ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
 
 

 

 
    Ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τὶς γυναῖκες ὅσο κανένας ἄλλος στὴν πανανθρώπινη ἱστορία, καὶ οἱ γυναῖκες εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὅσο ἀπὸ κανέναν ἄλλον. ὁ Χριστὸς τὴ γυναῖκα τὴ βρῆκε σ̉ ἐλεεινὴ κατάστασι, καὶ τὴν ἀποκατέστησε, τὴν ἀνύψωσε, δέχτηκε τὴ διακονία της, κι ἔδωσε καὶ στὴν ἐκκλησία τὴν ἐντολὴ νὰ δέχεται κι αὐτὴ τὴ διακονία της.
    Στὴν εἰδωλολατρία καὶ στὸ ἰσλὰμ καὶ γενικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἡ θέσι τῆς γυναικὸς εἶναι ἀξιολύπητη. ὁ Περικλῆς στὸν περιβόητο Ἐπιτάφιό του (πολιτικὸ καὶ καθεστωτικὸ μανιφέστο τῆς ‘’δημοκρατικῆς’’ Ἀθήνας τοῦ στρατηγοῦ αὐτοῦ) λέει ὅτι ἡ σωστὴ γυναίκα εἶναι ἐκείνη ποὺ εἶναι τόσο φυλακισμένη μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἀντρός της καὶ τόσο ἄγνωστη, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ κανέναν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄντρα της, νὰ μὴν τὴ γνωρίζῃ κανεὶς ἐκτὸς ἀπ̉ αὐτόν, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ γίνει ποτὲ λόγος γι̉ αὐτὴν ἀπὸ κανέναν (Θουκυδίδης 2, 45, 2). ὁ φιλόσοφος Σωκράτης, ποὺ εἶχε δύο γυναῖκες ταυτόχρονα στὸ ἴδιο σπίτι, τὴ Μυρτὼ καὶ τὴν Ξανθίππη, λέει ὅτι ἡ σωστὴ γυναίκα πρέπει νὰ μὴν ξέρῃ γραφὴ κι ἀνάγνωσι, καὶ νὰ εἶναι τόσο ἔγκλειστη στὸ σπίτι τοῦ ἀντρός της, ὥστε ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο νὰ ἔχῃ δῆ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα, νὰ ἔχῃ ἀκούσει γιὰ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα, καὶ νὰ ἔχῃ ῥωτήσει στὴ ζωή της ὅλη γιὰ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα (Ξενοφῶν, Οἰκονομικός 7, 5). ὁ Εὐριπίδης λέει ὅτι ἡ γυναίκα εἶναι ‘’τὸ πιὸ ἄθλιο φυτό’’ (Μήδεια, 230-231). κι ὁ Ἀριστοτέλης λέει ὅτι ἡ γυναίκα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωπος, ὅπως ὁ ἄντρας, διότι δὲν ἔχει ψυχή˙ ἔχει μόνο κάποια μόρια ψυχῆς —ἕνα μικροτσὶπς ἀπὸ ψυχή, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα—, γιὰ νὰ μπορῇ ν̉ ἀντιλαμβάνεται τὶς διαταγὲς τοῦ ἀντρός (Πολιτικά 1,13). ὁλόιδια εἶναι ἡ θέσι τῆς γυναικὸς κι ὁλόιδιες οἱ ἀντιλήψεις γι̉ αὐτὴν σ̉ ὅλους τοὺς μὴ Χριστιανικοὺς λαοὺς καὶ τὰ θρησκεύματα τῆς γῆς μέχρι σήμερα, ὅπου ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ κατοικίδια τοῦ σπιτιοῦ ἢ τοῦ χαρεμιοῦ, καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι εὐχαριστημένη, ἂν ὁ ἄντρας τὴ θυμηθῇ κι ἀσχοληθῇ μ̉ αὐτὴ μία φορὰ τὸ χρόνο.
    Ὁ Χριστὸς μόνο, ἀποκλειστικὰ ὁ Χριστός, ἔδωσε στὴ γυναῖκα τὸ προνόμιο νὰ ἔχῃ ὅλο τὸν ἄντρα δικό της, καὶ μόνο ἡ Χριστιανικὴ πίστι ἔχει στὴν ἠθική της αὐτὴ τὴν πατέντα. κι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ διαζύγιο δύσκολο μόνο γιὰ χάρι τῆς γυναικός. γι̉ αὐτὸ ἄλλωστε στὴ φύσι ἄντρες καὶ γυναῖκες εἶναι 50% - 50%.
    Στὸν πρὸ Χριστοῦ Ἰσραὴλ τῆς Π. Διαθήκης ἡ γυναίκα ἔχει θέσι πολὺ καλλίτερη ἀπ̉ ὁποιαδήποτε ἄλλη κοινωνία ἀρχαία καὶ σημερινὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ ἐκκλησία. στὸν Ἰσραὴλ ἡ γυναίκα δὲν εἶναι ἔγκλειστη, μιλάει ὅποτε πρέπει ὅπως ἡ Σαμαρεῖτις στὸ Χριστὸ ἢ οἱ δυὸ γυναῖκες ἐνώπιον τοῦ Σολομῶντος, ταξιδεύει καὶ μόνη της, ὅταν θέλῃ, ὅπως ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἐπισκέπτεται τὴν Ἐλισάβετ, μπορεῖ νὰ ἐρωτευτῇ τὸν ἄντρα τῆς ἐκλογῆς της ὅπως ἡ Ῥοὺθ καὶ ἡ κοπέλλα τοῦ ᾌσματος, μπορεῖ νὰ ὁρίσῃ ἡ ἴδια τὸν καιρὸ τοῦ γάμου της ἢ καὶ νὰ τὸν ἐπισπεύσῃ ὅπως ἡ Ῥεβέκκα, μπορεῖ νὰ ἔχῃ γνώμη γιὰ τὰ παιδιά της ὅπως ἡ μητέρα τοῦ Σαμουὴλ καὶ ἡ μητέρα τοῦ Σαμψών, καὶ πάρα πολλὲς φορὲς αὐτὴ ὀνομάζει τὰ παιδιά της ὅπως οἱ γυναῖκες τῶν πατριαρχῶν Ἀβραὰμ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, πράγματα ποὺ γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ γιὰ τὴ λοιπὴ εἰδωλολατρία μέχρι σήμερα καὶ γιὰ τὸ ἰσλὰμ εἶναι ὅλα ἀδιανόητα.
    Ἀλλὰ εἶχε καὶ στὸν Ἰσραὴλ τρία μεγάλα μειονεκτήματα. α’) μοιραζόταν τὸν ἄντρα της μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες, ἀκόμη καὶ μὲ πολλές. ἀκόμη καὶ οἱ ἅγιοι ἄντρες, ὅπως ὁ Ἰακώβ, ὁ Γεδεών, ὁ Βοόζ, ὁ πατέρας τοῦ Σαμουήλ, ὁ Δαυΐδ, ὁ Ἐζεκίας, ὁ Ἰωσίας, εἶχαν πολλὲς ἢ καὶ πάρα πολλὲς γυναῖκες. ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἀναφέρει καιροὺς κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ μέσος ὅρος γιὰ ὅλη τὴν κοινωνία ἦταν ἕνας ἄντρας καὶ ἑφτὰ γυναῖκες (Ἠσ 4, 1). β’) ἡ γυναίκα ἀντιμετώπιζε ἕνα διαζύγιο αὐτόματο, ἀναίτιο, ἰδιωτικό, καὶ ἀκαριαῖο. ὁ ἄντρας τὴν ἡμέρα ποὺ δὲν τοῦ ἄρεσε πιὰ ἡ γυναίκα του, εἶχε τὸ δικαίωμα, χωρὶς κανένα λόγο καὶ κανένα αἰτιολογικό, νὰ τῆς δώσῃ ἀποστάσιον, δηλαδὴ διαζύγιο ποὺ ἦταν ἕνα ἁπλὸ σημείωμά του τῆς στιγμῆς, χωρὶς καμμιὰ παρέμβασι ἢ ἔστω ἐνημέρωσι τῆς συναγωγῆς, τὸ ὁποῖο ἔγραφε˙ ‘’Ἐγὼ ὁ Τάδε ἀπ̉ αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία καὶ ὥρα τὴ γυναῖκα αὐτὴ δὲν τὴν ἔχω γυναῖκα, καὶ τὴ διώχνω ἀπὸ τὸ σπίτι μου, καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι γι̉ αὐτὴν καθόλου’’. καὶ κρατοῦσε κι ὅλα τὰ παιδιά, ἀκόμη καὶ τὸ νεογνὸ ποὺ θήλαζε, χωρὶς ἡ γυναίκα νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ξαναδῇ. ἤ, ἂν προτιμοῦσε, ἔδιωχνε μαζί της καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ εἶχε ἀπ̉ αὐτή. καὶ γ’) ἡ γυναίκα στὴ ζωὴ καὶ στὴ δρᾶσι τῆς συναγωγῆς δὲν ἔπαιζε κανέναν ἀπολύτως ῥόλο.
    Σὲ ἄλλα θρησκεύματα, καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία, ἡ γυναίκα μποροῦσε νὰ ἔχῃ μὲ τὴ θρησκεία μόνο μία σχέσι˙ νὰ εἶναι βακούφικη ἱερόδουλος˙ ἡ λέξι κατάγεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ βακούφι. στὴν Ἰνδία μέχρι τὸ 1920, ποὺ κατήργησαν τὸ παραδοσιακό τους ἔθιμο οἱ Ἄγγλοι ἀγγλικανοὶ ἀποικιοκράτες διὰ τῆς βίας, ἕνας πλούσιος γεροξεκούτης 80 χρονῶν, ποὺ μποροῦσε νὰ παντρεύεται δεκάδες κοριτσάκια 12 χρονῶν καὶ ἄνω, ὅταν σὲ 5 χρόνια πέθαινε, ἔπαιρνε μαζί του καὶ τὰ κοριτσάκια καὶ ὅλες τὶς ἄλλες γυναῖκες του, διότι τὰ ἔθαβαν μαζί του στὸν τάφο του σφαγμένα ἢ καὶ ζωντανά. νὰ ὄψεται ἡ ἀποικιοκρατία ποὺ κατάργησε τὶς ἱερές τους παραδόσεις καὶ ἀλλοίωσε τὴν ἐθνική τους ταυτότητα!
    Ὁ Χριστὸς ὅλ̉ αὐτὰ τὰ κατήργησε καὶ τ̉ ἄλλαξε. τὸ σημερινὸ συζυγικὸ καθεστὼς εἶναι ἐντολὴ μόνο τοῦ Χριστοῦ. πρὸ Χριστοῦ ἡ λέξι σύζυγος, ποὺ σημαίνει πολλά, χρησιμοποιεῖται κατ̉ ἀρχὴν καὶ κυρίως γιὰ τὸ ζῷο ποὺ εἶναι ζεμένο στὸν ἴδιο ζυγὸ τῆς ἁμάξης ἢ τοῦ ἀρότρου μαζὶ μ̉ ἕνα ἄλλο. τυχαία μόνο καὶ μόνο σὲ λογοτεχνικὴ μεταφορικὴ χρῆσι χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸν σύζυγο ἄντρα ἢ τὴ σύζυγο γυναῖκα. χρησιμοποιεῖται δὲ καὶ γιὰ τὴ δήλωσι δύο συνεργατῶν, δύο συμπολεμιστῶν, δύο συνεταίρων, δύο συμπαικτῶν (παρτεναίρ), κλπ.. σὰ νομικὸς ὅρος γιὰ τὸ ἀντρόγυνο δὲν ὑπάρχει. σὰν τέτοιος ἀρχίζει νὰ συνηθίζεται τὸν Γ’ καὶ Δ’ μ.Χ. αἰῶνα κυρίως μὲ τὴν ἐπίδρασι τῆς ἀπὸ τὸ ῥωμαϊκὸ δίκαιο λατινικῆς του λέξεως coniux (=σύζυγος). ἔτσι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀποκατέστησε τὴ γυναῖκα στὴ σημερινή της θέσι στὰ χριστιανικὰ ἔθνη.
    Ὁ Χριστὸς ἀνύψωσε κιόλας τὴ γυναῖκα, ὅταν γεννήθηκε μόνος αὐτὸς μόνο ἀπὸ γυναῖκα, ὅταν συνωμίλησε πρῶτος αὐτὸς σὲ θέματα πνευματικὰ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ἐνῷ οἱ μαθηταί του ἔμειναν κατάπληκτοι, ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει (Ἰω 4, 27), ὅταν ὡς ἀνεστημένος ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ γυναῖκα (Μρ 16, 9˙ Ἰω 20, 11-18), ὅταν δέχτηκε νὰ τὸν διακονοῦν ἡ πεθερὰ τοῦ Πέτρου (Μθ 8, 14-15˙ Μρ 1, 30-31) καὶ οἱ ὀχτὼ μαθήτριές του, ποὺ ἦταν μητέρες τῶν μαθητῶν του, καὶ μητέρα δική του, καὶ θεία του, καὶ φίλες τῶν γυναικῶν αὐτῶν (Λκ 10, 38-42˙ Ἰω 11, 1-6˙ 12, 1-11), ὅταν ἄφησε στοὺς μαθητάς του καὶ στὴν ἐκκλησία τὴν παράδοσι νὰ διακονοῦνται ἀπὸ γυναῖκες, ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους βέβαια, ποὺ κυριώτεροι εἶναι ἡ ἰσόβια μονογαμία τους, ἡ σεμνότητά τους τόσο ἡ ἐσωτερικὴ ὅσο καὶ ἡ ἐξωτερική, καὶ τὸ νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ 60 ἐτῶν.
    Ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννου Μάρκου καὶ ἀδερφὴ τοῦ Βαρνάβα, ποὺ προσφέρει στοὺς ἀποστόλους τὸ ἀρχοντικό της σπίτι γιὰ ἕδρα διοικήσεως, ὅπου ἔγινε ἡ ἐμφάνισι τοῦ ἀνεστημένου Χριστοῦ στοὺς 10 καὶ στοὺς 11 μαθητάς του, καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀποστόλου Ματθίου, καὶ ἡ ἐπιφοίτησι τοῦ ἁγίου πνεύματος κατὰ τὴν πεντηκοστή, καὶ τὸ πρῶτο ἀποστολικὸ κήρυγμα τὸ ἱδρυτικὸ τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ μπαλκόνια του, καὶ ἡ προσευχὴ γιὰ τὴ διάσωσι τοῦ Πέτρου, καὶ ἡ ἀποστολικὴ σύνοδος (Πρξ 12, 12), καὶ ἡ Δορκὰς ἡ φιλόπτωχος (Πρξ 9, 36-43), καὶ ἡ Χλόη ἡ μητέρα τῶν ἀδελφῶν Στεφανᾶ Ἀχαϊκοῦ καὶ Φορτουνάτου καὶ συνεργατῶν τοῦ Παύλου (Α’ Κο 1, 11˙ 1, 16˙ 16, 17), καὶ ἡ Φοίβη ἡ διάκονος τῆς ἐκκλησίας τῶν Κεγχρεῶν τῆς Κορίνθου (Ῥω 16, 1-2), καὶ ἡ Πρίσκιλλα ἡ γυναίκα τοῦ Ἀκύλα τοῦ ἐργοδότου καὶ μαθητοῦ τοῦ Παύλου (Πρξ 18, 2-3˙ 18, 26˙ Α’ Κο 16, 19), καὶ ἡ Ἀπφία ἡ γυναίκα τοῦ Φιλήμονος (Φλμ, 2), καὶ ἡ γυναίκα τοῦ Σίμωνος τοῦ Κυρηναίου καὶ μητέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ῥούφου ποὺ διακόνησε τὸν Παῦλο σὰ μητέρα του (Ῥω 16, 13), καὶ ἡ Ἰουνία ἡ γυναίκα τοῦ Ἀνδρονίκου (Ῥω 16, 7), καὶ ἡ Ἰουλία ἡ γυναίκα τοῦ Φιλολόγου (Ῥω 16, 15), καὶ ἡ Μαριὰμ ἡ Ῥωμαία (Ῥω 16, 6), καὶ οἱ ἄλλες Ῥωμαῖες Τρύφαινα καὶ Τρυφῶσα καὶ Περσὶς καὶ ἡ ἀδερφὴ τοῦ Νηρέως (Ῥω 16, 12), καὶ ἡ Θυατειρηνὴ Λυδία στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας (Πρξ 16, 13-15˙ 16, 40), καὶ οἱ Φιλιππήσιες Εὐοδία καὶ Συντύχη (Φι 4, 2), καὶ οἱ τέσσερες παρθένες θυγατέρες τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου ποὺ διακονοῦσαν τὸν πατέρα τους (Πρξ 21, 9), καὶ τόσες ἄλλες. ἔχω ὑπολογίσει ὅτι ἀπὸ τὰ 160 πρόσωπα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν Κ. Διαθήκη ὡς συνεργάτες τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἀποστόλων, τὰ 28 ἦταν γυναῖκες.
    Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει ὅτι εἰδικὰ στὸ ζήτημα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς δυνατότητος γιὰ σωτηρία ἡ γυναίκα εἶναι ἴση μὲ τὸν ἄντρα, ὅταν στὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του λέῃ ἐκεῖνο τὸ περίφημο, ὅτι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ (Γα 3, 28), ἐννοώντας ὅτι ἡ γυναίκα ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, αὐτοὺς ποὺ τήρησαν κι αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ διακόνισσα τῆς ἐκκλησίας καὶ σὲ ἄλλα ἔργα καὶ στὴν κατήχησι, ἀλλ̉ ὄχι στὸ κήρυγμα καὶ στὴν ἱερουργία. γι̉ αὐτὸ ἡ γυναίκα μέχρι σήμερα δὲν γίνεται κληρικὸς ἢ ἱεροκήρυκας, ἀλλὰ γίνεται ὑπηρέτρια τῆς ἐκκλησίας —αὐτὸ σημαίνει τὸ διακόνισσα— καὶ κατηχήτρια. διαφέρει δὲ τὸ κήρυγμα ἀπὸ τὴν κατήχησι˙ διότι τὸ κήρυγμα γίνεται μόνο ἀπὸ ἄντρες ἀγάμους ἢ ἐγγάμους ἄνω τῶν 30 ἐτῶν, δημοσίως, καὶ πρὸς τὰ δύο φῦλα, πρὸς ὅλες τὶς ἡλικίες, καὶ πρὸς ὅλες τὶς τάξεις (ἀγάμους, ἐγγάμους, κληρικούς, καὶ λαϊκούς), ἐνῷ τὴν κατήχησι, μόνο πρὸς κορίτσια καὶ γυναῖκες, καὶ ὄχι δημοσίως, μπορεῖ νὰ τὴν κάνῃ καὶ γυναίκα, διδάσκοντας στὶς νέες ν̉ ἀγαποῦν τοὺς ἄντρες των καὶ τὰ παιδιά τους καὶ νὰ γίνωνται καλὲς νοικοκυρές (φιλάνδρους εἶναι καὶ φιλοτέκνους καὶ οἰκουρούς, Ττ 2, 4)˙ ἡ γυναίκα στὴν ἐκκλησία καὶ μπροστὰ σὲ ἄντρες σιγᾷ καὶ σιωπᾷ (Α’ Κο 14, 34), καὶ οὐδέποτε διδάσκει ἄντρες οὔτε εἶναι προϊσταμένη ἀντρός (Α’ Τι 2, 12), ἀλλὰ μόνο ὑπηρετεῖ στὴν ἐκκλησία καὶ κατηχεῖ κορίτσια καὶ γυναῖκες.
    Βέβαια μερικοὶ ποὺ παρεξηγοῦν τὴν Ἁγία Γραφή, φλυαροῦν ὅτι ὅλα ὅσα διδάσκει ὁ φεμινισμός, τὰ δίδαξε πρῶτος ὁ Χριστός. καὶ ὡς κατὰ Χριστὸν ἐξίσωσι τῶν γυναικῶν μὲ τοὺς ἄντρες ἐννοοῦν τὴν κοινωνικὴ ἢ νομικὴ ἢ ἐπαγγελματικὴ ἐξίσωσί της. νομίζουν ὅτι ἔτσι προσφέρουν πρωτιὰ στὸ Χριστὸ καὶ στὴν ἐκκλησία. αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐξωχριστιανικὴ θεωρία, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ τὴ ῥοπὴ μερικῶν νὰ θεωροῦν τὸ Χριστὸ πρωτοπόρο σὲ ὅ,τι ἀρέσει σ̉ αὐτούς. ἡ γυναίκα κατὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη πρέπει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄντρα, πρέπει ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα, δὲν ἱερουργεῖ, δὲν κηρύσσει Χριστόν, δὲν αὐθεντεῖ ἀνδρός, ἀλλ̉ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ, δηλαδὴ κάθεται φρόνιμα καὶ ἥσυχα. μόνο πιστεύει καὶ ἁγιάζεται ὅσο ὁ ἄντρας καὶ διακονεῖ ὑπὸ ὅρους τὸν ἄντρα στὸ ἔργο του τὸ ἀποστολικό. ὡς ἔγγαμη ἔχει ὅλο τὸν ἄντρα δικό της, καὶ ἐργασιακῶς ἢ ὑπαλληλικῶς τέσσερες μόνο ἄντρες μπορεῖ κι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἐργοδότες ἢ ἐργασιακοὺς προϊσταμένους˙ τὸν πατέρα της, τὸν ἀδερφό της, τὸν ἄντρα της, καὶ τὸ γιό της˙ κανέναν ἄλλον. ἀκόμη καὶ στὸ ἐπιτρεπόμενο ἀπὸ τὸ Χριστὸ διαζύγιο, ὁ ἄντρας μόνο μπορεῖ νὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του, ὄχι ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα. διότι ἡ πρώτη ἐκκλησία, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου (Α’ Κο 7, 12-16) εἶχε ν̉ ἀντιμετωπίσῃ καὶ περιπτώσεις γυναικῶν, ποὺ ἦταν σύζυγοι πολυγάμων ἀντρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθαν στὴν πίστι˙ καὶ δὲν τὶς ἐπέτρεπε νὰ χωρίσουν τὸν ἄπιστον καὶ πολύγαμο ἄντρα τους. ἄλλο θέμα τὸ ὅτι ἕνα Χριστιανὸ ἄντρα ποὺ ἀπατάει τὴ γυναῖκα του ἡ ἐκκλησία κανονικὰ πρέπει νὰ τὸν διαγράφῃ ἀπὸ μέλος της, νὰ τὸν ἀφορίζῃ. καὶ τότε ἡ Χριστιανὴ γυναίκα μπορεῖ νὰ τὸν χωρίσῃ. δὲν ἔχει λοιπὸν τίποτε τὸ κοινὸ ὁ Χριστιανισμὸς μὲ τὸ φεμινισμό.
    Αὐτά, γιὰ νὰ μὴ γελιόμαστε μὲ παραμύθια τῆς ἐποχῆς μας καὶ νὰ μὴν ἐκτρεπόμεθα σὲ βεβήλους κενοφωνίας.
    Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γιὰ πολλὰ πράγματα ὀφείλουμε στὸ Χριστὸ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη, ἀλλ̉ οἱ γυναῖκες κάτι παραπάνω.
 
Μελέτες 7 (2010)