16. «Ἡ δράκων θάλασσα»
 
 
         Ὁ Ἀγουρίδης, καθηγητὴς ὢν τῆς Κ. Διαθήκης, μετὰ τὴ συνταξιοδότησί του ὥρμησε καὶ στὴν Π. Διαθήκη. πόσο καλὰ τὴν ξέρει φαίνεται στὸ ἄρθρο του «Ἡ δράκων θάλασσα», στὴν Καθημερινὴ - Ἑπτὰ Ἡμέρες, τῆς Κυριακῆς 17 Αὐγούστου 2003, σελ. 10-13. αὐτὸ τὸ «Ἡ δράκων …», ὅπως τὸ βάζει καὶ σὲ εἰσαγωγικά, δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσι ὅτι εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀνόητες ἐκφράσεις τῆς Π. Διαθήκης˙ εἶναι φράσι δική του˙ φαντασίωσί του. μὲ τὰ εἰσαγωγικὰ θέλει νὰ τὴν καρφιτσώσῃ στὴ ῥάχι τῆς Π. Διαθήκης˙ τοῦ ἀρέσει αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη μέθοδος. τὴν καμαρώνει ὡς πολὺ τσαχπίνικη ἐξυπνάδα του. στὴ σελίδα 12, στήλη δ’, ὁ Ἀγουρίδης γράφει εἰρωνικά˙ «Στὸν ναὸ τῶν Ἰεροσολύμων, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται καὶ χυτὴ θάλασσα, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε βέβαιοι σχετικὰ μὲ τὸ τί ἐξυπηρετοῦσε». δὲν εἶναι βέβαιος αὐτὸς μόνο, δηλαδὴ δὲν ξέρει, ἀλλὰ λέει «Δὲν εἴμαστε βέβαιοι»˙ ἐννοεῖ «Ἐμεῖς οἱ ἐπιστήμονες». φαντάζεται τοὺς πάντες νὰ ἔχουν τὴ δική του ἄγνοια. ἕνα κεφάλαιο ὑπάρχει στὶς Βασιλεῖες (Γ’ Βα 7,10-13) κι ἄλλο ἕνα στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 4,2-5˙ 10), ποὺ περιγράφουν τὴν κατασκευὴ καὶ τὸ σκοπὸ αὐτῆς τῆς χάλκινης χυτῆς κεντρικῆς δεξαμενῆς νεροῦ στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ, μπροστὰ στὸ ναὸ καὶ τὸ θυσιαστήριο, στὸ χῶρο ἐκδοροσφαγῆς καὶ πλύσεως τῶν ἱερῶν σφαγίων τῶν θυσιῶν, τὰ ὁποῖα κάποτε ἔφτασαν μέχρι 22.000 βόδια καὶ 120.000 γιδοπρόβατα (Γ’ Βα 8,63), κι ὁ Ἀγουρίδης ἀκόμα «δὲν εἶναι βέβαιος» τί ἦταν καὶ σὲ τί χρησίμευε. ὄχι ἐκδοροσφαγὴ καὶ πλύσι 142.000 ζῴων νὰ ἔκαναν, ἀλλὰ τὸ μουστάκι τους νὰ ξύριζαν μόνο τόσοι θῦτες ἱερεῖς, θὰ τὸ χρειάζονταν αὐτὸ τὸ νερό. καὶ βάζει ὁ Ἀγουρίδης κι ὅλους τοὺς ἄλλους ἀλληλέγγυους καὶ μετόχους τῆς ἀγνοίας του καὶ τῆς ἀδυναμίας του νὰ καταλάβῃ˙ «Δὲν εἴμαστε βέβαιοι»! δὲν μπορεῖ νὰ φανταστῇ οὔτε κάποιον νοημονέστερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του οὔτε τὸν ἑαυτό του κατώτερο ἀπὸ κάποιον. ἡ θάλασσα ἡ χυτὴ ἦταν ἡ θάλασσα εἰς τὸ νίπτεσθαι τοὺς ἱερεῖς ἐν αὐτῇ (Β’ Πα 4,6), λέει τέσσερες στίχους παρακάτω ἀπὸ κεῖ ποὺ διάβασε τὸ χυτὴ θάλασσα ὁ Ἀγουρίδης, ἂν τὸ διάβασε ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη βέβαια καὶ ὄχι σὲ καμμιὰ ἐφημερίδα˙ διότι κάτι τέτοιο φαίνεται. ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλες δυὸ ἀναφορὲς αὐτῆς τῆς θαλάσσης τῆς χαλκῆς (Β’ Βα 8,8˙ Α’ Πα 18,8), ὅπου λέγεται καὶ ὅτι ὁ πολὺς χαλκὸς γι̉ αὐτὴ τὴν κατασκευὴ τοῦ Σολομῶντος ἦταν λάφυρο τοῦ Δαυῒδ ἀπὸ τοὺς Σύρους ποὺ ὑπέταξε, καὶ ἄλλη μιὰ ἀναφορά (Δ’ Βα 25,13), ὅπου λέγεται ὅτι αὐτὴν τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ Κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι καὶ ᾖραν τὸν χαλκὸν αὐτῆς εἰς Βαβυλῶνα˙ ἀλλ̉ ὁ ἀγνοῶν Ἀγουρίδης οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι. βαρέθηκε νὰ τὰ διαβάσῃ; ἢ τὰ διάβασε καὶ δὲν κατάλαβε; ἢ δὲν βρῆκε μιὰ πρόχειρη μετάφρασι νὰ καταλάβῃ; καὶ γιατί, ἀφοῦ τὴ Βίβλο δὲν τὴν καταλαβαίνει, δὲν ἄνοιξε ἕνα εἰδικὸ λεξικὸ στὸ σχετικὸ λῆμμα, γιὰ νὰ μάθῃ κάτι ποὺ δὲν ξέρει; ἔ, δὲν εἶμαι καὶ καρδιογνώστης, γιὰ νὰ ξέρω τί ἀπ̉ ὅλ̉ αὐτὰ τοῦ συμβαίνει. κι ὅπως ἀναφέρει τὸ πρᾶγμα στὸ ἄρθρο του, ἔτσι σκέτο καὶ ξεκάρφωτο χυτὴ θάλασσα, δίνει στὸν ἀναγνώστη τὴν ἐντύπωσι, ἀλλὰ δείχνει ὅτι κι ὁ ἴδιος φαντάζεται, ὅτι ἦταν μιὰ λακκούβα μὲ νερὸ «χυμένο» κατὰ γῆς! τίποτα γιὰ χαλκὸ χυτὸ ποὺ χαλκεύτηκε ἀπὸ μεταλλουργό. ἐκτὸς ἂν τὸ κάνῃ ἐπίτηδες, γιὰ νὰ διαβάλλῃ ἔντεχνα τὴ Βίβλο, ὑπολογίζοντας ὅτι ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ ἐμπιστοσύνη στὴν Αὐτοῦ Ὑψηλὴ Ἐπιστημοσύνη κι ἀπὸ δέος ἐνώπιον Αὐτῆς δὲν θ̉ ἀνοίξῃ τὴ Βίβλο νὰ τὸ ἐλέγξῃ˙ διότι τὰ κάνει συχνὰ κάτι τέτοια. ἔχει ἔκδηλη ἀντιπάθεια πρὸς τὴ Βίβλο, ἐπειδὴ ἀπ̉ αὐτὴ εἰδικὰ αὐτὸς ἔφαγε καλὰ στὴ ζωή του καὶ ἔγινε καὶ κάτι. καὶ καθὼς μετὰ τὴ διατύπωσι αὐτῆς τῆς χοντρῆς κοτσάνας αἰσθάνεται πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν πανέξυπνο ἑαυτό του κι ἀπὸ τὸ πνευματῶδες τῆς εἰρωνείας του, κάνει καζούρα καὶ περαιτέρω, λέγοντας χαριτωμένα στὴ συνέχεια˙ «Πάντως παρ̉ ὅλες τὶς ὅποιες κάπως καθησυχαστικὲς διαβεβαιώσεις περὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ θεοῦ ἐπὶ τοῦ ὑγροῦ στοιχείου, ἡ θάλασσα - ἄβυσσος δὲν παύει ποτὲ νὰ ἀποτελῇ ἀνησυχαστικὸ στοιχεῖο. ‘Σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου, ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν (ὁ Ἀγουρίδης γράφει ‘ὕλην’) βυθοῦ καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις˙ ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με’ (Ψα 68,2-3). παντοῦ ὅμως ὁ θεὸς καὶ ἡ σχέσι του πρὸς τὴ θάλασσα εἶναι σχέσι μὲ ὑπάρχοντα κίνδυνο μιᾶς πρωταρχικῆς πάλης (Ἠσ 51,9 κ.ἑ. Ἰβ 38,8-11)». ἀτρόμητος στὶς θαλασσινὲς περιπέτειες ὁ Ἀγουρίδης, μπροστὰ στοὺς φοβητσιάρηδες ψαλμῳδοὺς καὶ προφῆτες μὲ τὴν ὑδροφοβία τους, οὔτε τὴ μεταφορικὴ χρῆσι τῆς θαλάσσης καὶ τῶν ὑδάτων στὸν ψαλμὸ καταλαβαίνει, οὔτε στὸ χωρίο τοῦ φοβιτσιάρη Ἠσαΐου ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὡς Ἰερουσαλὴμ ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν ἐννοεῖται ὁ ἐν αὐτῇ Ἰσραὴλ ποὺ πάτησε κάποτε σὰ στεγνὴ ἔρημο τὸν πυθμένα τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, οὔτε στοὺς στίχους τοῦ Ἰὼβ παίρνει μυρουδιὰ ὅτι εἶναι μιὰ ὄμορφη ποιητικὴ περιγραφὴ τοῦ φλοίσβου τῆς θαλάσσης καὶ τῆς ὁμίχλης ποὺ τὴ ντύνει (ἀμφιέννυσι) τὸ πρωΐ. τέτοιατσαπατσουλιὰ καὶ τέτοια ἀρλουμποσύνη δὲν ἔχω ξαναδῆ. ὅπως δείχνει μὲ τὰ λεγόμενά του, δὲν καταλαβαίνει τίποτε˙ ἔχει ὅμως ἀπόψεις˙ καὶ σκληρὲς ὁ ἀτρόμητος. κι ἐκεῖνα τὰ «καθησυχαστικὲς - ἀνησυχαστικό» του τί σᾶς λένε; ἔ, σοῦ λέει, ἀφοῦ εἶναι «καθησυχαστικό», δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι καὶ «ἀνησυχαστικό»˙ τὸ «ἀνησυχητικὸ» τί τὸ θέλεις; δὲν εἶναι καὶ ὁμοιόμορφο. ἀκριβῶς ἔτσι κι ὁ Βάγγος ὁ μηχανουργὸς τῆς γειτονιᾶς μου, ὅταν τοῦ εἶπα, γιατί γράφει στὴν ταμπέλα του «Σφυριλατήσεις» καὶ ὄχι «Σφυρηλατήσεις», μοῦ ἀπάντησε˙ «Δάσκαλε, δὲν μᾶς τὰ λὲς καλά˙ τὸ σφυρὶ μὲ ἰῶτα δὲν γράφεται; ἄραγες τὸ λοιπὸν καὶ οἱ σφυριλατήσεις μὲ ἰῶτα γράφονται»! ἴδιο μορφωτικὸ ἐπίπεδο. κι ὁ Ἀγουρίδης εἶναι «ἐπιστήμων» ἀρχαίων ἑλληνογλώσσων κειμένων βέβαια. ἀλλὰ στὸ κάτω κάτω τὸ ὅτι εἶναι καθηγητὴς ἀρχαιογλώσσων κειμένων σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴ στοιχειώδη κατάρτισι νὰ ξεχωρίζῃ ἀνάμεσα στὰ παράγωγα τῶν ῥημάτων (καθ)ἡσυχάζω καὶ (ἀν)ησυχῶ, ἢ ἔστω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ψυλλιάζεται τὴ διαφορά τους, ἢ τέλος πάντων νὰ ξέρῃ νὰ μιλάῃ καὶ νὰ γράφῃ σωστὰ νεοελληνικά; ἔ,ὄχι δά! ὁμολογῶ ὅτι ἀδυνατεῖ ἡ φαντασία μου νὰ συλλάβῃ τί δὲν ξέρει καὶ τί δὲν καταλαβαίνει ὁ Ἀγουρίδης. ἔχει ὅμως «ἀπόψεις» ἐπ̉ αὐτῶν ποὺ δὲν ξέρει καὶ δὲν καταλαβαίνει. τολμηρὸς καὶ ἄφοβος. τὰ ἄρθρα του γιὰ τὴ Βίβλο καὶ τὰ «ἐπιστημονικά» του βιβλία βέβαια τὰ κατ̉ ἐξοχὴν μαργαριτοφόρα, τὰ καταστόλιστα καὶ μὲ «ἀπόψεις» του, «ἀπόψεις» εἰσηγμένες ἀκριβέστερα – ὁ ἴδιος σ̉ ὁλόκληρη τὴν καριέρα του δὲν παρουσίασε ποτὲ κάτι δικό του, ἔστω καὶ λαθεμένο‏‏‏–, εἶναι πολὺ γουστόζικες, περίπου σὰν τὰ καλαμπούρια τοῦ Γιωρίκα. νὰ δῆτε καὶ πῶς παίρνει ὕφος εἰδήμονος καὶ διατυπώνει τὶς «ἀπόψεις του» καὶ πῶς συχνοπετάει τὶς λεπτεπίλεπτες καὶ «πνευματώδεις» φράσεις τῆς καζούρας του εἰς βάρος τῆς Βίβλου! εἶναι πολὺ ἀπολαυστικές. σᾶς συνιστῶ σὲ ὧρες ἀκεφιᾶς νὰ διαβάζετε γραπτὰ τοῦ Ἀγουρίδου˙ εἶναι διασκεδαστικώτερα κι ἀπὸ τὰ παραμύθια τῆς Χαλιμᾶς ἢ τοῦ Μυνχάουζεν.
 
Μελέτες 5 (2008)