορὲς στὴν Ἀμερική. τὸ νεαρὸ Ἕλληνα τὸν γεύτηκε καὶ ὁ καθηγητής του, ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εἶχε κουβαλήσει καὶ τὴ βαλίτσα του μὲ τόση ἁπλότητα καὶ ἀνθρωπιά, τὸν γεύτηκε κι ὁ Κύπριος, ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀμερικὴ ἀπὸ πιὸ παλιὰ καὶ ἦταν σ’ αὐτὰ μυημένος καὶ βετερᾶνος.
       Δὲν τοῦ συνέβη ἄλλη φορὰ αὐτὸ στὴν Ἀμερικὴ τοῦ νεαροῦ Ἕλληνος, καθὼς φαίνεται. ἔτσι γίνεται στὴν Ἀμερική. δὲν εἶναι ὅλοι τους τέτοιοι κατ’ ἐθισμόν, ἀλλὰ μιὰ φορὰ τοὐλάχιστο στὴ ζωή τους τὸ δοκιμάζουν. ΄΄γιὰ νὰ μὴν τοὺς λείπῃ καμμία ἐμπειρία΄΄, αὐτὸ εἶναι τὸ αἰτιολογικό τους σλόγκαν. ἕνα ὄνειρο φαίνεται πὼς ἦταν μόνο τῆς βραδιᾶς ἐκείνης. ἂν καί, δῶ ποὺ τὰ λέμε, καὶ τοὺς τέτοιους πάλι τοὺς λείπουν πολλὲς ἐμπειρίες˙ ἔφαγαν ποτέ τους κόπρια; χρημάτισαν πεθαμένοι; ὠργίασαν μὲ τὴ μάνα τους; πυροβόλησαν ἄνθρωπο; ἔφαγαν ἀνθρώπινο κρέας; ὅμως ὁ νεαρὸς τὴ νύχτα ἐκείνη ἔγινε γενίτσαρος κατ’ ἄμφω καὶ στρατευμένο ὀγλὰν καὶ χρησιμοποιημένο ἲτς ὀγλάν, κάτι ποὺ τὸ σκέφτηκαν οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλ’ ὄχι καὶ οἱ Ὀθωμανοί. προηγμένη τεχνολογία στὴν Ἀμερική. ἔτσι ὁ κατ’ ἄμφω γενίτσαρος γίνεται πιὸ ζηλωτὴς γενίτσαρος, πιὸ λυσσασμένος πολέμιος τῆς Ἁγίας Γραφῆς θέλω νὰ πῶ, πιὸ φανατισμένος πολέμιος κατὰ τῆς γενετείρας του πίστεως, ὡπλισμένος μὲ πιὸ ΄΄ἰσχυρὰ τεκμήρια΄΄ ἐναντίον τῆς Βίβλου, ζαγάρι πιὸ ἄγριο τῆς ἐναντίον της ἀρνητικῆς κριτικῆς, πιὸ γυμνασμένο, γυμνασμένο σ’ ἕνα τέτοιο ἀμερικάνικο νυχτερινὸ πάρτυ. τί σοῦ εἶναι τέλος πάντων αὐτοὶ οἱ Ἀμερικανοί! οὐδέποτε δεύτεροι στὴν τεχνολογία, σὲ καμμία τεχνολογία.
       Ἡ Βίβλος εἶναι τὸ μόνο βιβλίο στὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει οὐδέτερο παρατηρητή˙ δὲν γίνεται νὰ ἔχῃ. καὶ οἱ ἐχθροί της τὸ διαισθάνονται αὐτό, γι’ αὐτὸ ξέρουν νὰ χύνουν στὶς ψυχὲς τῶν γενιτσάρων τους ἀνεξίτηλα καὶ ἐγκαιροφλεγῆ ΄΄τεκμήρια΄΄ κι ΄΄ἐπιχειρήματα΄΄ ἐναντίον της, σὰν ἐκεῖνα ἐκείνης τῆς ἀμερικάνικης βραδιᾶς.
       Ἔτσι ὁ νεαρὸς θεολόγος ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα κατηχητόπουλο καὶ γύρισε γενίτσαρος, χωρὶς τὶς ἀντιπυρίνες του˙ καὶ μετὰ τὸ γυρισμό του ἀνεδείχθη. φυσιολογικὸς ἴσως στὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς του. μόνο ποὺ ἡ λαλιά του μοιάζει μὲ λαλιὰ ναζιάρας καὶ παραπονιάρας κυρίας. δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ τὸ ἀπέκτησε μετὰ τὸ πάρτυ ἐκεῖνο τὸ ἀμερικάνικο, ἢ τὸ εἶχε ἀπὸ προτήτερα, καὶ αὐτὸ ἔβαλε σὲ πειρασμὸ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητὴ μὲ τὴν τόση ἀνθρωπιά. ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ Κύπριος ἦταν πολὺ κυνικὸς καὶ πολὺ ἄφιλος˙ δὲν ἤξερε νὰ σέβεται φιλικὰ μυστικά.
       Ἐφ’ ὅσον στὴν ὑπόλοιπη ζωή του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βραδιὰ ἐκείνη μὲ τὸ ἀμερικάνικο πάρτυ, ὁ θεολόγος τῆς ἐξιστορήσεώς μας ἴσως δὲν ὑπῆρξε κίναιδος, καὶ μάλιστα καὶ παντρεύτηκε κι ἔκανε καὶ παιδιά, θὰ περίμενε κανεὶς νὰ μισῇ τὴ βραδιὰ ἐκείνη καὶ τὰ δυὸ πρόσωπα ποὺ τὸν ἔμπλεξαν στὴν ἀτίμωσι ἐκείνη καὶ ἀσέλγησαν ἐπάνω του, καὶ νὰ μὴ θέλῃ οὔτε ν’ ἀκούσῃ γι’ αὐτά. ἀντίθετα αὐτός, ὅταν ἀκούῃ γιὰ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητή του ἢ γιὰ τὸν Κύπριο συμφοιτητή του, σκιρτάει ἀπὸ εὐφορία καὶ δὲν κουράζεται νὰ τοὺς ἐγκωμιάζῃ μὲ ἕνα πάθος ἐμφανῶς ἐρωτικό. εἶναι ν’ ἀπορῇ κανείς. τέτοιες ῥίζες τοῦ ἄφησαν μέσα του οἱ δυό τους· κάτι τὸ ἀνεξάλειπτο. ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἱστορούμενος θεολόγος μισεῖ καταχθόνια τὴ Βίβλο, ποὺ δὲν τοῦ ἔκανε κανένα κακό, ἀντίθετα μάλιστα αὐτὴ τὸν ἔθρεψε σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ δὴ καὶ τὸν πλούτισε· τὴ μισεῖ θανάσιμα, ἐπειδὴ αὐτὴ πρώτη στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος καταδίκασε τὸν κιναιδισμὸ καὶ τὸν καταπολέμησε˙ καὶ ὅ,τι ἄλλο καταπολεμεῖ τὸν κιναιδισμό, ἀπ’ αὐτὴν ἀποκλειστικὰ ἐκπήγασε καὶ στὸ Χριστιανισμὸ ἀποκλειστικὰ ἀνήκει. ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη μισεῖ ἰδιαίτερα τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ τὴν Ἀποκάλυψι, ἐπειδὴ στὰ κείμενα αὐτὰ ὁ κιναιδισμὸς καταδικάζεται ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, καὶ πολλὰ φλυαρεῖ εἰς βάρος τῶν κειμένων αὐτῶν. ξέρουν λοιπὸν οἱ Ἀμερικανοὶ θεολόγοι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου πόσο ἀποτελεσματικὴ μέθοδος γιὰ τὴν ἐναντίον της πολεμικὴ εἶναι τὸ νὰ κάνουν τοὺς γενιτσάρους των ὄχι μόνο ἐχθρικὰ πρὸς αὐτὴν ὀγλὰν ἀλλὰ καὶ ἲτς ὀγλάν· κάτι ποὺ οἱ Ὀθωμανοὶ τὸ ἀγνοοῦσαν. εἴπαμε· πιὸ προηγμένοι οἱ Ἀμερικανοί. τοὺς τὸ βάζουν πολὺ βαθιὰ καὶ πολὺ σκληρὸ τὸ κίνητρο καὶ τὸ ἐλατήριο κατὰ τῆς Βίβλου, γιὰ νὰ γρυλίζουν ἐναντίον της σ’ ὅλη τους τὴ ζωή. τέτοιο κούρντισμα, τέτοια μπαταρία, τέτοιο ἐλατήριο, δὲν τὸ φαντάστηκε ποτὲ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς ποὺ ἔχουν προχωρημένη τεχνολογία.
       Αὐτὰ μοῦ ἀποκάλυψε γιὰ τὴν ἀμερικάνικη παιδεία τοῦ ἲτς ὀγλὰν ἕνας ἀπὸ τὰ ἔμπιστα παλληκάρια τοῦ κυνικοῦ Κυπρίου. κατὰ τὰ ἄλλα γνώριζα αὐτὸ τὸ ἲτς ὀγλὰν καὶ τὴν ἱστορία του πρὸ πολλοῦ. κι ἀπὸ τότε ἑρμηνεύω καλλίτερα αὐτὸ τὸ ἲτς ὀγλάν.
 
Μελέτες 4 (2008)