6.   H ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙAΘΗΚΗΣ Η "ΤΩΝ ΟΚΤΩ"

 

      Τὸ Β΄ αἰῶνα κάποιοι ἄγνωστοι λατινόγλωσσοι ἢ καὶ λατινομαθεῖς ᾿Ιταλιῶτες ῞Ελληνες μετέφρασαν τὴν Καινὴ Διαθήκη στὴ λατινική.  αὐτὴ εἶναι ἡ μετάφρασι ἡ λεγομένη ᾿Ιταλική (Itala).  γύρω στὸ 380 τὴ μετάφρασι αὐτὴ τὴν τροποποίησε γιὰ λόγους καλλιεπείας, τὶς πε­ρισσότερες φορὲς ἀνεπιτυχῶς ἀπὸ ἑρμηνευτικῆς πλευρᾶς λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς ἑλληνομαθείας του, ὁ μοναχὸς τῆς ῾Ρώμης ῾Ιερώνυμος μὲ ἐντολὴ καὶ γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ἐπισκόπου ῾Ρώμης Δαμάσου, τοῦ πρώτου ποὺ αὐτωνομάστηκε πάπας (= πατερούλης), παίρνοντας αὐτὸ τὸν τίτλο ἀπὸ τὸν ᾿Αλεξανδρείας, ἐπειδὴ τὸν φθόνησε.  αὐτὴ εἶναι ἡ μετάφρασι ἡ λεγομένη Λαϊκή (Vulgata).  τὸ 1611 οἱ ἀγγλικανοὶ ῎Αγγλοι μετέφρασαν τὴ μετάφρασι τοῦ ῾Ιερωνύμου στὴν ἀγγλική, βοηθούμενοι κι ἀπὸ τὴν προϋπάρχουσα γερμανικὴ μετάφρασι τῆς μεταφράσεως τοῦ ῾Ιερωνύμου, ποὺ εἶχε κάνει 80 χρόνια πιὸ μπροστὰ ὁ Λούθηρος.  αὐτὴ εἶναι ἡ λεγομένη ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ - ἀγγλικανικὴ μετάφρασι, ἐπειδὴ ἔγινε ἐπὶ βασιλέως ᾿Ιακώβου Α΄.

    Κατὰ τὰ ἔτη 1829-38 δυὸ ἑλληνομαθεῖς ῎Αγγλοι καὶ τρεῖς ῞Ελληνες, μὲ τὴ βοήθεια καὶ ἄλλων τριῶν ῎Αγγλων ἓξ ῾Ελλήνων κι ἑνὸς ᾿Ιου­δαίου, ἔκαναν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ μετάφρασι ἄλλος ἀπὸ τὴ γαλλικὴ τοῦ Olivétan (1535) κι ἄλλος ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ τοῦ  Diodati (1607), μὲ ἔλεγχο τῶν κυρίων ὀνομάτων ἀπὸ τὸ μασοριτικό, μιὰ μετάφρασι τῆς Βίβλου στὴ νεοελληνική, σὲ καθαρεύουσα, γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἀγγλικῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας.  δὲν μετέφρασαν οὔτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ «θεῖον ἀρχέτυπον», ὅπως ψευδῶς δηλώνουν, οὔτε τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ὅπως ἐπεκτείνουν τὸ ψέμμα καὶ σ᾿ αὐτή.  αὐτὴ ἡ μετάφρασι εἶναι ἡ λεγομένη «τοῦ Βάμβα», ἡ ὁποία δημοσιεύτηκε τμηματικὰ ἀπὸ τὸ 1831 μέχρι τὸ 1840 γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, κι ἀπὸ τὸ 1838 μέχρι τὸ 1844 γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη· τὸ δὲ 1851 ὡς ὁλόκληρη Βίβλος σ᾿ ἕναν τόμο.  καὶ μέχρι τὸ 1851 ἀναθεωροῦνταν σοβαρῶς, μέχρι δὲ τὸ 1860 ἐλαφρῶς.  ἀσφαλῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ ἀπάτη, ἀλλ᾿ αὐτό, ἀφοῦ πολεμήθηκε γιὰ 20 περίπου χρόνια, ἔπειτα σιωπηρῶς κατακυρώθηκε.

Τὸ 1960 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, θέλοντας νὰ ξανακάνῃ, σὲ δημοτικὴ αὐτὴ τὴ φορὰ ἢ περίπου σὲ δημοτική, τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Δια­θή­κης, ἀνέθεσε τὴ δουλειὰ στὸ Β. Βέλλα.  ἡ μετάφρασί του τυπώθηκε καὶ κυκλοφόρησε τὸ 1967.  ὁ Βέλλας μετέφρασε τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἴδια πάντα ἀγγλικὴ μετάφρασι, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πρω­τότυπό της (αὐτὸ ἀποδεικνύεται πολλαπλῶς, καὶ ἤδη τὸ ἀπέδειξα πα­λιότερα, καὶ ἂν χρειαστῇ, μπορῶ νὰ προσθέσω κι ἄλλα πολλὰ τεκμή­ρια στὴν ἀπόδειξί μου), βοηθούμενος βέβαια ἀκόμη καὶ στ᾿ ἀγγλικά του ἀπὸ τὴν προϋπάρχουσα μετάφρασι «τοῦ Βάμβα».  ἢ ὁ Βέλλας ἢ ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, γιὰ νὰ χοντρύνῃ τὸ κῦρος τῆς μεταφράσεως, δή­λωσε στὸν πρόλογο ὅτι τὴ μετάφρασι ἔκαναν τέσσερες ὀρθόδοξοι ῞Ελ­ληνες καθηγηταὶ τῆς θεολογικῆς σχολῆς ᾿Αθηνῶν, Β. Βέλλας, Εὐ. ᾿Αντωνιάδης, ῾Αμ. ᾿Αλιβιζάτος, καὶ Γερ. Κονιδάρης.  βέβαια κι αὐτὸ εἶ­ναι ἄλλη μιὰ διπλῆ ἀπάτη, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι στὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία κόστισε μόνο σὲ χρήματα.

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1985 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, μὴ ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὴ δύσκαμπτη καὶ ξύλινη δημοτικὴ τοῦ Βέλλα, ποὺ ἦταν τέτοια, ἐπειδὴ ὁ Βέλλας ἦταν ἀθεράπευτα προσκολλημένος σὲ καθαρευουσιάνικα γραμματικὰ καὶ συντακτικὰ κατάλοιπα τοῦ ἐθισμοῦ του, κι ἀνα­ζητών­τας μιὰ μετάφρασι σὲ πλήρως δημοτικὴ γλῶσσα, ἀνέθεσε τὸ ἔργο αὐτὸ στὸν ᾿Αγουρίδη καὶ τὴν ὁμάδα του.  ἔτσι μέχρι τὸ 1985 ὁ Σ. ᾿Αγουρίδης καὶ οἱ πέντε μαθηταί του Π. Βασιλειάδης, ᾿Ιω. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, ᾿Ιω. Καραβιδόπουλος, καὶ Β. Στογιάννος, καὶ οἱ φιλόλογοι Β. Φόρης καὶ Κ. Χιωτέλη, μὲ δαπάνες καὶ γιὰ λογαριασμὸ τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας, «μετέφρασαν» ξανὰ τὴν Και­νὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασί της πάντα, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο –τὸ πρᾶγμα πάλι ἀποδεικνύεται πολλαπλῶς, καί, ἂν χρειαστῇ, θὰ τὸ ἀποδείξω–, μὲ τὴ βοήθεια βέβαια καὶ τῆς προϋ­παρχούσης μεταφράσεως τοῦ Βέλλα τὴν ὁποία φρεσκάριζαν γλωσ­σικῶς.

Ξεσηκώθηκε τότε μιὰ θύελλα ἐναντίον τῆς μεταφράσεως τῶν ὀκτώ, ποὺ γρήγορα ἑστιάστηκε στὸν ᾿Αγουρίδη.  οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀνέ­λα­βαν νὰ «ξετινάξουν» τὴ μετάφρασι τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου, μὴ μπορώντας στὴν πραγματικότητα νὰ κάνουν κάτι τέτοιο λόγῳ ἐλ­λεί­ψεως ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως, σκέφτηκαν χαιρέκακα πονηρὰ καὶ βυζαντινά· «Σίγουρα θἄκαναν κάποια δογματικὰ λάθη, ὁπότε τοὺς ἔχουμε στὸ δόκανο».  κι ἑστίασαν τὸν «ἀγῶνα» τους σὲ κάποια χωρία σὰν τὸ Μθ 1,25  καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον.  ἄρχισαν τὴ γνωστὴ κολοκυθιὰ μὲ τὰ «ἕως ὅτου» καὶ «μέχρις ὅτου» καὶ «μέχρι ποὺ» καὶ «μέχρι νὰ» καὶ «ὣς ποὺ νὰ» καὶ διάφορα ἄλλα, γιὰ νὰ τοὺς βγάλουν κακοδόξους καὶ αἱρετικούς, ποὺ προσβάλλουν τὴν παρθενία τῆς Θεοτόκου καὶ βλα­σφημοῦν τὸ τιμιώτατον πρόσωπόν της, κλπ. κλπ..  δὲν σκέφτηκαν ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ μεταφράσῃς τὸ ἕως οὗ, ὁ ἄλλος μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀν­τίρρησι, ἂν ὁ στόχος του εἶναι νὰ σὲ σπιλώσῃ, ὅτι ἁπλούστατα τὸ ζήτημα δὲν εἶναι λεκτικὸ καὶ μεταφραστικό, ἀλλὰ μόνο ἑρμηνευτικὸ καὶ νοηματικό, ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε μετάφρασί του μπορεῖ νὰ νοηθῇ ἔπει­τα καὶ ὀρθοδόξως καὶ κακοδόξως κατὰ τὴ βούλησι τοῦ ἀντιπά­λου, κι ὅτι ἀπὸ κάτι τέτοιους βυζαντινισμοὺς δὲν βγαίνει ἐν τέλει τίποτε· καὶ κυρίως ὅτι οἱ καταναλισκόμενοι σὲ τέτοια δὲν βλέπουν –δὲν μποροῦν νὰ δοῦν– τὰ πραγματικὰ λάθη, τόσο ἐκεῖνα ποὺ ὀφείλονται σὲ ἐλλιπῆ κα­τάρτισι ὅσο κι ἐκεῖνα ποὺ ὀφείλονται σὲ κακὴ πρόθεσι, ἂν ὑπάρχουν τέτοια.

Δὲν σκέφτηκαν οἱ ἐχθροὶ τῶν ὀκτὼ οὔτε τὸ ἄλλο ἁπλούστατο· Ποιός εἶναι τόσο τρελλὸς σήμερα, ὥστε νὰ κάνῃ δογματικὰ λάθη;  καὶ ποιός, ἂν τοῦ ξεφύγῃ κάποιο τέτοιο, ἀπὸ ἔλλειψι καταρτίσεως ἀσφαλῶς μό­νο, δὲν θὰ σπεύσῃ νὰ τὸ διορθώσῃ, μόλις τοῦ τὸ ὑποδείξουν;  καὶ πῶς μπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ κάποιος ὡς κακόδοξος κι αἱρετικός, ἐπειδὴ ἀπὸ ἀμάθεια μόνο καὶ ἄθελά του ἔκανε πράγματι ἕνα δογματικὸ λάθος;  οἱ ἄγριες βυζαντινὲς δογματικὲς διαμάχες γίνονταν, ἐπειδὴ τότε οἱ ἄνθρω­ποι λόγῳ τοῦ καθεστῶτος δὲν εἶχαν πολιτικὴ ζωή, καὶ ὅταν ἤθελαν νὰ τρώγωνται, τρώγονταν στοὺς δογματικοὺς «ἀγῶνες», ποὺ ἦταν εἶ­δος ἀντιπολιτευτικῆς φαγωμάρας, καὶ λίγοι μόνο ἄλλοι παλαβοὶ τρώ­γονταν στὶς διαμάχες τοῦ ἱπποδρόμου μεταξὺ πρασίνων καὶ βενέτων.  σήμερα μὲ τόσο χορταστικὴ πολιτικὴ φαγωμάρα, ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ δημοκρατία, καὶ μὲ τόσο ἱκανοποιητικὸ ποδοσφαιροφιλικὸ σπαραγμό, ποὺ προσφέρει τόσο ἀκραία ἐκτόνωσι, ποιός χαζὸς κάνει ἐν γνώσει του δογματικὰ λάθη;  ὁ καιρός, ποὺ τὸ «δογματικῶς κακόδοξον» ἦταν γιὰ τὸν καθένα τὸ πιὸ φρικιαστικὸ φόβητρο καὶ μορμολύκειο, πέρασε γιὰ τὰ καλὰ καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἐπιστρέφῃ εὔκολα.  σήμερα ἀκόμη κι ὁ πιὸ βλάσφημος αἱρετικός, ὁ ἀδιάντροπος πάπας τῆς ῾Ρώμης, λέει εὐ­χαρίστως τὸ «Πιστεύω» σὲ δυὸ παραλλαγὲς τὴν ἴδια στιγμή, γιὰ νὰ πῇ· «Καὶ σὺ δίκαιο ἔχεις, καὶ σὺ δίκαιο ἔχεις· μόνο νὰ σᾶς ἔχω ἐγώ, βλᾶκες!  μὲ δόγματα θ᾿ ἀσχολούμαστε τώρα;»  ποιός βολεμένος καὶ χορ­τᾶτος κάνει σήμερα δογματικὰ λάθη;  ἢ μήπως δὲν τὸ καταλαβαίνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅτι ὀρθόδοξος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ὀρθά, καὶ κακόδοξος ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στραβά;  ὅταν ἕνας δὲν πιστεύῃ οὔτε ὀρθὰ οὔτε στραβά, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κακόδοξος κι αἱρετικὸς καὶ νὰ κάνῃ δογματικὰ λάθη;

῾Η Βιβλικὴ ῾Εταιρία μπροστὰ στὴ θύελλα ἐκείνη ἔκανε μιὰ ἀνα­τύ­πωσι τῆς μεταφράσεως τῶν ὀκτώ, ἀφαιρώντας ἀπὸ τὸν πρόλογο τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Αγουρίδου, τὸ κόκκινο δηλαδὴ πανὶ ποὺ ἐρέθιζε τοὺς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαια καὶ τὴ μετάφρασι τοῦ ᾿Αγουρίδου· καὶ οἱ ἄλλοι... κάλμαραν, σὰν τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, πού, μόλις σκότωσαν τὸ Στέφανο κι ἐξανάγκασαν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ φύγουν ἀπὸ τὰ ᾿Ιεροσόλυμα, ὥστε νὰ μὴν τοὺς κλέβουν τὴν παράστασι καὶ ἐνοχλοῦν τὸ φθόνο τους, ἡσύχασαν ὅλοι, πλὴν ἑνὸς ποὺ κίνητρό του δὲν ἦταν ὁ φθόνος.

Τὸ 1997 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, ἔχοντας στὸ χέρι καὶ μιὰ ἀδημοσίευτη λειψὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸ Βέλλα, καὶ βάζοντας μιὰ ἄλλη ὁμάδα πέντε «παλαιοδιαθηκολόγων» νὰ συμπληρώσῃ τὸ λει­ψὸ καὶ νὰ ἐκδημοτικίσῃ πλήρως τὴ μετάφρασι τοῦ Βέλλα, προσ­λαμ­βά­νοντας γιὰ τὴ δουλειὰ αὐτὴ μιὰ φιλόλογο –ὅλα ἔγιναν πάλι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασι καὶ ὄχι «ἀπὸ τὸ ἑβραϊκό»–, δημοσίευσε μιὰ ὁλόκληρη μετάφρασι τῆς Βίβλου σὲ τρέχουσα ἐπὶ τέλους δημοτική.  ἡ Καινὴ Διαθήκη σ᾿ αὐτὴ τὴ Βίβλο εἶναι ἡ μετάφρασι τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου μὲ τ᾿ ὄνομα τοῦ ᾿Αγουρίδου πάλι στὸν πρόλογο κάπως δειλὰ δειλὰ ἐπαναπατρισμένο· διότι στὸ μεταξὺ τοὺς ἄλλους τοὺς πέρασε τὸ γινάτι, καὶ μερικοὶ καὶ πέθαναν.  αὐτὴ ἡ μεταφρασμένη Βίβλος κυκλο­φορεῖ τώρα, ἐνῷ προαναγγέλλεται ὅτι θὰ κυκλοφορήσῃ κι ἄλλη μία μὲ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς ῾Εβδομήκοντα, καὶ μὲ τὴν ἴδια μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης.  ὁ ὀρθόδοξος ῾Ελληνικὸς λαὸς θὰ χορτάσῃ Βίβλους καὶ Βίβλων παραλλαγές· ἔτσι γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ καὶ ἡ πίστι του.

Τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς ἓξ τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου τὴ σουλούπωσαν γλωσσικῶς, γιὰ νὰ εἶναι σὲ σωστὰ νεο­ελληνικά, οἱ φιλόλογοι Β. Φόρης καὶ Κ. Χιωτέλη.  ὁπότε κι ὁ ἁπλοϊ­κώτερος σκέφτεται· «᾿Απὸ τὴν πρωτότυπη ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσ­σα τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν τὴν ἔκαναν τὴ μετάφρασί τους οἱ ἓξ καθηγηταί· στὴ νέα ἑλληνικὴ δὲν τὴν ἔφεραν οἱ ἴδιοι, ἀλλ᾿ ὁ Φόρης καὶ ἡ Χιωτέλη· τότε τί ἔκαναν οἱ “μεταφρασταὶ καθηγηταί”;».   νὰ σᾶς πῶ· ἔκαναν δύο πράγματα· πρῶτον ἔδειξαν ὅτι ξέρουν ἀγγλικά, ὅτι εἶναι ἐνημερωμένοι στὴ σύγχρονη βιβλιογραφία, ἀφοῦ μπόρεσαν νὰ βροῦν τὴ μετάφρασι τοῦ Βέλλα, τὸν ἀπαραίτητο τυφλοσύρτη τους, καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ κι ἀγγλικανικὴ μετάφρασι «καταλαβαίνουν» οἱ ἴδιοι καὶ διδάσκουν ὡς «ἑρμηνευταὶ» τὴν Καινὴ Διαθήκη· καὶ δεύτερον ἔκαναν τὰ πάνω ἀπὸ 4.000 (τέσσερες χιλιάδες) λάθη ποὺ ἔχει ἡ μετάφρασί τους αὐτή.  ὁ Φόρης καὶ ἡ Χιωτέλη, ποὺ ὡς φιλόλογοι, πιστεύω, θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν καὶ νὰ μεταφράσουν τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἑλληνικό της πρωτότυπο, ἀρκέστηκαν νὰ δοῦν καὶ νὰ σουλουπώσουν σὲ σημερινὰ ἑλληνικὰ μόνο τὴ μετάφρασι, ποὺ τοὺς ἔδωσαν, χωρὶς νὰ πολυπραγμονήσουν ἐπεκτεινόμενοι σὲ μιὰ σύγκρισι ἀρχαίου κειμένου καὶ μεταφράσεως, γιὰ νὰ τσεκάρουν ἑρμηνευτικὰ λάθη.  ἴσως μάλιστα, ἐντελῶς ἰδιωτικά, καὶ ν᾿ ἀντιλήφτηκαν μερικὰ μαργαριτάρια, χωρὶς νὰ τὰ σχολιάσουν.  διότι Νεοέλληνες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν σωστὰ τὴ λαλούμενη μητρική τους νεοελληνικὴ γλῶσσα –αὐτὸ δείχνει τὸ ὅτι ζήτησαν σ᾿ αὐτὸ τὴ βοήθεια τῶν δύο φιλολόγων–, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλαβαίνουν τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τοῦ πρωτοτύπου βιβλικοῦ κει­μένου;  κι ὁ πιὸ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος τὸ ἀντιλαμβάνεται αὐτό· κι ἕνας φιλόλογος τὸ ἀντιλαμβάνεται πολὺ περισσότερο· γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τί μοῦ ἔλεγε σχετικὰ ὁ Φόρης, ὅταν ζοῦσε· γιατὶ τώρα, ὅ,τι καὶ νὰ πῶ, τὰ λόγια μου θὰ εἶναι ἀνεπιβεβαίωτα, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πέθανε.

᾿Ασφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιεύσω ἔλεγχο ὅλων τῶν με­ταφραστικῶν κι ἑρμηνευτικῶν λαθῶν τῆς μεταφράσεως τῆς ὁμάδος ᾿Αγου­ρίδου.  καὶ μισὴ μόνο σελίδα γιὰ τὸ καθένα ἂν γράψω, πρέπει νὰ γράψω καὶ νὰ δημοσιεύσω 2.300 σελίδες τοὐλάχιστο, δαπανώντας  14.000.000 δρχ. ἤτοι 40.000 εὐρώπια, μόνο γιὰ νὰ βγάλω μιὰ μι­κρὴ χούφτα χιλίων ἀντιτύπων, ἀσθενέστατη φωνή, καὶ ἄλλα τόσα χρή­ματα γιὰ ἀποθήκευσι καὶ διακίνησι, καὶ τρίτη φορὰ τόσα γιὰ νὰ ζήσω κι ὁ ἴδιος τὸ χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο θὰ κάνω αὐτὴ τὴ δουλειά.  καὶ φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ κάνω τίποτε ἄλλο στὴ ζωή μου.  γιὰ ἕναν δὲ ἀριθμὸ 100.000 ἀντιτύπων, ποὺ θὰ ἦταν φωνὴ ἱκανοποιητικῶς ἀ­κουστὴ καὶ κάπως ἰσόβαρη μὲ τὴν κυκλοφορία τῶν λαθῶν τῆς ὁμάδος ᾿Αγουρίδου, θὰ χρειαζόμουν 3.000.000.000 (τρία δισεκατομμύρια) δραχμὲς ἤτοι 9.000.000 εὐρώπια, ποσὰ ἀμύθητα.  ἔχω τὴν ἐπίγνωσι ὅτι μπροστὰ στὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία καὶ τοὺς ἀγγλομαθεῖς παρασκευαστὰς τῶν λα­θῶν τῆς μεταφράσεώς της εἶμαι οἰκονομικῶς ἕνα μυρμήγκι μπρο­στὰ σ᾿ ἐλέφαντα.  δὲν τρέφω χίμαιρες.  γι᾿ αὐτὸ θὰ δώσω ἐδῶ δεῖγμα μόνο ἀπὸ τὰ λάθη αὐτά.  εἶναι λάθη πραγματικά, ὄχι φαντασιωτικοὶ στόχοι δογματολογικῆς κακεντρεχείας.  ἀπὸ τὰ περίπου 4.500 λάθη τὰ 500 περίπου εἶναι λάθη προθέσεως τῶν μεταφραστῶν, δηλαδὴ πα­ραχαράξεις προκαταλήψεως καὶ δογματισμοῦ τους.  δὲν ἐννοῶ δογ­ματικὲς ἀποκλίσεις.

 

 

Α΄. Λάθη ὀφειλόμενα σὲ ἔλλειψι ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως

 

1. Μρ 7,3· ...᾿Εὰν μὴ πυγμῇ νίψωνται τὰς χεῖρας.

Μεταφράζουν· «῍Αν δὲν πλύνουν πρῶτα τὰ χέρια τους».

Τὴν ἀκατανόητη γι᾿ αὐτοὺς δοτικὴ πυγμῇ τὴν παραλείπουν, ἐ­πει­δὴ δὲν τὴν καταλαβαίνουν· οὔτε ξέρουν, καὶ οἱ ὀχτὼ μαζί, τί ἦταν ἡ πυγμή, ὅπως δείχνουν στὰ συνημμένα γλωσσάριά τους τόσο τῆς πρώτης ἐκδόσεως (τοῦ 1985) ὅσο καὶ τῆς τελευταίας (τοῦ 1997) καὶ στὸ περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν παράρτημά τους στὴν τελευταία (τοῦ 1997).  δὲν τὸ ξέρουν δηλαδὴ οὔτε ὁ ᾿Αγουρίδης κι ὁ Γαλίτης, ποὺ ἦταν καθηγηταὶ καὶ τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ἕνας στὴ Θεσσαλονίκη κι ὁ ἄλλος στὴν ᾿Αθήνα, τοῦ μαθήματος δηλαδὴ τῶν εἰδικῶν στὰ πραγματολογικὰ στοιχεῖα.  ἐφαρμόζουν μόνο τὸ γύφτικο δίστιχο ἀπόφθεγμα

       «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι·

       πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». 

κάθε τὶ τὸ περιττὸ κόβεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.  καὶ περιττὸ γι᾿ αὐ­τοὺς εἶναι ὅ,τι δὲν καταλαβαίνουν αὐτοί.  καὶ τὸ κάνουν αὐτὸ πολλὲς φορές.

Πυγμὴ λέγεται στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ὄχι μόνο ἡ γροθιά, ὅπως τώρα, ἀλλ᾿ ὅλο τὸ χέρι ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα καὶ κάτω.  καὶ ἦταν κι ἑλληνικὸ μέτρο μήκους ἡ πυγμὴ (στὴν Καινὴ Διαθήκη μέτρα σταθμὰ καὶ νομί­σματα ἀναφέρονται ἑβραϊκὰ ἑλληνικὰ ῥωμαϊκὰ κι ἕνα φοινικικό), μο­νάδα μήκους ἴση μὲ 34,7 πόντους, ὑποδιαιρούμενη σὲ 18 δακτύλους (1,5 δωδεκάδα δακτύλων).  τὸ πυγμῇ ἐδῶ εἶναι δοτικοφανὲς ἐπίρρημα.  εἴτε σὰ μέτρο τὸ ἐννοεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς εἴτε σὰ μέλος τοῦ σώματος, τὸ χωρίο του μεταφράζεται· «...῍Αν δὲν πλύνουν τὰ χέρια τους μέχρι τὸν ἀγκῶνα» ἢ «...῍Αν δὲν πλύνουν τὰ χέρια τους μέχρι 35 πόντους ψηλά».

 

2. ῾Εβ 11,26·... Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θη­σαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ χριστοῦ.

Μεταφράζουν· «...Θεώρησε μεγαλείτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὸν ἐξευτελισμὸ σὰν ἐκεῖνον ποὺ ὑπέφερε ὁ Χρι­στός».

Μὴ ξέροντας κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἓξ πανεπιστημιακοὺς παλαιογραφία –αὐτὸ εἶναι διε­γνω­σμένο, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ Γαλίτης δηλώνει καὶ παπυ­ρο­λόγος–, καὶ μὴ ἔχον­τας καμμία πρόσβασι στὰ χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλ­λὰ παραλαμβάνοντας τὸ κείμενό της ἀπὸ τὸν τυ­πογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη, ὅπως μιὰ καθαρίστρια ἢ ἕνας χιλιαστής (ἀλήθεια, ἂν οἱ καθηγηταὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν φτάνουν μέχρι τὰ χειρόγραφά της, ποιός νεωκόρος καὶ ποιός ἀριστερὸς ψάλτης θὰ τὴν κάνῃ αὐτὴ τὴ δουλειά;), μὴ γνωρίζοντας τίποτε γιὰ τὴν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες χρῆσι κεφαλαίων γραμμάτων ἢ μικρῶν, καὶ μὴ ἔχοντας τὴν παραμικρὴ εὐχέρεια σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἔπεσαν θύματα τῶν τυπογράφων, ποὺ ἀντὶ χριστοῦ τύπωσαν Χριστοῦ.  καημένε πα­πυ­ρολόγε!  καὶ βρίσκουν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται, κι ἐννοοῦν μίμησι τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ κλπ..  ὁ βιβλικὸς συγγραφεὺς ἐδῶ ἐννοεῖ χριστοῦ, ἐννοεῖ τὸν ὀνειδισμὸ ποὺ ὑφίσταται ὁ κάθε χριστός, ἤτοι χρισμένος, ἤτοι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ καὶ προφήτης τοῦ θεοῦ, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἐκ μέρους τῶν ἀπίστων καὶ ὀλιγοπίστων.  γιὰ τέτοιους χριστούς, ἱερεῖς καὶ βασιλεῖς καὶ προφῆτες, γίνεται στὴ Βίβλο λόγος πολλὲς φορές, ὅπως λόγου χάρι στὰ χωρία Λε 4,5·  Α΄ Βα 2,35· 24,7·  Β΄ Βα 1,14· 23,1·  Ψα 17,51· καὶ κυρίως στὸ Ψα 104,15 ὅπου λέει σὲ πληθυντικὸ καὶ σὲ σχῆμα ἓν διὰ δυοῖν·

Μὴ ἅψησθε τῶν χριστῶν μου

       καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε. 

δευτερεῦον λάθος τους εἶναι ὅτι μεταφράζουν «ἐξευτελισμὸ» τὸν ὀνει­δισμόν.  ἡ σωστὴ μετάφρασι τοῦ χωρίου εἶναι· «...Θεώρησε πλοῦτο με­γα­λείτερο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὴν εἰρωνικὴ ἀπο­δο­κιμασία ποὺ ὑφίσταται ὁ κάθε χρισμένος τοῦ θεοῦ».  τὸ λάθος τῶν ὀχτὼ εἶναι φινιστρίνι ἀπ᾿ ὅπου φαίνεται ὅτι ἀπὸ κριτικὴ κειμένου καὶ ἀπο­κατάστασι κειμένου ἔχουν μεσάνυχτα.  αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ τοῦ ἐπι­πέδου τους φαντάζονται ὅτι κάνουν κριτικὴ κειμένου, ὅταν ἁπλῶς κατα­φέρνουν νὰ διαβάσουν ἕνα κριτικὸ ὑπόμνημα ποὺ ἔφτιαξαν ἄλλοι.  σὰ νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους λογοτέχνη ὅσοι διαβάζουν λογοτεχνικὰ ἔργα.  δὲν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη ὅτι κριτικὴ κειμένου ἀσκεῖ ὄχι ἐκεῖ­νος ποὺ καταφέρνει νὰ διαβάσῃ ἕνα κριτικὸ ὑπόμνημα, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ποὺ κυ­ρίως μὲν ἐπιλέγει ἀπὸ τ᾿ ἀρχαῖα χειρόγραφα τὶς αὐθεντικὲς γραφὲς ποὺ θὰ υἱοθετήσῃ ὡς ἀρχικὸ κείμενο, δευτερευόντως δὲ καὶ ἐν­δεχομένως παραθέτει καὶ τὶς ἀπορριπτόμενες γραφὲς σὲ κριτικὸ ὑπο­σημειούμενο ὑπόμνημα μὲ τρόπο ὅσο γίνεται βραχυγραφικὸ ἀλλὰ καὶ εὔληπτο γιὰ τὸν ἀναγνώστη, χρησιμοποιώντας φυσικὰ διάφο­ρα σύμβολα.  ἂν ἔκαναν κριτικὴ κειμένου αὐτοὶ ποὺ διαβάζουν ἁπλῶς τὰ ἕτοιμα κι

       ἂν ἔκαναν καὶ οἱ μπουμποῦροι μέλι,

       θἄτρωγαν κι οἱ κατσιβέλοι.

ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θ᾿ ἀπαιτοῦσα ἀπ᾿ αὐτοὺς κι ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό τους νὰ κάνουν ἐκτιμήσεις πάνω στὴ χειρόγραφη κατάστασι καὶ ν᾿ ἀσκοῦν κριτικὴ κειμένου, ἀλλ᾿ ἔστω νὰ καταλάβαιναν αὐτὸ μόνο τὸ ἐλάχιστο τῆς κριτικῆς κειμένου, ὅτι στὰ μόνο μεγαλογράμματα χειρόγραφα ἢ στὰ μόνο μικρογράμματα τὸ Χ, εἴτε σὰν κεφαλαῖο εἴτε σὰ μικρό, ἐννοεῖται στὸ χωρίο αὐτὸ ὡς σημερινὸ μικρό, κι ὅτι λάθος ἔκαναν οἱ τυπογράφοι ποὺ ἔγραψαν μὲ κεφαλαῖο Χ Χριστοῦ.  αὐτὸ ἐννοῶ, ὅταν λέω ὅτι αὐτοί, οἱ κορυφαῖοι «εἰδικοὶ» καὶ καθηγηταὶ πανεπιστημίου,  ἡ ἀκρότης τῆς  ἐπιστήμης, ὑποτίθεται, (ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς ἓξ χρημάτισαν καὶ «καθηγηταὶ τῆς κριτικῆς κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης»), παραλαμβάνουν τὸ βιβλικὸ κείμενο ἀπὸ τὸν τυπογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη, ὅπως ὁ βαρκάρης καὶ ἡ χιλιάστρια.

 

3. ᾿Απ 18,12· ...βυσσίνου καὶ πορφύρας...

Μεταφράζουν· «λινὰ ἀκριβὰ καὶ πορφυρᾶ».

Τὴν βύσσον καὶ τὸ βύσσινον τὰ κάνουν «λινά»· καὶ «ἀκριβὰ» κιό­λας. πολὺ βαθειὰ πραγματολογικὴ γνῶσι δείχνουν ἐδῶ οἱ «καθηγηταὶ τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων» ᾿Αγουρίδης καὶ Γαλίτης καὶ οἱ ἄλλοι τῶν ὀχτὼ φυσικὰ οἱ «ἑρμηνευταὶ τῶν κειμένων» γενικῶς.  νὰ πῶ πάλι σὰν τὸν πεντηκοστιανὸ καὶ τὴ μοδίστρα;  παρ᾿ ὅλο ποὺ θὰ γίνω βαρετός, ἐν τούτοις αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει.  ἀπὸ τὶς πέντε φορὲς τὸ βύσσινον ὁ μεταφραστὴς τῆς ᾿Αποκαλύψεως τὸ μεταφράζει τρεῖς φορὲς «λινὸ» καὶ δυὸ φορὲς «ἀκριβὰ λινά».  γιὰ τὴν βύσσον καὶ τὸ βύσσινον ὑπάρχει  μὲν ἀμφιβολία ἂν εἶναι τὸ «βαμπάκι» καὶ τὸ «βαμπακερό», ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι μόνο τὸ λινὸ καὶ τὸ λινάρι δὲν εἶναι.  διότι καὶ στὶς δυὸ Διαθῆκες τὸ λινάρι καὶ τὸ λινὸ λέγονται λίνον καὶ λινοῦν, καὶ ἡ βύσσος καὶ τὸ βύσσινον λέγονται βύσσος καὶ βύσσινον.  ὁ μεταφραστὴς ἐδῶ τραβάει ἕνα «λινό», καὶ τελειώνει μ᾿ αὐ­τό· μερικὲς φορὲς τὸ κάνει κι «ἀκριβό».  μὲ περισσότερη τσαχπινιὰ ἔγινε ἡ μετάφρασι στὸ Λκ 16,19, ὅπου ὁ μεταφραστὴς γιὰ τὴν πορφύραν καὶ βύσσον τραβάει ἕνα «πολυτελῆ ῥοῦχα», κι ἂς πάῃ νὰ κόψῃ τὸ λαιμό του ὁ ἀναγνώστης νὰ βρῇ ἂν πρόκειται γιὰ ῥοῦχα μάλλινα μὲ χρυσᾶ κουμπιὰ ἢ ῥοῦχα μεταξωτὰ μὲ κουμπιὰ φιλντισένια.  ὄχι, θὰ κάτσῃ νὰ σκάσῃ!  στὸ κάτω κάτω δηλαδὴ τὸ νὰ μὴν ξέρῃ κανεὶς καλὰ ἀγγλικὰ μπορεῖ νὰ εἶναι κώλυμα γιὰ νἆναι καθηγητὴς πανεπιστημίου στὴν Καινὴ Διαθήκη;  ἒ ὄχι νὰ γίνουμε καὶ τόσο ξενομανεῖς!

 

4. Δαβίδ· 60 φορὲς σ᾿ ὅλη τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης τὸ γράφουν ἔτσι.  ἀνοίξτε ἕνα ταμεῖο καὶ βρῆτε τὰ χωρία.  αὐτό, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ λίγη πιὸ προχωρημένη κριτικὴ κειμένου· ἔτσι σὲ τόσο ἁπλᾶ ζητήματα.  γράφουν τὸ ὄνομα Δαυῒδ πάντα μὲ βῆτα, Δαβίδ, δεί­χνοντας τόσο ὅτι ἀπὸ ἑβραϊκὰ δὲν ξέρουν γρῦ, οὔτε κἂν τὸ ὄνομα τοῦ Δαυΐδ, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὅλοι τους πῆραν κάποτε πτυχίο θεολογικῆς σχολῆς, –φανταστήκατε ποτὲ ἕναν ἀπόφοιτο λυκείου νὰ γράφῃ Κέσσαρας;–  ὅσο καὶ ὅτι ἀρχαῖα χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου κειμένου δὲν εἶδαν ποτέ τους, οὔτε οἱ ἄλλοι πέντε οὔτε ὁ παπυρολόγος Γαλίτης.  στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο τὸ ὄνομα γράφεται ἄστικτο Δυδ, καὶ στὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα τόσο τῶν Ο΄ καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅσο καὶ τῶν ἄλλων μεταφραστῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (᾿Ακύλα, Θεοδοτίωνος, Συμμάχου, Ε΄, F΄ καὶ Ζ΄) καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ τῶν κοσμικῶν μεταγράφεται πάν­το­τε Δαυῒδ μὲ  ὗ ψιλόν.  ἡ γραφὴ μὲ βῆτα, Δαβίδ, εἶναι στὰ χειρόγραφα ἄγνωστη.  ἂν θέλετε, καὶ στ᾿ ἀραβικὰ χειρόγραφα τοῦ Κορανίου, ὅπου τὸ ὄνομα ἀνευρίσκεται 9 φορές, ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἀνάλογη ὀρθο­γρα­φία, ποὺ διαβάζεται Νταούτ (= Δυτ, Daut), γιατὶ τὸ υ εἶναι ου· καὶ στὶς διάφορες ἀσιατικὲς ἀφρικανικὲς κι εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες τῶν ἀρχαίων χριστιανικῶν μεταφράσεων τῆς Βίβλου (κοπτικῶν, συριακῶν, αἰ­θιοπικῆς, ἀραβικῆς, ἀρμενικῆς, γεωργιανῆς, σλαβονικῆς, γοτθι­κῆς, λατινικῶν) τὸ υu διατηρεῖται ἐπίμονα ὡς ὁ κυριώτερος φθόγγος τοῦ ὀνόματος· στὴ λατινικὴ τὸ ὄνομα γράφεται πάντοτε David μὲ v, ἤτοι Dauid μὲ u, καὶ οὐδέποτε Dabid· καὶ γιὰ νὰ ἐπεκταθῶ καὶ στὴν ἀγγλική, ἀπὸ τὴν ὁποία μεταφράζουν οἱ τῆς ὁμάδος τοῦ ᾿Αγουρί­δου, καὶ στὶς λοιπὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, γράφεται David καὶ προφέρε­ται ΝταβίντΝτέιβιντ, οὐδέποτε ΝταμπὶντΝτέιμπιντ· οὐδέποτε τὸ υ u v w (= υ) γίνεται b (= μπ, β) ὅπως νὰ ποῦμε στὶς λέξεις βόδι καὶ bank· οὔτε στ᾿ ἀραβικὰ τὸ ὄνομα γίνεται Dabut (= Νταμπούτ), ἀλ­λὰ παραμένει Νταούτ.  κι ὅμως αὐτοὶ γράφουν Δαβίδ.  στὴν ἀρχὴ ἀπο­ροῦσα ποῦ τὸ βρῆκαν· ἔπειτα κατάλαβα.  πρῶτος ἔγραψε Δαβὶδ τὸ 1638 ὁ Μάξιμος Καλλιουπολίτης στὴ νεοελληνικὴ μετάφρασί του τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἔγινε, πρώτη ἐκείνη, μὲ τὴ φροντίδα καὶ τὴν ὑπο­κίνησι καὶ γιὰ λογαριασμὸ τῶν καλβινιστῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώ­πης, ἐπὶ Κυρίλλου Λουκάρεως.  ἔπειτα ἔγραψε πάλι Δαβὶδ ὁ ᾿Αγγλο­έλ­λη­νας προτεστάντης ᾿Αν. Κάλβος στὴ μετάφρασί του τῶν Ψαλμῶν ποὺ ἔκανε τὸ 1824-26 γιὰ τοὺς ἑλληνογλώσσους προτεστάντες τῆς ᾿Αγγλίας.  ἔπειτα ἔγραψαν τὸ σφαλερὸ τύπο οἱ Leeves - Lowndes - Βάμ­βας καὶ ἡ ὁμάδα τους στὴ μετάφρασι τοῦ Βάμβα.  ἔπειτα τὸ 1985 ἡ ὁμάδα τοῦ ᾿Αγουρίδου στὴν ἐξεταζόμενη μετάφρασί τους.  κι ἔπειτα τὸ 1997 ἡ ὁμάδα τῶν ἁπλουστευτῶν τοῦ Βέλλα στὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.  ὅλοι αὐτοὶ ἔγραφαν Δαβίδ, ἐπειδὴ οἱ μεταφράσεις των ἔγιναν ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἢ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις τοῦ μα­σο­ριτικοῦ, ποὺ ὅλες γράφουν τὸ ὄνομα ὅπως ὁ ῾Ιερώνυμος David.  γιατὶ φαντάζονται ὅτι μὲ β πρέπει νὰ μεταγράψουν τὸ λατινικὸ - εὐρωπαϊ­κὸ ν.  ἂν μετέφραζαν βέβαια ἀπὸ τὸ μασοριτικό, ὅπως κοκορεύονται, μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ ἔκαναν αὐτὴ τὴ γκάφα· οὔτε ποὺ τοῦ ἔρ­ρι­ξαν μιὰ ματιά, οὔτε ἐκεῖνο οὔτε τοὺς Ο΄· αὐτὸ δείχνει ἡ γκάφα τους.  μερικοί, ὅπως οἱ Γιαννακόπουλος, Χαστούπης, καὶ Βέλλας, παρ᾿ ὅλο ποὺ μετέφρασαν κι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἢ τὴ γαλλικὴ με­τάφρασι, ἀπέφυγαν τὴ γκάφα αὐτή, ἐπειδὴ ἦταν προσεκτικοί, κι ἔρ­ριχναν καμμιὰ ματιὰ στὸ μασοριτικὸ ἢ καὶ στὸ κείμενο τῶν Ο΄ καὶ τὸ σέβονταν κιόλας.  οἱ τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου ὅμως καὶ τῶν ἁπλουστευτῶν τοῦ Βέλλα συνέχισαν τὴ γκάφα ἀπὸ ἐθισμό, ἐπειδὴ εἶναι τέως κατηχητόπουλα, στὰ δὲ κατηχητικὰ εἶχε περάσει ὁ ἀπα­ρά­δοτος καὶ σφαλερὸς προτεσταντικὸς τύπος Δαβὶδ μέσῳ τῆς μετα­φράσεως τοῦ Βάμβα.  γι᾿ αὐτὸ γράφει Δαβὶδ καὶ ὁ Τρεμπέλας.  δὲν μπό­ρεσαν ν᾿ ἀπεξαρτηθοῦν ἀπὸ μιὰ κακὴ κληρονομικότητα.  δὲν πᾶν νὰ γράφουν τ᾿ ἀρχαῖα χειρόγραφα Δαυΐδ!  καὶ ποιός ἀπ᾿ αὐτοὺς τὰ εἶδε ποτέ;  καὶ ποιός ἀπ᾿ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἐκτιμήσῃ τί σημαίνει αὐτὸ καὶ τί ἀξία ἔχει;  ἄλλωστε αὐτοὶ ὅλοι, κρίνοντας ἀπὸ τὴ δική τους πρακτική, πιστεύουν στὶς θεωρίες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς τῶν κομπογιανιτῶν τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας γι᾿ ἀλλεπάλληλα στρώ­ματα καὶ διαστρωματώσεις τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν λοιπῶν βιβλι­κῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα στρώματα τοὺς δείχνουν τάχα ὅτι τὰ βιβλικὰ κείμενα εἶναι προϊόντα μακροχρονίων ἐξεργασιῶν κι ἀλλεπαλλήλων διαστρωματώσεων, οἱ ὁποῖες σὲ μιὰ ὄψιμη ἐποχή, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ Β΄ αἰῶνος, καταστάλαξαν στὰ σήμερα σῳζόμενα βιβλικὰ κείμενα.  γιατί λοιπὸν νὰ μὴ συνεχίσουν κι αὐτοὶ τὶς ἐξεργασίες καὶ τὴ διαστρωμάτωσι;  καὶ γιατί ν᾿ ἀκολουθοῦν τὴν ἀρχικὴ παράδοσι;  ποιός ὁ λόγος τόσης ἀκρι­βολογίας;  στὸ κάτω κάτω ἕνα κείμενο σαμποτάρεται καὶ διαβάλλεται εὐκολώτερα, ὅταν εἶναι καὶ παραχαραγμένο, ὅταν μερικὰ τεκμήριά του εἶναι φθαρμένα.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ λάθη τῶν μεταφραστῶν τῆς ὁμάδος τοῦ ᾿Α­γουρίδου εἶναι, ὅπως εἶπα, περίπου 4.000.  καὶ γύρω στὰ 500 εἶναι τὰ τοῦ εἴδους ποὺ ἀκολουθεῖ.

 

 

Β΄. Λάθη ὀφειλόμενα σὲ πρόθεσι τῶν μεταφραστῶν

 

1. Πρξ 19,24· Δημήτριος γάρ τις ὀνόματι, ἀργυροκόπος, ποιῶν να­οὺς ἀργυροῦς ᾿Αρτέμιδος, παρείχετο τοῖς τεχνίταις ἐργασίαν οὐκ ὀ­λί­γην.

Μεταφράζουν· «Κάποιος ποὺ λεγότανε Δημήτριος.  ἦταν ἀργυροχόος καὶ κατασκεύαζε ἀσημένια ὁμοιώματα τοῦ ναοῦ τῆς ῎Αρτεμης κι ἔτσι ἔδινε πολλὴ δουλειὰ στοὺς τεχνῖτες».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «Κάποιος ποὺ λέγεται Δημήτριος, ἀργυροτεχνίτης, ποὺ κάνει ἀργυροῦς ναοὺς τῆς ᾿Αρτέμιδος, ἔδινε στοὺς τεχνῖτες πολλὴ δουλειά».  ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων γράφει περίπου τέσσερα χρόνια μετὰ τὸ ἐπεισόδιο ποὺ προκάλεσε στὴν ῎Εφεσο ὁ ἀργυ­ρο­κόπος Δημήτριος, καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ μετοχὴ ἐνεστῶτος ποιῶν, στὸ δὲ Δημήτριός τις ὀνόματι δὲν ἔχει κανένα ῥῆμα.  «εἶναι» λοιπὸν ὁ Δημήτριος καὶ «φτιάχνει» ὁ Δημήτριος καὶ «λέγεται» ὁ Δημή­τριος· «ἔδινε» ὅμως δουλειὰ στοὺς τεχνῖτες, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ κήρυξε στὴν ῎Εφεσο ὁ Παῦλος καὶ ἀπὸ τότε τοῦ χάλασε τὴ θεοκαπηλική του ἐπι­χείρησι.  ἔτσι ἐννοεῖ τὰ λεγόμενά του ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων.  ἀλλ᾿ ὁ ᾿Αγουρίδης μὲ τὴν παρέα του βιάζουν στὴ μετάφρασι τὰ ῥήματα, παραποιώντας τοὺς χρόνους των, καὶ τὰ σπρώχνουν ὅλα σὲ χρόνο ἑνὸς ἀκαθορίστου παρελθόντος· «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό», πρὶν ἀπὸ πολλὲς ἐξεργασίες καὶ διαστρωματώσεις καὶ ἱζηματογενῆ στρώματα τῶν Πρά­ξεων (ἔτσι γιὰ νὰ παπαγαλίσουν λίγο καὶ τὰ τῶν γεωλόγων καὶ νὰ φανοῦν προηγμένοι ἐπιστήμονες) καὶ πρὶν φτάσουμε στὸν «πολὺ ὄψιμο καιρό», κατὰ τὸν ὁποῖο καταστάλαξε τὸ κείμενο στὴ σημερινή του μορφή, ὅπως θέλουν οἱ θεωρίες ποὺ σερβίρουν αὐτοί, «ἦταν κά­ποιος Δημήτριος» κι «ἔφτιαχνε ὁμοιώματα» κλπ. κλπ..  πιὸ καλὰ τοὺς βολεύει ἔτσι.  γιὰ ποιά τέσσερα χρόνια ἀπὸ τὸ «δῆθεν ἐπεισόδιο μέ­χρι τὴν καταστάλαξι τοῦ ἱζήματος» τῶν Πράξεων μιλᾶτε;  αὐτοὺς τοὺς βολεύει τὸ «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ» καὶ τοὺς εἶναι ἀπαραίτη­τη ὀ­λί­γη παραχάραξι.  ὁ ᾿Αγουρίδης εἶναι ὁ εἰσαγωγεὺς καὶ ἀρχισερβιτόρος αὐτῶν τῶν ξαναζεσταμένων προτεσταντικῶν ἀνοησιῶν, ποὺ σὰν ἀγ­γλο­μαθὴς «μεταφραστὴς» τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος βελτίωσε τ᾿ ἀγγλικά του μερικὰ χρόνια στὴν ᾿Αμερική, ὅπου θαύμασε σὰν ἅγιο Φανούριο τὸν Κλὰρκ καὶ τὸν Σμὶθ καὶ τὸν Μὰκ Στρίψον, φέρνει ἀπὸ κεῖ καὶ σερβίρει στὴν ῾Ελλάδα αὐτὲς τὶς θεωρίες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, οἱ δὲ μαθηταί του εἶναι οἱ ὑπὸ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἀρχισερβιτόρου σερβιτόροι· γιατί τοὺς χαλᾶτε τὴ δουλειά τους ὡς σερβιτόρων μ᾿ αὐτὲς τὶς φιλολογικὲς διευκρινίσεις καὶ γλωσσικὲς ἀκριβολογίες γύρω ἀπὸ τὴ μετάφρασι μετοχῶν τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ καταστρέφετε ἔτσι τὰ κά­στρα τῶν στρωμάτων ποὺ κτίζουν τὰ παιδιὰ στὴν ἄμμο;  καὶ κάτι ἀκό­μη· ὁ ἀργυροκόπος μπορεῖ νὰ μεταφραστῇ «ἀργυροτεχνίτης» ἢ ὅπως ἀλλιῶς, ἀλλ᾿ ὄχι ποτὲ «ἀργυροχόος», ὅπως μεταφράζουν αὐτοί.  νο­μίζω ὅμως ὅτι καὶ τώρα ποὺ τοὺς τὸ σφυρίζω, πάλι δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν γιατί.  δὲν φαίνονται νὰ μποροῦν νὰ καταλάβουν τί δια­φέρει ἡ σφυρηλασία ἀπὸ τὴ χύτευσι.

 

2. Πρξ 21,16· ... ῎Αγοντες παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν, Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ.

Μεταφράζουν· «Μᾶς ὡδήγησαν σὲ κάποιον Μνάσωνα Κύπριο, πα­λιὸ χριστιανό, ποὺ θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «῾Οδηγώντας μας στὸ σπίτι ἐκείνου ποὺ θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε, κάποιου Μνάσωνος Κυπρίου, ἀρχικοῦ μαθητοῦ». μαθηταὶ λέγονταν φυσικὰ οἱ Χριστιανοί, ἔτσι σὰν καὶ τοὺς ἀποστό­λους, πρὶν ὀνομαστοῦν Χριστιανοί· ἀλλὰ κι ἔπειτα.  αὐτὸ λέγεται στὶς Πρά­ξεις συχνά, τὸ ξέρουν καὶ οἱ ἁπλοϊκώτεροι Χριστιανοί, καὶ ἡ λέξι μαθητὴς εἶναι ἁπλῆ καὶ εὔκολη, εὐνοητότερη κι ἀπὸ τὴ λέξι Χριστια­νός· καὶ δὲν χρειάζεται καμμία μετάφρασι· ἴσα ἴσα εἶναι καλὸ οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ νὰ ἐθίζωνται λίγο καὶ νὰ ἐξοικειώνωνται μὲ τὴν ἀρχικὴ βι­βλικὴ ὁρολογία· καὶ κυρίως δὲν χρειάζεται αὐτὴ τὴν παράκαιρη ὑπο­κατάστασι, καὶ ὄχι ἁπλῶς μετάφρασι, ὅπως κάνουν ἐδῶ.  τὸ δὲ κυ­ρι­ώτερο, τὸ ἀρχαῖος σημαίνει «ἀρχικός», τὸ φωνάζει καὶ ἡ λέξι, καὶ ὄχι ἁπλῶς «παλιός».  ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων ἐδῶ μὲ τὸ ἀρχαῖος μαθητὴς ἐννοεῖ κάποιον ποὺ ἔγινε μέλος τῆς ἐκκλησίας τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, ὅταν ἄκουσαν τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Πέτρου Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται... Κρῆτες καὶ ῎Αραβες καὶ τόσων ἄλλων ἐθνῶν ἄνθρωποι, καὶ πιστεύοντας συγκρότησαν τὴν πρώτη ἐκκλησία (Πρξ 2,9-10)· γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἀποκλείεται καθόλου ὡς ἀρχαῖος μαθητής, «ἀρχικός», νὰ ἐννοῆται κι ἕνας ἀπὸ τοὺς πεντακοσίους, στοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς ἀναστημένος (Α΄ Κο 15,6), ἢ ἀκόμη καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ εὐρυτέρου κύκλου, τοὺς ὁποίους ἀπομνημόνευσε στὸ Εὐαγγέλιό του (Λκ 10,1· 17) ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων ὁ ἴδιος.  ἀλλὰ τὸ νὰ φιλοξενῆται γιὰ δυὸ χρόνια ὁ ἴδιος ἐκεῖνος εὐαγγελιστὴς καὶ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων (παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν) στὸ σπίτι ἐκείνου τοῦ Μνάσωνος τοῦ «ἀρχικοῦ μαθητοῦ», καὶ πιθανώτατα νὰ παίρνῃ ἀπ᾿ αὐτὸν σὲ συνεντεύξεις ὁ ἱστο­ρικός, Κύριος οἶδε πόσες, πληροφορίες γιὰ τὶς Πράξεις ποὺ θὰ συντάξῃ σὲ τέσσερα χρόνια, ἴσως ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ Εὐαγγέλιό του ποὺ θὰ συν­τάξῃ σὲ ἕνα ἢ δύο χρόνια, καταλαβαίνετε πόσο καταστρέφει τὶς δια­στρω­ματώσεις τοῦ ᾿Αγουρίδου καὶ τῆς ὁμάδος του.  κι ἐκτὸς τοῦ ὅτι χαλάει τὸ παραμύθι τους, ὅτι «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν στὴν ῎Ε­φεσο κάποιος ποὺ λεγότανε Δημήτριος, καὶ ἔφτιαχνε κλπ. κλπ.», ἐπὶ πλέον παραεῖναι ὀχληρὸ γιὰ τὸν ᾿Αγουρίδη καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του καὶ διαλύει σὰν καπνὸ τὴν «ἐπιστήμη» τους.  ἀρχαῖος μαθητὴς σὲ πάμπολλες ἐπὶ διετία συνεντεύξεις μὲ τὸν ἱστορικό, ποὺ ἔχει στὰ σκα­ριὰ τὸ ἱστορικὸ ἔργο του, καὶ οἱ τρισχίλιοι ποὺ πίστευσαν στὸ πρῶ­το κήρυγμα, καὶ οἱ πεντακόσιοι ποὺ εἶδαν τὸ Χριστὸ ἀναστημένο, ὀχλη­ρὰ ἀναστημένο πολὺ ὀχληρά, καὶ οἱ ἑβδομήκοντα ποὺ γνώριζαν τὸ Χριστὸ κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ κήρυττε καὶ ποὺ πιθανώτατα εἶναι ἀπὸ τὰ πράγματα τὰ πεπληροφορημένα καὶ στὸ Λουκᾶ καὶ ἡμῖν ἀπὸ τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπτην καὶ αὐτήκοον (Λκ 1,1-2) ἀρχαῖον μαθητὴν Μνάσωνα, ἢ ἀπὸ κανέναν ἄλλο τέτοιον, ὅταν ἑρμηνευτοῦν σωστὰ καὶ συνδεθοῦν ἱστορικά, χαλᾶνε τὶς θεωρίες ποὺ πιπιλίζουν συνεχῶς στὶς «ἐπιστημονικὲς» ἐργασίες των ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του.  ἀποσυνδεδεμένα, διαλυμένα, σμπαραλιασμένα, σκόρπια μέσα σὲ φαντασιωτικὲς διαστρωματώσεις, καὶ παρερμηνευμένα ἕως παρα­χα­ραγμένα εἶναι πιὸ ἀβλαβῆ καὶ ἀκίνδυνα γιὰ τὶς θεωρίες καὶ γιὰ τὴν ὅλη καταστρωμένη καὶ διαστρωματωμένη κι ἐνωρχηστρωμένη ἀρνητικὴ κριτική τους, ποὺ ψώνισαν στὸ ἐξωτερικὸ ἀπὸ προτε­στάν­τες, καὶ μάλιστα ἀθέους σὰν τοὺς Σαδδουκαίους κατ᾿ οὐσίαν, στοὺς ὁποίους μαθήτευσαν, παρὰ τοὺς πόδας τῶν ὁποίων γενιτσαροποιήθηκαν πολ­λὰ πρώην κατηχητόπουλα, καὶ τοὺς ὁποίους θαυμάζουν ἰσοβίως.  τὸ κατανοεῖτε αὐτό;  ἐπὶ πλέον ἡ μετάφρασί τους «παλιὸς χριστιανὸς» δείχνει ὅτι οἱ Πράξεις γράφτηκαν  ἢ καταστάλαξαν, ὅταν πιὰ ὑπῆρχαν «παλιοὶ Χριστιανοί».  τὸ κατανοεῖτε κι αὐτό;  ἔτσι στὴ μετάφρασί τους, μπροστὰ στὸν ἀρχαῖον μαθητήν, τραβοῦν ἕναν «παλιὸ χριστιανὸ» καὶ ἀσφαλίζουν τὸ παραμύθι τους τόσο ἁπλᾶ καὶ σὲ τόσο ἤπιους τόνους.  τὰ πιὸ φαρμακερὰ ψέμματα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ λέγονται στοὺς πιὸ ἤπιους τόνους καὶ ὡς ἐν παρόδῳ.  ἔτσι αὐτοὶ ποὺ τὰ διαπράττουν εὐελπιστοῦν ὅτι ὁ βλάκας ὁ ἀναγνώστης οὔτε ποὺ θὰ τὸ ψυλλιαστῇ αὐτό· ἀντίθετα μάλιστα θὰ προπαρασκευαστῇ δεόντως, σιγὰ σιγὰ καὶ μαλακά, γιὰ νὰ δεχτῇ τὶς θεωρίες ποὺ σερβίρουν αὐτοί, ἢ τοὐλάχιστο γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλῆται ἀπ᾿ αὐτές.

 

3. Πρξ 27,8·  ῎Ηλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς Λι­μένας.

Μεταφράζουν· «Φτάσαμε σ᾿ ἕναν τόπο ποὺ λεγόταν Καλοὶ Λι­μέ­νες».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «Φτάσαμε σ᾿ ἕνα μέρος ποὺ λέγεται Καλοὶ Λιμένες».  «λέγεται» ἀκόμη ἔτσι, καὶ ὑπάρχει βέβαια, ὅταν ὁ Λουκᾶς γράφῃ τὶς Πράξεις, γιατὶ τὸ καλούμενον εἶναι μετοχὴ ἐνε­στῶ­τος καὶ γιατὶ ἔχουν περάσει δύο μόλις χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Λουκᾶς, ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων, πέρασε ἀπὸ κεῖ.  ἂν μεταφράσῃς ὅμως «λεγόταν» (ὁ Δημήτριος ὁ ἀργυροκόπος «λεγότανε»), βολεύονται καλ­λίτερα ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του στὴ διατύπωσι καὶ διάστρωσι τῶν διαστρωματώσεών τους.  πάλι τὸ ἴδιο παραμύθι· «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό...».  πιὸ εὔκολο τοὺς εἶναι νὰ καταπιοῦν μία τούφα τρίχες, παρὰ ν᾿ ἀποδεχτοῦν τὰ χρονολογικὰ στοιχεῖα τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων ὅπως ἔχουν.

 

4. Πρξ 28,1· ᾿Επέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται.

Μεταφράζουν· «῎Εμαθαν ὅτι τὸ νησὶ λεγόταν Μελίτη» (ἔκδοσι τοῦ 1997)· ἢ «Μάθαμε ὅτι τὸ νησὶ λεγόταν Μάλτα» (ἔκδοσι τοῦ 1985). 

Τὸ καλεῖται εἶναι βέβαια χρόνος ἐνεστώς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι τους· μεταφράζουν καὶ στὶς δυὸ παραλλαγὲς καὶ δια­στρω­ματώσεις των «λεγόταν».  ἀφήνω ὅμως τὴ διαστρωμάτωσί τους «μά­θα­με - ἔμαθαν» μέχρι νὰ κατασταλάξουν στὸ τελικό τους ἵζημα τοῦ 1997, ἀφήνω καὶ τὸ «Μάλτα» ποὺ ξανάγινε διαστρωματικῶς πάλι «Μελίτη», ἐπειδὴ στὸ μεταξὺ ὁ ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν ὀχτὼ ὁμαδοπούλων Γαλάνης ἔμαθε τὴν παλιὰ θεωρία κάποιων ἀνοήτων, καὶ τὴν ὑποστήριξε ὡς ἄποψί του, ὅτι Μελίτη εἶναι ἡ ...Κεφαλλονιά (αὐτὸ κι ἂν δὲν εἶ­ναι κατακάθι ἵζημα στρῶμα ἀερόστρωμα καὶ ἀερόσακκος, τουτέστι σαπουνόφουσκα), καὶ μένω μόνο στὸ ῥῆμα τοῦ ἐνεστῶτος χρόνου κα­λεῖ­ται· ἡ νῆσος καλεῖται ἀκόμη, ὅταν ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων γράφῃ, δύο μόλις χρόνια μετὰ ἀπὸ τότε ποὺ πέρασε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴ Μελίτη.  τὸ νὰ γίνῃ ὅμως τὸ καλεῖται «λεγόταν» (ἐνῷ ὁ ἀργυροκόπος Δημήτριος σὲ ἄλλο στρῶμα τῆς μεταφράσεως «λεγότανε»), καὶ νὰ ξαναγίνῃ ἡ Μελίτη πάλι Μελίτη μετὰ τὸ ἐνδιάμεσο στρῶμα της «Μάλτα» –αὐτὸ εἶναι τὸ «μαλτέζικο στρῶμα»– βολεύει καλλίτερα τὰ γαλάνεια κι ἀγου­ρίδεια σερβιρίσματα τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ὅπου ὅλα γίνονται σμπα­ράλι ἀσυναρμολόγητο, κι ὁ κάθε Γαλάνης κι ὁ κάθε ᾿Αγουρίδης μπορεῖ νὰ σερβίρῃ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὅ,τι στρώματα καὶ ἀερόσακκους καὶ σαπουνόφουσκες τοῦ καπνίσῃ καὶ τὸν βολεύει.

Καὶ τραβάει πολὺ αὐτὸ τὸ παραμύθι τῶν ὀκτὼ τῆς παρέας τοῦ ᾿Α­γου­ρίδου, κι ἐμφανίζεται καὶ στὰ Εὐαγγέλια καὶ στ᾿ ἄλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν εἶναι δικό τους παραμύθι, οὔτε και­νούργιο· ἁπλῶς τοὺς ἀρέσει, καὶ τὸ λένε καὶ τὸ λένε· καὶ καμμιὰ φο­ρὰ περνάει ἀνεξέταστα ἡ «μεταφραστικὴ» πρακτική τους καὶ σ᾿ ἄλ­λους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν βέβαια τὴν πρόθεσι τῶν ὁμαδοπούλων τοῦ ᾿Αγου­ρίδου, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καὶ τὴν κριτικὴ δυνατότητα ν᾿ ἀντιληφτοῦν ποῦ τὸ πᾶν αὐτοί.  γιατὶ ἐκεῖνοι οὔτε καὶ τῶν σερβιρισμάτων τὴν πρω­το­βουλία ἔχουν.  εἰδικὰ δὲ ἡ ἐν λόγῳ μετάφρασι, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ ἄποψι προδιαγραφῶν εἶναι μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεως τῆς λατινικῆς μεταφράσεως, διαστρωματωμένη καθ᾿ ἑαυτὴν σὲ δυὸ παλιὰ καὶ τρία νεώτερα στρώματα καὶ μιὰ ἱζηματικὴ σφήνα (itala - vulgata, καὶ ὀλίγον Λούθηρος, καὶ «Βάμβας» - Βέλλας - Ἀγουρίδης καὶ παρέα του), εἶναι ἀκριβῶς σὰν τὸ παιχνίδι «σπασμένο τηλέφωνο»,  στὸ ὁποῖο ἡ φράσι τοῦ πρώτου «μοσχοβολάει τὸ κυδώνι» ἀπὸ στόμα σὲ στόμα κι ἀπὸ αὐτὶ σὲ αὐτὶ διαστρωματώνεται καὶ φτάνει στὸν τελευταῖο ὡς «κοπρίζει τὸ γουρούνι».

᾿Εκτιμῶ τὸ ἔργο τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας· μέχρι δακρύων μάλιστα, ὅταν διαβάζω τὴν ἱστορία τῆς ἀθῴας ἐκείνης κι ἀνιδιοτελοῦς καὶ θεοσεβοῦς Οὐαλῆς χωρικῆς Μαρίας Τζώνς (1784-1866), ποὺ ἀνα­ζη­τοῦσε τὴ Βίβλο περισσότερο κι ἀπὸ γαμπρὸ στὴν ἡλικία ποὺ οἱ συνο­μήλικές της κοπέλλες ἀναζητοῦσαν μὲ ὅλο τὸ δίκαιό τους γαμπρό, κι ἔγινε αἰτία νὰ ἱδρυθῇ μιὰ βιβλικὴ ἑταιρία, καί, ὅταν γήρασε, ἔδωσε σ᾿ αὐτὴ ὅλη τὴν περιουσία της.  σήμερα ὅμως, μετὰ δυὸ αἰῶνες, τὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία τὴν καβαλίκεψαν πολλοὶ ᾿Αγουρίδες καὶ πολλὰ ὁμα­δόπουλα σὰν τὰ δικά του, ποὺ κάποτε ὅλοι φοροῦσαν στὸ πέτο τὸ σῆ­μα τοῦ κατηχητικοῦ, «γιὰ νὰ δίνουν τὴν ὁμολογία».  καὶ τὄκαναν τὸ ἔργο τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας τέτοιο ποὺ νὰ μὴν ἦταν· νὰ κυκλοφορῇ μεταφράσεις γιὰ πέταμα.  δὲν  εἶναι ἡ πρώτη φορὰ πού, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν ἄτομα διαφορετικῶν φρο­νημάτων καὶ προθέσεων καὶ μεθόδων ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ (Μθ 23,2).  καὶ μὴν τοὺς πῆτε ποτὲ κακοδόξους καὶ αἱρετικούς· σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι δὲν εἶναι οὔτε τέτοιοι.

 

                         Δημοσιεύεται καὶ στὸ συλλογικὸ τόμο ‘’Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου’’, Θεσσαλονίκη 2008.

 

                                                               Μελέτες 2 (2008)