ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 
 

 

       Οἱ ὅροι θεολόγος καὶ θεολογία εἶναι κατ̉ ἀρχὴν εἰδωλολατρικοί. συναντῶνται γιὰ πρώτη φορὰ ἀλλὰ σὰν προϋπάρχοντες καὶ προεγνωσμένοι ὅροι τὸν Δ’ π.Χ. αἰῶνα στὸν Πλάτωνα καὶ στὸν Ἀριστοτέλη. οἱ δυὸ αὐτοὶ λὲν θεολόγους τοὺς μυθολόγους τῆς εἰδωλολατρίας, ὅπως τὸν Ἡσίοδο, καὶ θεολογίαθεολογίας σὲ πληθυντικὸ τόσο τὴν εἰδωλολατρικὴ μυθολογία ὅσο καὶ τοὺς περὶ θείου στοχασμοὺς τῶν φιλοσόφων (Πλάτων, Πολ. , 2 (379a). Ἀριστοτέλης, Μετεωρ. 2,1 (353α)∙ Μεταφ. 2,4∙ 5,1∙ 10,7∙ 11,10∙ (1000a∙ 1026a∙ 1064a∙ 1075b∙). καὶ πολλοὶ ἄλλοι).
     Στὴ χριστιανικὴ γραμματεία εἰσήγαγαν τοὺς ὅρους θεολόγος θεολογία θεολογῶ ὁ Ὠριγένης κι ὁ ἀρειανὸς Εὐσέβιος Καισαρείας (Ὠριγένης, Κελσ. 2,71. Εὐσέβιος, Εὐ. πρ. 2,1,5∙ 10,1,5∙ 11,7,9). ὁ Ὠριγένης ἐννοεῖ τὸ θεολογῶ μὲ τὴ χριστιανική του ἔννοια, ὁ Εὐσέβιος τὸ θεολόγος μὲ τὴ χριστιανική, καὶ τὸ θεολογία τόσο μὲ τὴ χριστιανικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εἰδωλολατρική. στὴ χριστιανικὴ γραμματεία θεολόγος λέγεται ἄλλοτε ὁ θεόπνευστος προφήτης ἢ ἀπόστολος καὶ συντάκτης τῆς Βίβλου, κι ἄλλοτε ὁ ἐπιστήμων τῶν ἱερῶν κειμένων. ἡ δεύτερη σημασία εἶναι μόνο τῶν νεωτέρων χρόνων, δηλαδὴ τῶν μετατυπογραφικῶν, καὶ μάλιστα κατ̉ ἀρχὴν προτεσταντικῆς ἐπινοήσεως καὶ χρήσεως. στὴν ἑλληνόγλωσση χριστιανικὴ ἀρχαιότητα θεολόγος χαρακτηρίστηκε ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὡς θεόπνευστος καὶ μάλιστα θεατὴς καὶ συντάκτης τῆς Ἀποκαλύψεως, κι ἔπειτα κάπως καταχρηστικῶς, ἢ μᾶλλον μὲ πληθωρισμένη τὴ σημασία του καὶ σὲ κάποια ἔκπτωσι, τόσο ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνὸς ὅσο καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Παφλαγὼν ὁ λεγόμενος καὶ νέος θεολόγος∙ ἐννοήθηκαν ἀπὸ τοὺς θαυμαστάς των, σὲ ὄψιμα χρόνια μόνον, ὡς περίπου ἰσαπόστολοι καὶ θεόπνευστοι. καὶ θεολογία λεγόταν ἀρχικὰ ἡ θεόπνευστη διδαχή. ἡ τέτοια ὀνομασία γιὰ τὴν ἐπιστήμη εἶναι ὅπως καὶ τὸ θεολόγος προτεσταντικῆς πρῶτα ἐπινοήσεως καὶ χρήσεως, ἔπειτα παπικῆς χρήσεως, καὶ τελευταία καὶ ὀρθοδόξου χρήσεως.
     Φιλολογία καὶ θεολογία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἐπιστήμη. ὅπως λέμε "ἑλληνικὴ φιλολογία"," λατινικὴ φιλολογία"," ἀγγλικὴ φιλολογία",
"ἀραβικὴ φιλολογία", ἔτσι μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ "χριστιανικὴ φιλολογία". κατ̉ ἄλλον τρόπο ἡ θεολογία εἶναι μιὰ εἰδικὴ φιλολογία ποὺ ἔχει γνωστικό της ἀντικείμενο τὶς χριστιανικὲς γραμματεῖες μόνο, ἀλλ̉ ἐπεκτείνεται σὲ πολλὲς γλῶσσες∙ γιὰ τὴν ἀρχαιότητα σὲ 11 γλῶσσες∙ σ̉ ὅσες εἶναι γραμμένη ἡ ἀρχαία χριστιανικὴ γραμματεία. εἶναι ὅμως ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ καὶ ἱστορία∙ ἱστορία τῶν παραμεσογείων χωρῶν κατὰ τὰ βιβλικὰ χρόνια, κι ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. εἶναι καὶ ἀρχαιολογία τῶν βιβλικῶν χρόνων στὸν ἴδιο χῶρο. εἶναι τέλος καὶ συστηματικὴ ἐπιστήμη στὴν ἐξέτασι τῶν δογμάτων. οἱ κλάδοι τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς εἶναι τέσσερες∙ βιβλικὴ φιλολογία, χριστιανικὴ φιλολογία, ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, καὶ δογματική. ἡ ἱστορία κι ἀρχαιολογία-πραγματολογία τῶν βιβλικῶν χρόνων καὶ τόπων εἶναι μέρος τῆς βιβλικῆς φιλολογίας, ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενό της εἶναι περιωρισμένο σὲ ἔκτασι∙ εἶναι ὅμως μεγάλο σὲ βάθος.      
       Οἱ θεολογικὲς σχολὲς ἐπεκτείνονται καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς ἢ μαθήματα, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐκκλησίας ἢ τῆς ἐκπαιδεύσεως. οἱ κύριοι ὅμως τομεῖς τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης εἶναι οἱ τέσσερες προειρημένοι.               
 
                                                                               Μελέτες 2 (2008)