17. ΡΙΖΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
 
 
         Ἦταν συμφοιτητής μου, δύο χρόνια ἀρχαιότερός μου, ἐκεῖνος στὴ θεολογία, ἐγὼ στὴ φιλολογία. ἦταν ἔξυπνος, σπιρτόζος, κινητικώτατος, διαλεκτικός. ἡ σπιρτάδα του ὅμως κι ἡ διαλεκτικότητά του ὅλη κι ὅλη ἦταν ὅτι δὲν ἄφηνε ποτὲ τίποτε ἀναπάντητο˙ ἀπαντοῦσε πάντοτε, κι ἀκαριαία μάλιστα, λέγοντας ἔστω καὶ μιὰ ἀστειότητα, ἀρκεῖ ν̉ ἀπαντοῦσε. ἦταν κι εὐνοούμενος ἑνὸς βιβλικοῦ καθηγητοῦ, ποὺ τὸν εἶχε καὶ τότε κι ἀργότερα καμάρι του˙ ἐπίδοξο διάδοχό του˙ καὶ alter ego του. οὔτε ὁ καθηγητής του οὔτε αὐτὸς ἦταν ποτὲ ἐπιστήμονες μὲ τὴ σοβαρὴ σημασία τοῦ ὅρου καὶ μὲ τὰ κοινὰ μέτρα. εἶχαν δικά τους μέτρα μετρήσεως, δικά τους κριτήρια ἐπιστημοσύνης, δική τους φαντασίωσι περὶ τοῦ τί εἶναι ἐπιστήμη, κι ὅταν μετροῦσαν τ̉ ἀναστήματά τους, μόνοι τους ἔβρισκαν ὅτι εἶναι πολὺ ψηλοὶ ἐπιστήμονες.
         Ἦταν ἀμφιβάλλοντες˙ ἀπὸ κείνους πού, ὅπου βρίσκουν τὰ λέν, στοὺς δὲ ἄλλους τὰ μισολέν. διότι ἀπὸ κεῖ, ποὺ δαγκάνουν, πληρώνονται, κι ἀπὸ κεῖ, ποὺ εἰρωνεύονται, μισθοδοτοῦνται καὶ κερδίζουν˙ δὲν εἶναι δὰ καὶ χαζοί, ὥστε νὰ χάσουν τὸ παιχνίδι˙ γιατὶ στὸ κάτω κάτω δὲν θὰ μποροῦσαν καὶ νὰ κάνουν τίποτε ἄλλο στὴ ζωή τους ἢ νὰ προκόψουν σὲ κάτι ἄλλο. πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν θὰ ἐπιβίωναν.
         Ἤξερε ὅτι πιστεύω, ὅσο ἤξερα ὅτι δὲν πιστεύει. καὶ ἤξερε ὅτι ἤξερα γιὰ κεῖνον, ὅπως ἤξερα κι ἐγὼ ὅτι ἤξερε γιὰ μένα. μοῦ ἔκανε τὸ φίλο˙ λυκοφιλία δηλαδή˙ κι ἐγὼ φυσικὰ μόνο ἔτσι τὸν ἔβλεπα, ὅταν μὲ πλησίαζε, ἀλλὰ χωρὶς ἐπικίνδυνα δόντια˙ μὲ δόντια μάλλινα ἢ βαμπακερά. προσπαθοῦσε πολλὲς φορὲς νὰ μὲ εἰρωνευτῇ ἢ νὰ μὲ ‘’δουλέψῃ’’, τοῦ ἔδειχνα κάθε φορὰ ὅτι δὲν τὰ κατάφερε˙ ὅσο μποροῦσα ἀξιοπρεπέστερα.
         Λίγες φορὲς ἦταν κατὰ ἕνα κλὶκ εἰλικρινέστερος. ‘’Ἀμφιβάλλω’’, μοῦ ἔλεγε˙ ‘’γιατὶ πρέπει ν̉ ἀμφιβάλλουμε˙ χωρὶς ἀμφιβολία δὲν γίνεται ἐπιστήμη’’. τοῦ ἔλεγα˙ ‘’Καμμία σχέσι ἀνάμεσα σ̉ ἀμφιβολία καὶ ἀμφιβολία. ἡ ἐπιστήμη ἀμφιβάλλει γιὰ τὰ δικά της προηγούμενα συμπεράσματα, τὰ ἀνθρώπινα, γιὰ νὰ προχωρήσῃ σὲ καλλίτερα, βελτιώνοντας τὸν ἑαυτό της. γιὰ τὰ θεῖα καὶ ἀποκεκαλυμμένα ἀπὸ τὸν Κύριο ν̉ ἀμφιβάλλῃ κανείς, ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴ δύναμι νὰ πιστεύσῃ ἢ ἐπειδὴ κάτι μέσα στὴ συνείδησί του τὸν ἐμποδίζει νὰ πιστεύσῃ, δὲν εἶναι ἐπιστήμη, οὔτε ἔχει καμμία σχέσι ἡ θλιβερὴ αὐτὴ ἀμφιβολία μὲ τὴν ἐποικοδομητικὴ ἀμφιβολία τῆς ἐπιστήμης. ἄλλο ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, τὸ παλιότερο, κι ἐντελῶς ἄλλο ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὸ θεὸ τὸν πάνσοφο, τὸν ἀναλλοίωτο, τὸν πάντα ἴδιο’’. ἡ τσιφτιά του καὶ ἡ τσαχπινιά του ἔρχονταν σὲ ἀμηχανία, καὶ μοῦ ἔλεγε˙ ‘’Ἐσὺ ὅλο κάτι θὰ βρῇς, γιὰ νὰ μπαλωθῇς’’. ‘’Ὄχι’’, τοῦ ἔλεγα, ‘’ἐσὺ μόνο τὸ κάνεις αὐτό˙ τώρα μόλις τὸ ἔκανες μ̉ αὐτὴ τὴν τελευταία σου κουβέντα’’. γιὰ κάτι τέτοια δὲν μὲ συμπαθοῦσε καθόλου˙ ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ παρατοῦσε μιὰ γιὰ πάντα, προφανῶς γιατὶ ἤθελε, ν̉ ἀποσυρθῇ νικητὴς ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, καὶ τότε μόνο νὰ μὴ γυρίσῃ νὰ μὲ ξανακυττάξῃ˙ ἀλλὰ δὲν γινόταν. ὄχι ἐπειδὴ ἤμουν ἐξυπνότερός του, ἀλλ̉ ἐπειδὴ εἶχα τὴν εὔνοια νὰ κρατῶ τὴν ἀλήθεια˙ καὶ ἦταν ὁ ‘’ἄτυχος’’ ποὺ ὑποστήριζε τὸ ψέμμα˙ καὶ τὸ ψέμμα χίλιοι μαζὶ πανέξυπνοι δὲν μποροῦν νὰ τὸ στηρίξουν.
         Μιὰ φορὰ μοῦ εἶπε˙ ‘’Ἔχεις κίνητρο˙ γι̉ αὐτὸ τὰ λὲς αὐτὰ ποὺ λές’’. τοῦ εἶπα˙ ‘’Καὶ σὺ τὸ ἴδιο. ὅλοι κίνητρα ἔχουμε˙ κίνητρα καὶ συμφέροντα. ἐμένα μὲ συμφέρει νὰ ὑπάρχῃ θεὸς καὶ νὰ εἶναι καὶ δικαιοκρίτης, ἐσένα σὲ συμφέρει νὰ μὴν ὑπάρχῃ, κι ἂν ὑπάρχῃ, νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ διαγωγή μας. ὅλοι τὰ συμφέροντά μας ἔχουμε, ποὺ εἶναι καὶ τὰ μόνα κίνητρά μας. ὁ θεὸς ὅμως ὑπάρχει καὶ χωρὶς τὰ συμφέροντά μας, καὶ εἶναι δικαιοκρίτης καὶ χωρὶς τὰ κίνητρά μας. δὲν ἀμφιβάλλω καθόλου γιὰ τὴν πίστι μου˙ ἐσὺ ὅμως, νομίζω, ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν πίστι σου, ἀμφιβάλλεις καὶ γιὰ τὴν ἀπιστία σου’’. ‘’Τὸ παρατραβᾷς’’, μοῦ εἶπε˙ ‘’δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ τὴν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ ἢ γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ διαγωγή μας’’. ‘’Ἀμφιβάλλεις’’, τοῦ λέω˙ ‘’αὐτὴ ἡ κεντρικὴ ἀμφιβολία σου τροφοδοτεῖ καὶ κινεῖ καὶ κάθε ἄλλη ἀμφιβολία σου. ἄλλωστε γύρω ἀπὸ τί τὸ σπουδαῖο στρέφεται ἡ περίφημη ἀμφιβολία σου; μήπως γύρω ἀπὸ τὸ ἂν τὸ φιτίλι τοῦ κεριοῦ πρέπει νὰ γίνεται μὲ τέσσερα ἢ μὲ δύο στριφτὰ νήματα;’’. τὸν στενοχωροῦσα.
         Μιὰ φορά, κάπως ὑψηλόβαθμος, κάπου σὲ μιὰ διάλεξί του ὑποστήριξε ὅτι ἡ Κ. Διαθήκη πουθενὰ δὲν στρέφεται ἐναντίον τῆς πορνείας! τἄθελε τὸ ἀκροατήριό του τέτοια γαργαλητά˙ γι̉ αὐτὸ ἄλλωστε τὸν κάλεσε ἐκεῖνον εἰδικά˙ κι ἐκεῖνος ἤξερε ποιούς γαργαλάει. σηκώθηκαν ὅμως δύο, ποὺ δὲν γαργαλιοῦνταν, καὶ τοῦ ἀνέφεραν πολλὰ καὶ βροντερὰ χωρία τῆς Κ. Διαθήκης κατὰ τῆς πορνείας˙ φοβερὰ χωρία˙ ἀναντίρρητα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἔστω καὶ λίγο μυαλό. τοὺς ἀπάντησε ὅτι αὐτὰ τὰ χωρία εἶναι ὅλα νόθα˙ ἔτσι ἐπειδὴ τὸ ἤθελε αὐτὸς νὰ εἶναι. ἐκεῖνοι ἔμειναν ἄναυδοι˙ δὲν μποροῦσαν νὰ συζητήσουν σὲ τόσο γλιστερὸ ἔδαφος. εἶχαν κάνει δὲ κι ἕνα λάθος˙ τιποτένιο δηλαδή˙ ἀνάμεσα στὰ χωρία, ποὺ τοῦ ἀνέφεραν, εἶχαν κι ἕνα ποὺ στρεφόταν ἐναντίον τῆς μοιχείας. κι ἐκεῖνος θριαμβολόγησε˙ ‘’Αὐτὸ τὸ χωρίο δὲν στρέφεται ἐναντίον τῆς πορνείας, ἀλλ̉ ἐναντίον τῆς μοιχείας˙ δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε διάκρισι; βρίσκεστε σὲ σύγχυσι. ἡ μοιχεία μάλιστα˙ ἀπαγορεύεται στὴν Κ. Διαθήκη˙ σαφῶς καὶ ῥητῶς καὶ κατ̉ ἐπανάληψιν. ὄχι ὅμως καὶ ἡ πορνεία’’. οἱ ἄνθρωποι δὲν μπόρεσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν. ἦρθαν καὶ μοῦ τὰ εἶπαν. τὸν βρίσκω καὶ τοῦ τὰ λέω. μοῦ λέει˙ ‘’Δηλαδὴ ἐσὺ πιστεύεις ὅτι τὰ ἐναντίον τῆς πορνείας χωρία εἶναι γνήσια; καὶ ποῦ τὸ στηρίζεις;’’. ‘’Ὄχι’’, τοῦ λέω, ‘’μὴ βιάζεσαι˙ ἄλλο θέλω νὰ σοῦ πῶ˙ καὶ τὰ ἐναντίον τῆς μοιχείας χωρία εἶναι κι ἐκεῖνα νόθα˙ ἡ Κ. Διαθήκη δὲν στρέφεται οὔτε ἐναντίον τῆς μοιχείας’’. τἄχασε. δὲν περίμενε ἀπὸ μένα νὰ τοῦ πῶ κάτι τέτοιο. ψυλλιάστηκε βέβαια ὅτι κάτι τοῦ σκαρώνω, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ προσδιορίσῃ. ὁπότε, καθὼς βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ φανῇ κι αὐτὸς μιὰ φορὰ στὴ ζωή του σώφρων καὶ συντηρητικός, ἀρκέστηκε νὰ πῇ σεμνά˙ ‘’Ἒ ὄχι καὶ νόθα τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας! ποῦ πᾶμε ἔπειτα;’’. ‘’Γιατί’’, τοῦ λέω, ‘’ἐσὺ ποῦ τὸ στηρίζεις ὅτι τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας εἶναι γνήσια;’’. ‘’ Ἆ! ξέρω’’, μοῦ λέει, ‘’ποῦ τὸ πᾷς…’’. ‘’Ὄχι, δὲν ξέρεις’’, τὸν διακόπτω, ‘’ἀκόμα. δὲν τὸ πάω ἐκεῖ ποὺ νομίζεις˙ μὴ βιάζεσαι. δὲν θὰ καταλάβῃς ποτὲ ποῦ τὸ πάω, ἂν δὲν σ̉ ἀφήσω νὰ τὸ καταλάβῃς’’. ‘’Δηλαδή;’’, μοῦ λέει, μὲ ἀνυπόκριτη πλέον ἀπορία. ‘’Δηλαδή’’, τοῦ λέω, ‘’ἔχεις κίνητρα, καὶ ὑποστηρίζεις ὅτι τὰ κατὰ τῆς μοιχείας χωρία εἶναι γνήσια˙ κίνητρα πονηρά’’. ‘’Ἒ δὲν εἶσαι καλά’’, μοῦ λέει˙ ‘’κίνητρα ἐγώ; καὶ πονηρὰ μάλιστα! ποιά;’’. ‘’Τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας’’, τοῦ λέω, ‘’εἶναι γνήσια, ἐπειδὴ ἀπὸ πέρυσι εἶσαι παντρεμένος˙ τὰ χωρία κατὰ τῆς πορνείας εἶναι νόθα, ἐπειδὴ μέχρι πέρυσι ἤσουν ἀνύπαντρος’’. χλώμιασε˙ ἔτρεμε. ἔφυγε, μία φορὰ μόνον, αὐτή, χωρίς ν̉ ἀπαντήσῃ.
         Γι̉ ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τότε μὲ ἀπέφευγε. ἤξερα ὅτι δὲν ἤθελε οὔτε νὰ μὲ βλέπῃ μπροστά του. μετὰ ἀπὸ χρόνια, τὸ καλοκαίρι τοῦ χίλια ἐνιακόσια ὀγδοντατόσο ἦταν, νομίζω, τὸν εἶδα˙ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ μονὴ Ἰβήρων. ἦταν στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ πολὺν καιρό˙ στὴν Ἰβήρων εἶχε κατεβῆ μόνο ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα. εἶχε χάσει πολλὰ κιλά, ἦταν πάλι λεπτός˙ γιατὶ τελευταία εἶχε γίνει ἐπικίνδυνα παχύσαρκος. δὲν μποροῦσε νὰ μ̉ ἀποφύγῃ. κουβεντιάσαμε. προσπαθοῦσε νὰ βρῇ λαβὴ νὰ μὲ εἰρωνευτῇ. δὲν τοῦ ἔδωσα˙ οὔτε κι ἄφησα νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἀντιλήφτηκα τὴν ἀναζήτησι λαβῆς ἐκ μέρους του. φάνηκα ἁπλὸς καὶ ἀπονήρευτος. ἤξερα καλὰ ν̉ ἀποφεύγω τὶς λαβές του ὄχι μόνο μὲ ἀποκρούσεις ἀλλὰ καὶ μὲ προσποίησι ὅτι δὲν πιάνω τὶς σπόντες του. ἕνα μόνο δὲν ἤξερα τὴν ὥρα ἐκείνη γιὰ τὸν καθηγητὴ ἐκεῖνον˙ ὅτι γιὰ τελευταία φορὰ τὸν ἔβλεπα. στὸ τέλος τῆς μακρᾶς καὶ ‘’φιλικῆς’’ μας συζητήσεως, δὲν ξέρω πῶς μοῦ ἦρθε, τοῦ λέω˙ ‘’Καὶ μὴν κάθεσαι τόσο πολὺ ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος˙ μὴν ξεχνᾷς ὅτι ὑπάρχουν στὴν πόλι καὶ ἐργένηδες ποὺ φρονοῦν ἐντελῶς ἀναπόδεικτα ὅτι τὰ κατὰ τῆς μοιχείας χωρία τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι νόθα, τόσο νόθα, ὅσο κι ἐκεῖνα τὰ κατὰ τῆς πορνείας’’. ‘’Εἶσαι σκληρός’’, μοῦ λέει. ‘’Μ̉ ἔκανες σκληρό’’, τοῦ ἀπάντησα. εἴπαμε λίγα ἀκόμη φιλικώτερα, καὶ χωριστήκαμε.
         Ἀργότερα πῆγε νὰ κάνῃ μιὰ διάλεξι κάπου μακριά, στὴ θεολογικὴ σχολὴ μιᾶς πόλεως, ποὺ εἶναι ἡ μεγαλείτερη σφηκοφωλιὰ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Κ. Διαθήκης, καί γε τῆς Παλαιᾶς, στὴ σχολὴ ὅπου ἔκανε νέος τὶς μεταπτυχιακές του σπουδές. ἐκεῖ τὸν εἶχε στείλει ὁ καθηγητὴς ποὺ τὸν εὐνοοῦσε˙ τὸν εἶχε στείλει σὰ γενίτσαρό του, γιὰ νὰ ἐμπεδωθῇ ἐκεῖ στὸ γενιτσαρισμό του. καὶ γύρισε στὴν κατάστασι ποὺ γύρισε. κι ἔγινε μεγάλος˙ τώρα τακτοποιημένος καὶ μὲ ἀρκετὰ προ- χωρημένα τὰ χρόνια του πιά, πήγαινε ἐκεῖ, στὸ καπιτώλιο τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, νὰ κάνῃ τὴ διάλεξί του, τόσο γιὰ ν̉ ἀποδώσῃ τὰ πνευματικὰ τροφεῖα καὶ δίδακτρα στὴ μητέρα σχολή, ὅσο καὶ γιὰ νὰ δώσῃ ἐξετάσεις καὶ τὲστ νομιμοφροσύνης πιὰ στὴ γραμμὴ τῆς τροφοῦ σχολῆς ἐκείνης. καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τέστ ἦταν τὸ ἀπροσδόκητο˙ ἐξέπληξε τοὺς πάντες, κι ἐμένα ἀκόμη˙ διότι μέσα σ̉ ἕνα λεπτὸ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, τῆς Κ. Διαθήκης, τοῦ ἔφυγαν ὅλες οἱ ἀμφιβολίες του μιὰ γιὰ πάντα, βεβαιώθηκε καὶ πιστεύει ἀταλάντευτα πλέον, καὶ θὰ πιστεύῃ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ὅτι καὶ τὰ κατὰ τῆς μοιχείας καὶ τὰ κατὰ τῆς πορνείας χωρία τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι ὅλα γνήσια. διότι τὴν ὥρα ποὺ ἑτοιμαζόταν ν̉ ἀνεβῇ στὸ βῆμα, γιὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴ διάλεξί του, πέθανε.
 
 
Μελέτες 5 (2008)