ΣΙΤΗΡΑ ΓΝΩΣΤΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
 
 

 

 
        Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ γενικὰ στὶς χῶρες τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου Θαλάσσης ἦταν γνωστὰ ἀπὸ τὰ προϊστορικὰ χρόνια τὰ ἑξῆς σιτηρά.
        1. Πυρός˙ ἢ σῖτος˙ σιτάρι˙ λατινιστὶ triticum˙ ἢ cibus˙ ἢ frumentum˙ βοτανικὸ ὄνομα triticum. βασικὴ τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γε 30,14. Ὅμηρος, Λ 69.
        2. Κρῖ˙ ἢ κριθή˙ κριθάρι˙ λατινιστὶ hordeum˙ ἢ hordea˙ βοτανικὸ ὄνομα hordeum. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζῴων. Γε 26,12. Ἀχαιικὴ πινακίδα ΚΝ G 820,1. Ὅμηρος, Λ 69.
        3. Ζέα˙ ἢ ζειά˙ ἢ τίφη˙ ἢ βρίζα˙ ἢ ὄλυρα˙ σήκαλι˙ λατινιστὶ far ἢ secale˙ βοτανικὸ ὄνομα secale. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἠσ 28,25. Ὅμηρος, Ε 196. ἀπὸ τὸ far παράγεται ἡ χωριάτικη λέξι φαρίνα (farina), ἄλευρο σηκάλεως˙ τώρα καλαμποκιοῦ.
        4. Κέγχρος˙ ἢ πάσπαλος˙ κεχρί˙ λατινιστὶ milium˙ βοτανικὸ ὄνομα panicum miliaceum. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζῴων. Ἠσ 28,25˙ Ἰζ 4,9. Ψευδησίοδος, Ἀσπ., 398-401. Ἡρόδοτος 4,17,1.
        5. Μελίνη˙ ἢ ἔλυμος˙ ἔλυμος (χοντρὸ κεχρί)˙ λατινιστὶ panicum elymus˙ βοτανικὸ ὄνομα milium. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζῴων. Ἡρόδοτος 3,17,4. Ξενοφῶν, Ἀν. 2,4,13.
        6. Βρόμος˙ βρόμη˙ λατινιστὶ avena˙ βοτανικὸ ὄνομα avena sativa. τροφὴ τῶν ζῴων. Θεόφραστος, Ἱστ. φυτ. 8,9,2.
        7. Αἶρα˙ ἢ ζιζάνιον˙ ᾖρα˙ ζιζάνιο˙ λατινιστὶ lolium (ἐξ οὗ καὶ λωλός, ἐπειδὴ δηλητηριάζει καὶ τρελλαίνει τὸν ἄνθρωπο)˙ ἢ zizanium˙ βοτανικὸ ὄνομα lolium tremulentum (ἐπειδὴ προκαλεῖ ζάλη καὶ τρεμούλα). Ἀριστοφάνης, ἀπόσπ. 412 Edmonds. Θεόφραστος, Ἱστ. φυτ. 1,5,2. τὸ ὄνομα ζιζάνιον εἶναι βιβλικὸ ἑβραϊκό (Μθ 13,25).
        8. Ὄρυζα˙ ἢ ὄρυζον˙ ῥύζι˙ λατινιστὶ oryza˙ βοτανικὸ ὄνομα oryza. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Θεόφραστος, Ἱστ. φυτ. 4,4,18. Στράβων 15,6,13. τὸ ῥύζι πρὸ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἦταν ἄγνωστο στὸν παραμεσόγειο κόσμο. μὲ τὶς κατακτήσεις του ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἰνδία καὶ καλλιεργήθηκε στὴν Αἴγυπτο, ἔδαφος ἑλληνικὸ τότε. στὴν Ἑλλάδα καλλιεργήθηκε τὸ 1953. μέχρι ἐδῶ τὰ σιτηρὰ τὰ γνωστὰ στὴν ἀρχαιότητα.
        9. Σόργον˙ ἢ σόργον τὸ σάρωθρον˙ σκουπόχορτο˙ βοτανικὸ ὄνομα sorgum scoparium. ἄγνωστο στὴν ἀρχαιότητα. τροφὴ τῶν ζῴων τὸ σπέρμα. τὸ στέλεχος τῆς φόβης του γίνεται σκούπα, ἡ παλιὰ γνωστὴ τριγωνικὴ καὶ πεπλατυσμένη σκούπα. ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἰνδία κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια, ἴσως ἐπὶ τουρκοκρατίας.
        10. Μάιζ˙ ζέα μαΰς˙ ἀραβόσιτος, καλαμπόκι. βοτανικὸ ὄνομα zea mays. τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζῴων. φυτὸ τῆς κεντρικῆς Ἀμερικῆς λεγόμενο στὴ γλῶσσα τῶν Μάγια μάιζ. τὸ ἔφερε στὴν Ἱσπανία ὁ Φερδινάνδος Κορτὲζ τὸ 1500. ἀπὸ κεῖ διαδόθηκε στὶς παραμεσόγειες χῶρες. στὴν Ἑλλάδα ἦρθε γύρω στὸ 1600 ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ στὸ νομὸ Σερρῶν λέγεται καὶ μισίρι (= Αἴγυπτος, αἰγυπτιακὸ σιτάρι). λέγεται δὲ καὶ ἀραπόσταρο ἢ μπαρμπαρόσταρο (Κέρκυρα). στὴ βοτανικὴ τοῦ δόθηκε τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ὄνομα τῆς σηκάλεως ζέα μαζὶ μὲ τὸ ἀμερικανικό του ὄνομα μάιζ ἐκλατινισμένο (zea mays), στὴ δὲ ἀρχαΐζουσα ἑλληνικὴ τὸ ἀραπόσταρο ἔγινε ἀραβόσιτος, ἔπειτα δὲ στὴ Μάλτα araboci - ἀραμπόκι, καὶ πάλι ἐδῶ καλαμπόκι.
        Στὴν οἰκογένεια αὐτὴ τῶν σιτηρῶν ἢ ἀγρωστωδῶν ἢ καὶ γραμινιδῶν (graminaceae), ὅπως λέγονται στὴ βοτανικὴ ὀνοματολογία, ἀνήκουν καὶ τὰ γνωστὰ κι αὐτοφυῆ στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸν παραμεσόγειο κόσμο ἀπὸ χρόνια προϊστορικὰ φυτὰ ἄγρωστις ἢ ἀγριάδα, κυριώτερο φυτὸ βοσκῆς, καὶ κάλαμοςδόναξκάννα (σημιτικὸ) τὸ κάθε καλάμι, λατινιστὶ fistulaharundo ἢ calamuscanna, χρήσιμο στοὺς ἀρχαίους, γιὰ νὰ κάνουν γραφίδες, μετρικοὺς πήχεις (κανόνες), βέλη, αὐλοὺς καὶ ἄλλα μουσικὰ ὄργανα, μασούρια (πηνία), λαβὲς χειρουργικῶν νυστεριῶν, σωλῆνες ὑδρεύσεως (cannales - κανάλια, cannulas - κάνουλες), καὶ ἄλλα πράγματα. στὴν ἴδια οἰκογένεια ἀνήκει καὶ τὸ ζαχαροκάλαμο (saccharum), ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγαίνει ἡ ζάχαρι.
        Τὰ σιτηρὰ ὑπῆρξαν καὶ εἶναι ἀκόμη ἡ κυριώτερη φυτικὴ τροφὴ τῆς ἀνθρωπότητος, μὲ δεύτερη τὴν πατάτα. καὶ κυρίως ὁ σῖτος ὑπῆρξε ἡ κυριώτερη τροφὴ τῆς λευκῆς φυλῆς, ἡ ὄρυζα ἡ κυριώτερη τῆς ἀσιατικῆς κίτρινης φυλῆς, (ἀντιστρόφως, δὲν γνώριζαν ἡ λευκὴ φυλὴ τὸ ῥύζι καὶ ἡ κίτρινη φυλὴ τὸ σιτάρι), τὸ δὲ καλαμπόκι ὑπῆρξε ἡ κυριώτερη τροφὴ τῆς ἀμερικανικῆς κίτρινης φυλῆς (τῶν Παλαιοαμερικανῶν), ἡ ὁποία ἀγνοοῦσε καὶ τὸ σιτάρι καὶ τὸ ῥύζι. ἡ δὲ μαύρη φυλὴ τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας δὲν γνώριζε γενικῶς τὰ σιτηρά. σήμερα κύρια φυτικὴ τροφὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι τὸ σιτάρι, δεύτερες δὲ τὸ καλαμπόκι, τὸ ῥύζι, ἡ πατάτα, ἡ ζάχαρι, τὸ λάδι μαζὶ μὲ τὰ σπορέλαια, καὶ τὸ κρασί.
        Τοῦ σίτου τῆς κριθῆς καὶ τῆς σηκάλεως δὲν ἀνευρίσκεται σήμερα τὸ ἄγριο φυτό.
 
Μελέτες 4 (2008)