ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ
 
 

 

 
      Ἡ μωσαϊκὴ λατρεία τοῦ Ἰσραὴλ ἦταν χωρὶς λόγο˙ ὅπως καὶ ὅλες οἱ προχριστιανικὲς λατρεῖες ὁποιουδήποτε θρησκεύματος˙ ἦταν μόνο θυσίες καὶ ἄλλες τελεστικὲς χειρονομίες. τὸ λόγο στὴ λατρεία εἰσήγαγε πρῶτος ὁ Δαυῒδ μὲ τοὺς Ψαλμούς του˙ καὶ ἦταν λόγος μελῳδούμενος. ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ μέχρι τὸ Δαυῒδ (1500 - 1100 π.Χ.) κατ̉ ἐξαίρεσι στὴ λατρεία τοῦ Ἰσραὴλ ὑπῆρχε μία μόνο τριπλῆ ἱερατικὴ εὐλογία, μὲ τὴν ὁποία οἱ ἱερεῖς εὐλογοῦσαν τὸ λαὸ σ̉ ὁποιαδήποτε περίπτωσι καὶ τὴν ὁποία, δοσμένη ἀπὸ τὸν Κύριο, διατύπωσε ὁ Μωϋσῆς (Ἀρ 6,24-25) ὡς ἑξῆς˙
Εὐλογήσαι σε Κύριος καὶ φυλάξαι σε.
Ἐπιφάναι Κύριος τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ σὲ καὶ ἐλεήσαι σε.
Ἐπάραι Κύριος τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ σὲ καὶ δώῃ σοι εἰρήνην.
ἀναφερόμενος στὴ συνέχεια ὁ Κύριος στὴν τριπλῆ ἐπίκλησι τοῦ ‘‘τετραγραμμάτου’’ ὀνόματός του Ιαυε (= Ὤν, Κύριος), προσθέτει˙ ‘‘Ἔτσι θὰ βάζουν σὰ σφραγῖδα τ̉ ὄνομά μου ἐπάνω στοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ (οἱ ἱερεῖς), κι ἐγὼ θὰ τοὺς εὐλογῶ’’ (Ἀρ 6,27).
      Αὐτὴ τὴν εὐλογία οἱ Ἰσραηλῖτες συνήθιζαν νὰ τὴ γράφουν σὲ μικρὰ καρτελλάκια δερμάτινα ἢ παπύρινα ἢ ἐλεφάντινα (φιλντισένια) ἢ μετάλλινα, κι αὐτὰ νὰ τὰ κρεμοῦν στὸν τράχηλό τους σὰ μενταγιόν˙ κι αὐτὰ ἦταν τὰ φυλακτήρια, δηλαδὴ φυλαχτά˙ γιὰ νἄχουν συνεχῶς ἐπάνω τους τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου καὶ τ̉ ὄνομά του. αὐτὰ ἀναφέρονται καὶ στὰ Εὐαγγέλια ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς φυλακτήρια (Μθ 23,5). ἤδη ὁ Κύριος στὸ Νόμο εἶχε διατάξει μὲ τὸ Μωϋσῆ στοὺς Ἰσραηλῖτες νὰ κεντοῦν μὲ κίτρινη κλωστὴ στὰ κράσπεδα τῶν πτερυγίων τῶν ἱματίων τους, δηλαδὴ περίπου στὰ πέτα καὶ στὶς μανσέτες, καὶ νὰ γράφουν στὰ περβάζια καὶ στὶς πόρτες των μνημόνια τῶν δέκα ἐντολῶν (Ἀρ 15,37 - 41˙ Δε 6,4 - 9). πρέπει νὰ ἦταν μόνο τ̉ ἀρχικὰ γράμματα τῶν ἐντολῶν γιὰ τὰ ῥοῦχα καὶ πλῆρες κείμενό τους γιὰ τὶς πόρτες. αὐτὰ ἦταν τὰ κράσπεδα. τὰ δὲ φυλακτήρια πρέπει νὰ ἐπινοήθηκαν τότε ἢ ἀργότερα ἀντὶ γιὰ τ̉ ἀπαράδεκτα εἰδωλολατρικὰ κοσμήματα - εἰδώλια - φυλαχτά (Γε 35,2 - 4), καὶ ἦταν τὰ καρτελλάκια ποὺ εἶπα προηγουμένως μὲ τὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο κείμενο τῆς τριπλῆς εὐλογίας (Ἀρ 6,24 - 26)˙ καὶ τὰ κρεμοῦσαν στὸν τράχηλό τους σὰ σταυρουδάκια. στὸ σχῆμα αὐτὰ τὰ δεύτερα καὶ στὴν ὕλη τους ἦταν ποικίλα. καί, ὅπως εἶπα, ἦταν καὶ μετάλλινα˙ χάλκινα ἢ ἀργυρᾶ ἢ χρυσᾶ, ἐπίπεδα σὰ καρτελλάκια ἢ καὶ μικρὲς ταινίες 10 x 2,5 ἑκατοστῶν, τυλιγμένες σὰν τὰ συνήθη χειρόγραφα σὲ μικροὺς κυλίνδρους (ῥόλους, εἰλητάρια, μεγιλώθ). αὐτὰ ὅλα, τόσο τὰ κράσπεδα ὅσο καὶ τὰ φυλακτήρια, ἐννοεῖ ὁ Χριστός, ὅταν λέῃ γιὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους ὅτι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις πλατύνουσι τὰ φυλακτήρια αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν (Μθ 23,5).
      Δυὸ τέτοια φυλακτήρια, μικροὶ κύλινδροι - εἰλητάρια, τῶν ὁποίων οἱ ταινίες ἔχουν πλάτος 2,5 ἑκατοστῶν καὶ μῆκος ἡ μία 10 κι ἡ ἄλλη 6 ἑκατοστῶν, ἀργυρὲς καὶ μὲ διάβρωσι ἀπὸ τὴν ὀξείδωσι, βρέθηκαν μέσα σὲ πήλινο σκεῦος σ̉ ἕναν ἰσραηλιτικὸ τάφο, εὑρισκόμενο κάτω ἀπὸ ἕναν κατεδαφισμένο καὶ παραχωμένο ἀρχαῖο χριστιανικὸ ναὸ δυτικὰ τῆς Ἰερουσαλήμ. στὸν ἴδιο τάφο βρέθηκε καὶ πανάρχαιο ἑλληνικὸ νόμισμα τῆς Κῶ κομμένο γύρω στὸ 600 π.Χ., τὸ ἀρχαιότερο ἑλληνικὸ ποὺ βρέθηκε.
      Τὰ δυὸ φυλακτήρια εἶναι κατασκευὲς καὶ χαράγματα τοῦ β’ μισοῦ τοῦ Ζ’ π.Χ. αἰῶνος, ἀρχαιότερα ἀπὸ τὴν ἅλωσι τῆς Ἰερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, κι ἔχουν ἐπάνω τους χαραγμένη ἀκέραιη τὴν προειρημένη εὐλογία τῶν ἱερέων τὴν καταχωρισμένη στὸ μωσαϊκὸ Νόμο (Ἀρ 6,24-26), τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα. ἡ εὐλογία τῶν φυλακτηρίων εἶναι γραμμένη μὲ τὴν ἀρχαία προαιχμαλωσιακὴ ἑβραϊκὴ ἀλφαβητικὴ γραφὴ τοῦ Ἰσραήλ, ἐκείνη ποὺ εἶναι ἴδια μὲ τὴ γραφὴ τοῦ ἱερατικοῦ ἡμερολογίου τῆς Γαζέρ (ΙΑ’ π.Χ. αἰ.), τῆς μωαβιτικῆς στήλης τοῦ Μωσά (Ι’ π.Χ. αἰ.), καὶ τῆς ἀριστερόστροφης ἑλληνικῆς ἐπιγραφῆς τῆς οἰνοχόης τοῦ Διπύλου (Η’ π.Χ. αἰ.). τὰ δυὸ φυλακτήρια μὲ τὸ βιβλικὸ κείμενο βρῆκε ὁ Ἰσραηλινὸς ἀρχαιολόγος Γαβριὴλ Μπάρκεϋ (G. Barkay) τὸ 1979, ἀλλ̉ ἐπειδὴ οἱ ἐκεῖ φανατικοὶ ἰουδαϊσταὶ θεωροῦν τὶς ἀνασκαφὲς τυμβωρυχία καὶ ἱεροσυλία καὶ ἀντιδροῦν πολὺ ἄγρια, ἀπέκρυψε τὴν ἀνακάλυψί του μέχρι τὸ 1986 ποὺ τελείωσε τὶς ἀνασκαφές του. τὸν Αὔγουστο τοῦ 1986 δημοσίευσε τὴν ἀνακάλυψι τὴν ἀνάγνωσι τὴ χρονολόγησι καὶ τὰ ὑπόλοιπα συμπεράσματα, ποὺ προέκυψαν, τὸ περιοδικὸ Discover. τὴν ἀνάγνωσι καὶ χρονολόγησι ἔκαναν ὁ ἴδιος ὁ Γ. Μπάρκεϋ καὶ ἄλλοι φιλόλογοι τῶν σημιτικῶν γλωσσῶν καὶ γραμματειῶν μὲ τὴ συνεργασία φυσικῶν ἐπιστημόνων τῆς Καλιφόρνιας μὲ μεθόδους τόσο φιλολογικὲς ἱστορικὲς κι ἀρχαιολογικὲς ὅσο καὶ φυσικές, τῆς τεχνολογίας ποὺ χρησιμοποιεῖται στὰ διαστημικὰ προγράμματα τῆς ΝΑΣΑ.
      Ἡ ἅλωσι τῆς Ἰερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους μὲ τὸ Ναβουχοδονόσορ ἔγινε τὸ 630 π.Χ., καὶ τὸ ἔτος αὐτὸ βγαίνει ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες χρονολογήσεις ὡς ἑξῆς. τὸ βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης Ἔσδρας ἀρχίζει λέγοντας˙
Καὶ ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει Κύρου τοῦ βασιλέως Περσῶν, τοῦ τελεσθῆναι λόγον Κυρίου ἀπὸ στόματος Ἰερεμίου ἐξήγειρε Κύριος τὸ πνεῦμα Κύρου βασιλέως Περσῶν, καὶ παρήγγειλε φωνὴν ἐν πάσῃ βασιλείᾳ αὐτοῦ καί γε ἐν γραπτῷ λέγων˙
‘‘Οὕτως εἶπε Κῦρος βασιλεὺς Περσῶν˙ Πάσας τὰς βασιλείας τῆς γῆς ἔδωκέ μοι Κύριος ὁ θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἐπεσκέψατο ἐπ̉ ἐμὲ τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον αὐτῷ ἐν Ἰερουσαλὴμ τῇ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ. τίς ἐν ὑμῖν ἀπὸ παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ; καὶ ἔσται ὁ θεὸς αὐτοῦ μετ̉ αὐτοῦ, καὶ ἀναβήσεται εἰς Ἰερουσαλὴμ τὴν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, καὶ οἰκοδομησάτω τὸν οἶκον θεοῦ Ἰσραήλ. καὶ πᾶς ὁ καταλιπόμενος ἀπὸ πάντων τῶν τόπων οὗ αὐτὸς παροικεῖ ἐκεῖ, καὶ λήψονται αὐτὸν ἄνδρες τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐν ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ καὶ ἀποσκευῇ καὶ κτήνεσι μετὰ τοῦ ἑκουσίου εἰς οἶκον τοῦ θεοῦ τοῦ ἐν Ἰερουσαλήμ’’.
Καὶ ἀνέστησαν ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῶν Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται, πάντων ὧν ἐξήγειρεν ὁ θεὸς τὸ πνεῦμα αὐτῶν τοῦ ἀναβῆναι οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου τὸν ἐν Ἰερουσαλήμ. (Ἔσ 1,1-5).
      Σαφῶς ὁ Κῦρος ἐκδίδει τὸ διάταγμα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν Ἰουδαίων καὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ κατεστραμμένου ναοῦ τῆς Ἰερουσαλὴμ ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει τῆς βασιλείας του. αὐτὴ εἶναι ἡ ‘‘διεθνὴς χρονολογία’’ τοῦ τότε παραμεσογείου κόσμου τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Κοντινῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴν ὁποία ὡς ἀφετηρία, κινούμενοι ἀνάστροφα, βρίσκουμε ὅλες τὶς χρονολογίες τῆς Π. Διαθήκης μέχρι τὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Σαοὺλ μὲ προσέγγισι ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ἀπὸ κεῖ καὶ πάνω μέχρι τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μὲ προσέγγισι ἀπὸ 10 μέχρι 30 ἐτῶν, καὶ μέχρι τὸν Ἀβραὰμ μὲ προσέγγισι περίπου 50 ἐτῶν. διότι ἡ Π. Διαθήκη δίνει συνεχεῖς χρονολογίες, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ βαβυλώνιο αἰχμαλωσία παράλληλες καὶ τριπλὲς καὶ συντονισμένες (βιβλίου Βασιλειῶν χρονολογίες βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ παράλληλες μεταξύ τους καὶ συντονισμένες ἀνὰ βασιλέα, καὶ βιβλίου Παραλειπομένης χρονολογίες βασιλέων Ἰούδα μόνο παράλληλες πρὸς τὶς διπλὲς τοῦ βιβλίου τῶν Βασιλειῶν), ἀλλὰ δὲν δίνει πρὸ τῆς ἐπανόδου ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία μιὰ διεθνῶς γνωστὴ χρονολογία, γιὰ νὰ τὶς ἐντάξουμε ὅλες στὴν παγκόσμια χρονολογία. στὸ βιβλίο ὅμως τῆς ἐπανόδου Ἔσδρας ( = Ἔσδρας + Νεεμίας) δίνει˙ δύο μάλιστα (Ἔσ 1,1˙ Νε 13,6)˙ μία αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος Κύρου καὶ μία τὸ τριακοστὸν καὶ δεύτερον ἔτος τοῦ βασιλέως Ἀρθασασθά ( = Ἀρταξέρξου Α’ τοῦ Μακρόχειρος, 433 π.Χ.), ποὺ εἶναι τὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο τελείωσε ἡ μακρὰ ἄδεια τοῦ Νεεμίου, ποὺ εἶχε πάρει ὡς ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸν Ἀρταξέρξη, γιὰ νὰ πάῃ στὴν Ἰερουσαλὴμ ν̉ ἀνοικοδομήσῃ τὸ τεῖχος της. μετὰ τὸ τέλος τῆς θητείας του καὶ τὴν ἀποστράτευσί του (μετὰ τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν) ὁ Νεεμίας ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀρταξέρξη (μεταξὺ 433 - 425 π.Χ.) νὰ ἐπιστρέψῃ στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ δεύτερη φορὰ καὶ νὰ μείνῃ ἐκεῖ γιὰ πάντα. αὐτὴ ἡ χρονολογία, 433 π.Χ., κι αὐτὸ τὸ χρονικὸ μεσοδιάστημα, 433 - 425 π.Χ., εἶναι οἱ τελευταῖες χρονολογίες τῆς Π. Διαθήκης, οἱ ἀναγραφόμενες στὸ χρονικῶς τελευταῖο βιβλίο της. ὁ Ἀρταξέρξης Α’ βασίλευσε κατὰ τὰ ἔτη 465 - 425 (Θουκυδίδης 1,137,3˙ 4,50,3). ἔπειτα ἀναφέρεται δραστηριότητα τοῦ Νεεμίου ἑνὸς ἔτους, καὶ τελειώνει ἡ σύνταξι τῆς Π. Διαθήκης κατὰ τὸ 424 π.Χ., ὄγδοο ἔτος τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου καὶ τῆς συντάξεως τῆς ἱστορίας τοῦ Θουκυδίδου, ἡ ὁποία συντασσόταν ἑξῆς ὡς ἕκαστα ἐγίγνετο κατὰ θέρος καὶ χειμῶνα (Θουκυδίδης 1,1,1˙ 2,1,1). στὴν παγκόσμια γραμματεία παραλληλισμὸς μιᾶς ἐθνικῆς χρονολογίας μὲ μιὰ ἄλλη ἄλλου ἔθνους δίνεται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Π. Διαθήκη, στὸ ἐν λόγῳ βιβλίο της, δύο φορές. σὲ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα καὶ σὲ λατινικὰ - ῥωμαϊκὰ ‘‘διεθνὴς χρονολογία’’ σὰν αὐτὴ δίνεται μόνο μετὰ τρεῖς αἰῶνες στὸν Πολύβιο (θ. 122). ἡ Π. Διαθήκη καὶ σ̉ αὐτὸ ἔχει τὸ προβάδισμα ἔναντι ὁποιουδήποτε κειμένου τῆς ἀνθρωπότητος.
      Ποιό εἶναι ὅμως τὸ πρῶτον ἔτος Κύρου; αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖο, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἐπαναπατρισμὸ τῶν Ἰουδαίων ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ σύνδεσι ὅλης τῆς βιβλικῆς χρονολογίας ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ κι ἔπειτα μὲ τὴ ‘‘διεθνῆ χρονολογία’’. τὸ ποιό εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος Κύρου τὸ λὲν οἱ Ἕλληνες ἱστορικοὶ Πολύβιος, Φλέγων, Θαλῆς, Κάστωρ, Διόδωρος Σικελιώτης (θ. 8 π.Χ.), καὶ ἕτεροι˙ ἔπειτα τὰ χρονολογικὰ ἀποσπάσματα αὐτωνῶν τὰ συγκέντρωσε ὁ Ἰούλιος Ἀφρικανὸς γύρω στὸ 200 μ.Χ.˙ κι ἔπειτα τὸ σχετικὸ κομμάτι τοῦ Ἰουλίου τὸ παρέθεσε στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ’ αἰῶνος ὁ Εὐσέβιος. λέγεται λοιπὸν στὸ ἐν λόγῳ κομμάτι τοῦ Ἰουλίου ὅτι Μετὰ τὰ ἑβδομήκοντα τῆς αἰχμαλωσίας ἔτη Κῦρος Περσῶν ἐβασίλευσεν ᾧ ἔτει ὀλυμπιὰς ἤχθη πεντηκοστὴ πέμπτη, ὡς ἐκ τῶν Βιβλιοθηκῶν Διοδώρου καὶ τῶν Θαλοῦ καὶ Κάστορος Ἱστοριῶν ἔτι δὲ Πολυβίου καὶ Φλέγοντος ἔστιν εὑρεῖν, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων, οἷς ἐμέλησεν ὀλυμπιάδων˙ ἅπασι γὰρ συνεφώνησεν ὁ χρόνος. Κῦρος δ̉ οὖν τῷ πρώτῳ τῆς ἀρχῆς ἔτει, ὅπερ ἦν ὀλυμπιάδος πεντηκοστῆς πέμπτης ἔτος τὸ πρῶτον, διὰ Ζοροβάβελ, καθ̉ ὃν <καὶ> Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ἰωσεδέκ, τὴν πρώτην καὶ μερικὴν ἀπόπεμψιν ἐποιήσατο τοῦ λαοῦ, πληρωθείσης τῆς ἑβδομηκονταετίας, ὡς ἐν Ἔσδρᾳ παρὰ τοῖς Ἑβραίοις ἱστόρηται. (Διόδωρος Σικ. 9,21. Εὐσέβιος, Εὐ. πρ. 10,10,4-5). πρῶτο ἔτος τοῦ Κύρου λοιπὸν καὶ ἔτος τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι τὸ α’ ἔτος τῆς 55ης ὀλυμπιάδος. ἂν ἀπὸ τὸ 776 π.Χ., τὴν ἀφετηρία τῶν ὀλυμπιάδων, ἀφαιρέσουμε 54 τετραετίες –ἡ πρώτη ὀλυμπιὰς δὲν μέτρησε προηγούμενη τετραετία–, ἤτοι 216 ἔτη (54 x 4 = 216˙ 776 - 216 = 560 π.Χ.), αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος Κύρου, κατ̉ αὐτὸ ἐκδόθηκε τὸ διάταγμά του γιὰ τὸν ἐπαναπατρισμὸ τῶν Ἰουδαίων, καὶ κατ̉ αὐτὸ ἔγινε ὁ ἐπαναπατρισμὸς αὐτός. κι ἀφοῦ ἡ αἰχμαλωσία διήρκεσε 70 χρόνια (Ἰε 36,10˙ Δα 9,2˙ Β’ Πα 36,21˙ Ἔσ 1,1), ἡ ἅλωσι τῆς Ἰερουσαλὴμ ἔγινε τὸ 630 π.Χ.
      Τὸ 584 π.Χ., ποὺ θέλουν ὡς ἔτος ἁλώσεως οἱ κράχτες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς δὲν προκύπτει ἀπὸ κανένα ἀρχαῖο κείμενο˙ προκύπτει μόνο ἀπὸ τὴ φαντασία τους, καὶ ἡ φαντασίωσί τους ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τους, καὶ ἡ ἐπιθυμία τους ἀπὸ τὴν ἀντιβιβλικὴ λύσσα τους. αὐτὴ ἡ λύσσα εἶναι ἡ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ ἔτους 584. ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους κομμάτια τῆς λύσσης αὐτῆς εἶναι ἡ λύσσα τῆς μεταχρονολογήσεως. ‘‘Μεταχρονολογήστε μεταχρονολογήστε, ὅσο μπορεῖτε, στὸ τέλος κάτι θὰ μείνῃ’’ εἶναι ἡ ‘‘ἐπιστημονική’’ τους μέθοδος, ποὺ εἶναι παραλλαγὴ τῆς προπαγανδιστικῆς μεθόδου τοῦ Γκαῖμπελς ‘‘Συκοφαντήστε συκοφαντήστε, στὸ τέλος κάτι θὰ μείνῃ’’ ἢ ‘‘Ψευδολογήστε ψευδολογήστε, στὸ τέλος κάτι θὰ μείνῃ’’. τὸ κακὸ πάντα ἔχει ἀναίδεια κι ἐπιθετικότητα, κι αὐτὸ τὸ ἤξεραν καὶ οἱ ἀρχαῖοι κι ἔγραφαν πραγματεῖες Περὶ τοῦ τὸ χεῖρον τῷ κρείττονι φιλεῖν ἐπιτίθεσθαι. ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω κι ὅτι πάρα πολλοὶ ἀθῷοι κι ἀπονήρευτοι, ὅπως οἱ Β. Ἀντωνιάδης, Τρεμπέλας, Γιαννακόπουλος, καὶ ἄλλοι, μὴ ὑποψιαζόμενοι ὅτι καὶ σ̉ ἕνα ἁπλὸ νούμερο, 584, μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ κακοήθεια τῶν ἀπατεώνων τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, καὶ μὴ ἐπεκτεινόμενοι σὲ μιὰ ἐπανεξέτασι τῆς ‘‘δεδομένης’’ τάχα χρονολογίας, ἀλλ̉ ἀποδεχόμενοι, στὰ ὡς ἐν παρόδῳ τοὐλάχιστο λεγόμενά τους, ἀνύποπτα τὴ χρονολογία, ἔχουν πέσει θύματα –θύματα μόνο καὶ ὄχι συνεργάτες– αὐτῆς τῆς λυσσασμένης ἀπάτης. οἱ πάσχοντες ἀπ̉ αὐτὴ τὴ λύσσα θέλουν ἢ ὁ Κῦρος νὰ ἄρχισε νὰ βασιλεύῃ τὸ 514 π.Χ. (584 - 70 = 514), δηλαδὴ κατὰ τὰ μέσα τῆς βασιλείας τοῦ τετάρτου μετὰ ἀπ̉ αὐτὸν βασιλέως τῶν Περσῶν Δαρείου Α’, καὶ νὰ πέθανε –ὁ Κῦρος– τὸ 485 π.Χ., ἀφοῦ εἶναι μαρτυρημένο καὶ δεδομένο ὅτι βασίλευσε 29 ἔτη, ἐνῷ ἤδη τὸ 490, δηλαδὴ πρὸ 5 ἐτῶν, οἱ στρατηγοὶ τοῦ Δαρείου Δᾶτις καὶ Ἀρταφέρνης πολέμησαν στὸ Μαραθῶνα, ἢ ἡ αἰχμαλωσία τῶν Ἑβραίων νὰ διήρκεσε μόλις 24 ἔτη, καὶ νὰ ἐπαναπατρίστηκαν οἱ ἴδιοι ἀκριβῶς ποὺ ἐξωρίστηκαν, ὁ δὲ Δανιήλ, παρ̉ ὅλο ποὺ ἦταν νέος, νεώτερος κι ἀπὸ τὸ Ζοροβάβελ, ν̉ ἀρνήθηκε νὰ ἐπιστρέψῃ! διότι ἔτσι τοὺς κάνει κέφι αὐτοὺς τοὺς ἰνστρούκτορες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. εἶναι ἐκπληκτικὸ τοῦ πόσο θρασεῖς καὶ ἀδιάντροποι εἶναι στὴν ἀμάθειά τους.
      Συνεπῶς τὸ βιβλικὸ κείμενο αὐτῶν τῶν χειρογράφων τῆς Πεντατεύχου (τὸ Ἀρ 6,24 - 26), τῶν δυὸ δηλαδὴ ἀργυρῶν φυλακτηρίων, ποὺ εἶναι καὶ τ̉ ἀρχαιότερα στὸν κόσμο χειρόγραφα τῆς Βίβλου, εἶναι ἀρχαιότερο τοῦ 630 π.Χ..
Μετὰ τὴν ἀναθεώρησι κι ἀποκατάστασι τῆς βιβλικῆς χρονολογίας, ποὺ ἔκανα πρὶν ἀπὸ 20 περίπου χρόνια, καὶ τὴ χρησιμοποιῶ ἀπὸ τότε, τὴ δίνω ἁδρομερῶς μόνο, γιὰ ἐνημέρωσι τῶν μὴ εἰδικῶν.

 

 

Ἀβραὰμ γέννησι
Ἀβραὰμ ἄφιξι στὴν Παλαιστίνη
ἐγκατάστασι τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Αἴγυπτο
Μωϋσέως γέννησι
ἔξοδος Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὸ Σινὰ
ἐγκατάστασι Ἰσραὴλ στὴν Παλαιστίνη
Δαυῒδ βασιλεία
Σολομῶντος βασιλεία
διχοτόμησι Ἰσραὴλ σὲ δύο βασίλεια
Ἠλίας
Ἀμὼς
Ἠσαΐας
κατάλυσι βορείου βασιλείου (Ἰσραὴλ)
Ἰερεμίας
κατάλυσι νοτίου βασιλείου (Ἰούδα)
βαβυλώνιος αἰχμαλωσία
ἀρχὴ βασιλείας Κύρου
ἐπάνοδος ἑνιαίου Ἰσραὴλ στὴν Παλαιστίνη
τελευταῖο βιβλίο Π. Διαθήκης (Ἔσδρας)
μετάφρασι τῶν Ο’
2005
1930
1710
1580
1500
1460
1104 - 1064
1064 - 1024
1024
960 - 940
850 - 815
810 - 750
775
670 - 620
630
630 - 560
560
560
424
285 - 246
 
 
(;)
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
π.Χ.
αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χρονολογία τῶν βιβλικῶν γεγονότων, ὅπως προκύπτει μὲ προσεκτικοὺς καὶ ὅσο γίνεται ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν ἱστορικῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης καὶ μάλιστα τῶν βιβλίων Βασιλεία Δαυΐδ (Α’ - Β’ Βα), Βασιλεῖαι (Γ ’- Δ’ Βα), Παραλειπομένη (Α’ - Β’ Πα), καὶ Ἔσδρας (Ἔσ + Νε), ποὺ εἶναι καὶ οἱ μοναδικὲς πηγές της ἔξω ἀπὸ τὶς φαντασιώσεις τῶν κραχτῶν τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς.
      Ὅπως εἶναι εὐνόητο, στὰ δυὸ ἀργυρᾶ μικροσκοπικὰ εἰλητάρια τοῦ Ζ’ π.Χ. αἰῶνος συναντᾶται γιὰ πρώτη φορὰ σὲ σῳζόμενα χειρόγραφα τὸ ‘‘τετραγράμματον’’ –κι ἀργότερα κι ‘‘ἀνεκφώνητον’’– ὄνομα τοῦ Κυρίου στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα καὶ γραφὴ τοῦ Μωϋσέως˙ Ιαυε. ἀκριβῶς καὶ φωτογραφικῶς γράφεται . πιὸ ἄνετα καὶ καθαρὰ θὰ γραφόταν ἀριστερόστροφα μὲν , δεξιόστροφα δὲ  , μὲ σημερινὰ ἔντυπα δεξιόστροφα γράμματα ΙΑFΕ˙ τὸ Fεἶναι τὸ Y. δηλαδὴ τὸ ὄνομα εἶναι ΙΑYΕ, καὶ μὲ πεζὰ γράμματα Ιαυε ἤτοι Ἰαυέ. (στὴ φωτογραφία τοῦ ὀνόματος (=Ἰαυὲ) στὴν ἐφημερίδα ‘‘Τὰ Νέα’’ τῆς 2 - 3 Ὀκτωβρίου 2004 τὸ ὄνομα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀριστερόστροφο, δημοσιεύται κατὰ λάθος ἔτσι δεξιόστροφο , ἐπειδὴ τοποθέτησαν τὴ διαφάνεια τῆς φωτογραφίας ἀνάποδα, κι ὄχι ἐπειδὴ στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ ἀνασκαφικοῦ εὑρήματος εἶναι πράγματι δεξιόστροφο). τὸ πρῶτο γράμμα Ι (ιωτ, ἰῶτα) γράφεται ἔτσι σὰν τριπλῆ τεθλασμένη κι ἀριστερόστροφο τρεῖς φορὲς καὶ στὴν ἀρχαιότερη ἑλληνικὴ ἐπιγραφή, ἐκείνη τῆς οἰνοχόης τοῦ Διπύλου, τοῦ Η’ π.Χ. αἰῶνος ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ ΜΙΝ (=Ὃς νῦν ὀρχηστῶν πάντων ἀταλώτατα παίζει, τούτῳ δεκᾶν μιν = Τώρα ὅποιος ἀπὸ τοὺς χορευτὰς χορεύει πιὸ χαριτωμένα ἀπ̉ ὅλους, σ̉ αὐτὸν νὰ δώσετε αὐτό), δηλαδὴ τὸ πήλινο ἀγγεῖο (οἰνοχόη), πάνω στὸ ὁποῖο εἶναι χαραγμένη (μετὰ τὸ ψήσιμο) ἡ ἐπιγραφή. (βλ. Κ. Σιαμάκη, Τὸ Ἀλφάβητο, σ. 431). τὸ δεύτερο γράμμα Α (αλπ, ἄλφα) γράφεται στὸ σχῆμα ἔτσι ἀλλὰ καὶ πλαγιαστὸ κι ἀριστερόστροφο στὴν ἴδια ἐπιγραφὴ ἑφτὰ φορές. τὸ τρίτο γράμμα F(υαυ, fαῦ, βαῦ, δίγαμμα, ef) γράφεται στὸ σχῆμα ἔτσι ἀλλὰ γυρισμένο πλέον δεξιόστροφο δύο φορὲς σὲ μιὰ βοιωτικὴ ἐπιγραφὴ πάνω σὲ χάλκινο λέβητα λίγο ἀρχαιότερο τοῦ 500 π.Χ. (βλ. Κ. Σιαμάκη, Τὸ Ἀλφάβητο, σ. 449). τὸ τέταρτο γράμμα Ε (= έι, εἶ, ἒ ψιλὸν) γράφεται ἀριστερόστροφο καὶ μὲ προεκτεταμένη τὴν κατακόρυφη γραμμή του πρὸς τὰ κάτω ἔτσι  τρεῖς φορὲς πάλι στὴν ἐπιγραφὴ τῆς οἰνοχόης τοῦ Διπύλου.
      Τὸ τρίτο γράμμα YF(υαυ, fαῦ, βαῦ, δίγαμμα, ef) εἶναι τὸ υ ( = ου). στὸ ἀρχαϊκὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο τῶν 22 γραμμάτων ἔχει τὶς μορφὲς ἀρχικὰ Y κι ἀργότερα F˙ ὡς F ἔμεινε στὴν ἀρχικὴ ἕκτη θέσι (γι̉ αὐτὸ μέχρι σήμερα F’ = 6), ὡς Y πῆγε στὴν εἰκοστὴ πρώτη (σήμερα εἰκοστὴ) θέσι˙ στὴν προφορὰ τὸ Y κράτησε τὴν ἀρχικὴ προφορὰ υ ( = ου), ἐνῷ τὸ F πῆρε τὴ μεταγενέστερη προφορὰ τοῦ υ ὡς δευτέρου φθόγγου στὶς διφθόγγους αυ ευ ηυ στὶς λέξεις αὖρα εὗρον ηὗρα μὲ τὴ σημερινὴ προφορά, δηλαδὴ τοῦ σημερινοῦ β ( = v). στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο ἔχει τὶς μορφὲς V, ἔπειτα F, κι ἔπειτα U˙ ὡς F ἔμεινε στὴν ἕκτη θέσι μὲ προφορὰ πρῶτα τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ β ( = v), κι ἔπειτα φ˙ ὡς V πῆγε στὴν εἰκοστὴ θέσι μὲ προφορὰ τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ β ( = v), καὶ στὴν εἰκοστὴ πάλι θέσι ὡς U μὲ προφορὰ υ ( = ου), ἐξωθώντας τὸ Vστὴν εἰκοστὴ πρώτη πλέον θέσι. αὐτὰ ὅλα συνέβησαν, ἐπειδὴ ὁ χῶρος τοῦ στόματος ὅπου ἠχεῖ τὸ υ ( = ου) εἶναι πολὺ κοντὰ στὸ χῶρο ὅπου ἠχεῖ τὸ σημερινὸ βφ˙ καὶ μεταπηδάει ὡς φθόγγος ἀπὸ τὴ μία προφορὰ στὴν ἄλλη (Οὐεσπασιανὸς - Βεσπασιανὸς) καὶ μετεξελίσσεται ἀπὸ τὴ μία μορφὴ στὴν ἄλλη (Υ FU). ἡ μορφὴ Y ἔγινε σὲ δεύτερο χρόνο καὶ σὲ τρίτο χρόνο F˙ τὸ Y ἔχασε τὸ πόδι του κι ἔγινε V, καὶ σὲ τρίτο χρόνο κύρτωσε τὸ γωνιώδη πυθμένα του σὲ U.
      Τὸ ὄνομα ΙΑΥΕ - ΙΑFΕ - Ἰαυὲ στὸ ἑβραϊκὸ βιβλικὸ κείμενο μὲ ἀραμαϊκὰ γράμματα, ποὺ καθιέρωσε ὁριστικῶς γύρω στὸ 40 π.Χ. ὁ Ἡρῴδης Α’ (βλ. Μθ 5,18), τὸ ἄστικτο κι ἀφωνηέντιστο, γράφεται ΙΕΥΕ, δηλαδὴ ‘‘τετραγράμματον’’ μὲν ἀλλὰ μὲ τὸ δεύτερο γράμμα του ἐξωμοιωμένο πλέον πρὸς τὸ τέταρτο, ἐνῷ κατὰ τὰ βυζαντινὰ χρόνια (F’ - ΙΑ’ αἰὼν) στὴ νεοεβραϊκὴ προφορὰ καὶ γραφὴ τῶν τότε μασοριτῶν ( = γραμματέων) ῥαββίνων πρῶτα, κι ἔπειτα καὶ στὸν ἐπαναφωνηεντισμὸ τοῦ ἀραμαϊκοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης, τὸν ὑπεργεγραμμένο ἢ ὑπογεγραμμένο ἢ κι ἐγγεγραμμένο, μὲ τὰ νεότευκτα τότε μασοριτικὰ 11 φωνήεντα (5 μακρά, 5 βραχέα, κι 1 ὑπέρβραχυ, τὸ σιεβὰ) καὶ τὸ τετραπλῆς χρήσεως προσδιοριστικὸ σημεῖο νταγὲς - μαπίκ (βλ. Κ. Σιαμάκη, Τὸ Ἀλφάβητο 2,601), ἔγινε ἑπτάφθογγο κι ἑπταγράμματο ποὺ ἀκούγεται ὡς Γιαχβέ. διάφοροι Χριστιανοὶ συγγραφεῖς ἀπὸ τὸ Β’ μέχρι τὸν Ζ’ αἰῶνα ἔχουν τὶς ὄχι ἀκριβεῖς μεταγραφὲς καὶ προφορὲς τοῦ ὀνόματος Ἰευὼ Ἰαοὺ Ἰαωΐα Ἰαὼ Ἰαὼθ Ἰὼθ Ἰαὴ Ἰὰ Ἀιὰ Οὐαὶ Ἰὴπ Πίπι Ieie (Εἰρηναῖος, Ἔλεγχ. 2,35,3. Ὠριγένης, Κέλσ. 6,32˙ Εἰς Ψαλμ. 2,1 - 2 PG 12,1104b. Εὐσέβιος, Εὐ. πρ. 1,9,21 (Πορφύριος)˙ 10,9,12 (Πορφύριος)˙ Εὐ. ἀπόδ. 4,17,23˙ 10,8,28. Ἐπιφάνιος, Πανάρ. 34,20,6 ( = Εἰρηναῖος). Hieronymus, Epist. 25 (ad Marcellam), PL 22,429 (Ια, Πιπι). Θεοδώρητος, Εἰς τὰ ἄπορα τῆς Θείας Γραφῆς, Εἰς Ἔξοδ., ἐρώτ. 15 (Ἀια Ἰουδαῖοι)˙ Εἰς Α’ Παραλ., πρόλογος˙ Εἰς Ψαλμ. 110, ἐπιγρ., PG 80,244b˙ 805b˙ 1776c. Εὐάγριος Ποντικὸς (σχόλιον), Lagarde, Onomastica sacra 1,206. Isidorus Hisp., Et. 7,1,15 - 16). γιὰ τὸ ὄνομα αὐτὸ τὸ τετραγράμματον καὶ ἀνεκφώνητον παρ̉ Ἑβραίοις καὶ ἀπόρρητον μιλοῦν, χωρὶς νὰ δίνουν κάποια ἀνάγνωσί του, πολλοὶ ἐπίσης Ἰουδαῖοι ἑλληνόγλωσσοι καὶ Χριστιανοί (Φίλων Ἰουδ., Βίος Μωϋσ. 2,131 - 2. Ἰώσηπος, Ἀρχ. 2,276. Ὠριγένης, Εἰς Ἀριθμ., ὁμιλ. 14,1 GCS 7,121. Εὐσέβιος, Εὐ. ἀπόδ. 9,7,14˙ Προφητικαὶ ἐκλογαί, 1 PG 22,1025cd. Γρηγόριος Ναζ., Λόγ. 30 ( = Θεολογ. Δ’), 17 PG 36,125b. Θεοδώρητος, Εἰς τὰ ἄπορα τῆς Θείας Γραφῆς, Εἰς Ἔξοδ., ἐρώτ. 60 PG 80,285b. Προκόπιος Γαζαῖος, Εἰς Γένεσ. 18,1 - 3˙ Εἰς Λευϊτ. 24,16˙ PG 87,364b˙ 781b. Κοσμᾶς Ἰνδικοπλ., Τοπογρ. χριστιαν., 5 PG 88,213d - 216a). τὴν ἀνάγνωσι Ἰαὼ μαρτυρεῖ τὸν Α’ π.Χ. αἰῶνα κι ὁ Διόδωρος Σικελιώτης (1,94,2). σὲ δυὸ παγανιστικὲς μαγικὲς ἐπιγραφὲς τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς Αἰγίνης, τοῦ Β’ μ.Χ. αἰῶνος, συναντᾶται πάλι σὰν Ἰαώ. (Ἐπιγραφὴ Αἰγίνης 191, IG 4,29. Ἐπιγραφὴ Φθιώτιδος 232,39˙ 42˙ IG 9,2, σ. 65). στὸ μαγικὸ πάπυρο τοῦ Βερολίνου 5026, τοῦ Δ’ μ.Χ. αἰῶνος, συναντᾶται σὰν Ἰαὼ Ἰαωϊὴ Ἰυὼ Ἰεοὺ Ἰοὺ Ἰεϊεὼ Ἰεϊὼ Ἰὼ Ἰεωὰ Ἰηαῒ Ἰηῒ Ἀεηῒ Ἠὶ Ἠὼ Ἐαὼ Ὠευὲ Ὠεαὴ Ὠιαὴ Οὐὼ Ἰαὴλ (Μαγικὸς πάπυρος 2,14 - 15 = Πάπυρος Βερολίνου 5026, Preisendanz, Papyri Graecae Magicae 1,20). ἡ γραφὴ Πίπι εἶναι δεξιόστροφη παρανάγνωσι καὶ μεταγραφὴ τῆς ἀριστερόστροφης ἄστικτης ἀραμαϊκῆ γραφῆς τοῦ μασοριτικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης, σὰ νὰ ἦταν ἑλληνικὰ γράμματα τ̉ ἀραμαϊκά! στὴν ἱσπανικὴ προτεσταντικὴ μετάφρασι τοῦ C. De Reina (1569) τὸ ὄνομα μεταγράφεται ἀπὸ τὸ φωνηεντισμένο μασοριτικὸ ὡς ἑξαγράμματο Jehovά, οἱ νεώτεροι ἑρμηνευταὶ καὶ θεολόγοι τὸ διαβάζουν καὶ τὸ μεταγράφουν ὡς πενταγράμματο ἑξαγράμματο κι ἑπταγράμματο Jahve Γιαχβὲ Jehova Γιεχωβὰ Ἰεχωβᾶ. τέλος μὲ τὴ γραφὴ Jehovaστὴν ἀγγλική τους παραχαραγμένη μετάφρασι τῆς Π. Διαθήκης καὶ Ἰεχωβὰ –πάντοτε ἑξαγράμματο– στὴν ἑλληνική τους μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς των μεταφράσεως τὸ ‘‘ἀνακάλυψαν’’ προσφάτως σὲ μιὰ ἀμερικανικὴ ἐγκυκλοπαίδεια καὶ οἱ χιλιασταὶ ἢ αὐτοκαλούμενοι καὶ ‘‘μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ’’ καὶ τὸ φανέρωσαν σ̉ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, τῆς ὁποίας ἀνέλαβαν καὶ τὴν ὑπόλοιπη θεόπνευστη καὶ ψυχοσωτήρια διαφώτισι.
      Τὴν ἀκριβῆ τετραγράμματη μεταγραφὴ τοῦ ὀνόματος ἔχουν κυρίως ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου ὁ Ἑβραῖος ποὺ βαπτίστηκε Χριστιανὸς σὲ ἀντρικὴ ἡλικία (Πανάρ. 40,5,8 - 10), κι ὁ ἑβραιομαθὴς Θεοδώρητος (Εἰς τὰ ἄπορα τῆς Θ. Γραφῆς, Εἰς Ἔξοδ., ἐρώτ. 15 PG 80,244b), κι ἐπὶ πλέον τὴν ἔχουν κατ̉ οὐσίαν καὶ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (Στρ. 5,6,34,5), κι ὁ Ἱερώνυμος ποὺ τὴν ἔχει ὅπως αὐτὴ ἀνευρίσκεται στὸ ἄστικτο μασοριτικὸ ἀραμαϊκὸ κείμενο (Epist. 25 PL 42,429). ἔχουν δηλαδὴ οἱ μὲν ἀκριβέστατοι καὶ εἰδήμονες Ἐπιφάνιος καὶ Θεοδώρητος Ἰαυέ, ὁ δὲ Κλήμης Ἰαουὲ ( = Ἰαυέ), ὁ δὲ Ἱερώνυμος Ieve. ἡ γραφὴ τοῦ Ἐπιφανίου καὶ τοῦ Θεοδωρήτου εἶναι ἡ ἀπολύτως ἀκριβὴς μεταγραφὴ τοῦ ὀνόματος ἢ μᾶλλον ἡ ἀρχικὴ γραφὴ ὅπως ἀκριβῶς ἀνευρίσκεται καὶ στὸ ἀρχαϊκὸ κείμενο τῶν δύο φυλακτηρίων ποὺ βρέθηκαν ἀνασκαφικῶς (βλ. καὶ Κ. Σιαμάκη, Τὸ Ἀλφάβητο 2,156˙ 346˙ 370˙ 622).
      Παρ̉ ὅλο ποὺ τὸ κείμενο τῆς Π. Διαθήκης ὁλόκληρο ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἡρῴδου Α’ μεταγράφτηκε ὁριστικῶς μὲ τὰ σημερινά του ἀραμαϊκὰ ( = συριακὰ) γράμματα, χωρὶς βέβαια ν̉ ἀλλάξῃ ἡ γλῶσσα του, ποὺ ἦταν ἡ ἑβραϊκή, μέσα στὸ ἀραμαϊκὸ κείμενο κατ̉ ἐξαίρεσι μόνο τὸ ‘‘τετραγράμματον’’ ὄνομα ΙΑΥΕ οἱ γραμματεῖς ῥαββῖνοι τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ ἐξακολούθησαν νὰ τὸ γράφουν ἔτσι ἀκριβῶς μὲ τ̉ ἀρχαϊκὰ ἑβραϊκὰ γράμματα, ποὺ εἶναι κι ἀρχαϊκὰ ἑλληνικά, μέχρι τὸ 132 - 135 μ.Χ., μέχρι δηλαδὴ τὴ δεύτερη ἰουδαϊκὴ ἐπανάστασι ἐναντίον τῶν Ῥωμαίων, ποὺ ἡ ἀποτυχία της κατέληξε μετὰ τὴν ἧττα σὲ ὁριστικὴ διασπορὰ τῶν Ἰουδαίων σ̉ ὅλο τὸν παραμεσόγειο χῶρο κι ἀργότερα καὶ παραπέρα καὶ στὶς τρεῖς παλιὲς ἠπείρους μέχρι τὸ 1948. τότε, τὸ 130 - 135, ἔγραψε κι αὐτὸ τὸ ὄνομα παντοῦ μὲ ἀραμαϊκοὺς χαρακτῆρες ὁ διαβόητος ῥαββῖνος Ἀκιβά, ὁ θεωρητικὸς τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης τοῦ Βαρχωχεβά. ὁ Ὠριγένης ἔβλεπε περισῳζόμενα ἀκόμη ἀραμαϊκὰ χειρόγραφα, ποὺ εἶχαν μόνο τ̉ ὄνομα ΙΑΥΕ μὲ τ̉ ἀρχαϊκὰ γράμματα, τὰ προαραμαϊκά, τὰ ὅμοια μὲ τ̉ ἀρχαϊκὰ ἑλληνικά.
      Τὸ ὄνομα Ιαυε μεταφράστηκε στοὺς Ο’ μία μὲν φορὰ μὲ τὴ μετοχὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ ῥήματος εἰμὶ ὡς Ὤν (Ἔξ 3,14 βλ. καὶ Ἀπ 1,4), ὅλες δὲ τὶς ἄλλες φορὲς μὲ τὸ ῥηματικὸ ὄνομα τοῦ ἐπίσης ὑπαρκτικοῦ ῥήματος κυρῶ ( = εἰμὶ) τὸ Κύριος, στὴ λατινικὴ μετάφρασι τοῦ Ἱερωνύμου (vulgata) Dominus ( = Κύριος˙ ἀλλὰ τὸ λατινικὸ Dominus εἶναι ἄσχετο μ̉ ὁποιοδήποτε ὑπαρκτικὸ ῥῆμα), στὴ γερμανικὴ τοῦ Λουθήρου (1534) Herr, στὴ γαλλικὴ τοῦ Olivétan (1535) Seigneur, στὴν ἰταλικὴ τοῦ Diodati (1607) Signore, καὶ στὴν ἀγγλικὴ τοῦ Ἰακώβου Α’ (1611) Lord. σὲ καμμία γλῶσσα δὲν ἔχει σχέσι μὲ κάποιο ῥῆμα ὅπως στὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο καὶ στὴν ἑλληνικὴ μετάφρασι τῶν Ο’. τὸ δὲ ἑβραϊκὸ ῥῆμα, τοῦ ὁποίου μετοχὴ εἶναι τὸ ὄνομα Ιαυε - Ἰαυέ, εἶναι, ὅπως ἀνευρίσκεται στὸ βραχυγραφημένο κι ἄστικτο ἑβραϊκὸ - ἀραμαϊκὸ κείμενο τῆς Π. Διαθήκης, τὸ ειε, τὸ ὁποῖο συναντᾶται λ.χ. στὶς Βασιλεῖες (Γ’ Βα 13,32) ὡς ειε ιειε καὶ στοὺς Ο’ μεταφράζεται γινόμενον ἔσται. ἐπαναλαμβάνω, τὴν αὐθεντικὴ μεταγραφὴ καὶ προφορὰ τοῦ ὀνόματος Ἰαυὲ ἔχουν οἱ Κλήμης, Ἐπιφάνιος, Ἱερώνυμος, καὶ Θεοδώρητος.
      Κατέρρευσαν σὰν τρικλίζοντες μπεκρῆδες οἱ ὀλιγογράμματοι κράχτες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ξένοι καὶ δικοί μας, ὅταν ἔμαθαν γι̉ αὐτὴ τὴν ἀνακάλυψι τῶν δυὸ φυλακτηρίων τοῦ Ζ’ π.Χ. αἰῶνος μὲ τὸ κείμενο τῶν Ἀριθμῶν, ὅσοι ἔμαθαν βέβαια, γιατὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι κι ἄνθρωποι ποὺ ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν˙ τοὺς βολεύει καλλίτερα ἡ ἀμάθειά τους. κατέρρευσαν, γιατὶ εἶδαν νὰ γκρεμίζωνται μέσα στὸ σκοτεινὸ κι ἀραχνιασμένο χῶρο τῶν φαντασιώσεών τους οἱ ἀνόητες καὶ γελοῖες θεωρίες των γιὰ μεταχρονολογήσεις καὶ διαστρωματώσεις τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ θέλουν τὴν Πεντάτευχο μεταιχμαλωσιακὸ κείμενο, ὅπως θέλει ἐδῶ καὶ δυὸ αἰῶνες ὁ κομπλεξικὸς καὶ μιμητικὸς φθόνος τους πρὸς τοὺς φιλολόγους ποὺ βρῆκαν διαστρωματώσεις καὶ ὀψιμότητα στὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη καὶ σ̉ ἄλλα κείμενα τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς. καὶ ὅλοι τους οἱ τέτοιοι μαζὶ καὶ μὲ τοὺς μεταιχμαλωσιακοὺς γιαχβιστὰς ἐλωχιμιστὰς δευτερονομιστὰς καὶ ἱερατικοὺς κώδικες καὶ συμπιλητὰς τῆς κομπλεξικῆς κι ἀρρωστημένης φαντασίας των κοίτονται τώρα σὰν ἄχρηστα κι ἀκάθαρτα σκουπίδια χωματερῆς στὸ σκουπιδαριὸ τοῦ ἐγκεφάλου των. ἐν τούτοις –μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι– ἐξακολουθοῦν καὶ πασχίζουν νὰ δώσουν καὶ πάλι τὶς δικές των ‘‘ἐξηγήσεις’’, βλακωδέστερες πλέον, μετὰ τὴν ἀνακάλυψι ποὺ τοὺς ἦρθε κατακέφαλα. οἱ γενίτσαροι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς δὲν πείθονται μὲ τίποτε. ὁποιαδήποτε ἐπιχειρηματολογία εἶναι γιὰ τὸ βλᾶκα ἄκυρη. ἡ βλακεία εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀκαταγώνιστο. μπορεῖς, ἐπιχειρηματολογώντας, νὰ μεταπείσῃς καὶ τὸ μεγαλείτερο ἐπιστήμονα˙ ὁ βλάκας ὅμως παραμένει ἀκλόνητος˙ γιατὶ δὲν καταλαβαίνει τίποτε. ἡ προσπάθειά τους ὅμως νὰ ἐπιπλεύσουν καὶ μετὰ ἀπ̉ αὐτὸ εἶναι ἡ πιὸ μάταιη καὶ σπασμωδικὴ κίνησι. αὐτοὶ εἶναι ὅπως, ὅταν κανεὶς χτυπήσῃ μὲ μιὰ βέργα μιὰ σαῦρα καὶ τῆς κόψῃ τὴν οὐρά˙ ἡ οὐρὰ ἐξακολουθεῖ γιὰ πολλὴ ὥρα νὰ κουνιέται σ̉ ἕναν τρελλὸ χορό. γι̉ αὐτὸ κι αὐτοὶ κουνιοῦνται ἀκόμη˙ εἶναι ἡ οὐρὰ τῆς σαύρας.
 
Μελέτες 3 (2008)