Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
 
 

 

 
         Γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν στὴ Βίβλο πληροφορίες ἀρκετές˙ ὅσες ἔκρινε τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιο ὅτι εἶναι στοὺς Χριστιανοὺς ἀπαραίτητες. ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ἐμφανίζεται σὲ 27 χωρία τῆς Βίβλου, ἕνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ 26 τῆς Καινῆς. μιλοῦν γι̉ αὐτὴ σαφῶς 1 φορὰ ὁ Ἠσαΐας, 6 φορὲς ὁ Ματθαῖος, 9 ὁ Λουκᾶς ἤτοι 8 στὸ Εὐαγγέλιό του καὶ 1 στὶς Πράξεις, 3 ὁ Μάρκος, 6 ὁ Ἰωάννης, καὶ 2 ὁ Παῦλος. τὰ 27 συνολικῶς χωρία ἀναφέρονται σὲ 23 περιστατικὰ ἢ καὶ ἀναφορές, 1 στὴν Παλαιὰ καὶ 22 στὴν Καινὴ Διαθήκη. στὴ συνέχεια παραθέτω καὶ μεταφράζω τὰ χωρία αὐτὰ κατὰ περιστατικὰ κι ἀναφορὲς μὲ χρονικὴ σειρά, καὶ στὸ τέλος τὰ σχολιάζω.
         Ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου κατονομάζεται μόνο στὴν Κ. Διαθήκη καὶ λέγεται Μαριὰμ Μαρία. Μαριὰμ εἶναι ὁ ἑβραϊκὸς τύπος τοῦ ὀνόματος, καὶ Μαρία ὁ ἐξελληνισμένος. στὸ βραχυγραφημένο καὶ ἄστικτο μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ γράφεται Μριμ (=Μαριάμ). τὸ ἂν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς ἐποχῆς ἢ τῆς τουρκοκρατίας τὸ πρόφεραν σὲ μερικὰ μέρη Μίριαμ εἶναι μιὰ ἀσήμαντη λεπτομέρεια προφορᾶς, ποὺ δὲν ἀξίζει ν̉ ἀπασχολῇ τοὺς Χριστιανούς. δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ λεπτομέρειες τῆς μεταχριστιανικῆς ἐξελίξεως τῆς προφορᾶς τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσης. οἱ Ο’ καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἰουδαῖοι Φίλων καὶ Ἰώσηπος, ἁπαξάπαντες Ἑβραῖοι, μεταγράφουν Μαριάμ, διότι ἔτσι προφερόταν τὸ ὄνομα στὴν ἑβραϊκὴ τῶν βιβλικῶν χρόνων. στοὺς Ο’ ἀπαντᾶται μόνον ὁ ἀνελλήνιστος τύπος Μαριάμ, στὴν Κ. Διαθήκη καὶ οἱ δύο τύποι Μαριὰμ καὶ Μαρία, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ τύποι Ἰακὼβ καὶ Ἰάκωβος, Ἰερουσαλὴμ καὶ Ἰεροσόλυμα, ἐνῷ στοὺς Ο’ μόνο Ἰακὼβ καὶ Ἰερουσαλήμ. ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου κατονομάζεται μόνο ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους εὐαγγελιστὰς 18 φορές, ἤτοι 4 φορὲς στὸ Ματθαῖο, 13 στὸ Λουκᾶ, καὶ 1 στὸ Μάρκο, 13 φορὲς ὡς Μαριὰμ καὶ 5 ὡς Μαρία. παρατήρησα ὅτι Μαριὰμ τὴ λὲν μόνον οἱ δυὸ ἀρχαιότεροι εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς καὶ μόνον ὅταν τὴν ὀνομάζουν σὲ διαλόγους Ἑβραίων ἢ ἀνάμεσα, ἐνῷ κι οἱ ἴδιοι τὶς ἄλλες φορὲς στὸ δικό τους ἀφηγηματικὸ λόγο ἢ ὁ Μάρκος τὴ λὲν πάντα Μαρία. πρόκειται δηλαδὴ γι̉ ἀκριβολογία τῶν εὐαγγελιστῶν. οἱ δὲ Ἰωάννης καὶ Παῦλος δὲν τὴν ὀνομάζουν ποτέ. ἀπὸ τὶς ἄλλες Μαρίες Μαριὰμ λέγεται μόνο μιὰ ἡλικιωμένη ἐξ Ἑβραίων Χριστιανὴ τῆς Ῥώμης (Ῥω 16,6).
         Τὸ Μαριὰμ στὴν Π. Διαθήκη ἀναφέρεται 10 φορὲς στὸ Νόμο, μία στὸ Δευτερονόμιο, καὶ μία στὸν προφήτη Μιχαΐα ὡς ὄνομα μιᾶς μόνο γυναικός, τῆς ἀδερφῆς τοῦ Μωϋσέως (Ἔξ 15,20-21˙ Ἀρ 12,1˙ 4-5˙ 10˙ 15˙ 20,1˙Δε 24,9˙ Μχ 6,4). (τὰ ὀνόματα εἶναι Σαμαΐας Βαναΐας Ἠσαΐας Μιχαΐας, καὶ ὄχι Σαμαίας Βαναίας Ἠσαίας Μιχαίας, διότι στὴν ἑβραϊκὴ δὲν ὑπάρχει δίφθογγος αι˙ ἔτσι ὅπως τὰ λέω γράφονται καὶ στ̉ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ χειρόγραφα. οἱ τύποι Σαμαίας Βαναίας Μιχαίας εἶναι ἀναγνωστικὸ κατόρθωμα τῆς ἀμαθείας τῶν «βιβλικῶν» θεολόγων καθηγητῶν πανεπιστημίου, ξένων πρῶτα ποὺ ἐξέδωκαν τὰ κείμενα κι ἔπειτα τῶν Ἑλλήνων παπαγάλων ποὺ κείμενο δὲν ἐξέδωκαν κανεὶς ποτὲ πλὴν τοῦ Β. Ἀντωνιάδου, κι ἀπὸ παλαιογραφία ἔχουν ὅλοι μεσάνυχτα καὶ περγαμηνὴ ψηλάφησαν ἢ εἶδαν μόνον ὡς ἐπισκέπτες μουσείων. ἀπ̉ αὐτοὺς βέβαια δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ κανεὶς οὔτε καὶ νὰ διαβάζουν ἢ νὰ γράφουν σωστά, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνατότητές των). στὰ χρόνια ὅμως τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου πολλὲς Ἑβραῖες εἶχαν τὸ ὄνομα ΜαριὰμΜαρία, τόσο πολλές, ποὺ ἀκόμη καὶ στὴ μικρὴ ὁμάδα τῶν μαθητριῶν καὶ διακονισσῶν τοῦ Κυρίου ὑπῆρχαν τοὐλάχιστο πέντε˙πρώτη Μαρία ἡ μητέρα του, δεύτερη πιὸ ἡλικιωμένη ἀπ̉ ὅλες καὶ γι̉ αὐτὸ ἀρχηγός τους Μαρία ἡ Μαγδαληνή, τρίτη Μαρία ἡ ἄλληΜαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ (σύζυγος) ἢ ἀδελφὴ (=ἐξαδέλφη ἢ συννυφάδα) τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου ἢ μήτηρ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ, τέταρτη Μαρία ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου καὶ τῆς Μάρθας, καὶ πέμπτη Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Μάρκου˙ καὶ μιὰ ἕκτη ἡ προειρημένη ἡλικιωμένη ἐξ Ἑβραίων Χριστιανὴ τῆς Ῥώμης Μαριάμ. συνολικὰ ἓξ Μαρίες.
         Ὅσα συμβολιστικὰ κι ἂν λέγονται ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνοήτως, τὸ ἐπὶ Χριστοῦ συχνὸ ὄνομα Μαριὰμ οἱ Ἑβραῖες τὸ ἔπαιρναν, μόνο ἐπειδὴ ἦταν ὄνομα τῆς ἀδερφῆς τοῦ Μωϋσέως, κι ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο˙ ὅπως τώρα τὰ συχνότερα ὀνόματα εἶναι τὰ Ἰωάννης καὶ Μαρία, ἐπειδὴ ἔτσι λέγονται ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς κι ὁ Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής, καὶ ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ Μαρία, καὶ γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο. καὶ ἡ συχνὴ αὐτὴ χρῆσι εἶναι συνήθεια ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου τοὐλάχιστο. καὶ τὸ ὅτι πολὺ πρὶν γεννηθῇ ὁ Μωϋσῆς καὶ γνωσθῇ ὁ ῥόλος του στὸν Ἰσραὴλ στὴ Βίβλο καὶ στὸ σχέδιο τοῦ θεοῦ, ἡ ἀδερφή του Μαριάμ, ἡ ὁποία ἔφηβος ἤδη τὸν ἄφησε νεογνὸ στὸ πανέρι πάνω στὰ νερὰ τοῦ Νείλου, δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἕνα ὄνομα ἁπλῆς μόνο αἰτιολογίας ἢ καὶ τυχαῖο, χαριτωμένο ἴσως, μὲ πείθει νὰ μὴ διστάσω νὰ πῶ ὅτι εἶναι ὄνομα ἀδιευκρίνιστης σημασίας ἢ ἴσως σημαίνει μὲν ἐτυμολογικῶς «αὐθάδεια» κι «ἀπείθεια», ἀλλὰ μᾶλλον λεγόταν τότε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ χαριτωμένου καὶ τσαχπίνικου γιὰ κοπέλλα ὀνόματος «ἀτίθασση», «ἀδάμαστη», «ζωηρή», «ζόρικη», «ζορμπαλοῦ», «σβέλτη», «κοπέλλα μὲ τσαγανό»˙ καὶ μᾶλλον ἀναφέρεται στὴ νεογνικὴ ζωηρότητά της, ἡ ὁποία ἐκφραζόταν μὲ τὸ πολὺ κλάμα της ἢ μὲ τὸ ὅτι στήριζε τὸ κεφάλι της ἢ περπατοῦσε πολὺ μικρή, μικρότερη τοῦ συνήθους. ἐννοεῖται ὅτι αὐτὰ τὰ εἶχε ἡ πρώτη Μαριάμ, καὶ ὄχι οἱ μεταγενέστερες ποὺ ὠνομάστηκαν ἔτσι ἀπὸ κείνη.
 
 
 
1. Ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου
 
 
7,14
 
Δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον˙ ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ.
 
 
          Ὁ Κύριος ἀπὸ μόνος του σᾶς δίνει τὸ ἑξῆς σημεῖο˙ ἰδοὺ θὰ μείνῃ ἔγκυος ἡ παρθένος καὶ θὰ γεννήσῃ γιό, καὶ θὰ   τὸν λέτε Ἐμμανουήλ.
 
 
 
 
 
2. Εὐαγγελισμὸς καὶ Ἐλισάβετ καὶ δοξολογία τῆς παρθένου
 
 
Λκ 1,26-56
 
26  Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ θεοῦ εἰς πόλιν
27  τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ
28  ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. καὶ εἰσελθὼν
29  ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε ˙ Χαῖρε, κεχαριτωμένη˙ ὁ Κύριος μετὰ σοῦ˙
      εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ
30  διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ˙ Μὴ
31  φοβοῦ, Μαριάμ˙ εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ
32  τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς
      ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ
33  πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς
34  βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον˙ Πῶς
35  ἔσται μοι τοῦτο; ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ˙
      Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι˙ διὸ καὶ
36  τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ. καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου
      καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ
37  καλουμένῃ στείρᾳ˙ ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ θεῷ πᾶν ῥῆμα. εἶπε δὲ
38  Μαριάμ˙ Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ̉
      αὐτῆς ὁ ἄγγελος.
39  Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν
40  μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ
41  ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς
      Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς˙ καὶ ἐπλήσθη πνεύματος ἁγίου
42  ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν˙ Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ
43  καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ
44  μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου
45  εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. καὶ
      μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ
46  Κυρίου. καὶ εἶπε Μαριάμ˙
47  Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον
      καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ θεῷ τῷ σωτῆρί μου,
48  ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ˙
      ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί˙
49  ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς
      καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ,
50  καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν
      τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
51  ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ,
      διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν.
52  καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων
      καὶ ὕψωσε ταπεινούς.
53  πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν
      καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.
54  ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ
      μνησθῆναι ἐλέους,
55  καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν,
      τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.
56  Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον
      αὐτῆς.
 
 
26  Καὶ τὸν ἕκτο μῆνα ὁ θεὸς ἔστειλε τὸν ἄγγελο Γαβριὴλ σὲ μιὰ πόλι τῆς
27  Γαλιλαίας, ποὺ λεγόταν Ναζαρέτ, σὲ μιὰ παρθένο ἀρραβωνιασμένη μ̉ ἕναν
      ἄντρα, ποὺ λεγόταν Ἰωσήφ, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Δαυΐδ˙ ἡ παρθένος
28  λεγόταν Μαριάμ. καὶ μπῆκε ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ποὺ ἦταν αὐτὴ καὶ εἶπε˙ Χαῖρε,
29  χαριτωμένη˙ ὁ Κύριος μαζί σου˙ Εὐλογημένη ἐσὺ ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες. κι
      ἐκείνη, ὅταν εἶδε, ταράχτηκε μ̉ αὐτὰ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος, καὶ σκεφτόταν τί νόημα
30  εἶχε ὁ χαιρετισμὸς αὐτός. κι ὁ ἄγγελος τῆς εἶπε˙ Μὴ φοβᾶσαι Μαριάμ˙ διότι
31  βρῆκες χάρι μπροστὰ στὸ θεό. καὶ νά, θὰ μείνῃς ἔγκυος καὶ θὰ γεννήσῃς γιὸ
32  καὶ θὰ τὸν ὀνομάσῃς Ἰησοῦ. αὐτὸς θὰ εἶναι μέγας καὶ θὰ ὀνομαστῇ υἱὸς τοῦ
      ὑψίστου, κι ὁ Κύριος ὁ θεὸς θὰ τοῦ δώσῃ τὸ θρόνο τοῦ Δαυΐδ τοῦ πατέρα του,
33  καὶ θὰ βασιλεύῃ στὴ φυλὴ τοῦ Ίακὼβ στοὺς αἰῶνες, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ τέλος
34  τῆς βασιλείας του. εἶπε δὲ ἡ Μαριὰμ στὸν ἄγγελο˙ Πῶς θὰ μοῦ συμβῇ αὐτό;
35  ἀφοῦ δὲν ξέρω ἀπὸ ἄντρα. κι ὁ ἄγγελος ἀποκρίθηκε καὶ τῆς εἶπε˙ Πνεῦμα
      ἅγιο θὰ ἔρθῃ ἐπάνω σου καὶ δύναμι τοῦ ὑψίστου θὰ σ̉ἐπισκιάσῃ˙ γι̉αὐτὸ
36  καὶ τὸ ἅγιο ποὺ γεννιέται θὰ ὀνομαστῇ υἱὸς θεοῦ. καὶ νά ἡ συγγενής σου
      Ἐλισάβετ συνέλαβε κι αὐτὴ γιὸ στὰ γεράματά της, κι αὐτὸς εἶναι ὁ ἕκτος
37  μήνας γι̉ αὐτὴ ποὺ τὴ λένε στεῖρα˙ διότι γιὰ τὸ θεὸ δὲν εἶναι ἀδύνατο κανένα
38  πρᾶγμα. καὶ εἶπε ἡ Μαριάμ˙ Νἆμαι ἡ δούλη τοῦ Κυρίου˙ ἂς μοῦ γίνῃ ὅπως
      λές. κι ἔφυγε ἀπ̉ αὐτὴν ὁ ἄγγελος.
39  Σηκώθηκε δὲ ἡ Μαριὰμ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες καὶ χωρὶς καθόλου νὰ χάνῃ
40  χρόνο πῆγε στὴν ὀρεινὴν σὲ μιὰ πόλι τοῦ Ἰούδα, μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρίου
41  καὶ χαιρέτησε τὴν Ἐλισάβετ. καὶ μόλις ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τὸ χαιρετισμὸ τῆς
      Μαρίας, σκίρτησε τὸ βρέφος στὴν κοιλιά της˙ καὶ πλημμύρισε ἡ Ἐλισάβετ ἀπὸ
42  πνεῦμα ἅγιο κι ἀναφώνησε μὲ δυνατὴ φωνὴ καὶ εἶπε˙ Εὐλογημένη σὺ
43  ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες κι εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλιᾶς σου. καὶ πῶς
44  ἔγινε σ̉ ἐμένα αὐτὸ νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι μου ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου; διότι νά,
      μόλις ἔφτασε στ̉ αὐτιά μου ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου, σκίρτησε ἀπὸ
45  ἀγαλλίασι τὸ βρέφος στὴν κοιλιά μου. καὶ μακάρια αὐτὴ ποὺ πίστευσε ὅτι θὰ
46  πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὅσα τῆς εἶπε ὁ Κύριος. καὶ εἶπε ἡ Μαριάμ˙
47  Δοξολογεῖ ἡ ψυχή μου τὴ μεγαλωσύνη τοῦ Κυρίου
      κι ἀναγαλλιάζει τὸ πνεῦμα μου μὲ τὸ θεὸ τὸ σωτῆρα μου,
48  διότι ἔρριξε τὸ βλέμμα του πάνω στὴν ταπεινή του δούλη˙
      καὶ νά! ἀπὸ δῶ καὶ πέρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές˙
49  διότι ὁ δυνατὸς μοῦ ἔκανε μεγαλεῖα,
      καὶ τ̉ ὄνομά του εἶναι ἅγιο,
50  τὸ ἔλεός του σὲ γενιὲς γενεῶν
      σ̉ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν φόβο Κυρίου.
51  ἔδειξε δύναμι μὲ τὸ μπράτσο του,
      διασκόρπισε ἀνθρώπους μὲ ὑπερήφανο φρόνημα.
52  ἀνέτρεψε δυνάστες ἀπὸ θρόνους
      καὶ ὕψωσε ταπεινούς.
53  πεινασμένους τοὺς γέμισε μ̉ἀγαθὰ
      καὶ πλουσίους τοὺς ἐξαπέστειλε μὲ ἄδεια χέρια.
54  πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι τὸ δοῦλο του Ἰσραήλ,
      γιὰ νὰ τοῦ δείξῃ τὴν παλιὰ ἀγάπη,
55  ὅπως εἶχε πῆ στοὺς πατέρες μας,
      στὸν Ἀβραὰμ καὶ στὸ σπέρμα του στὸν αἰῶνα.
56  Ἔμεινε δὲ ἡ Μαριὰμ μαζί της περίπου τρεῖς μῆνες κι ἐπέστρεψε στὸ σπίτι
      της.
 
 
 
3. Συμπεριφορὰ τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς τὴν ἔγκυο παρθένο
 
 
Μθ 1,18-25
 
 
18  Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς
      αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα
19  ἐκ πνεύματος ἁγίου. Ἰωσὴφ δὲ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν
20  παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. ταῦτα δὲ αὐτοῦ
      ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ̉ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων˙ Ἰωσὴφ υἱὸς
      Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου˙ τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ
21  γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου˙ τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα
22  αὐτοῦ Ἰησοῦν˙ αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. τοῦτο
      δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου
23  λέγοντος˙ Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ
      ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Μεθ̉ ἡμῶν ὁ θεός.
24  διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος
25  Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ
      ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.
 
18  Τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησι ἔγινε ὡς ἑξῆς. ὅταν ἀρραβωνιάστηκε ἡ μητέρα
      του Μαρία μὲ τὸν Ἰωσήφ, προτοῦ νὰ συνουσιαστοῦν, βρέθηκε ἔγκυος ἀπὸ τὸ
19  πνεῦμα τὸ ἅγιο. ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὁ ἄντρας της, ἐπειδὴ ἦταν δίκαιος καὶ δὲν ἤθελε
20  νὰ τὴν παραδειγματίσῃ, θέλησε νὰ τὴ διώξῃ κρυφά. κι ἐνῷ αὐτὸς σκέφτηκε
      αὐτά, νά ἕνας ἄγγελος Κυρίου τοῦ φάνηκε σὲ ὄνειρο ποὺ τοῦ ἔλεγε˙ Ἰωσὴφ
      γιὲ τοῦ Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς νὰ παραλάβῃς τὴ Μαριὰμ τὴ γυναῖκα σου˙ διότι
21  αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα της εἶναι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιο˙ καὶ θὰ γεννήσῃ
      γιό, καὶ θὰ τοῦ βάλῃς τ̉ ὄνομά του Ἰησοῦς˙ διότι αὐτὸς θὰ σώσῃ τὸ λαό του
22  ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες των. κι ὅλο αὐτὸ ἔγινε, γιὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ
23  Κύριος μὲ τὸν προφήτη λέγοντας˙ Ἰδοὺ θὰ μείνῃ ἔγκυος ἡ παρθένος καὶ θὰ
      γεννήσῃ γιό, καὶ θὰ τὸν λένε Ἐμμανουήλ, ποὺ μεταφράζεται Ὁ θεὸς μαζί μας.
24  κι ὁ Ἰωσήφ, ὅταν ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἔκανε ὅπως τοῦ πρόσταξε ὁ ἄγγελος
25  Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴ γυναῖκα του, καὶ δὲν τὴ γνώριζε γενετήσια, ἕως ὅτου
      γέννησε τὸ γιό της τὸν πρωτότοκο, καὶ τοῦ ἔβαλε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς.

 
4. Γέννησι τοῦ Κυρίου
 
 
Λκ 2,3-7
 
 
3   Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
4   ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν
     εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ
5   πατριᾶς Δαυΐδ, ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένη αὐτῷ γυναικί,
6   οὔσῃ ἐγκύῳ. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ
7   τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν
     αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ
     καταλύματι.
 
 
3   Καὶ πήγαιναν ὅλοι κι ἀπογράφονταν, ὁ καθένας στὴ δική του πόλι.
4   ἀνέβηκε δὲ κι ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Γαλιλαία, ἀπὸ τὴν πόλι Ναζαρέτ, στὴν
     Ἰουδαία, στὴν πόλι Δαυῒδ ποὺ ὀνομάζεται Βηθλεέμ, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τὴν
5     οἰκογένεια καὶ τὴν πατριὰ τοῦ Δαυΐδ, ν̉ ἀπογραφῇ μαζὶ μὲ τὴ Μαριὰμ τὴ
6   γυναῖκα ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μ̉ αὐτόν, ἐνῷ ἦταν ἔγκυος. κι ὅταν αὐτοὶ
7   ἦταν ἐκεῖ, συμπληρώθηκαν οἱ μέρες νὰ γεννήσῃ αὐτή, καὶ γέννησε τὸ γιό της
     τὸν πρωτότοκο, καὶ τὸν σπαργάνωσε καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ παχνί, διότι δὲν
     ὑπῆρχε γι̉ αὐτοὺς τόπος στὸ κατάλυμα.
 
 
 
5. Προσκύνησι τῶν ποιμένων
 
 
Λκ 2,16-19
 
 
16  Καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ
17  βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ
18  λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου˙ καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες
19  ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιμένων πρὸς αὐτούς. ἡ δὲ
     Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ
     αὐτῆς.
 
 
16  Καὶ χωρὶς νὰ χάνουν καθόλου καιρό, πῆγαν καὶ βρῆκαν καὶ τὴ Μαριὰμ
17  καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος ξαπλωμένο στὸ παχνί. κι ὅταν εἶδαν,
     ἀνακοίνωσαν λεπτομερῶς τὰ σχετικὰ μὲ τὸ λόγο ποὺ λέχθηκε σ̉ αὐτοὺς γιὰ
18  τὸ παιδὶ αὐτό. κι ὅλοι ὅσοι ἄκουσαν, θαύμασαν γι̉ αὐτὰ ποὺ τοὺς εἶπαν
19  οἱ βοσκοί. ἡ δὲ Μαριὰμ ταμίευε καὶ φύλαγε ὅλ̉ αὐτὰ τὰ λόγια στὸ νοῦ της.
 
 
6. Ἀφιέρωσι πρωτοτόκου καὶ προφητεία Συμεὼν
 
 
Λκ 2,22-24˙ 27-28˙ 33-35
 
 
22  Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν Νόμον
23  Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἰεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς
      γέγραπται ἐν Νόμῳ Κυρίου ὅτι Πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ
24  κληθήσεται, καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν Νόμῳ Κυρίου,
      ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.
…..........…………………………………………………………………………………..
 
27  Καὶ ἦλθεν ἐν τῷ πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν˙ καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς
      τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ Νόμου περὶ
28  αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν θεόν.
……………………………………………………………………………………………
33  Καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ
34  αὐτοῦ. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ˙
      Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς
35  σημεῖον ἀντιλεγόμενον. καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία,
      ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.
 
 
 
22  Κι ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ μέρες τοῦ καθαρισμοῦ των σύμφωνα μὲ τὸ
      Νόμο τοῦ Μωϋσέως, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἰεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν
23  στὸν Κύριο, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸ Νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι Κάθε ἀρσενικὸ
24  ποὺ πρωτανοίγει μήτρα θὰ ὀνομάζεται ἀφιερωμένο στὸν Κύριο, καὶ γιὰ νὰ
      προσφέρουν θυσία, καθὼς λέει στὸ Νόμο τοῦ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο
      νεοσσοὺς περιστεριῶν.
……………………………………………………………………………………………….
27  Καὶ ἦρθε μὲ τὴν ὤθησι τοῦ πνεύματος (ὁ Συμεὼν) στὸ ἱερό˙ κι ὅταν οἱ γονεῖς
      πέρασαν μέσα τὸ παιδὶ Ἰησοῦ, γιὰ νὰ κάνουν γι̉ αὐτὸ τὴ συνήθεια τοῦ Νόμου,
28  αὐτὸς τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του κι εὐλόγησε τὸ θεό.
…………………………………………………………………………………………………
33  Ὁ δὲ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του θαύμαζαν γιὰ τὰ λόγια ποὺ λέγονταν γι̉ αὐτόν.
34  κι ὁ Συμεὼν τοὺς εὐλόγησε καὶ εἶπε στὴ Μαριὰμ τὴ μητέρα του˙ Νά αὐτὸς εἶναι
      γιὰ νὰ πέσουν καὶ νὰ ὑψωθοῦν πολλοὶ στὸν Ἰσραὴλ καὶ στέκεται σημεῖο
35  ἀντιλεγόμενο. καὶ σὺ δὲ ἡ ἴδια θὰ νιώσῃς νὰ διεπερνάῃ τὴν ὕπαρξί σου σπαθί,
      γιὰ νὰ ξεσκεπαστοῦν οἱ διαλογισμοὶ πολλῶν καρδιῶν.
 
 
 
 
7. Προσκύνησι τῶν μάγων
 
 
Μθ 2,10-11
 
 
10  Ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, καὶ ἐλθόντες εἰς
11  τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες
      προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ
      δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
 
10  Κι ὅταν (οἱ μάγοι) εἶδαν τὸν ἀστέρα, δοκίμασαν πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ
11  ἦρθαν στὸ σπίτι καὶ εἶδαν τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του Μαρία, κι ἔπεσαν καὶ
      τὸ προσκύνησαν, κι ἄνοιξαν τὰ κιβώτιά τους καὶ τοῦ προσέφεραν δῶρα, χρυσὸ
      καὶ λίβανο καὶ σμύρνα.
 
 
 
 
8. Φυγὴ εἰς Αἴγυπτον
 
 
Μθ 2,13-14
 
13  Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ̉ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ
      λέγων˙ Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς
      Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι˙ μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον
14  τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ
      νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου.
 
13  Κι ὅταν ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, νά ἕνας ἄγγελος Κυρίου φαίνεται στὸν Ἰωσὴφ
      σὲ ὄνειρο λέγοντας˙ Σήκω, πᾶρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του, καὶ φεῦγε στὴν
      Αἴγυπτο, καὶ κάθου ἐκεῖ μέχρι νὰ σοῦ πῶ˙ διότι ὁ Ἡρῴδης μέλλει ν̉ ἀναζητήσῃ
14  τὸ παιδὶ γιὰ νὰ τὸ χαλάσῃ. κι ἐκεῖνος σηκώθηκε, πῆρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα
      του νύχτα κι ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, καὶ ἦταν ἐκεῖ μέχρι τὸ θάνατο τοῦ
     Ἡρῴδου.
 
 
 
 
9. Ἐπάνοδος ἐξ Αἰγύπτου
 
 
Μθ 2,19-21
 
 
 
19  Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ̉ ὄναρ φαίνεται τῷ
20  Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων˙ Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ
      καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ˙ τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.
21  ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν
      Ἰσραήλ.
 
 
19  Κι ὅταν ὁ Ἡρῴδης πέθανε, νά ἕνας ἄγγελος Κυρίου φαίνεται στὸν Ἰωσὴφ
20  σὲ ὄνειρο στὴν Αἴγυπτο λέγοντας˙ Σήκω, πᾶρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του, καὶ
      πήγαινε στὴ χώρα τοῦ Ἰσραήλ˙ διότι πέθαναν ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦσαν τὴ ζωὴ
21  τοῦ παιδιοῦ. κι ἐκεῖνος σηκώθηκε, πῆρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του, καὶ ἦρθε
      στὴ χώρα τοῦ Ἰσραήλ.
 
 
 
 
10. Ὁ Ἰησοῦς δωδεκαετὴς στὸ ναό
 
 
Λκ 2,41-51
 
 
41  Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ̉ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα.
42  καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἰεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς
43  ἑορτῆς καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν
44  Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. νομίσαντες
      δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν
45  ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τοῖς γνωστοῖς˙ καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς
46  Ἰερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν. καὶ ἐγένετο μεθ̉ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ
      ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ
47  ἐπερωτῶντα αὐτούς˙ ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει
48  καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ
      μήτηρ αὐτοῦ εἶπε˙ Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ
49  ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς˙ Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε
50  ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν
51  αὐτοῖς. καὶ κατέβη μετ̉ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος
      αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.
 
 
41  Καὶ οἱ γονεῖς του πήγαιναν κάθε χρόνο στὴν Ἰερουσαλὴμ στὴ γιορτὴ τοῦ
42  πάσχα. κι ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, ἀφοῦ ἀνέβηκαν στὰ Ἰεροσόλυμα κατὰ τὸ
43  ἔθιμο τῆς γιορτῆς καὶ τελείωσαν τὶς ἡμέρες, ὅταν ἐπέστρεφαν, τὸ παιδὶ Ἰησοῦς,
      ἔμεινε πίσω στὴν Ἰερουσαλήμ, καὶ δὲν τὸ κατάλαβε ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του.
44  κι ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι εἶναι στὴ συνοδία, προχώρησαν μιᾶς ἡμέρας δρόμο καὶ
45  τὸν ἀναζητοῦσαν ἀνάμεσα στοὺς συγγενεῖς καὶ στοὺς γνωστούς. καὶ σὰ δὲν
46  τὸν βρῆκαν, ἐπέστρεψαν στὴν Ἰερουσαλὴμ ψάχνοντάς τον. καὶ μετὰ τρεῖς
      ἡμέρες τὸν βρῆκαν στὸ ἱερὸ νὰ κάθεται ἀνάμεσα στοὺς διδασκάλους καὶ νὰ
47  δέχεται ἐρωτήσεις των καὶ νὰ τοὺς κάνῃ ἐρωτήσεις. κι ὅλοι ὅσοι τὸν ἄκουγαν,
48  ἔμεναν κατάπληκτοι γιὰ τὴ σύνεσί του καὶ γιὰ τὶς ἀποκρίσεις του. κι ὅταν τὸν
      εἶδαν, ἔμειναν ἔκπληκτοι, καὶ ἡ μητέρα του τοῦ εἶπε˙ Παιδί μου, γιατί μᾶς
      τὄκανες αὐτό; νά ὁ πατέρας σου κι ἐγὼ σὲ ψάχναμε ἀνάστατοι ἀπὸ τὸν πόνο.
49  καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς˙ Γιατί μὲ ζητούσατε; δὲν ξέρατε ὅτι ἐγὼ ἔπρεπε νὰ εἶμαι
50  στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου; ἐκεῖνοι ὅμως δὲν κατάλαβαν τὸ λόγο ποὺ τοὺς εἶπε.
51  καὶ κατέβηκε μαζί τους καὶ ἦρθε στὴ Ναζαρέτ, καὶ ὑποτασσόταν σ̉ αὐτούς.
      καὶ ἡ μητέρα του φύλαγε ὅλ̉ αὐτὰ τὰ λόγια στὸ νοῦ της.
 
 
 
11. Ἰησοῦς υἱὸς Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ
 
 
Ἰω 1,46
 
 
46  Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ˙ Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ
      Νόμῳ καὶ οἱ Προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ.
 
46  Βρίσκει ὁ Φίλιππος τὸ Ναθαναὴλ καὶ τοῦ λέει˙ Αὐτὸν ποὺ ἔγραψε ὁ
      Μωϋσῆς στὸ Νόμο καὶ οἱ Προφῆτες, τὸν βρήκαμε, τὸν Ἰησοῦ τὸ γιὸ τοῦ Ἰωσὴφ
      ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ.
 
 
12. Ὁ γάμος στὴν Κανὰ
 
 
Ἰω 2,1-5
 
 
1   Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ
2   τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ˙ ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον. καὶ
3   ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν˙ Οἶνον οὐκ ἔχουσι.
4   λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς ˙Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου. λέγει ἡ μήτηρ
5   αὐτοῦ τοῖς διακόνοις˙ Ὅ τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε.
 
1   Καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἔγινε γάμος στὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦταν ἐκεῖ ἡ
2   μητέρα τοῦ Ἰησοῦ˙ καλέστηκε δὲ στὸ γάμο κι ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταί του. κι
3   ἐπειδὴ δὲν ἔφτασε τὸ κρασί, λέει ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ σ̉ αὐτόν˙ Κρασὶ δὲν
4   ἔχουν. τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς˙ Τί ἔχουμε μεταξύ μας, κυρά; δὲν ἔφτασε ἀκόμη ἡ
5   ὥρα μου. λέει ἡ μητέρα στοὺς διακόνους˙ Ὅ,τι σᾶς λέει, κάντε το.
 
 
 
13. Ἐγκατάστασι τοῦ Ἰησοῦ στὴν Καπερναούμ
 
 
Ἰω 2,12
 
12  Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ
      αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔμειναν οὐ πολλὰς ἡμέρας.
 
 
12  Μετὰ ἀπ̉ αὐτὸ κατέβηκε στὴν Καπερναοὺμ ὁ ἴδιος καὶ ἡ μητέρα του καὶ οἱ
      ἀδερφοί του καὶ οἱ μαθηταί του, κι ἐκεῖ ἔμειναν ὄχι πολλὲς ἡμέρες.
 
 
 
 
14. Ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ συμβουλή τους σ΄αὐτὸν
 
 
Ἰω 7,2-10
 
 
2   Ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία. εἶπον οὖν πρὸς αὐτὸν οἱ
3   ἀδελφοὶ αὐτοῦ˙ Μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ὕπαγε εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἵνα καὶ οἱ
4   μαθηταί σου θεωρήσωσι τὰ ἔργα σου ἃ ποιεῖς˙ οὐδεὶς γὰρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ
     καὶ ζητεῖ αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι. εἰ ταῦτα ποιεῖς, φανέρωσον σεαυτὸν τῷ
5   κόσμῳ. οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς˙
6   Ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν, ὁ δὲ καιρὸς ὁ ὑμέτερος πάντοτέ ἐστιν ἕτοιμος.
7   οὐ δύναται ὁ κόσμος μισεῖν ὑμᾶς˙ ἐμὲ δὲ μισεῖ, ὅτι ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ αὐτοῦ ὅτι
8   τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρά ἐστιν. ὑμεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην˙ ἐγὼ οὔπω
9   ἀναβαίνω εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην, ὅτι ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πεπλήρωται. ταῦτα
10  δὲ εἰπὼν αὐτοῖς ἔμεινεν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ. ὡς δὲ ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, τότε
      καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὴν ἑορτήν, οὐ φανερῶς, ἀλλ̉ ὡς ἐν κρυπτῷ.
 
 
2   Καὶ κόντευε ἡ γιορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία. εἶπαν τότε σ̉ αὐτὸν οἱ
3   ἀδερφοί του˙ Φύγε ἀπὸ δῶ καὶ πήγαινε στὴν Ἰουδαία, γιὰ νὰ δοῦν καὶ οἱ
4   μαθηταί σου τὰ ἔργα σου αὐτὰ ποὺ κάνεις˙ διότι δὲν εἶναι κανεὶς ποὺ κάνει
     κάτι στὰ κρυφὰ καὶ θέλει ὁ ἴδιος νὰ εἶναι στὸ φανερό. ἐφ̉ ὅσον κάνεις αὐτά,
5   φανέρωσε τὸν ἑαυτό σου στὸν κόσμο. διότι οὔτε οἱ ἀδερφοί του πίστευαν σ̉
6   αὐτόν. τοὺς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς˙ Ὁ καιρὸς ὁ δικός μου δὲν ἔφτασε ἀκόμη, ἐνῷ
7   ὁ δικός σας καιρὸς εἶναι πάντα ἕτοιμος. ἐσᾶς δὲν μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ σᾶς μισῇ˙
     ἐμένα ὅμως μὲ μισεῖ, διότι ἐγὼ μαρτυρῶ γι̉ αὐτὸν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι
8   πονηρά. σεῖς ἀνεβῆτε στὴ γιορτὴ αὐτή, διότι ὁ καιρὸς ὁ δικός μου δὲν
9   συμπληρώθηκε ἀκόμη. κι ἀφοῦ τοὺς τἆπε αὐτά, ἔμεινε στὴ Γαλιλαία. ὅταν
10  δὲ ἀνέβηκαν οἱ ἀδερφοί του, τότε κι αὐτὸς ἀνέβηκε στὴ γιορτή, ὄχι φανερά,
      ἀλλὰ κάπως στὰ κρυφά.
 
 
 
 
15. Ἀπόπειρα οἰκείων τοῦ Ἰησοῦ νὰ τὸν πιάσουν ὡς παράφρονα
 
Μρ 3,20-22
 
 
20  Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον˙ καὶ συνέρχεται πάλιν ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι
21  αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν. καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ̉ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι
22  αὐτόν˙ ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη. καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ ἀπὸ Ἰεροσολύμων
      καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων
      ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.
 
20  Κι ἔρχονται σ̉ ἕνα σπίτι˙καὶ μαζεύεται πάλι κόσμος, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν
21  αὐτοὶ μήτε νὰ φᾶν ψωμί. κι ὅταν ἄκουσαν οἱ δικοί του, βγῆκαν νὰ τὸν πιάσουν˙
22  διότι ἔλεγαν ὅτι τρελλάθηκε. καὶ οἱ γραμματεῖς ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ τὰ
      Ἰεροσόλυμα ἔλεγαν ὅτι ἔχει Βεελζεβούλ, καὶ ὅτι βγάζει τὰ δαιμόνια στὸ ὄνομα
      τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων.
 
 
 
 
16. Μητέρα καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ
 
 
Μθ 12,46-50
 
 
46  Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ
47  εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ. εἶπε δέ τις αὐτῷ˙ Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου
48  καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ
49  λέγοντι αὐτῷ˙ Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας
      τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη˙ Ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί
50  μου˙ ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου
      ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν.
 
46  Κι ἐνῷ αὐτὸς μιλοῦσε ἀκόμη στὰ πλήθη, νά ἡ μητέρα του καὶ οἱ ἀδερφοί του
47  στέκονταν ἔξω καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ μιλήσουν. καὶ κάποιος τοῦ λέει˙ Νά ἡ
48  μητέρα σου καὶ οἱ ἀδερφοί σου στέκονται ἔξω καὶ θέλουν νὰ σὲ δοῦν. κι
      ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε σ̉ αὐτὸν ποὺ τοῦ μιλοῦσε˙ Ποιά εἶναι ἡ μητέρα
49  μου καὶ ποιοί εἶναι οἱ ἀδερφοί μου; κι ἁπλώνοντας τὸ χέρι του ἐπάνω στοὺς
50  μαθητάς του λέει˙ Νά ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδερφοί μου˙ ὅποιος θὰ κάνῃ τὸ
      θέλημα τοῦ οὐρανίου πατέρα μου, αὐτὸς εἶναι ἀδερφὸς καὶ ἀδερφὴ καὶ
      μητέρα μου.
 
 
Λκ 8,19-21
 
 
19  Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἠδύναντο,
20  συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ λεγόντων˙ Ἡ μήτηρ σου
21  καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς
      αὐτούς˙ Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ ἀκούοντες
      καὶ ποιοῦντες αὐτόν.
 
19  Ἦρθαν δὲ σ̉ αὐτὸν ἡ μητέρα του καὶ οἱ ἀδερφοί του, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ
20  τὸν πλησιάσουν ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο. καὶ τοῦ πῆγαν εἴδησι λέγοντας˙ Ἡ
      μητέρα σου καὶ οἱ ἀδερφοί σου στέκονται ἔξω καὶ θέλουν νὰ σὲ δοῦν. κι ἐκεῖνος
21  ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε˙ Μητέρα μου καὶ ἀδερφοί μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν
      τὸ λόγο τοῦ θεοῦ καὶ τὸν κάνουν.
 
Μρ 3,31-35
 
 
31  Ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ ἔξω ἑστῶτες
32  ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν φωνοῦντες αὐτόν. καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος˙ εἶπον
33  δὲ αὐτῷ˙ Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε. καὶ ἀπεκρίθη
      αὐτοῖς λέγων˙ Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου; καὶ περιβλεψάμενος
34  κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθημένους λέγει˙ Ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου˙
35  ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ
     μήτηρ ἐστί.
 
31  Ἔρχονται τότε ἡ μητέρα του καὶ οἱ ἀδερφοί του, κι ἀφοῦ στάθηκαν ἔξω,
32  ἔστειλαν πρὸς αὐτὸν εἴδησι καλώντας τον. καὶ καθόταν γύρω του κόσμος˙
33  καὶ τοῦ εἶπαν˙ Νά ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδερφοί σου ἔξω σὲ ζητοῦν˙ καὶ τοὺς
      ἀποκρίθηκε λέγοντας˙ Ποιός εἶναι ἡ μητέρα μου ἢ οἱ ἀδερφοί μου; καὶ
      δείχνοντας μὲ τὸ βλέμμα του κυκλικὰ ἐκείνους ποὺ κάθονταν γύρω του λέει˙
34  Νά ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδερφοί μου˙ διότι ὅποιος θὰ κάνῃ τὸ θέλημα
35  τοῦ θεοῦ, αὐτὸς εἶναι ἀδερφός μου καὶ ἀδερφή μου καὶ μητέρα μου.
 
 
 
 
17. Υἱὸς Ἰωσὴφ καὶ Μαρίας καὶ οἱ ἀδελφοί του
 

 

Μθ 13,54-58
 
 
54  Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ δυνάμεις; οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος
55  υἱός; οὐχὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ
56  Ἰωσῆς καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι;
57  πόθεν οὖν τούτῳ ταῦτα πάντα; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν
      αὐτοῖς˙ Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ
58  αὐτοῦ. καὶοὐκἐποίησενἐκεῖδυνάμειςπολλὰςδιὰτὴνἀπιστίαναὐτῶν.
 
 
54  Ἀπὸ ποῦ ἔχει αὐτὸς αὐτὴ τὴ σοφία καὶ τὶς δυνάμεις; αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ
55  γιὸς τοῦ στεγαστοῦ; ἡ μητέρα του δὲν λέγεται Μαριάμ, καὶ οἱ ἀδερφοί του
      Ἰάκωβος καὶ Ἰωσῆς καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ τὶς ἀδερφές του δὲν τὶς ἔχουμε
56  ὅλες ἐμεῖς; ἀπὸ ποῦ λοιπὸν αὐτὸς τὰ ἔχει ὅλ̉ αὐτά; καὶ σκανδαλίζονταν μ̉
57  αὐτόν. ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε˙ Ἕνας προφήτης δὲν περιφρονεῖται παρὰ μόνο
58  στὴν πατρίδα του καὶ στὸ σπίτι του. καὶ δὲν ἔκανε ἐκεῖ πολλὲς δυνάμεις ἐξ
      αἰτίας τῆς ἀπιστίας των.
 
 
Λκ 4,22-24
 
 
22  Καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶἐθαύμαζονἐπὶτοῖςλόγοιςτῆςχάριτος
      τοῖςἐκπορευομένοις ἐκτοῦστόματοςαὐτοῦκαὶἔλεγον˙ Οὐχοὗτόςἐστινυἱὸς
23  Ἰωσήφ; καὶ εἶπε πρὸςαὐτούς˙ Πάντωςἐρεῖτέμοιτὴνπαραβολὴνταύτην˙ Ἰατρέ,
      θεράπευσον σεαυτόν˙ ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τῇ Καπερναούμ, ποίησον καὶ
24  ὧδε ἐν τῇ πατρίδι σου. εἶπε δέ˙ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός
      ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ.
 
22  Κι ὅλοι μαρτυροῦσαν γι̉ αὐτὸν καὶ ἀποροῦσαν μὲ τὰ λόγια τῆς χάριτος ποὺ
23  ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα του κι ἔλεγαν˙ Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Ἰωσήφ; καὶ
      τοὺς εἶπε˙ Ὁπωσδήποτε θὰ μοῦ πῆτε τὴν παροιμία «Γιατρέ, θεράπευσε τὸν
      ἑαυτό σου»˙ ὅσα ἀκούσαμε ὅτι ἔγιναν στὴν Καπερναοὺμ κάνε τα κι ἐδῶ στὴν
24  πατρίδα σου. καὶ πρόσθεσε˙ Σᾶς βεβαιώνω ὅτι κανεὶς προφήτης δὲν εἶναι
      παραδεκτὸς στὴν πατρίδα του.
 
 
Μρ 6,2-6
 
2   Καὶπολλοὶἀκούοντεςἐξεπλήσσοντολέγοντες˙ Πόθεντούτῳταῦτα; καὶτίς
     σοφία δοθεῖσα αὐτῷ, καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶνχειρῶναὐτοῦγίνονται;
3   οὐχοὗτός ἐστιν τέκτων, υἱὸςτῆςΜαρίας, ἀδελφὸςδὲἸακώβουκαὶἸωσῆκαὶ
     Ἰούδα καὶ Σίμωνος; καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; καὶ
4   ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ἔλεγε δὲ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος
5   εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὐκ
     ἠδύνατο ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν ποιῆσαι, εἰ μὴ ὀλίγοις ἀρρώστοις ἐπιθεὶς τὰς
6   χεῖρας ἐθεράπευσε˙ καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν.
 
 
2   Καὶ πολλοὶ ποὺ ἄκουγαν ἔμεναν κατάπληκτοι κι ἔλεγαν˙ Ἀπὸ ποῦ αὐτὸς
     αὐτά; καὶ ποιά ἡ σοφία ποὺ τοῦ δόθηκε, καὶ γίνονται τέτοιες δυνάμεις ἀπὸ
3   τὰ χέρια του; αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ στεγαστής, ὁ γιὸς τῆς Μαρίας καὶ ἀδερφὸς τοῦ
     Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωσῆ καὶ τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Σίμωνος; καὶ τὶς ἀδερφές του δὲν
4   τὶς ἔχουμε ἐμεῖς ἐδῶ; καὶ σκανδαλίζονταν μ̉ αὐτόν. ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς ἔλεγε ὅτι
     Δὲν καταφρονεῖται προφήτης παρὰ μόνο στὴν πατρίδα του καὶ στοὺς
5   συγγενεῖς του καὶ στὸ σπίτι του. καὶ δὲν μποροῦσε ἐκεῖ νὰ κάνῃ καμμία δύναμι,
     παρὰ μόνο σὲ λίγους ἀρρώστους ἔβαλε ἐπάνω τους τὰ χέρια καὶ τοὺς
6   θεράπευσε˙ καὶ θαύμαζε γιὰ τὴν ἀπιστία τους.
 
 
 
 
18. Πατέρας καὶ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ
 
 
Ἰω 6,41-42
 
 
41  Ἐγόγγυζον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶπεν Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς
42  ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔλεγον˙ Οὐχ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς
      οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι Ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
      καταβέβηκα;
 
41  Τότε οἱ Ἰουδαῖοι γόγγυζαν γι̉ αὐτὸ ποὺ εἶπε Ἐγὼ εἶμαι τὸ ψωμὶ ποὺ κατέβηκε
42  ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ἔλεγαν˙ Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ γιὸς τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ
      ὁποίου ἐμεῖς ξέρουμε τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα; πῶς λοιπὸν αὐτὸς λέει ὅτι Ἀπὸ
      τὸν οὐρανὸ κατέβηκα;
 
 
 
 
19. Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασα τὸν Ἰησοῦν
 
 
Λκ 11,27-28
 
 
27  Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου
28  εἶπεν αὐτῷ˙ Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. αὐτὸς
      δὲ εἶπε˙ Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ φυλάσσοντες
      αὐτόν.
 
 
27  Καθὼς τἄλεγε αὐτά, μιὰ γυναίκα μὲς ἀπὸ τὸν κόσμο ὕψωσε τὴ φωνή της
      καὶ τοῦ φώναξε˙ Μακάρια ἡ κοιλιὰ ποὺ σὲ βάσταξε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ θήλασες!
28  κι ἐκεῖνος εἶπε˙ Ἀκριβέστερα, μακάριοι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ θεοῦ καὶ
      τὸν τηροῦν.
 
 
 
 
20. Ὁ Κύριος παραδίνει τὴ μητέρα του στὸν Ἰωάννη
 
 
Ἰω 19,25-27
 
 
25  Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ
      Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ
26  Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Ἰησοῦς οὖν, ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα
27  ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ˙ Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ˙ Ἰδοὺ
      ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ̉ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.
 
 
25  Καὶ οἱ στρατιῶτες βέβαια ἔκαναν αὐτά. στέκονταν δὲ δίπλα στὸ σταυρὸ τοῦ
      Ἰησοῦ ἡ μητέρα του, καὶ ἡ ἀδερφὴ τῆς μητέρας του ἡ Μαρία τοῦ Κλωπᾶ, καὶ ἡ
26  Μαρία ἡ Μαγδαληνή. τότε ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴ μητέρα καὶ τὸ μαθητὴ ποὺ
27  ἀγαποῦσε νὰ παραστέκεται, λέει στὴ μητέρα του˙ Κυρά, νά ὁ γιός σου. ἔπειτα
      λέει στὸ μαθητή˙ Νά ἡ μητέρα σου. κι ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα τὴν πῆρε ὁ μαθητὴς
      στὸ σπίτι του.
 
 
 
 
21. Μητέρα καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μαθητάς του
 
 
Πρξ 1,13-14
 
 
13  Καὶ ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ τε
      Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ Θωμᾶς,
      Βαρθολομαῖος καὶ Ματθαῖος, Ἰάκωβος Ἀλφαίου καὶ Σίμων ὁ ζηλωτὴς καὶ Ἰούδας
14  Ἰακώβου. οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ
      καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς
      αὐτοῦ.
 
 
13  Κι ὅταν μπῆκαν, ἀνέβηκαν στὸ ὑπερῷο, ὅπου ἔμεναν, ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰάκωβος
      κι ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ἀνδρέας, ὁ Φίλιππος κι ὁ Θωμᾶς, ὁ Βαρθολομαῖος κι ὁ
     Ματθαῖος, ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου κι ὁ Σίμων ὁ ζηλωτὴς κι ὁ Ἰούδας τοῦ
14  Ἰακώβου. ὅλοι αὐτοὶ ἦταν δοσμένοι μὲ προσμονὴ στὴν προσευχὴ καὶ στὴ δέησι
      μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ μὲ τὴ Μαρία τὴ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ μὲ τοὺς
      ἀδερφούς του.
 
 
 
 
22. Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου
 
 
Α’ Κο 9,5
 
 
5   Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ
     ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς;
 
5   Μήπως δὲν ἔχουμε ἐξουσία νὰ περιφέρουμε μαζί μας μιὰ γυναῖκα ἀδελφή,
     ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου κι ὁ Κηφᾶς;
 
 
 
 
23. Ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ γενόμενος ἐκ γυναικὸς
 
 
Γα 4,4
 
 
4   Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ,
      γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον.
 
 
4   Ὅταν ὅμως συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, ἔστειλε ὁ θεὸς τὸν υἱό του, ποὺ
     γεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα, ποὺ διατέλεσε κάτω ἀπὸ τὸ νόμο.
 
 
 
         Στὸ κείμενο τοῦ Ἠσαΐου Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει… οἱ μὲν Ο’ ἔχουν παρθένος ποὺ εἶχε προφανῶς κι ὁ Ἰουδαῖος ἑλληνόγλωσσος μεταφραστὴς Θεοδοτίων τοῦ Β’ αἰῶνος, οἱ δὲ ἄλλοι δυὸ περίπου ταυτόχρονοι Ἰουδαῖοι Ἀκύλας καὶ Σύμμαχος ἔχουν νεᾶνις. δὲν εἶμαι βέβαιος γιὰ τὴν πρόθεσι τοῦ Συμμάχου, ἀλλ̉ ὁ μαθητὴς τοῦ φαρμακεροῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν ῥαββίνου Ἀκιβὰ Ἀκύλας ἔχει πρῶτος αὐτὸς νεᾶνις ἀπὸ ἀμφισβήτησι τῆς κατὰ τὸν Ἠσαΐα παρθενίας τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου τὴν ὥρα ποὺ τὸν γέννησε. τὸ ἴδιο ἰσχυρίζονται μέχρι σήμερα καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μὲ πολλὴ κακεντρέχεια, ὅπως διαπίστωσα. ματαιοπονοῦν ὅμως ὅπως κι ὁ Ἀκύλας, ποὺ νόμισε καὶ νομίζουν ὅτι νεᾶνις θὰ πῇ ἁπλῶς «νεαρή». στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τὸ νεᾶνις σημαίνει «παρθένος» ἐξ ἴσου μ̉ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ παρθένος (Ὅμηρος, Σ 418. Ἀνακρέων, ἀπόσπ. 15 Bergκ ἢ Crusius. Αἰσχύλος, Εὐμ., 957. Σοφοκλῆς, Ἀντ., 784). ἄλλωστε ἡ ἴδια ἑβραϊκὴ λέξι ολθε, ποὺ ὑπάρχει στὴ θέσι τοῦ παρθένος στὸ μασοριτικὸ ἰουδαϊκὸ κείμενο τοῦ Ἠσαΐου (7,14), καὶ στὴ Γένεσι (24, 43), προκειμένου γιὰ τὴ Ῥεβέκκα ποὺ ἀνευρέθηκε ὡς κατάλληλη γιὰ γυναῖκα τοῦ Ἰσαάκ, μεταφράζεται στοὺς Ο’ πάλι παρθένος, ἐνῷ ὁ Ἀκύλας, γιὰ ν̉ ἀποφύγῃ ἐκεῖ καὶ τὸ νεᾶνις καὶ τὸ παρθένος, μεταφράζει ἀπόκρυφος, δηλαδὴ «αὐτὴ τὴν ὁποία δὲν εἶδε κανεὶς στὸ σχετικὸ μέλος τοῦ σώματος»! ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἴδια λέξι ολθε σὲ ἄλλα σημεῖα τῶν Ο’ μεταφράζεται νεᾶνις ‒στοὺς Ο’ τὸ ολθε μεταφράζεται ἀδιακρίτως ἄλλοτε παρθένος κι ἄλλοτε νεᾶνις‒ πάλι ἐννοεῖται ὡς «παρθένος», ἀφοῦ τόσο στὴν Ἔξοδο (2, 8) πρόκειται γιὰ τὴν ἄγαμη ἀκόμη ἀδερφὴ τοῦ Μωϋσέως Μαριάμ, ποὺ τὸν ἀφήνει στὰ νερὰ τοῦ Νείλου νεογνό, ὅσο καὶ στὸ σμα (1, 3) πρόκειται γιὰ τὶς κοπέλλες οἱ ὁποῖες ἐρωτεύονται τὸ Σολομῶντα καὶ «τρέχουν ἀπὸ πίσω του», κι ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὁ βασιλεὺς αὐτὸς ἐπιλέγει τὶς γυναῖκες του. ἀλλὰ καὶ αἱ τυμπανίστριαι νεάνιδες τῶν Ψαλμῶν (67,26) ἐννοοῦνται ὡς «παρθένοι». ὅλη δηλαδὴ ἡ σχετικὴ προσπάθεια τοῦ Ἀκύλα καὶ τῶν ἄλλων Ἰουδαίων μέχρι σήμερα εἶναι μόνο μιὰ τρύπα στὸ νερὸ καὶ τὸ μόνο ποὺ δείχνει εἶναι ἡ δηλητηριώδης ἰουδαϊκὴ κακεντρέχεια. ολθε καὶ νεᾶνις καὶ παρθένος εἶναι ταυτόσημα.
         Στὸ Λουκᾶ (2,48), κατὰ τὴν ἀνεύρεσι τοῦ δωδεκαετοῦς Ἰησοῦ στὸ ναὸ ἀνάμεσα στοὺς σοφοὺς διδασκάλους, ἡ μητέρα του τοῦ λέει γιὰ τὸν Ἰωσὴφ πατήρ σου. ἀλλὰ καὶ παρακάτω πάλι στὸ Λουκᾶ (4,22) ὁ Ἰησοῦς λέγεται υἱὸς Ἰωσὴφ καὶ στὸ Ματθαῖο (15, 55) υἱὸς τοῦ τέκτονος ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνωρίζουν βέβαια τὴν ἀλήθεια, καὶ στὸν Ἰωάννη (1,46) ὁ Φίλιππος τὸν ἀναφέρει στὸ Ναθαναὴλ ὡς Ἰησοῦν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ Ναζαρέτ. ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου δὲν ἦταν δυνατὸ ν̉ ἀκριβολογήσῃ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ σ̉ ἐκείνη τὴ σκηνὴ γιὰ τὸ μεγάλο μυστικό της, τὴν ἐκ παρθένου γέννησι τοῦ γιοῦ της δηλαδή˙ ἁπλῶς λέει αὐτὸ ποὺ φαίνεται στὸν κοινωνικὸ περίγυρο, τὸ συμβατικό. καὶ οἱ τρεῖς εὐαγγελισταὶ δὲν θεωροῦν ἀπαραίτητο νὰ συζητήσουν στὰ σχετικὰ σημεῖα τὴν ἐκ παρθένου γέννησι. τέτοιες βλακώδεις ἀντιλήψεις κι ἐπιδόσεις ἔχουν μόνο τὸ ἀπόκρυφο «Εὐαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου» καὶ τὰ παράγωγα συναξάρια. μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Χριστὸς τὴ βραδιὰ τῆς συλλήψεώς του, ὅταν οἱ πανικόβλητοι μαθηταί του δὲν ξέρουν ἀκόμη τὴ θεότητά του, ὅπως ὀξυδερκῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης (Εἰς Ἰω. 14,28, ὁμ. 75,4 PG 59,407 - 8), δὲν συζητάει μ̉ αὐτοὺς πρόωρα τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν πατέρα του, ἀλλὰ λέει τὸ συμβατικὸ καὶ τὸ ὅσο ἤξεραν ἐκεῖνοι, ὅτι «Δὲν ἔπρεπε νὰ θορυβηθῆτε, ὅταν σᾶς εἶπα ὅτι πηγαίνω στὸν πατέρα, ἀλλὰ νὰ χαρῆτε γι̉ αὐτὴ τὴν τιμὴ ποὺ μὲ περιμένει, διότι πατήρ μου μείζων μού ἐστιν» (Ἰω 14,28). σὲ καμμιὰ περίπτωσι ἡ φράσι τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ εἶναι φυσικὸς πατέρας τοῦ γιοῦ της˙ ὁ λόγος της εἶναι μόνο συμβατικός. μὲ τὴν ἴδια λογικὴ λέγονται στὸ Λουκᾶ (2,27˙ 41) καὶ γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ κοινοῦ τόσο ἡ φυσικὴ μητέρα του Μαρία ὅσο καὶ ὁ θετὸς πατέρας του Ἰωσήφ. μὲ τὴν ἴδια λογικὴ ὁ ἄγγελος λέει στὸν Ἰωσὴφ Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου (Μθ 1,20), μὲ τὴν ἴδια λογικὴ κι ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει Ἰωσὴφ δὲ ἀνὴρ αὐτῆς (Μθ 1,19). οἱ θεόπνευστοι συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης δὲν εἶναι μυγιάγγιχτοι δογματολόγοι˙ ξέρουν νὰ ἐννοοῦν τὸ σωστὸ καὶ νὰ γράφουν τὸ πρέπον.
         Πρωτότοκος τῆς μητέρας του λέγεται ὁ Χριστὸς στὰ δυὸ πρῶτα Εὐαγγέλια τοῦ Ματθαίου (1,25) καὶ τοῦ Λουκᾶ (2,7). κι ἀπ̉ αὐτὸ μερικοὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες συμπέραναν ὅτι ἄρα ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μετὰ τὸν Ἰησοῦ εἶχε κι ἄλλα παιδιά. τὸ ἔπαθαν αὐτό, ἐπειδὴ δὲν ἤξεραν τὴν εἰδικὴ σημασία ποὺ ἔχει αὐτὸς ὁ ὅρος στὴ Βίβλο, κι ὅτι σ̉ αὐτή, ἀκόμη κι ἂν κάποιος δὲν εἶχε ποτὲ κανέναν ἀδερφὸ ἢ ἀδερφή, μποροῦσε νὰ λέγεται πρωτότοκος˙ ἢ ἂν τὸ πρῶτο παιδὶ μιᾶς γυναικὸς ἦταν κορίτσι, οὔτε αὐτὸ λεγόταν πρωτότοκον οὔτε ἡ μητέρα ἐκείνη ἀποκτοῦσε ποτὲ πρωτότοκον, ἀκόμη κι ἂν γεννοῦσε δέκα ἄντρες καὶ δέκα γυναῖκες˙ ἢ ἂν τὸ πρῶτο ἀρσενικὸ παιδὶ μιᾶς γυναικὸς πέθαινε πρὶν συμπληρώσῃ σαράντα ἡμέρες ζωῆς, οὔτε αὐτὸ λεγόταν πρωτότοκον οὔτε ἡ μητέρα του ἀποκτοῦσε ποτὲ πρωτότοκον. κι ἂν μιὰ γυναίκα ἦταν γυναίκα ἱερέως ἢ Λευΐτου, κανένα παιδί της ἀρσενικὸ ἢ θηλυκὸ δὲν λεγόταν ποτὲ πρωτότοκον. ἡ φυλὴ τοῦ Λευῒ δὲν εἶχαν ποτὲ πρωτότοκα˙ ἢ ἀπὸ ἄλλη σκοπιὰ οἱ τῆς φυλῆς τοῦ Λευῒ ἦταν ὅλοι πρωτότοκοι, ἀκόμη κι ἂν κανεὶς ἦταν τὸ εἰκοστὸ παιδὶ τῆς μητέρας του. μόνο ἂν τὸ πρωτότοκο παιδὶ ἀνῆκε σ̉ ἄλλη φυλὴ πλὴν τῆς τοῦ Λευῒ καὶ ἦταν ἀρσενικὸ καὶ συμπλήρωνε σαράντα μέρες ζωῆς, λεγόταν πρωτότοκον, καὶ λεγόταν ἔτσι, εἴτε εἶχε ἄλλ̉ ἀδέρφια, ἀρσενικὰ ἢ θηλυκά, εἴτε ὄχι. κι ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῷα, ὅταν ἦταν πρωτότοκα αὐτῶν τῶν προδιαγραφῶν, ἦταν ἰδιοκτησία τοῦ ἱερατείου. καὶ σύμφωνα μὲ τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου (Ἔξ 13,11-16), ἂν ἦταν ζῷα φαγώσιμα, παραδίνονταν στὸ ἱερατεῖο, ἂν ἦταν ζῷα μὴ φαγώσιμα, ἀνταλλάσσονταν ἢ μὲ φαγώσιμα ἢ μὲ χρήματα (ζυγισμένα καὶ σεσημασμένα τεμάχια χρυσοῦ ἢ ἀργύρου), κι ἂν ἦταν ἄρρενα παιδιὰ ἀνθρώπων, παραδίδονταν πάλι στὸ ἱερατεῖο ὡς δοῦλοι, καὶ τὸ ἱερατεῖο τὰ πουλοῦσε, γιὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίτιμό τους, οἱ δὲ ἀγορασταὶ ἦταν οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς του ἀσφαλῶς, διότι τὸ παιδὶ ἦταν 40 ἡμερῶν. οἱ γονεῖς τὸ ἐξαγόραζαν πληρώνοντας λύτρα. τὰ λύτρα γιὰ τὸ παιδὶ ἦταν ἕνα πρόβατο, γιὰ δὲ τοὺς φτωχοὺς ἕνα ζεῦγος τρυγόνων ἢ περιστεριῶν. ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν ὡς ἄρρεν διανοῖγον μήτραν μητρὸς αὐτοῦ (Ἔξ 13,15˙ Λκ 2,23-24) παραδόθηκε τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα στὸ ναὸ κι ἀμέσως ἐξαγοράστηκε μ̉ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν. ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀργότερα λέει ἀλληγορικῶς ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ἐκκλησίαν πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς(Ἑβ 12,23), ποὺ ἐξαγοράστηκαν μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. ἀσφαλῶς ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ὡς Ἰσραηλίτης ἦταν πρωτότοκος καὶ τυπικά. στὴ βιβλικὴ φρασεολογία αὐτὸ δὲν ἔχει καμμιὰ ἀπολύτως σχέσι μὲ τὸ ἂν εἶχε ἢ δὲν εἶχε ἄλλα ἀδέρφια. ὅσοι ἀπὸ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἰησοῦ ὡς πρωτοτόκου τῆς Μαρίας (Μθ 1,25˙ Λκ 2,7) συμπέραναν ὅτι ἡ Μαρία εἶχε κι ἄλλα παιδιά, ἔκαναν ἕνα χοντροκομμένο λάθος, ἐπειδὴ δὲν ἤξεραν τὴ Βίβλο˙ πρόβλημά τους.
         Στὰ τέσσερα Εὐαγγέλια, στὶς Πράξεις, καὶ στὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ ἀναφέρονται δέκα φορὲς ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ (Μθ 12,46-50˙ 13,54-58˙ Λκ 8,19-21˙ Μρ 3,31-35˙ 6,3˙ Ἰω 2,12˙ 7,8-10˙ 19,25-27˙ Πρξ 1,14˙ Α’ Κο 9,5), ἄλλη μία φορὰ οἱ παρ̉ αὐτοῦ (Μρ 3,21), ὅπου πάλι ἐννοοῦνται οἱ λεγόμενοι ἀδελφοί του. καὶ τὶς δύο φορές, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κατονομάζονται τέσσερες ἀδελφοί του, Ἰάκωβος Ἰωσῆς Σίμων Ἰούδας, ἀναφέρονται καὶ πᾶσαι αἱ ἀδελφαί του (Μθ 13,55˙ Μρ 6,3), διατύπωσι ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν τοὐλάχιστο τρεῖς. νομίζω δὲ ὅτι καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἦταν πέντε, διότι ἀλλοῦ ἀναφέρεται καὶ Ἰάκωβος μικρὸς ὁ γιὸς τῆς Μαρίας τοῦ Κλωπᾶ καὶ ἀδελφῆς (=ἐξαδέρφης ἢ συννύμφου) τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰωσῆ (Μθ 27,56˙ Μρ 15,40˙47), διατυπώσεις ποὺ δείχνουν ὅτι πρῶτον ὑπῆρχαν δύο ἀδελφοὶ(=ἐξάδελφοι) Ἰάκωβοι, μέγας καὶ ὁ μικρός, κι ὅτι οἱ δυὸ γιοὶ τῆς ἐν λόγῳ Μαρίας τοῦ Κλωπᾶ Ἰάκωβος μικρὸς καὶ Ἰωσῆς εἶναι μὲν οἱ δυό τους ἀδέρφια, ἀλλὰ τῶν ἄλλων τριῶν, Ἰακώβου μεγάλου καὶ Σίμωνος καὶ Ἰούδα, εἶναι ἐξαδέρφια. ἄρα μποροῦσαν καὶ ὅλοι μαζὶ οἱ λεγόμενοι ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ νὰ εἶναι ἐξαδέρφια του˙ τὸ ἴδιο καὶ αἱ ἀδελφαὶ πᾶσαι ἐξαδέρφες του. ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα μέχρι καὶ τὰ χρόνια τῆς συντάξεως τῆς Κ. Διαθήκης ἡ λέξι ἐξάδελφος δὲν ὑπάρχει, κι ὁ ἐξάδερφος λέγεται πάντα ἀδελφός. ἡ λέξι ἐξάδελφος συναντᾶται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα κατὰ τὰ τέλη τοῦ Α’ μ.Χ. αἰῶνος στὴν Ἀρχαιολογία (20, 236) τοῦ Ἰωσήπου, βιβλίο ἄγνωστο στοὺς ἀποστόλους καὶ μεταγενέστερό τους, καὶ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς ἑλληνόγλωσσες παραλλαγὲς τοῦ ἀλεξανδρινοῦ ἰουδαϊκοῦ μυθιστορήματος Τωβὶτ (1,22˙ 11,17) ἀγνώστου καὶ μεταγενεστέρου τῶν ἀποστόλων καὶ ὁπωσδήποτε ἀπαραδέκτου στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς γιὰ τὶς μαγικὲς δοξασίες του (8,1-3 ἐκδίωξι δαιμονίων μὲ καπνὸ ἀπὸ καῦσι ξηραμένου ἥπατος ψαριοῦ τοῦ Νείλου) καὶ τὶς ἄλλες ἀντιβιβλικὲς κακοδοξίες του. ἀπὸ τὸ Β’ αἰῶνα ἡ λέξι ἐξάδελφος μπαίνει καὶ σὲ περισσότερα κι αὐθεντικώτερα ἑλληνικὰ κείμενα, ἂν καὶ εἶναι νεολογισμὸς ποὺ ἐνοχλεῖ τὸν εἰδωλολάτρη λεξικογράφο Φρύνιχο (Ἐκλ., 274˙ ἐξάδελφος ἀποδιοπομπητέον, ἀνεψιὸς δὲ ῥητέον). ἀλλὰ κι ἂν ἦταν γνωστὴ ἡ λέξι ἐξάδελφος στὰ χρόνια τῶν ἀποστόλων, ὡς σπάνια ἔστω, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι καὶ στὴν Καινὴ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀδελφοὶ λέγονται οἱ ἐξάδερφοι, καὶ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ δεύτεροι καὶ οἱ παραιτέρω, ἀκόμη καὶ οἱ συμφυλέτες καὶ οἱ ὁμοεθνεῖς. ἡ εὐαγγελικὴ περίπτωσι τῶν γιῶν τῆς προειρημένης Μαρίας Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ Ἰωσῆ οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς ἄλλους τρεῖς λέγονται ἀδελφοί, δείχνει σαφῶς ὅτι στὴ Βίβλο μέχρι τέλους οἱ ἐξάδερφοι λέγονται μὲ τὸν παλιὸ τρόπο ἀδελφοί. τέλος ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶχε ὁμομήτρια ἀδέρφια ἢ κι ἑτεροθαλῆ φαίνεται κι ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ Ἰωάννου (19,25-27), ὅτι ἀπὸ τὸ σταυρὸ ἀφήνει τὴν κηδεμονία τῆς μητέρας του στὸ μαθητή του, κι ὁ μαθητὴς μάλιστα τὴν παίρνει στὸ σπίτι του ἀμέσως ἀπ̉  ἐκείνης τῆς ὥρας, πρᾶγμα ποὺ δείχνει σαφῶς ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ἄλλα τέκνα δὲν εἶχε. ἀκόμη κι ἂν οἱ ἀδελφοὶ καὶ αἱ ἀδελφαὶ τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἑτεροθαλῆ ἀδέρφια του, παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναῖκα, ὅπως λέγεται κατ̉ ἀρχὴν ὄχι κακῶς, πάλι θὰ περιέθαλπαν τὴ μητρυιά τους αὐτοί, καὶ ὄχι ὁ ξένος. νέος εἶχα δεχτῆ τὴν ἄποψι ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀναγραφομένους ἀδελφοὺς τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἑτεροθαλῆ ἀδέρφια του (Ὑπόμν. εἰς Ἐπιστ. Ἰούδα, σ. 71, Θεσσαλονίκη 1970), ἀλλὰ τώρα δὲν τὴ δέχομαι. πιστεύω ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαί του ἦταν ἐξαδέρφια του ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ θετοῦ πατέρα του Ἰωσήφ˙ ἦταν ἁπλῶς ὁ παιδικός του περίγυρος.
         Τὰ στοιχεῖα, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὰ προεξετασμένα χωρία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκ παρθένου γέννησι τοῦ Κυρίου, εἶναι γιὰ τὴ μητέρα του Μαρία τ̉ ἀκόλουθα. ἀπὸ τοὺς συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης λέγεται πάντοτε Μαρία ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ˙ καὶ νομίζω ὅτι συνήθως τὴν ἔλεγαν ἔτσι. ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους λεγόταν μερικὲς φορὲς καὶ Μαρία ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου, πολὺ περισσότερο, ἀφοῦ μιὰ φορὰ στὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ (9,5) λέγεται καὶ ἡ ἀνάλογη διατύπωσι οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου.
         Ἦταν Ἰουδαία χωρικὴ ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ τοῦ Νότου, ἀπὸ τὴν ὑποφυλὴ τοῦ Δαυΐδ, ὅπως κι ὁ Ἰωσήφ. οἱ γονεῖς της δὲν κατονομάζονται, οὔτε φαίνεται ἂν ζοῦσαν κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ τὴν ἀρραβωνιάστηκε ὁ Ἰωσήφ. ἦταν πιθανώτατα ἀγρότες, ὅπως ὅλοι σχεδὸν οἱ κάτοικοι τῆς Ναζαρέτ, καὶ τὸ πιθανώτερο φτωχοί. φτωχὸς φαίνεται κι ὁ Ἰωσήφ˙ στὸ ἐπάγγελμα ἦταν τέκτων, δηλαδὴ «στεγαστής», ξυλουργὸς τῆς στεγάσεως σπιτιῶν καὶ ἄλλων κτηρίων˙ ὄχι ἐπιπλοποιὸς μαραγκός, ὅπως ἐπικράτησε νὰ λέγεται καὶ νὰ παριστάνεται ἀνοήτως ἀπὸ πολὺ ὄψιμη παπικὴ καὶ προτεσταντικὴ ἐπίδρασι. τὸ τέκτων εἶναι ῥηματικὸ οὐσιαστικὸ τοῦ τέγω, δηλαδὴ «στέγω», «στεγάζω», κάνω τέγη, στέγες καὶ κουφώματα. τὴν ἴδια τέχνη ἔμαθε καὶ ἄσκησε κι ὁ Κύριος μέχρι τὰ 30 του. δὲν λέγονται οὔτε φαίνονται πουθενὰ οἱ ἡλικίες τῆς παρθένου Μαρίας καὶ τοῦ μνηστῆρος της Ἰωσήφ. ὅταν ἀρραβωνιάστηκαν κι ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἡ μητέρα του δὲν ἦταν πάνω ἀπὸ 20 ἐτῶν κι ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἦταν πάνω ἀπὸ 40. τὰ κατώτερα ὅρια δὲν ἦταν κάτω ἀπὸ 13 καὶ 16 ἀντιστοίχως, ἀλλὰ στὴν προκειμένη περίπτωσι τόσο λίγα χρόνια ἡλικίας δὲν φαίνονται πιθανά. κι ὅταν ὁ Κύριος ἄρχισε τὸ κήρυγμά του, ὁ Ἰωσὴφ δὲν φαίνεται νὰ ζοῦσε. πάντως ὅταν παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ στὸ σπίτι του, δείχνοντας ἔτσι ὅτι εἶναι ὁ ἄντρας της, πρέπει νὰ ἦταν ἀκμαῖος ἄντρας, ὅπως δείχνουν τόσο τὸ ὅτι δίδαξε τὴν τέχνη του στὸ θετὸ γιό του Ἰησοῦ καὶ τὸν εἶχε συνεργάτη του τέλειο μάστορα (τέκτονα) κι αὐτόν, ὅσο καὶ τὸ ὅτι μὲ πολλὴ ἀξιοσύνη κι εὐελιξία πραγματοποίησε τὴν αἰφνίδια καὶ μακροχρόνια οἰκογενειακὴ μετοίκησί του στὴν Αἴγυπτο, καὶ τὴν ἐκεῖ ἐπιβίωσί του, καὶ τὴν ἀπὸ κεῖ ἐπάνοδό του στὴ Γαλιλαία, πράγματα πάντοτε δύσκολα καὶ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. γιὰ τὴ μορφή, τὴ σωματικὴ διάπλασι, καὶ τὴ λοιπὴ ἐξωτερικὴ ἐμφάνισι τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ γιὰ τὰ ἴδια γνωρίσματα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Ἰωσήφ, δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὴν Κ. Διαθήκη οὔτε ὑπαινιγμός˙ οὔτε γιὰ κανένα ἄλλο ἅγιο πρόσωπο. ἡ Κ. Διαθήκη δὲν δίνει ποτὲ γιὰ κανένα τέτοια στοιχεῖα. εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ πνεῦμα της. ἀσφαλῶς ἦταν ὅλοι τους λίγο μελαχροινοί, ὅπως ἁπαξάπαντες οἱ πρὸ τοῦ 70 μ.Χ. ἀμιγεῖς Ἰσραηλῖτες. θὰ ἔλεγα οἱ τέκτονες ἦταν καὶ μυϊκῶς ῥωμαλέοι, ὅπως ἀπαιτοῦσε τὸ ἐπάγγελμά τους. ἀνέβαζαν ψηλὰ μεγάλα βάρη, σήκωναν βαριὰ κεραμίδια καὶ δοκάρια, πόρτες, παράθυρα, καὶ ἄλλα οἰκοδομικὰ ὑλικά. τὸ ἐπάγγελμά τους ἦταν κι ἐλαφρῶς ἐπικίνδυνο, ὅπως εἶναι πάντοτε τὰ οἰκοδομικά.
         Ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ἀπὸ μικρὴ εἶχε καλὴ γνῶσι τῆς Βίβλου, ὅπως δείχνει ὁ ψαλμός της (Λκ 1,47-55)˙ προφανῶς ὄχι μόνο ἀπὸ ἀκρόασι στὴ συναγωγὴ ἀλλὰ κι ἀπὸ ἰδιαίτερη κατ̉ οἶκον μελέτη προσωπικὴ ἢ οἰκογενειακή. οἱ μεγάλες προσδοκίες τοῦ Ἰσραὴλ γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν προφητειῶν, ζήτημα καὶ πίστεως καὶ γνώσεως, δονοῦσαν τὴν ὕπαρξί της. τὸ ποιητικὸ ταλέντο (ὁ ψαλμός της στὴν ἑβραϊκὴ ἦταν φυσικὰ ἔμμετρος) ἦταν στὸν Ἰσραὴλ συχνὸ λόγῳ τῆς δισυλλαβίας τῆς γλώσσης ἐκείνης. (στὴν ἑλληνικὴ ἡ τρισυλλαβία δυσκολεύει κάπως τὴ σύνταξι ἐμμέτρων ποιημάτων, σὲ ἄλλες δὲ γλῶσσες ἡ πολυσυλλαβία τὴ δυσχεραίνει πολύ). στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα ποίημα μποροῦσε νὰ συνθέσῃ εὔκολα σχεδὸν ὁ καθένας.
         Ἡ πίστι ἡ ἁγνότης ἡ ταπεινοφροσύνη ἡ σεμνότης ἡ νοητικὴ εὐφυΐα ἡ σύνεσι καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ καρτερία ἦταν προσόντα ποὺ ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου τὰ εἷχε σὲ ἰδιαίτερα ὑψηλὸ βαθμό. ἔτσι δείχνουν τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα τῆς Κ. Διαθήκης, τὰ ὁποῖα παρέθεσα. γενικῶς, νομίζω, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἀνώτερη ὅλων τῶν γυναικῶν τῆς παρελθούσης τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης ἀνθρωπότητος. αὐτὸ τὸ συμπεραίνω ἀπὸ τὴν ἐπιλογή της ὡς μητέρας τοῦ Κυρίου κι ἀπὸ τὴ φράσι τοῦ ἀγγέλου Γαβριὴλ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ κι ἀπὸ τὴ δική της θεόπνευστη καὶ προφητικὴ φράσι ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. εἶναι αὐτονόητο ὅτι κι αὐτὴ κι ὁ Ἰωσὴφ ἦταν προφῆτες˙ ἐπίσης κι ὁ Ζαχαρίας μὲ τὴν Ἐλισάβετ καὶ τὸ γιό τους Ἰωάννη. ὅλος ὁ περίγυρος τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου ἦταν ἐκλεκτὰ πρόσωπα τοῦ θεοῦ καὶ θεόπνευστοι. σ̉ αὐτὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ ὁ πρεσβύτης Συμεών, καὶ ἡ Ἄννα τοῦ Φανουήλ, καὶ οἱ ἁπλοῖ ποιμένες, καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ μάγοι, ὅσοι κι ἂν ἦταν.
         Κατὰ τὴν ἀνάστασί του ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε ἐμφανίστηκε καὶ στὴ μητέρα του, ἀλλὰ τέτοια ἐμφάνισί του δὲν ἀναφέρεται, ἐπειδὴ ὡς μάρτυρες τῆς ἀναστάσεως ἀναγράφονται τὴ μὲν πρώτη φορὰ (Α’ Κο 15,1-11) μόνο ἄντρες, τὶς δὲ ἑπόμενες φορὲς (Εὐαγγέλια) καὶ λίγες γυναῖκες. ἡ μητέρα τοῦ ἴδιου γιὰ λόγους εὐνοήτους δὲν ἀναγράφεται ὡς μάρτυς τῆς ἀναστάσεως τοῦ γιοῦ της ποτέ˙ οἱ ἀρχαῖοι Χριστιανοὶ εἶχαν τάκτ. συμπεριλήφθηκε ἀνάμεσα στοὺς πρώτους Χριστιανούς. σύμφωνα μὲ τὰ μαθήματα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ γιό της στὴν Κανὰ (Ἰω 2,1-5) στὴν Καπερναοὺμ (Μθ 12,46-50˙ Λκ 8,19-21˙ Μρ 3,31-35) καὶ στὸ Γολγοθά (Ἰω 19,27), δὲν ἀναμίχθηκε στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ποτὲ καὶ δὲν εἶχε ἐκκλησιαστικὸ λόγο ποτέ, ὑπῆρξε δὲ τὸ τέλειο ὑπόδειγμα γιὰ τὶς Χριστιανὲς γυναῖκες, τηρώντας τὶς γι̉̉ αὐτὲς προδιαγραφές, ποὺ διατύπωσε ἀργότερα ὁ Παῦλος (Α’ Τι 2,11-14)˙ καὶ πιθανὸν ὁ ἀπόστολος νὰ τὶς διατύπωσε ἔχοντας ὑπόδειγμα τὴ μητέρα τοῦ Κυρίου. ὡς μέλος τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας ὑπῆρξε τόσο σιωπηλή, ὥστε μετὰ τὴν παρουσία της στὸ ὑπερῷο τῆς Ἰερουσαλὴμ μεταξὺ ἀναλήψεως καὶ πεντηκοστῆς δὲν ἀναφέρεται ποτὲ πουθενὰ καὶ δὲν λέγεται πουθενὰ πότε καὶ ποῦ καὶ πῶς πέθανε.
         Ἂν ζοῦσε μέχρι τὸ 60 μ. Χ., ὅταν περίπου οἱ ἐπιζῶντες ἀπόστολοι τῆς περιτομῆς, Πέτρος Ἰωάννης Ἰούδας καὶ ἄλλοι ἴσως, μετακόμισαν στὴ Βαβυλῶνα τῆς Αἰγύπτου (=Μέμφις, Κάιρο) (Α’ Πε 5,13), εἶναι πιθανὸ πρῶτον νὰ τὴ γνώρισαν κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρξ 15,6-33˙ 21,15 - 23,35) κι ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ γράφει γι̉ αὐτὴ τὰ περισσότερα καὶ ἰδιωτικώτερα, καὶ δεύτερον νὰ ἔφυγε γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Αἴγυπτο μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη καὶ νὰ πέθανε ἐκεῖ, ἀφοῦ εἶδε τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ῥιζωμένη γιὰ τὰ καλά.
         Γιὰ τὶς ἔξω ἀπὸ τὴ Βίβλο «πληροφορίες» γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ ἐπιφυλακτικοί. ἐγὼ εἰδικὰ δὲν τὶς δέχομαι καθόλου. κανεὶς Χριστιανὸς δὲν ἔχει ὑποχρέωσι νὰ δέχεται «πληροφορίες» ἔξω ἀπὸ τὴ Βίβλο. ἄλλο οἱ ἑρμηνεῖες τῶν πατέρων καὶ ἡ χριστιανικὴ πρακτική τους κι ἄλλο οἱ «πληροφορίες». καὶ δὲν τὶς δέχομαι, ἐπειδὴ ἡ κύρια πηγή τους εἶναι τὸ ἐξωκανονικὸ καὶ πολὺ ὄψιμο, τοῦ Γ’αἰῶνος, καὶ πλαστὸ κι ἀπόκρυφο καὶ νοσηρὸ κι ἀναξιόπιστο καὶ κακόδοξο καὶ βλάσφημο καὶ σιχαμερὸ «Εὐαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου», τοῦ ὁποίου πολλὰ λεγόμενα ἕνας σεμνὸς Χριστιανὸς ντρέπεται καὶ νὰ τὰ σκεφτῇ˙ τόσο σιχαμερὰ εἶναι. καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἴδιο βιβλίο ἀλλοῦ νὰ εἶναι κακόδοξο αἱρετικὸ ἀναξιόπιστο βλάσφημο καὶ σιχαμερὸ κι ἀλλοῦ ἀξιόπιστο˙ Οὐ συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα˙ καὶ Τὸ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ, λέει ὁ Κύριος (Μθ 7,16-17˙ Λκ 6,44-45˙ Ἰα 3,12). κι ὁ Παῦλος στοὺς Φιλίππους δὲν δέχτηκε τὴ συμμαρτυρία τῆς δαιμονισμένης τῆς ἐχούσης πνεῦμα πύθωνος (Πρξ 16, 16-18). γενικὰ δὲ γιὰ τὶς ἐξωβιβλικὲς δῆθεν «παραδόσεις», ὅτι πρέπει νὰ μὴν τὶς δέχεται ὁ σωστὸς Χριστιανός, μᾶς τὸ διδάσκει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀναφερόμενος σ̉ ἐκεῖνο τὸν ἀνόητο μῦθο, ποὺ κυκλοφοροῦσε γι̉ αὐτὸν τὸν ἴδιο, ὡς προφητεία δῆθεν τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ὁ εὐαγγελιστὴς ἀκόμη ζοῦσε, ὅτι τάχα οὐκ ἀποθνῄσκει (Ἰω 21,23), καὶ τὸν ὁποῖο ὁ ἀπόστολος διαψεύδει μὲ σιχασιά. θέλει νὰ μᾶς διδάξῃ ὅτι τὸ ψέμμα, γιὰ νὰ διεισδύσῃ στὴν ἀποστολικὴ παράδοσι καὶ νὰ ῥιζώσῃ, δὲν χρειάζεται μιὰ δεύτερη γενεά˙ μπορεῖ καὶ στὴν πρώτη. στὸ ζήτημα αὐτὸ ἀναφερόμενος κι ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γύρω στὸ 390 ἀρχίζοντας τὸ μεγάλο καὶ θεοφώτιστο ἑρμηνευτικό του ὑπόμνημα στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἐξηγεῖ καὶ τονίζει ὅτι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ προφορικὴ κι ἐξωβιβλικὴ παράδοσι εἶναι κάτι τὸ πολὺ ὀλισθηρὸ καὶ ἀνεύθυνο, ποὺ ὁδηγεῖ ταχύτατα σὲ ψεύδη καὶ παραχάραξι τῆς πίστεως καὶ μυθομανία, ὁ θεὸς φρόντισε ἐγκαίρως κι ἐξ ἀρχῆς νὰ παραδώσῃ τὸ θέλημά του γραπτὸ μὲ τὰ χέρια τῶν πρώτων καὶ ἀμέσων συνεργατῶν του, θεοπνεύστων προφητῶν καὶ ἀποστόλων, ὡς Γράμματα, δηλαδὴ Βίβλον, ὥστε νὰ μὴν μπορῇ νὰ παρεμβληθῇ καμμιὰ ἀπολύτως ἄλλη παράδοσι, διότι κάθε τέτοια ὁδηγεῖ τὴν ἐκκλησία σ̉ ἐπικίνδυνη διολίσθησι καὶ παραχάραξι καὶ ἀπώλεια τῆς ἀληθείας. σὰν τὸ «σπασμένο τηλέφωνο» θὰ λέγαμε σήμερα. καὶ εἰδικὰ στὴν περίπτωσι τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου λάλησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πολλὰ τέτοια καὶ πολὺ «σπασμένα τηλέφωνα» ἀγνώστων κι ἀνωνύμων καὶ πολὺ ἀνευθύνων ἀνθρώπων. ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ζωγραφίζεται ὑπευθύνως καὶ αὐθεντικῶς καὶ ἐπαρκῶς ἀπὸ τοὺς τέσσερες εὐαγγελιστὰς καὶ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, τῶν ὁποίων τὶς πληροφορίες παρέθεσα μετέφρασα ἑρμήνευσα καὶ σχολίασα.
 
 
Τὴ μελέτη μου αὐτὴ τὴν ἀφιερώνω
στὶς ἁγνὲς Χριστιανὲς μητέρες,
οἱ ὁποῖες ποτὲ καὶ μὲ κανέναν τρόπο
δὲν παρεμπόδισαν νὰ γεννηθοῦν
τὰ παιδιὰ ποὺ τὶς ἔδωσε ὁ θεός.
 
Μελέτες 5 (2008)