26. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΒΑΜΒΑ
    
     Ἡ μετάφρασι τῆς Βίβλου ἡ λεγομένη «τοῦ Βάμβα» ἔγινε σὲ 10 χρόνια, ἀπὸ τὸ 1829 μέχρι τὸ 1838· τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ 1829 - 1836 στὴν Κέρκυρα, τῆς Καινῆς Διαθήκης τὸ 1836 - 38 στὴν Ἀθήνα. ἔγινε μὲ πρωτοβουλία καὶ δαπάνες τῶν ἀγγλικανῶν Ἄγγλων, ποὺ κατεῖχαν τὰ Ἑπτάνησα, γιὰ λογαριασμὸ κυρίως τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἄγγλων ἀγγλικανῶν προσηλυτιστῶν εἰς βάρος τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. τὴ μετάφρασι ἔκαναν πέντε μεταφρασταί, δύο Ἄγγλοι ἀγγλικανοὶ καὶ τρεῖς Ἕλληνες ὀρθόδοξοι· οἱ Ἄγγλοι H. D. Leeves (Λὴβς) καὶ I. Lowndes (Λάουντς) καὶ οἱ Ἕλληνες Ν. Βάμβας (ἀρχιμανδρίτης), Κ. Τυπάλδος, καὶ Γ. Ἰωαννίδης. στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ δυὸ Ἄγγλοι ἐξηγοῦσαν στοὺς Ἕλληνες τὴν ἀγγλικὴ ἰακωβιανὴ μετάφρασι τοῦ 1611 —αὐτὸ εἶναι τὸ «ἑβραϊκὸν θεῖον ἀρχέτυπον»— καὶ οἱ τρεῖς Ἕλληνες διατύπωναν τὴν ἐξήγησί τους στὴν ἑλληνική. μετέφρασαν ὁ Βάμβας τὰ βιβλία Ἔξ, Α΄-Δ΄ Βα, Α΄-Β΄ Πα, Ἔσ-Νε, Ἠσ, Ἰζ, καὶ τὴν Ἐσθήρ· (45%)· ὁ Τυπάλδος τὰ βιβλία Γε, Λε, Κρ, Ῥθ, Ψα, Ἰβ, Πρμ, Ἐκ, Ἆσ, Ἰε, Θρ, Δα, Δώδεκα μικροὶ προφῆται· (42%)· κι ὁ Ἰωαννίδης τὰ βιβλία Ἀρ, Δε, Ἰη· (13%). τὴν Καινὴ Διαθήκη «μετέφρασε» ὁλόκληρη ὁ Βάμβας, ἐνῷ ὁ Ἄγγλος Λάουντς τοῦ τὴν ἐξηγοῦσε ἀπὸ τὴν προειρημένη ἀγγλικὴ μετάφρασι. τὴν εὐθύνη νὰ συμφωνοῦν τὰ κύρια μόνο ὀνόματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴ γραφή τους στὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ εἶχε ἕνας Ἰουδαῖος ποὺ δὲν κατονομάζεται. ἐλεγκταὶ κι ἐπιμεληταὶ τῆς μεταφράσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν οἱ 5 μεταφρασταὶ (2 Ἄγγλοι καὶ 3 Ἕλληνες), ὁ Ἰουδαῖος, οἱ Ἕλληνες Χ. Νικολαΐδης, Κ. Ἀσώπιος, Ἀ. Κάλβος, Παρθένιος Κύπριος, ὁ Ἄγγλος Winnock, καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ E. Riggs καὶ T. W. Meller· τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Ἄγγλος Λήβς, ὁ Ἕλληνας Βάμβας, οἱ μεταφρασταί, καὶ οἱ Ἕλληνες Χ. Νικολαΐδης, Σ. Βαλέττας, καὶ Κ. Κοντογόνης. πέντε μεταφρασταὶ καὶ δέκα ἐπιμεληταί· σύνολο 15 ἄτομα, 3 Ἄγγλοι, 2 Ἀμερικανοί, 1 Ἰουδαῖος, κι 9 Ἕλληνες· ἢ ἄλλως 8 ὀρθόδοξοι, 6 ἀγγλικανοί, (διότι ὁ Κάλβος ἦταν ἀγγλικανός), καὶ 1 Ἰουδαῖος. ἡ πληρωμὴ τῶν ἀμοιβῶν σ᾿ ὅλους γινόταν ἀπὸ τοὺς δυὸ Ἄγγλους Λὴβς καὶ Λάουντς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς προσέλαβαν. οἱ ἐκτυπώσεις ἄρχισαν μερικῶς τὸ 1831 κι ὡλοκληρώθηκαν τὸ 1844. ὡς ἑνιαία Βίβλος ἡ μετάφρασι ἐκτυπώθηκε τὸ 1851. μέχρι τότε σὲ κάθε μερικὴ ἀνατύπωσι γίνονταν καὶ διορθώσεις· ἐπὶ 20 χρόνια. μὲ πλαγιοσημειωμένες παραπομπὲς παραλλήλων χωρίων ἡ μετάφρασι ἐκτυπώθηκε τὸ 1866 (Μεταλληνοῦ Γ. Δ., «Τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τὴν νεοελληνικὴν γλῶσσαν κατὰ τὸν ΙΘ΄αἰῶνα, Ἀθῆναι 1977).
     Ἐκδημοτικισμὸς τῆς μεταφράσεως «τοῦ Βάμβα» εἶναι οἱ ἀκόλουθες «μεταφράσεις» ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν Ἑλλάδα, δυὸ προτεσταντικὲς καὶ μία «ὀρθόδοξη». 1) τοῦ Σ. Ἰωαννίδου τοῦ 1994, προτεσταντική. 2) τοῦ Σ. Φίλου τοῦ 1995, προτεσταντική. 3) τοῦ Β. Βέλλα, τὴν ὁποία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐκδημοτίκισαν περισσότερο τὸ 1997 οἱ Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδόπουλος, Π. Σιμωτᾶς, Β. Τσάκωνας, Μ. Κωνσταντίνου, καὶ κυρίως ἡ Κ. Χιωτέλλη, στὴ δὲ Καινὴ Διαθήκη οἱ Σ. Ἀγουρίδης, Π. Βασιλειάδης, Ἰω. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, Ἰω. Καραβιδόπουλος, Β. Στογιάννος, καὶ κυρίως ὁ Β. Φόρης, καὶ ἡ Κ. Χιωτέλλη. ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς μόνον ὁ Φίλος ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι μόνο ἁπλουστευτὴς κι ἐκδημοτικιστὴς τοῦ Βάμβα.
     Γιὰ τοὺς πλείστους τῶν ἀνθρώπων τὴν ἐθνικὴ συνείδησι καὶ τὸ ἐθνικὸ φρόνημα προσδιορίζουν ἡ γλῶσσα καὶ τὸ θρήσκευμα. ἔτσι λόγου χάρι οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔγιναν Τοῦρκοι καὶ οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς Νοτίου Ἰταλίας καὶ Σικελίας ἔγιναν Ἰταλοί. μετὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὸ θρήσκευμα ἡ ἐθνικὴ - φυλετικὴ καταγωγὴ μυθολογεῖται εὔκολα, ὅπως φαίνεται σήμερα καὶ στὴν προσπάθεια ἐκναζισμοῦ - ἐκγερμανισμοῦ τῶν λεγομένων Ἑλληναράδων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται σὲ πολλὴ καὶ ἀστεία μυθολογία γύρω ἀπὸ τὴν καταγωγὴ τοῦ ἀρίου ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. καὶ οἱ Ἄγγλοι, ὅταν ἦταν βρετανικὴ αὐτοκρατορία ἰμπεριαλιστικὴ κι ἀποικιοκρατική, ἔδιναν σ᾿ αὐτὸ πολλὴ σημασία. καὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνες ἤθελαν πολὺ μιὰ ἀγγλοποίησι, τὴν ὁποία ἀποπειράθηκαν ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα καὶ τὴν Κύπρο, ποὺ κατεῖχαν. προπομποὺς τῆς προσκτήσεως κι ἀφομοιώσεως εἶχαν τοὺς λεγομένους ἱεραποστόλους, ἀγγλικανοὺς προσηλυτιστὰς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι χρειάζονταν καὶ μιὰ τοπικὴ μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς ἀγγλικανικῆς Βίβλου τοῦ 1611. ἔπρεπε πρῶτα νὰ «ἐκχριστιανίσουν» τὴν Ἑλλάδα κι ἔπειτα νὰ τὴν ἔχουν ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ἐπικρατείας των. γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἵδρυσαν στὴν Κέρκυρα, στὸ Ἰόνιο πανεπιστήμιο, μιὰ μικρὴ καὶ βραχύβια θεολογικὴ σχολὴ ὀλιγοδάπανη καὶ ἐλεγχόμενη ἀπὸ τοὺς ἀγγλικανούς, ὅπου πῆραν μερικοὺς Ἕλληνες ποὺ γνώριζαν ἀνάγνωσι καὶ γραφή, καὶ τοὺς ἔχρισαν καθηγητὰς πανεπιστημίου· καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀφοσίωσί τους στὸν ἐξαγγλισμὸ τῶν Ἑλλήνων κι ἐξαγγλικανισμὸ τῶν ὀρθοδόξων τοὺς πρόβαλλαν καὶ τοὺς καλοπλήρωναν. ἄλλοι ἄνθρωποι ἀγαποῦν τὴ δόξα κι ἄλλοι τὸ χρῆμα, ἀλλὰ καὶ τὰ δυὸ μαζὶ πολὺ περισσότεροι. τέτοιοι γενίτσαροι τῶν Ἄγγλων ἦταν ὁ ἀγγλικανὸς Ἕλληνας ψευτολόγιος καὶ ψευτοποιητὴς Ἀνδρέας Κάλβος καὶ οἱ τρεῖς «καθηγηταὶ πανεπιστημίου» - μεταφρασταὶ Βάμβας, Τυπάλδος, καὶ Ἰωαννίδης. καὶ μετὰ τὴν καθηγητοποίησί τους οἱ Ἄγγλοι τοὺς προσέλαβαν καὶ γιὰ τὸ κύριο ἔργο τους, τὴ μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς ἀγγλικανικῆς Βίβλου τοῦ 1611 στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. ἡ ἀμοιβὴ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίσημη τέτοια, ἦταν ἔμμεσα ἀλλὰ σαφέστατα καὶ τὸ «Ἢ μεταφράζετε ὅπως σᾶς ὑπαγορεύουμε, καὶ παραμένετε καθηγηταὶ πανεπιστημίου, ἤ, ἂν δὲν μεταφράζετε, ξαναγυρίζετε στὰ πρόβατα». αὐτὸ τὸν αἰσχρὸ ῥόλο ἔπαιξαν τόσο τὸ τότε Ἰόνιο πανεπιστήμιο ὅσο καὶ ἡ μετάφρασι «τοῦ Βάμβα». ὁ θεὸς καὶ ἡ «ἐπιστήμη» ὅμηροι στὴν ὑπηρεσία τοῦ βρετανικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ. τἄκανε αὐτὰ πρὶν ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους καὶ ὁ πάπας τῆς Ῥώμης. οἱ Ἄγγλοι προτεστάντες ἦρθαν τὸ πολὺ δεύτεροι. αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται τώρα μὲ τὶς προειρημένες μεταφράσεις τῶν Βαμβαϊδῶν τοῦ 1967, 1985, 1994, 1995, καὶ 1997 εἶναι τελευταῖα κι ἀτροφικὰ κύματα τῆς ἴδιας προσπαθείας, ποὺ πνέει τὰ λοίσθια.
 
 
Πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε τὸ 2008 στὸν τόμο
 “Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου”.
 
Μελέτες 8 (2010)