Η ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
 
 
 
     Σήμερα τὸ ν̉ ἀνάψουν οἱ ἄνθρωποι φωτιὰ εἶναι τόσο εὔκολο, ποὺ ἔχουμε κάψει τὰ περισσότερα δάση τῆς γῆς κατὰ λάθος. μ̉ ἕνα κουτὶ σπίρτα καίει κανεὶς ὅλα τὰ δάση τῆς παραμεσογείου Εὐρώπης. τὰ σπίρτα, προέκτασι καὶ τεχνικὴ βελτίωσι ἑνὸς ἀρχαίου τρόπου ἀνάμματος φωτιᾶς, εἶναι εὐρωπαϊκὸ ἐπίτευγμα τοῦ 1805. στὴν Ἑλλάδα πρῶτος ἔφερε σπίρτα κι ἐπέδειξε τὸ ἄναμμά τους σ̉ ἕνα ἀθηναϊκὸ σαλόνι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Γεώργιος Σταύρου γύρω στὸ 1850. πιὸ μπροστὰ ἄναβαν φωτιὰ ἢ πυροδοτοῦσαν τὰ πυροβόλα ὅπλα μὲ τσακμάκι ἀπὸ ἀτσάλι καὶ πυριτόλιθο, πρᾶγμα ποὺ συνεχίζεται καὶ σήμερα μὲ τὴ βελτιωμένη τεχνικὴ τῶν κοινῶν ἀναπτήρων.
     Στὴν ἀρχαιότητα ὅμως τὸ ν̉ ἀνάψουν οἱ ἄνθρωποι φωτιὰ ἦταν ἐπίτευγμα δυσκατόρθωτο. καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ ἐπίτευγμα εἶχαν μόνο τὸ λαχεῖο νὰ ἐξοικονομήσουν φωτιὰ ἀπὸ κάποιον κεραυνὸ ἢ σπανιώτερα ἀπὸ κάποιο ἡφαίστειο, ποὺ προκαλοῦσαν πυρκαϊές, κι ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα μεριμνοῦσαν γιὰ τὴ μακροχρόνια διατήρησί της μὲ πολλὴ ἐπαγρύπνησι˙ τέτοια ἐπαγρύπνησι, ποὺ ἡ ἀντίστοιχή της ὀλιγωρία, ἡ ὁποία εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ τοὺς σβήσῃ ἡ φωτιὰ καὶ νὰ τὴ χάσουν, συνεπαγόταν γιὰ τὸν ὑπεύθυνο μέχρι καὶ καταδίκη σὲ θάνατο. σὲ μιὰ ἐποχὴ ὁπωσδήποτε προϊστορική, ποὺ οἱ ἄνθρωποι στὶς κυνηγετικὲς κι ἁλιευτικὲς ἢ κτηνοτροφικὲς καὶ γεωργικὲς ἐργασίες των ἀγωνίζονταν ὑπέρμετρα γιὰ τὴν ἐπιβίωσί τους σχεδὸν ὅλοι, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ κάνουν παῦσι, παρὰ μόνο γιὰ νὰ φᾶν καὶ νὰ κοιμηθοῦν, εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ μόνοι σχολάζοντες ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἔπειθαν τοὺς ἄλλους ὅτι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐξιλέωσί τους ἀπέναντι στὸ θεό, δηλαδὴ οἱ ἱερεῖς. γι̉ αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἢ καὶ ὁ ἴδιος ὁ θεός, στὰ ἱερατεῖα τους καὶ στὰ ἱερά τους ἀνέθεταν καὶ τὴ φύλαξι καὶ διατήρησι τῆς φωτιᾶς.
     Στὸν Ἰσραὴλ ὁ θεὸς διὰ τοῦ Μωϋσέως θεσπίζει στὸ Νόμο γιὰ τὴ διατήρησι τῆς φωτιᾶς αὐστηρὲς διατάξεις. ἀφ̉ ἑνὸς στὸ μοναδικὸ θυσιαστήριο τοῦ μοναδικοῦ ναοῦ τους πρέπει ἡ φωτιὰ νὰ καίῃ συνεχῶς μέρα νύχτα, ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ γίνωνται θυσίες. ἕνα μικρὸ λάθος στὸ σχετικὸ πρόγραμμα ἐκ μέρους τῶν δυὸ πρώτων γιῶν καὶ συναρχιερέων τοῦ Ἀαρὼν πληρώνεται μὲ τὴ θανάτωσί τους ἐκ μέρους τοῦ θεοῦ (Λε 10,1-7). θεσπίζει λοιπόν˙ Πῦρ διὰ παντὸς καυθήσεται ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον˙ οὐ σβεσθήσεται (Λε 6,6). ἀφ̉ ἑτέρου, γιὰ λόγους περισσότερης ἀσφαλείας, θεσπίζει, τὴ νύχτα μόνο, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη ἐπαγρύπνησι βρίσκεται στὴ μέγιστη χαλάρωσί της, ν̉ ἀνάβῃ καὶ νὰ καίῃ μέσα στὸ ναὸ καὶ ἡ ἑπτάφωτη λυχνία (φύλαξι τῆς φωτιᾶς ἀπὸ βροχή). κι αὐτὸ νὰ γίνεται ἐνδελεχῶς καὶ νὰ εἶναι νόμιμον αἰώνιον (= ἔθιμο ἀκατάργητο κι ἀναντικατάστατο) ( Ἔξ 27,20-21˙ Λε 24,3-4). τὸ λάθος τῶν γιῶν τοῦ ἀρχιερέως ποὺ θανατώθηκαν δὲν ἦταν ὅτι τοὺς ἔσβησε ἡ φωτιά, ἀλλ̉ ὅτι πῆραν γιὰ τὸ ναὸ φωτιὰ ἀπ̉ ἔξω (πῦρ ἀλλότριον), ἐνῷ αὐτὸ ἀπαγορευόταν μὲ ποινὴ θανάτου. ὁ προφανὴς λόγος εἶναι ὅτι δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ μπῇ στὸ ἱερὸ τοῦ θεοῦ βέβηλη φωτιὰ ἀπὸ σπίτια θνητῶν˙ ἐπιτρεπόταν ὅμως ἡ φωτιὰ τοῦ ἱεροῦ νὰ βγῇ στὰ σπίτια γιὰ κοινὴ χρῆσι. πίσω ἀπὸ τὴ θεοτικὴ ἐπιταγὴ κρύβεται ὁ πρακτικὸς λόγος τῆς θείας φροντίδος˙ οἱ ἱερεῖς φύλακες τῆς φωτιᾶς δὲν ἐπιτρεπόταν ν̉ ἀμελοῦν βασιζόμενοι στὸ ὅτι σὲ κάποιο σπίτι θὰ ἔβρισκαν φωτιά˙ τὰ σπίτια μόνο μποροῦσαν νὰ βασίζωνται στὴ φωτιὰ τοῦ ναοῦ ποὺ διατηροῦσαν οἱ ἱερεῖς˙ ὄχι τὸ ἀντίστροφο, ποὺ θὰ ἔφερνε ὀλιγωρία καὶ ἀπώλεια τῆς φωτιᾶς. ὁ προϊστορικὸς ἢ πρωτόγονος ἄνθρωπος πολλὰ πράγματα τὰ καταλάβαινε μόνο σὰ θεοτικὲς προσταγὲς μὲ τὴν παράβασί τους τιμωρούμενη θανάσιμα, καὶ μόνο σὰν τέτοιες τὶς ἐφήρμοζε. ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀρχεῖο φωτιᾶς.
     Στὴν ἀρχαία Ῥώμη τὴν πηγαία φωτιὰ τῆς ἐπικρατείας τὴ φύλαγε στὸ ναὸ τῆς Ἑστίας (aedesVestae˙ Ἑστία = Vesta = ἑστία, καμίνι, τζάκι, φωτιὰ) τὸ εἰδικὸ ἱερατεῖο τῶν παρθένων τῆς ἙστίαςἙστιάδων παρθένων (virginesVestales). ἦταν ἱέρειες ἰσοβίως παρθένες ἢ κατὰ τὸν Δίωνα Κάσσιο ἀειπάρθενοι, σὰ νὰ λέμε καλόγριες, γιὰ νὰ μὴν περισπᾶται ἡ προσοχή τους ἀπὸ οἰκογενειακὲς ἢ ἄλλες μέριμνες. ὁ Κικέρων λέει –σὰ νὰ θεσπίζῃ– στοὺς Νόμους του˙ VirginesVestalesinurbecustodiuntoignemfocipublicisempiternum (= Παρθένες Ἑστιάδες στὴν πολιτεία νὰ φυλάγουν τὴ φωτιὰ τοῦ δημοσίου βωμοῦ παντοτινή˙ De legibus 2,20). ὁ Τάκιτος στὰ Χρονικά του (Ann. 2,86˙ 11,32) ἀναφέρει Ἑστιάδα παρθένο πολὺ ἡλικιωμένη, καὶ ἄλλη μία ποὺ ἱεράτευσε 57 χρόνια. οἱ Ἑστιάδες ἦταν πολλὲς καὶ κάποια ἀπ̉ αὐτὲς ἦταν maxima, σὰ νὰ λέμε ἡγουμένη ἢ πρωθιέρεια. τὸ σβήσιμο τῆς φωτιᾶς τοῦ βωμοῦ τῆς Ἑστίας εἶχε ἀναχθῆ σὲ μέγιστο δυστύχημα καὶ ἐθνικὴ γρουσουζιά. ἡ ποινὴ τῆς ὀλιγωρίας, ποὺ θὰ ἔκανε νὰ σβήσῃ ἡ φωτιά, ἦταν καὶ στὴ Ῥώμη θάνατος. (βλ. καὶ Cicero, Re publ. 2,26˙ 3,17. Tibullus 2,5,51-54. Ovidius, Trist. 2,311˙ 3,1,29˙ Pont. 4,13,29-30. Seneca, De otio 2,2. Tacitus, Ann. 2,34. Suetonius, Iul. 1,2˙ 83,1˙ Aug. 31,3˙ 44,3˙ 101,1˙ Tiber. 2,4˙ 50,3˙ 76,1˙ Nero 12,4˙ 19,1˙ 28,1˙ Vitel. 16,1˙ Domit. 8,3-4. Δίων Κάσσιος, Ῥωμ. ἱστ. 56,5,7˙ 59,3,4).
     Στὴν Ἑλλάδα ἡ φύλαξι τῆς κεκτημένης φωτιᾶς ἀπὸ ἱερατεῖο σὲ ναοὺς σὰ θεσμὸς ἔχει τὴν ἀνάμνησι πολὺ φθαρμένη στὸ μῦθο τοῦ Προμηθέως, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ δώσῃ, νομίζω, τὴ φωτιὰ στοὺς πολῖτες, ἢ μετὰ ἀπὸ φθορὰ καὶ μυθοποίησι ‘‘στοὺς ἀνθρώπους’’, τὴν πῆρε ‘‘ἀπὸ τοὺς θεούς’’˙ ἀρχικά, νομίζω, ἐννοοῦνταν ὅτι ἕνας προμηθεύς, δηλαδὴ ἱερεὺς ‘‘προμηθευτὴς’’ τῆς φωτιᾶς, τὴν ἔπαιρνε ἀπὸ ναὸ θεῶν, ἀπὸ βωμὸ ἢ θυμιατήριο ποὺ ἔκαιγε διαρκῶς γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, καὶ τὴ μοίραζε στοὺς πολῖτες. ἔπειτα αὐτὸ ἀπὸ ἁπλῆ πρᾶξι ἔγινε τελετή, ἔπειτα μῦθος γιὰ κλοπὴ φωτιᾶς (ἱερατικὸ σενάριο), κι ἔπειτα τραγικὸς μῦθος γιὰ πλέξιμο (‘‘γύρισμα ταινίας’’ τὸ λέμε σήμερα) λυπητερῶν τραγῳδιῶν, σὰν τὴν τραγῳδία τοῦ Αἰσχύλου Προμηθεὺςπυρφόρος ἢ καὶ σὰν τὸ ἀντίστοιχο σατυρικὸ δρᾶμα τοῦ ἴδιου Προμηθεὺςπυρκαϊεύς. (οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὅ,τι τραγῳδοῦσαν στὰ σοβαρὰ καὶ τραγικά, συνήθιζαν ἔπειτα νὰ τὸ γελοιοποιοῦν κιόλας). μετέφερε δὲ κατὰ τὸ μῦθο ὁ Προμηθεὺς τὴ φωτιὰ στοὺς ἀνθρώπους μέσα σὲ ‘‘νάρθηκα’’ (ἐννάρθηκικρύψας κατὰ τὸν Ἀπολλόδωρο 1,7,1), δηλαδὴ σὲ καλάμι ἢ ἄλλο σωλῆνα τεχνητό, ἴσως κυλινδρικὸ πήλινο ἀγγεῖο, ὅπου ὑπῆρχε σὰ στουπὶ μιὰ ἀπὸ τὶς ὗλες ποὺ προσφέρονται γιὰ βραδύκαυστη καύτρα, σὰν τὸ σημερινὸ τσιγάρο ἢ σὰν τὴν ξηραμμένη βουνιὰ τοῦ βοδιοῦ ἢ καβαλίνα τοῦ ἵππου καὶ τοῦ γαϊδάρου παλιότερα, ποὺ ἐπιβίωσαν μέχρι σήμερα. τέτοιες καῦτρες προσφέρουν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προειρημένα ὑλικὰ καὶ οἱ ξηραμμένες καὶ στεγνὲς ψίχες (ἐντεριῶνες) φυτῶν καὶ κυρίως ὁ μύκητας διαφόρων δασικῶν δέντρων ὁ λεγόμενος στὴ βοτανικὴ στερεὸντῆςδρυὸς (stereum quercinum) ἢ στὴ χωριάτικη ἀγροτικὴ γλῶσσα ἴσκναἴσκα. ὁ σκληρὸς σὰν ξύλο αὐτὸς μύκητας, ὅταν κοπανιστῇ, μαλακώνει καὶ γίνεται σὰ βαμπάκι. καὶ στὴν Ἑλλάδα ἡ ποινὴ γιὰ ὁποιαδήποτε παράβασι σχετικὴ μ̉ αὐτὴ τὴ φύλαξι τῆς φωτιᾶς ἦταν ὁ θάνατος μὲ κάρφωμα τοῦ ἐνόχου σὲ τοῖχο ἢ σὲ δέντρο, ἢ στὸν Καύκασο, ὅταν ὁ θεσμὸς ἐκφυλίστηκε σὲ μῦθο κι ἔγινε καὶ θέμα τραγῳδιῶν σὰν τὸν Προμηθέαδεσμώτην τοῦ Αἰσχύλου πάλι καὶ ἄλλων μερικῶν τραγικῶν (Ἡσίοδος, Θεογ., 563-7. Αἰσχύλος, Πρ. δεσμ., 109-111). κατὰ τὸν Ε’ π.Χ. αἰῶνα ὑπῆρχε ἀκόμη ἱερεὺς ὀργιαστικῆς ἱερατείας ὁ βακχεὺςναρθηκοφόρος, ὁ ὁποῖος σὲ τελετὲς μοίραζε στοὺς τελουμένους πυρσώδηφλόγαπεύκαςἐκνάρθηκος˙ ἦταν δηλαδὴ προμηθεύς, προμηθευτὴς φωτιᾶς (Εὐριπίδης, Βάκχ., 145-8. Πλάτων, Φαίδ., 69c. Πλούταρχος, Κωλώτ., 2   1107d).
     Στὴν προκολομβιανὴ Ἀμερικὴ οἱ ἰθαγενεῖς, οἱ ἔπειτα συμβατικῶς λεγόμενοι ‘‘Ἰνδιάνοι’’, φύλαγαν στὰ ἱερά τους τὴ φωτιὰ πάλι σὲ νάρθηκες γεμισμένους μὲ ὑλικὸ κατάλληλο γιὰ βραδύκαυστη καύτρα, ὄχι ἐντεριώνη ὅπως στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ξηρὰ ψιλοκομμένα φύλλα καπνοῦ. αὐτοὶ οἱ ἰνδιάνικοι νάρθηκες μποροῦσαν ἀπὸ τὴ μιά τους ἄκρη, γι̉ ἀναζωπύρωσι τῆς καύτρας, νὰ φυσῶνται κιόλας μὲ τὸ στόμα˙ ἦταν δηλαδὴ πίπες ἢ λουλᾶδες. οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἐθίστηκαν κι ἐξαρτήθηκαν ἀπὸ τὸ δηλητήριο τοῦ ὑλικοῦ τῆς καύτρας, τὴ νικοτίνη, κι ἀντὶ ἐμφυσήσεως ἔκαναν ἀναρρόφησι, ὁπότε προέκυψε τὸ κάπνισμα, τὸ τσιγάρο, τὸ γνωστὸ σήμερα παρὰ φύσιν πάθος, τὸ ὁποῖο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ 1500, ὑποδούλωσε ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ὑποσκάπτοντας τὴν ὑγεία της καὶ σακατεύοντας τὰ γονίδιά της.
     Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ τέτοια φύλαξι τῆς φωτιᾶς σὲ βωμοὺς καὶ ναούς, ὅταν ἀπὸ καθαρῶς τεχνικὴ μέριμνα μετεξελίχθηκε σὲ ἱερατικὴ τελετουργία καὶ προσέλαβε χαρακτῆρα ἱερὸ καὶ μυθικό, διατηρήθηκε σὰν τέτοια καὶ σὲ καιρὸ ποὺ ὡς τεχνικὴ μέριμνα ἔπαψε νὰ εἶναι ἀναγκαία. σὲ τέτοιον ὕστερο καιρὸ ἡ ἀρχική της προμήθεια δὲν γινόταν πλέον ἀπὸ κεραυνὸ φυσικά, ἀλλὰ μὲ διάφορα πυρεῖα, μὲ ἀναπτῆρες δηλαδὴ ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος. τότε καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν ἔπαιρναν πιὰ τὴ φωτιὰ ‘‘ἀπὸ τοὺς θεούς’’, ὅπως καυχῶνταν ἀρχικά, μὲ κεραυνό, ἀλλὰ τὴν ἄναβαν κι αὐτοὶ μὲ πυρεῖα. ἐξακολουθοῦσαν ὅμως νὰ κάνουν τὸν καμπόσο στὸ θρησκόληπτο λαό, πείθοντάς τον μὲ διάφορα τεχνάσματα ὅτι πάλι ‘‘ἀπὸ τοὺς θεοὺς’’ τὴν παίρνουν τὴ φωτιὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο. δὲν ἦταν κουτοὶ νὰ χάσουν τὸ πλεονέκτημα νὰ εἶναι στὸ λαὸ ἀπαραίτητοι καὶ θαυμαστοί, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ‘‘εἶχαν τὴ διαβολιὰ’’ νὰ ἐφεύρουν τρόπους ἀνάμματος φωτιᾶς, ποὺ καθιστοῦσαν τὴν προσφορὰ τῶν ἱερέων - προμηθέων περιττή. ἄλλωστε καὶ τ̉ ἀργυρολογικὰ ἐνδιαφέροντα τῶν ἱερέων δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ κάνουν μιὰ τέτοια τακτικὴ ὑποχώρησι.
     Ἕνα τέτοιο ἱερατικὸ τέχνασμα γιὰ ἄναμμα ‘‘ἁγίας φωτιᾶς’’ ἢ ‘‘ἁγίου φωτός’’, φακιρικὴ καὶ ταχυδακτυλουργικὴ θαυματοποιία γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τῶν ἱερέων δύο λυδικῶν πόλεων καὶ ἀρχαίων προσκυνημάτων τῆς Μ. Ἀσίας ἀναφέρει ὁ Παυσανίας˙ ὁ ὁποῖος βέβαια, φανατικὸς εἰδωλολάτρης καὶ βαριὰ θρησκόληπτος ὤν, δεχόταν ὅτι πρόκειται πράγματι γιὰ θαῦμα τῶν θεῶν. γράφει˙
     Καὶ ἄλλο ἐν Λυδίᾳ θεασάμενος οἶδα …………, μάγων μέντοι σοφίας οὐδὲ αὐτὸ ἀπηλλαγμένον. ἔστι γὰρ Λυδοῖς ἐπίκλησιν Περσικοῖς ἱερὰ ἔν τε Ἱεροκαισαρείᾳ καλουμένῃ πόλει καὶ ἐν Ὑπαίποις, ἐν ἑκατέρῳ δὲ τῶν ἱερῶν οἴκημά τε καὶ ἐν τῷ οἰκήματί ἐστιν ἐπὶ βωμοῦ τέφρα˙ χρόα δὲ οὐ κατὰ τέφραν ἐστὶν αὐτῇ τὴν ἄλλην. ἐσελθὼν δὲ ἐς τὸ οἴκημα ἀνὴρ μάγος καὶ ξύλα ἐπιφορήσας αὖα ἐπὶ τὸν βωμὸν πρῶτα μὲν τιάραν ἐπέθετο ἐπὶ τῇ κεφαλῇ, δεύτερα δὲ ἐπίκλησιν ὅτου δὴ θεῶν ἐπᾴδει βάρβαρα καὶ οὐδαμῶς συνετὰ Ἕλλησιν˙ ἐπᾴδει δὲ ἐπιλεγόμενος ἐκ βιβλίου. ἄνευ τε δὴ πυρὸς ἀνάγκη πᾶσα ἁφθῆναι τὰ ξύλα καὶ περιφανῆ φλόγα ἐξ αὐτῶν ἐκλάμψαι. (Παυσανίας 5,27,5-6).
     Μεταφράζω˙
     Στὴ Λυδία εἶδα κι ἔμαθα κι ἄλλο ἕνα πρᾶγμα …, ποὺ κι αὐτὸ εἶναι ἕνα μαγικὸ ἐπίτευγμα. οἱ Λυδοί, ποὺ λέγονται Περσικοί, ἔχουν δυὸ ἱερά, ἕνα στὴν πόλι τὴ λεγόμενη Ἱεροκαισάρεια κι ἕνα στὰ Ὕπαιπα˙ στὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἱερὰ αὐτὰ ὑπάρχει ἕνα οἴκημα καὶ μέσα στὸ οἴκημα ὑπάρχει ἕνας βωμὸς μὲ τέφρα˙ τὸ χρῶμα τῆς τέφρας ἐκείνης δὲν εἶναι τὸ χρῶμα τῆς συνηθισμένης τέφρας. μπαίνει λοιπὸν μέσα στὸ οἴκημα ἕνας μάγος, σωριάζει ἐπάνω στὸ βωμὸ ξηρὰ ξύλα, φοράει στὸ κεφάλι του μιὰ τιάρα, καὶ μετὰ ἀπ̉ αὐτὸ ἐπικαλεῖται τὸ θεό, ὅποιον ἐπικαλεῖται, μὲ ψαλμῳδίες βάρβαρες καὶ γιὰ τὸν Ἕλληνα ἀκατανόητες. ψάλλει δὲ μέσα ἀπὸ κάποιο βιβλίο. καὶ τότε, χωρὶς καμμιὰ φωτιά, τὰ ξύλα ἀναφλέγονται ὁπωσδήποτε κι ἀνυψώνεται ἀπ̉ αὐτὰ μιὰ φλόγα πελώρια καὶ λαμπερή.
ἡ ‘‘ἁγία φωτιὰ’’ δηλαδὴ ἄναβε μόνη της ἐκ θαύματος˙ φυσικὰ ἦταν ἱερατικὴ ἀπάτη.
     Ἀσφαλῶς μέχρι σήμερα οἱ φιλόλογοι δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἂν ἡ στάχτη ἐκείνη τοῦ βωμοῦ ἡ ἀλλιότικη στὸ χρῶμα ἦταν θειάφι ἢ θειάφι ἀνάμικτο μὲ χῶμα ἢ στάχτη βρεμένη μὲ λάδι ἢ καὶ μὲ πετρέλαιο ποὺ δὲν ἦταν ἄγνωστο ἀπὸ τὰ χρόνια ἤδη τοῦ Ἡροδότου. ὅσο γιὰ τότε, δὲν νομίζω ὅτι κι ἕνας Ἀριστοτέλης ἀκόμη θὰ τολμοῦσε ποτὲ νὰ κάνῃ μιὰ βέβηλη ἔρευνα ἢ ἀνίερες ἐρωτήσεις, γιὰ νὰ διαπιστώσῃ τί γίνεται μ̉ αὐτὴ τὴν αὐτόματη ‘‘ἁγία φωτιά’’ ἢ ‘‘ἅγιον φῶς’’, χωρὶς οἱ θρησκόληπτοι καὶ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες νὰ τὸν ξεσχίσουν ἐπὶ τόπου. ἐπρόκειτο γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες ἐκείνους τῆς παρακμῆς, ποὺ κατὰ τὸν ἴδιο ἐκεῖνο καιρό, ἔτσι γιὰ νὰ κάνουν χάζι, γιὰ θέασι ποδοσφαίρου ἢ τηλεοράσεως θὰ λέγαμε, ἔρριχναν τοὺς Χριστιανοὺς στὴ φωτιὰ καὶ στὰ λιοντάρια μέσα στὰ στάδιά τους. ὁ Παυσανίας εἶναι σύγχρονος μὲ τοὺς Χριστιανοὺς μάρτυρες Ἰγνάτιο καὶ Πολύκαρπο. καὶ οἱ δυὸ εἰρημένες πόλεις ἦταν στὴ γειτονιὰ τοῦ Πολυκάρπου. δὲν ἔχουμε τὴν παραμικρὴ εἴδησι ὅτι οἱ δυὸ ἐκεῖνοι ἅγιοι Χριστιανοὶ σχολίασαν ποτὲ τὴν ἰδιότυπη ἐκείνη εἰδωλολατρικὴ πυρομανία, μὲ τὴν ὁποία οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, μὲ τὴν ἠθικὴ συμπαράστασι καὶ τῶν θρησκολήπτων, ἐξαπατοῦσαν πολὺν ἀθῷο κόσμο μὲ τὴν ‘‘ἁγία φωτιά’’ τους. ἴσως οἱ δυὸ Χριστιανοὶ γιὰ ἕνα μέρος τοῦ κόσμου ἐκείνου νὰ ἔκαναν καὶ τὴ σκέψι ὅτι τὸ νὰ πέφτουν θύματα μιᾶς τέτοιας ἱερατικῆς ἀπάτης τὸ ἤθελε καὶ τὸ πετσί τους. δὲν μποροῦμε σήμερα νὰ ἑρμηνεύσουμε αὐτὴ τὴ νοοτροπία, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἕνα τέτοιο παράλληλο φαινόμενο οὔτε κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ὅπως λ.χ. τ̉ ἀναστενάρια ἢ τὰ καρναβάλια, οὔτε αὐτοφυῶς ἐμφανισμένο, ὅπως ἡ λῃστεία τραπεζῶν.
     Ἀπὸ τὸν Ζ’ π.Χ. αἰῶνα, ποὺ ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζωνται μεγάλες πολυεθνικὲς αὐτοκρατορίες (Βαβυλωνιακή, Περσική, Μακεδονική, Ῥωμαϊκή), οἱ ὁποῖες, περιλαμβάνοντας στὴ χοάνη τους πολλὰ ἔθνη, προκαλοῦσαν ἀμοιβαία ἀναμετάδοσι πολλῶν ἀρχαιοτέρων τοπικῶν ἐφευρέσεων κι ἀνακαλύψεων, ὅπως εἶναι τὸ πετρέλαιο, ὁ χάλυβας, κι ὁ πάπυρος, καὶ προωθοῦσαν τὴν τεχνικὴ ἐξέλιξι, ἐμφανίζονται καὶ στὴν τεχνικὴ τοῦ ἀνάμματος τῆς φωτιᾶς οἱ ἀναπτῆρες καὶ τὰ πυρηῖαπυρεῖα. ὁ ἑλληνορρωμαϊκὸς ἀρχαῖος κόσμος, καὶ μᾶλλον ὅλος ὁ παραμεσόγειος, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ κείμενά του, γνωρίζει τρία τέτοια μηχανήματα.
     Πρῶτο πυρεῖον, ἢ ἔστω αὐτὸ ποὺ ἔχει τὶς ἀρχαιότερες μαρτυρίες, εἶναι τὰ δύο τριβόμενα ξύλα. ἔτριβαν μεταξύ τους δύο ξύλα, κατὰ προτίμησι δέντρων ὑδροχαρῶν σύμφωνα μὲ τὴν πληροφορία τοῦ Μενέστορος καὶ τοῦ Θεοφράστου, μὲ μιὰ κίνησι ποὺ ἔμοιαζε ἢ μ̉ εὐθύγραμμο ξύσιμο ἢ μὲ τρυπανισμό, ὥσπου αὐτὰ ἀναφλέγονταν. αὐτὴ τὴ μηχανὴ μνημονεύουν ὁ Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν (F’ π.Χ. αἰ.), καὶ οἱ Σοφοκλῆς, Πλάτων, Μενέστωρ, Θεόφραστος, Ἀπολλώνιος Ῥόδιος, Θεόκριτος, Διόδωρος Σικελιώτης, καὶ Λουκιανός. (Ὕμνος εἰς Ἑρμῆν, 107-111, ὅπου ὁ τρόπος περιγράφεται καὶ ὁ Ἑρμῆς λέγεται ἐφευρέτης του. Σοφοκλῆς, Φιλ., 36. Πλάτων, Πολ., 4 (435a). Μενέστωρ, στὸ Θεόφραστο, Αἴτ. φυτ. 1,21,7. Ἀπολλώνιος Ῥόδ. 1,1184. Θεόκριτος, Διοσκ. (=22),33. Διόδωρος Σικ. 5,67,2. Λουκιανός, Ἀληθ. διηγ. 1,32).
     Δεύτερο πυρεῖον ἦταν τὸ ἡμισφαίριο κρυστάλλου ἢ ὑάλου (SiO2, χαλαζίου ἢ quartz), ἡμιπολυτίμων λίθων σκληρότητος 7 Μὸς καὶ ἀχρώμων καὶ διαυγῶν, ὁ κυρτὸς δηλαδὴ φακὸς μὲ τὸν ὁποῖο συγκέντρωναν τὴν ἡλιακὴ ἀκτινοβολία σὲ μιὰ ἑστία, μὲ τὸ γνωστὸ καὶ σήμερα τρόπο, πάνω σ̉ ἕνα εὔφλεκτο ὑλικὸ καὶ πετύχαιναν τὴν ἀνάφλεξί του. αὐτὴ τὴ μηχανὴ μνημονεύουν καὶ περιγράφουν οἱ Ἀριστοφάνης, Θεόφραστος, καὶ Πλούταρχος. (Ἀριστοφάνης, Νεφ., 766-9. Θεόφραστος, Πυρ., 73. Πλούταρχος, Νομ., 9,12˙ Ἄρατ. 3,2 (σκάφιον)).
     Τρίτο, τέλος, πυρεῖον ἦταν νὰ χτυποῦν χάλυβα πάνω σὲ πυριτόλιθον (silex κατὰ τὸ Βεργίλιο) καὶ νὰ αἰχμαλωτίζουν τὸν παραγόμενο σπινθῆρα μὲ στερεὸν τῆς δρυὸς (stereumquercinum)ἴσκνα, ποὺ προσφέρει καύτρα ὅσο κανένα ἄλλο ὑλικό. ὅσοι εἴμαστε σήμερα πάπποι, θυμούμαστε τοὺς πάππους μας μὲ τὸ πυρεῖον αὐτό, τὸ λεγόμενο τσακμάκι, στὸ ζουνάρι τους, μὲ τὸ ὁποῖο ἄναβαν φωτιὰ ὅποτε ἤθελαν˙ τὴν αἰχμαλώτιζαν ἢ μὲ ἴσκνα ἢ μὲ ἕνα χοντρὸ καὶ ἁπαλῆς ὑφῆς φιτίλι, βιομηχανικὸ ὑποκατάστατο τῆς ἴσκνας. αὐτὴ τὴ μηχανὴ μνημονεύουν οἱ Θεόφραστος, Βεργίλιος, καἰ Ἡσύχιος. (Θεόφραστος, Ἱστ. φυτ. 3,7,6 (μύκητες). Vergilius, Aen. 1,174-6˙ 6,6-7˙ ὁ Βεργίλιος ὑπαινίσσεται ὅτι χτυποῦσαν ἀχάτην μὲ πυριτόλιθον (achatessilex) κι ὅτι, ἀντὶ γιὰ μύκητα (=ἴσκνα) χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἀναφλέξιμο ὑλικὸ ξηρὰ φύλλα τοῦ δάσους. ἡ ἀνακρίβειά του γιὰ τὸν ἀχάτη, καὶ τὸ ὅτι μπερδεύει τὸ πυρεῖον αὐτὸ μὲ τὸ πρῶτο, ὀφείλεται στὸ ὅτι εἶναι ἐνημερωμένος μόνο ἀπὸ βιβλία, καὶ δὲν ἔχει ἄμεση ἐμπειρία. Ἡσύχιος, λ. κύων). ὁ Θεόφραστος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μνημονεύει καὶ τὰ τρία ἀρχαῖα πυρεῖα.
     Σήμερα οἱ μὲν ἀναπτῆρες μὲ τὸν χαλύβδινο τροχίσκο καὶ τὴν τσακμακόπετρα εἶναι βελτίωσι τοῦ τρίτου ἀρχαίου πυρείου, τὰ δὲ σπίρτα, τριβόμενα ξύλα ποὺ ἔχουν στὸ ἄκρο τοῦ ἑνὸς καὶ στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἄλλου ἐπάλειψι ἀπὸ εὔφλεκτα ὑλικὰ (θειάφι, φωσφόρο, κλπ.), εἶναι βελτίωσι τοῦ πρώτου ἀρχαίου πυρείου.
 

Μελέτες 6 (2010)