ΑΜΕΤΡΗ ΠΟΙΗΣΙ
 
 

         Σ̉ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ σ̉ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς ἡ ποίησι ἔχει στίχους ἐμμέτρους. διότι κατ̉ ἀρχὴν οἱ στίχοι μελοποιοῦνται κιόλας καὶ χορεύονται˙ ὁ δὲ χορὸς ἄμετρος καὶ ἄρρυθμος δὲν γίνεται. καὶ τὸ μέτρο τῶν στίχων εἶναι ἐξ ἀρχῆς καὶ μνημονικὴ τέχνη, ποὺ τέτοια δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ ἄμετρος λόγος ὁ πεζός, ὅταν μάλιστα εἶναι κι ἀκατάγραφος. τὸ μέτρο ἀναγκάζει τὸν ποιητικὸ λόγο νὰ ἔχῃ σύνταξι λίγο διαφορετικὴ ἀπὸ τὸν πεζό, κι αὐτὸ δημιουργεῖ τὸ ποιητικὸ ὕφος, τὸν ἀποφθεγματικὸ στόμφο.
         Ὅταν ἕνα ἔμμετρο προφορικὸ λογοτέχνημα ἢ γραπτὸ κείμενο μεταφράζεται σὲ ἄλλη γλῶσσα, ἀσφαλῶς χάνει τὸ μέτρο του. ἐξακολουθοῦν ὅμως νὰ ψηλαφῶνται οἱ στίχοι του, καὶ κυρίως ὅταν εἶναι τέλειοι. τέλειο στίχο ἔχουν πάντοτε τὰ βιβλικὰ ἔμμετρα κείμενα καὶ τὰ δημοτικὰ τραγούδια, καὶ σχεδὸν πάντοτε τὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη. στὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη λίγες φορὲς ὁ στίχος δὲν εἶναι τέλειος, δηλαδὴ τὸ νόημα διασκελίζει δύο στίχους˙ κι αὐτὸ τὸ φαινόμενο λέγεται ΄΄διασκελισμός΄΄. οἱ πρῶτοι στίχοι λ.χ. τόσο τῆς Ἰλιάδος ὅσο καὶ τῆς Ὀδυσσείας εἶναι ἀτελεῖς˙ τὸ νόημά τους στριμώχνεται καὶ στὸν ἑπόμενο στίχο. ἡ Ἰλιὰς ἀρχίζει˙

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληιάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην.

καὶ ἡ Ὀδύσσεια˙

Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη.

τὸ νόημα ὁλοκληρώνεται σὲ ἕνα στίχο καὶ κάτι. ὅσο πιὸ ἔντεχνη εἶναι μιὰ ποίησι τόσο πιὸ συχνὸ εἶναι τὸ φαινόμενο αὐτὸ τοῦ διασκελισμοῦ. ὅταν μεταφράζωνται ποιητικὰ ἔργα μὲ τέτοιους στίχους, οἱ στίχοι μετὰ τὴ μετάφρασι δὲν διακρίνονται.
         Στὰ νεώτερα χρόνια ἐμφανίστηκε καὶ ἡ ἄμετρη ΄΄ποίησι΄΄˙ εἶναι πεζὸς λόγος μὲ στόμφο ποιητικοῦ. λέγεται ὅτι ποιήματα σ̉ ΄΄ἐλεύθερο στίχο΄΄, ὅπως λὲν τὴν ἄμετρη ποίησι οἱ ΄΄ποιηταί΄΄ της, ἔγραψε πρώτη ἡ Ἀμερικανίδα Αἰμ. Ντίκινσον (Εm. Dickinson, Μασσαχουσέττη 1830 - 86) γύρω στὸ 1860. ἐγὼ ὅμως βρῆκα ὅτι πρῶτος ποὺ ἐμφάνισε ἄμετρη ΄΄ποίησι΄΄ εἶναι ὁ δίγλωσσος Ἀγγλοέλληνας Ἀνδρέας Κάλβος (1792 - 1869), ὁ ὁποῖος ἄρχισε ἀπὸ μετάφρασι. μετέφρασε κατὰ τὰ ἔτη 1824 - 26 γιὰ βιοπορισμό του στὴν Ἀγγλία τοὺς Ψαλμοὺς τῆς Βίβλου ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ στὴν ἑλληνικὴ γιὰ λογαριασμὸ τῶν ἐκεῖ ἑλληνογλώσσων ἀγγλικανῶν˙ γιατὶ κι ὁ ἴδιος ἦταν ἀγγλικανός. ἡ μετάφρασί του δημοσιεύτηκε τὸ 1826. βλέποντας ὁ Κάλβος ὅτι οἱ στίχοι στὴ μετάφρασι τόσο τὴν ἀγγλικὴ ὅσο καὶ τὴν ἑλληνικὴ εἶναι ἄμετροι, ἀλλὰ διακρίνονται, καθὼς δὲν ἦταν ποιητής, ἀλλ̉ ἤθελε ντὲ καὶ καλὰ νὰ εἶναι, τανύστηκε κι ἔγραψε κι αὐτὸς ΄΄ποιήματα΄΄ χωρὶς μέτρο. ἔγραψε στὴν ἑλληνικὴ τὶς 20 Ὠιδές του. τὶς εἶπε Ὠιδές*, ἐπειδὴ ἔτσι λέγονται στὴ Βίβλο οἱ Ψαλμοὶ ποὺ μετέφραζε. τὶς ἔγραφε ταυτόχρονα μὲ τὴν παρασκευὴ τῆς μεταφράσεώς του μὲ πολλὴ προσπάθεια καὶ μόχθο κατὰ τὴν τριετία 1824 - 26, μιμούμενος τοὺς Ψαλμοὺς ποὺ μετέφραζε, ὅπως τοὺς ἔβλεπε στὴν ἑλληνική του μετάφρασι, καὶ ὡλοκλήρωσε τὴ δημοσίευσί τους μαζὶ μὲ τὴ δημοσίευσι τοῦ Ψαλτηρίου τὸ 1826, ἀλλὰ φυσικὰ σὲ μιὰ ξεχωριστὴ φυλλάδα. βέβαια ὁ Κάλβος στὶς Ὠιδές του ἔχει κάποιο μέτρο τῆς φαντασίας του, αὐστηρὸ καὶ ἀπαράβατο μάλιστα, ἀλλ̉ αὐτὸ εἶναι μόνο μέτρημα συλλαβῶν, καὶ ὄχι καθόλου ποιητικὸ μέτρο. εἶναι σὰ νὰ παίρνῃς μιὰ τυχαία πεζὴ περίοδο λόγου καὶ νὰ τὴν κόβῃς σὲ ἰσοσύλλαβες σειρὲς κειμένου˙ σὰ νὰ γράφῃς δηλαδὴ

Τὴν ὥρα ποὺ εἴχαμε φτάσει στὴ μεγάλη
πλατεῖα, ὅλοι ψώνιζαν φρέσκες ντομάτες

καὶ νὰ τὸ λὲς αὐτὸ δεκατρισύλλαβο. ἤ, ἂν θέλῃς νὰ ἔχῃς καὶ στόμφο, νὰ γράφῃς˙

Καλπάζει μὲ τὸ ἄτι του ὁ ἀρει -
μάνιος Τουρκαλβανός, ἀλλ̉ ὁ ἀντρει -
ωμένος Ἕλλην μὲ τὸ ἀσημοστό -
λιστο καριοφίλι του δὲν τὸν ἀφί -
ησι τὴν δόξαν νὰ τοῦ ἐπάρῃ

ἐκειὸς τῆς νίκης ἀπὸ τὰς χεῖρας του.
βροντάουσι τὰ σπαθιά του τ̉ ἀστραφτε -
ρὰ ὡσεὶ κουδοῦνες, ἀλλ̉ ἀπὸ τὰ χρυ -
σέα νέφη στάζει ἡ νίκη εἰς τοῦ
Ἕλληνος τὴν στίλβουσαν ἐσθῆτα
.

εἶναι γνωστὸ βέβαια ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι ποιηταὶ τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος (Κάλβος, Σολωμός, κλπ.) δὲν τὸ εἶχαν σὲ τίποτε στὴν ἀλλαγὴ στίχου νὰ κόβουν καὶ λέξεις, στὴ δὲ ἀλλαγὴ στροφῆς νὰ κόβουν καὶ προτάσεις. ὁ ποιητικὸς στιχοκοπτικὸς καὶ στροφοκοπτικὸς μπαλτᾶς τους ἔπεφτε στὸ μπακλαβᾶ τοῦ κειμένου ὅπου λάχῃ. τὰ φαινόμενα τῆς τέτοιας στιχοκοπτικῆς τὰ βλέπει κανεὶς καὶ στὸ Σολωμό, ὁ ὁποῖος στὸν Ὕμνο στὴν Ἐλευθερία, στροφὴ 51, λέει˙

Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς˙
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ̉ αὐτούς.

 

γιὰ νὰ ταιριάζουν σὰν ὁμοικατάληκτα τὸ μισὸ θέρι- καὶ τὸ μέρη καὶ γιὰ νὰ μετρηθοῦν οἱ ὀχτὼ συλλαβές.
         Τὸ τάνυσμα ποὺ κάνουν γιὰ νὰ στιχουργήσουν προκαλεῖ πολλὰ γλωσσικὰ φαιδρά. ἡ γλῶσσα τοῦ Σολωμοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει λέξεις ἀνάκατες ἀρχαΐζουσες, δημοτικές, καὶ ΄΄τοῦ πεζοδρομίου΄΄, εἶναι καὶ καθ̉ ἑαυτὴν παρδαλὴ καὶ ἀσυνεπής. ἄλλοτε ἐκεῖνος καὶ θρησκεία, κι ἄλλοτε ἐκειὸς καὶ θρησκειά, ἐπειδὴ ἔτσι βολεύεται ἡ τανυσμένη στιχουργία. καὶ πολλοὶ ἀνύπαρκτοι τύποι˙ ῥήχνει (ῥήγνυται τὸ κῦμα), νικεῖ, μνέσκει (= μένει), φθονάει, εἰσὲ (= εἰς, σὲ), ἅλυσαις, σημείωσαις, κλπ.. πολὺ χειρότερα ὁ Κάλβος˙ ἐχθαίρουσιν, πάντοτες, χρυσέα, χρυσᾶ, ἀργυρᾶ, χάλκεα, κεῖ (= ἐκεῖ), τύμβον ὑψήνορα (!), χαϊδεύουν, στέκονται, ἄμμετε, ἀεροκινεῖται, τ̉ ἄρματα ἡμεῖς ἀδράξαμεν, πετάουσι - πετάουν, ἀποσπάουσι, κτυπάουσι, βροντάουσι, σιγάουσι, κρυφοβροντάει, χαμογελάεις, (λέοντος) λαιμὸν τετριχωμένον, τὰ σμάραγδα, παραπονοῦντα (= παραπονούμενον), ἔγινον (= ἔγιναν, ἐγένοντο), μιμήσατε (= μιμήσασθε), κερία (= κεριά, κηρία), ὦ Δάματρα (= ὦ Δάματερ, ὦ Δήμητρα), ἄφηκα, ἄφηκας, ἀχνύζετε (= ἄχνυσθε = ἀναστενάζετε ἂχ ἄχ), τεθνημένων (= τεθνηκότων, πεθαμένων), μὴ παραιτήσῃς (= μὴ παραιτηθῇς, μὴν τὰ παρατήσῃς), τὴν στάμναν (= τὴν στάμνον, τὴ στάμνα), σκύπτουσιν, (= κύπτουσι, σκύβουν), νὰ ζεστάσωμεν, τῶν ξίφων, σᾶς ἀτιμήσω (= σᾶς ἀτιμάσω), κατεγκρήμνισον (= κατακρήμνισον, καταγκρέμισε), ψωμοζητοῦντες, Παντοδυναμώτατε, τῆς Κυθήρας (= τῶν Κυθήρων), καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα τέτοια, ποὺ σὲ πολλὰ θὰ μποροῦσε, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχει γλῶσσα ἀνάκατη παρδαλὴ καὶ μαλλιαρή, νὰ χρησιμοποιήσῃ γιὰ τὸ μέτρο του τὸν ἀρχαϊκὸ τύπο (λ.χ. κύπτουσιν), σὲ πολλὰ τὸ δημοτικὸ τύπο (λ.χ. παρατήσῃς), καὶ σὲ πολλὰ ὁποιονδήποτε ἀπὸ τοὺς δύο τύπους (λ.χ. τεθνηκότων, πεθαμένων, σκοτωμένων), πρᾶγμα ποὺ δείχνει ὅτι ἦταν πέρα γιὰ πέρα ἀγράμματος. μοῦ θυμίζει ἕναν ἀγράμματο κι ἐπιδειξία δεκανέα, πού, ἐπειδὴ ἄκουγε νὰ παραγγέλλουμε ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ΄΄Ἄνετα!΄΄, κι ἄλλοι ΄΄Ἀνέτως!΄΄, αὐτὸς ἄρχισε νὰ παραγγέλλῃ ΄΄Ἀνέτα!΄΄, ἢ ἕναν ποὺ ἔλεγε ΄΄ἄραγες΄΄, ΄΄τότες΄΄, ΄΄ἐπειδής΄΄, καὶ ΄΄τίποτες΄΄, κι ὅταν τοῦ εἶπα ΄΄Κόφτο, ῥὲ Βάγγο, τὸ -ς΄΄, ἄρχισε νὰ λέῃ ΄΄ἐπίτηδε΄΄ καὶ ΄΄χθὲ΄΄ καὶ ΄΄διαμπερέ΄΄. κι ὅλον αὐτὸ τὸν ἀνύπαρκτο ΄΄ἑλληνικὸ΄΄ δῆθεν διαλεκτικὸ ἀχταρμᾶ ὁ Κάλβος τὸν ἔφτιαξε, ἐπειδὴ ἦταν ἀνάγκη τῆς ποιητικῆς μεζούρας του. δὲν μποροῦσε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν κομπλεξικὴ κάψα νὰ εἶναι ποιητής.
         Πόσο δὲ ἀμαθεῖς, ἀκόμη καὶ στὰ ποιητικὰ πράγματα, ἦταν καὶ οἱ δυὸ ἐν λόγῳ ποιηταί, Σολωμὸς καὶ Κάλβος, φαίνεται ἀπὸ πολλὰ ποὺ τοὺς ξεφεύγουν. λένε λ.χ. τοὺς Τούρκους Ἀγαρηνούς (Σολ., Ὕμν. Έλευθ., 112. Κάλβ., Λυρ. 2, 22˙ 4, 19), ἐπειδὴ τοὺς μπερδεύουν μὲ τοὺς ἄλλους μουσουλμάνους τοὺς Ἄραβες, ἐνῷ οἱ δυὸ λαοὶ δὲν ἔχουν καμμιὰ φυλετικὴ σχέσι. λέει ὁ Σολωμὸς (Ὕμνος. Ἐλευθ., 86)

Φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ,

ἐπειδὴ φαντάζεται ὅτι ὁ Πίνδαρος ἔγραψε γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἐνῷ ὁ Πίνδαρος ποτὲ πουθενὰ δὲν ἔγραψε γι̉ αὐτή, κι ἐπὶ πλέον ἔχει τὸ στίγμα ὅτι στὴ μάχη τῶν Πλαταιῶν πολέμησε μὲ τοὺς Πέρσες ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ὑποδούλωσι τῆς Ἑλλάδος˙ ὁ δὲ Κάλβος στοὺς ΄΄στίχους΄΄ του (ᾨδ. 6, 20)

Οἱ φοίνικες ξηραίνονται
τῆς Εἰλειθυίας

νομίζει ὅτι ἡ θεὰ τοῦ τοκετοῦ καὶ τῶν λεχώνων ἦταν θεὰ τῆς δόξης. εἶναι καὶ παγανισταί!

΄΄  Ὅλα τὰ εἶχε ἡ Μαριορή, κι ὁ φερετζὲς τῆς ἔλειπε΄΄.

ὁ Κάλβος βέβαια σαφῶς περισσότερο ἀπὸ τὸ Σολωμό. ὁ Σολωμὸς ὡς παπικὸς δὲν παγάνιζε καὶ τόσο τολμηρά.
         Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἀπὸ τέτοιους φτιάχτηκε κι ἐμφανίστηκε ἡ ἄμετρη ποίησι, ἡ καὶ μὲ ἐμφανῆ ἀλαζονεία λεγόμενη ΄΄ἐλεύθερος στίχος΄΄. ἑξήντα δύο χρόνια μετὰ τὴν ἐκτύπωσι τῆς μοναδικῆς του φυλλάδας τῶν Ὠιδῶν καὶ 20 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κάλβου, τὸ 1888, βρῆκε καταχωνιασμένη κάπου τὴν ἄνοστη φυλλάδα του ὁ ποιητὴς Κ. Παλαμᾶς, καὶ τοῦ ἄρεσε πολὺ ἡ ἰδέα νὰ γράφῃ κανεὶς ποιήματα χωρὶς μέτρο˙ ἐπειδὴ κι ἐκεῖνος ὁ ἴδιος δυσκολευόταν στὸ μέτρο πολύ, ἐνῷ τοῦ ἄρεσε νὰ ἐκφράζεται μὲ στόμφο καὶ ἀποφθεγματικὸ ὕφος λαλοῦντος θέσφατα. καὶ πρόβαλε πολὺ τὴν ἄγνωστη φυλλάδα ποὺ βρῆκε, κι ἔκανε γνωστὸ τὸν μέχρι τότε ξεχασμένο καὶ ἄγνωστο Κάλβο καὶ μιμήθηκε πολὺ τοὺς ἀμέτρους στίχους του. ὁ Κάλβος τοῦ ἔλυσε τὰ χέρια˙ ἡ φυλλάδα του τὸν διευκόλυνε πολὺ καὶ τὸν βόλευε. ἀπὸ τότε ἡ ποίησι μὲ ἀμέτρους στίχους ἔγινε μόδα καὶ διαδόθηκε σὰν πυρκαϊὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ παντοῦ. καὶ σήμερα, ποὺ οἱ ποιηταὶ εἶναι εἶδος σὲ πληθωρισμό, ἐπικρατεῖ σ̉ ὅλο τὸν κόσμο. γιατὶ πολλοὶ μὴ ποιηταὶ θέλουν νὰ δημοσιεύουν ΄΄ποιήματά΄΄ τους, γιὰ νὰ εἶναι ποιηταί.
         Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι ἡ ἄμετρη ποίησι, ὁ ΄΄ἐλεύθερος στίχος΄΄ ὅπως τὴ λὲν οἱ ΄΄ποιηταί΄΄ της, ἐννοώντας γιὰ τὸν πραγματικὸ κι ἔμμετρο στίχο ὅτι εἶναι δουλικός, δὲν εἶναι ποίησι˙ εἶναι ἁπλῶς στομφώδης πεζὸς λόγος˙ εἶδος ῥητορείας ἢ καὶ φανφάρας.
         Σήμερα ἐνθαρρύνει πολὺ καὶ πολλαπλασιάζει τοὺς μὴ ποιητάς, ποὺ τανύζονται νὰ γίνουν ποιηταί, τὸ ὅτι ἡ ἔκδοσι ἐντύπου βιβλίου σὲ σχέσι μὲ τὸ εἰσόδημα τῶν περισσοτέρων εἶναι πρᾶγμα πολὺ φτηνό. εἶναι δὲ καὶ εὔκολο, ἐπειδὴ τὴν ὀρθογραφία τὴ συνεισφέρουν οἱ πληκτρολόγοι ἢ ἀκόμη καὶ τὰ πληκτρολόγια, οἱ μηχανές. κι ἔτσι μπορεῖ μὲ χρήματα σχετικῶς λίγα καὶ μὲ γράμματα ἀκόμη λιγώτερα νὰ ἐκδώσῃ βιβλίο ἢ βιβλία ὁ καθένας. κι ὅλοι αὐτοί, γιὰ νὰ γίνουν ποιηταί, χρειάζονται πολὺ τὸν λεγόμενο ΄΄ἐλεύθερο στίχο΄΄, τὴν ἄμετρη ποίησι.

* Ὠιδαὶ ἐπιγράφονται μόνο οἱ πρῶτες 10, οἱ δὲ ἄλλες 10 Λυρικά.

Μελέτες 2 (2008)