ΒΙΒΛΟΣ
 
 

 

     Ἡ Βίβλος ἢ Ἁγία Γραφή, ἀποτελούμενη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι γραμμένη ἡ μὲν Παλαιὰ σὲ 11 αἰῶνες, ἀπὸ τὸ 1500 π.Χ. περίπου μέχρι τὸ 420 π.Χ., ἡ δὲ Καινὴ σὲ 22 χρόνια, ἀπὸ τὸ 49 μ.Χ. μέχρι τὸ 70. οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης εἶναι περισσότεροι ἀπὸ 60 προφῆτες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι γνωστοὶ μόνο 22· μόνο οἱ τῶν Ψαλμῶν εἶναι κι αὐτοὶ περίπου 22, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι γνωστὸς μόνο ἕνας, ὁ κυριώτερος. τῆς Κ. Διαθήκης οἱ συγγραφεῖς εἶναι 8 ἀπόστολοι ὅλοι γνωστοὶ κι ὠνομασμένοι. τὰ 14 ἀρχαιότερα βιβλία τῆς Π. Διαθήκης εἶναι καὶ τ’ ἀρχαιότερα ἀναγνώσιμα βιβλία τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἀναγνώσιμα κείμενα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι μόνο τ’ ἀλφαβητικά, τὸ δὲ ἀλφάβητο ἐφευρέθηκε γιὰ νὰ γραφοῦν μ’ αὐτὸ τὰ τρία πρῶτα βιβλία τῆς Π. Διαθήκης, Γένεσις, Νόμος(= Ἔξοδος Λευϊτικὸν Ἀριθμοί), καὶ Δευτερονόμιον. καὶ μέχρι τὸν Θ’ π.Χ. αἰῶνα, ποὺ καταγράφηκαν ὁπωσδήποπτε τὰ δυὸ Ὁμηρικὰ Ἔπη Ἰλιὰς καὶ Ὀδύσσεια, δὲν ὑπάρχουν στὸν κόσμο ἄλλα βιβλία. τὰ βιβλία τῆς Π. Διαθήκης ὅλα γράφτηκαν στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα, κι ἀνάμεσα στὰ ἔτη 285-246 π.Χ. μεταφράστηκαν ἀπὸ ἑλληνομαθεῖς κι ἑλληνογλώσσους Ἑβραίους στὴν ἑλληνική· αὐτὴ εἶναι ἡ μετάφρασι τῶν Ἑβδομήκοντα, τὸ ἀρχαιότερο μεταφραστικὸ ἔργο τῆς ἀνθρωπότητος. τὸ πρωτότυπο ἑβραϊκὸ κείμενο οὐσιαστικὰ καταστράφηκε κατὰ τὰ ἔτη 110-135 μ.Χ. μὲ τὶς ὑπερβολικὲς ἐπεμβάσεις τῶν ἐχθρῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως Ἰουδαίων ῥαββίνων, ὁπότε ἡ μετάφρασι τῶν Ἑβδομήκοντα ἐπέχει τὴ θέσι τοῦ πρωτοτύπου. ἡ δὲ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε πρωτοτύπως στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. ἀπὸ τοὺς ὀχτὼ ἀποστόλους, ποὺ τὴν ἔγραψαν, οἱ πέντε, Παῦλος Λουκᾶς Ματθαῖος Ἰωάννης καὶ Μᾶρκος, ἔγραψαν μόνοι, ἐπειδὴ ἤξεραν καλὰ ἑλληνικὰ – ὁ Ἰωάννης, ὅπως φαίνεται στὸ κείμενό του, ὄχι καὶ πολὺ καλά– , οἱ δὲ ἄλλοι τρεῖς Πέτρος Ἰάκωβος καὶ Ἰούδας, ὀλιγογράμματοι ὄντες, ἐπειδὴ ἤξεραν μὲν νὰ μιλοῦν ἑλληνικά, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ γράφουν σωστά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ὁμολογία τοῦ Πέτρου κι ἀπὸ τὰ καλὰ ἑλληνικὰ τοῦ κειμένου του, ἔγραψαν μέσῳ ἑλληνογλώσσου ὑπογραφέως καθ’ ὑπαγόρευσι. Διαθήκη σημαίνει συνθήκη, συμφωνία, συμβόλαιο· ἐξυπακούεται μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. στὸ πρῶτο συμβόλαιο οἱ συμβαλλόμενοι εἶναι ὁ Κύριος κι ὁ Ἰσραήλ, στὸ δεύτερο ὁ Κύριος κι οἱ Χριστιανοί.
     Τὸ κείμενο τῆς Π. Διαθήκης, δηλαδὴ ἡ μετάφρασι τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο’), εἶναι κάπως φθαρμένο, ἐνῷ τὸ κείμενο τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι τὸ καλλίτερα διατηρημένο ἀπ’ ὅλα τ’ ἀρχαῖα κείμενα τῆς ἀνθρωπότητος. ἡ Βίβλος γενικὰ ἔχει τὰ περισσότερα χειρόγραφα ἀπ’ ὅλα τὰ κείμενα τῆς ἀνθρωπότητος, τ’ ἀρχαιότερα καὶ τὰ ἐπιμελέστερα. 2.000 χειρόγραφα τῶν Ο’ ἡ Π. Διαθήκη καὶ 5.500 χειρόγραφα τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου ἡ Κ. Διαθήκη. τὸ 13% ὅλων γενικῶς τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν χειρογράφων εἶναι Βίβλος, ἐνῷ τὸ ὑπόλοιπο 87% τὸ μοιράζονται 2.100 συγγραφεῖς, 1.500 Χριστιανοὶ καὶ 600 εἰδωλολάτρες· τοὺς πέφτει κατὰ μέσον ὅρο ἀπὸ 0,04%· δηλαδὴ 25 χειρόγραφα. μέχρι τὸν Θ’ μ.Χ. αἰῶνα σχεδὸν δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄλλο χειρόγραφο βιβλίο, ἐνῷ τῆς Βίβλου ὑπάρχουν μόνο μέχρι τότε 300 ἀκέραια χειρόγραφα. καὶ στὶς μεταφράσεις ἡ Βίβλος ἔρχεται πρώτη στὴν παγκόσμια γραμματεία, ἔχοντας μέχρι τὸν Θ΄ αἰῶνα 18 μεταφράσεις ἡ Π. Διαθήκη, πλὴν τῆς τῶν Ο’, καὶ 22 ἡ Κ. Διαθήκη. ἡ πρώτη μετάφρασι ἄλλου κειμένου τῆς ἀνθρωπότητος ἐμφανίζεται πολὺ ἀργότερα. σήμερα δὲ ἡ Βίβλος ἔχει περίπου 2.000 μεταφράσεις, ἐνῷ οἱ πιὸ πολυμεταφρασμένοι συγγραφεῖς τῆς ἀνθρωπότητος φτάνουν τὶς 30 μεταφράσεις. καὶ στὶς ἐκδόσεις, ἐνῷ οἱ ἄλλοι συγγραφεῖς φτάνουν τὶς 100.000 ἀντιτύπων (χρυσὸ βραβεῖο μπὲστ σέλλερ) καὶ καμμιὰ φορὰ τὶς 200.000 (πλατινένιο βραβεῖο), ἡ Βίβλος μόνο σὲ μία χρονιὰ ξεπερνάει κάθε χρόνο τὰ 300.000.000· τὸ 1975 308.000.000· ἑκατομμύρια, ὄχι χιλιάδες. σ’ ὅλ’ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἡ Βίβλος εἶναι στὸν κόσμο ὁ ἀπλησίαστος γίγαντας, ὁ βασιλεὺς τῶν βιβλίων, τὸ βιβλίο· ἡ Βίβλος.
       Ἡ Βίβλος εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ πηγὴ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. ἡ μεταβιβλικὴ γραμματεία καὶ παράδοσι ἀποτελεῖ μόνο ἑρμηνευτικὸ σχόλιο τῆς Βίβλου. εἶναι δὲ σὲ ἔκτασι ὑπερπενταπλάσια ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν γραμματειῶν τῆς ὑφηλίου. ἡ μεταβιβλικὴ γραμματεία καὶ παράδοσι εἶναι βέβαια ἀπαραίτητη γιὰ τὴν κατανόησι τῆς Βίβλου, ἀλλ’ ὄχι πρωτογενὴς πηγή. ἀκόμη καὶ οἱ οἰκουμενικὲς σύνοδοι, ποὺ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀποφθεγγόμενο ὄργανο τῆς ἐκκλησίας, ὅπως δείχνουν οἱ ἴδιες καὶ στοὺς περὶ πίστεως ὅρους των καὶ στοὺς διοικητικοὺς κανόνες των καὶ στὰ ὑπόλοιπα πρακτικά τους, πρῶτον μὲν οὐδέποτε ἐπεισάγουν κάποιο νέο νόημα τῆς πιστευτέας ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ τὸ τρέμουν κάτι τέτοιο ὡς θανάσιμη ἐκτροπή, δεύτερον δέ, προκειμένου νὰ στηρίξουν τὰ λεγόμενά τους, ἐπικαλοῦνται συνεχῶς γιὰ τὸ κάθε τὶ τὸ κείμενο τῆς Βίβλου. δὲν ὑπάρχει περίπτωσι νὰ διαφωνῇ ἕνα μεταβιβλικὸ κείμενο μὲ τὴ Βίβλο ἢ νὰ προσθαφαιρῇ καὶ νὰ τροποποιῇ, καὶ ν’ ἀποτελῇ ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας. εἶναι καὶ θεωρεῖται αὐτόχρημα ἀπόβλητο. ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως τὸν Θ’ αἰῶνα στὴν πρὸς Ἰωάννην Ἀκυληΐας Ἐπιστολή του, ὁποιοδήποτε κείμενο διαφωνεῖ μὲ τὴ Βίβλο, ἔκρινε μόνο του τὸν ἑαυτό του ἀπόβλητο. τόσο οἱ παπικοί, τῶν ὁποίων ὁ ἀρχηγός, ὁ πάπας τῆς Ῥώμης, στὴν ἐν Τριδέντῳ «οἰκουμενική» τους σύνοδο τοῦ 1545-46, μὲ τὴν ὁποία προσπαθοῦν ν’ ἀμυνθοῦν ἐναντίον τῶν νεοφανῶν προτεσταντῶν, ἔκρινε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία ἰσόκυρη μὲ τὴ Βίβλο τὴν κατ’ αὐτὸν «ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας» — τὸ ὄνειρο τοῦ πάπα Ῥώμης Νικολάου Α’ ποὺ ἤθελε νὰ τὸ ἐπιβάλῃ στὸ Φώτιο, πρὶν ὁ Φώτιος τὸν καθαιρέσῃ ὡς αἱρετικό —, ἐννοώντας ὁ τοῦ 1546 πάπας Ῥώμης ὡς «ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας» τὰ προσωπικά του ἀλάθητα δῆθεν δόγματα (decreta), ὅσο καὶ οἱ προτεστάντες ὅλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὴ βοήθεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑρμηνευτικῆς παραδόσεως, κι «ἑρμηνεύουν» τὴ Βίβλο ἀβοήθητοι ἀπ’ αὐτή, ὁ καθένας σὰν παπίσκος, βρίσκονται σὲ ἐκτροπή. οὔτε τὸ ἑρμήνευμά τους εἶναι Βίβλος, οὔτε αὐτοὶ Χριστιανοί. τὸ πολὺ πολὺ εἶναι ἀβάπτιστοι κατηχούμενοι ὅσοι ἀπ’ αὐτοὺς διαβάζουν στραβὰ κουτσὰ τὴ Βίβλο κι ἔχουν μιὰ ἀσαφῆ ἰδέα γιὰ τὸ περιεχόμενό της. χωρὶς τὴν ἱερὰ εἰσαγωγικὴ κι ἑρμηνευτικὴ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας σήμερα, μετὰ 2.000 χρόνια, δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε οὔτε πόσα καὶ ποιά εἶναι τὰ ἐπὶ μέρους βιβλία τῆς Βίβλου. τὸ ποιά εἶναι τὰ βιβλία τῆς Βίβλου οἱ προτεστάντες τὸ παραλαμβάνουν ἀπὸ τὸν τυπογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη, ἢ τὸ πολὺ πολὺ οἱ κορυφαῖοι ἐπιστήμονές των ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους τοῦ ΙF’ αἰῶνος, οἱ παπικοὶ τὸ παραλαμβάνουν ἀπὸ τὸ καπρίτσι τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης, καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὸ δόγμα (decretum) τοῦ πάπα Ῥώμης Παύλου Γ’ τῆς 8 - 4 - 1546, ἐνῷ οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὸ παραλαμβάνουν ἀπὸ τὴν ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας. ἡ ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας προσδιορίζει πόσα καὶ ποιά βιβλία εἶναι τὰ τῆς Βίβλου, ποιό εἶναι τὸ αὐθεντικό τους κείμενο, ποιοί εἶναι οἱ συντάκτες τῶν βιβλίων της καὶ κάτω ἀπὸ ποιές ἱστορικὲς συνθῆκες γράφτηκαν αὐτά, καὶ ποιά εἶναι ἡ ἑρμηνευτική τους κλείδα· αὐτὰ τὰ τέσσερα μόνο· φτάνει δὲ μόνο μέχρι ἐδῶ, κι ἀφήνει τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως ἀποκλειστικὰ στὴ Βίβλο. εἶναι δηλαδὴ ἡ ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας παράδοσι τῆς Βίβλου, τὸ διαβιβαστικὸ μόνο τῆς Βίβλου, καὶ τίποτε πέρα ἀπ’ αὐτό. στὴν ἐκκλησία τὰ πάντα εἶναι ἀνακλητά, τροποποιήσιμα, καὶ βελτιώσιμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Βίβλο ποὺ ὡς λόγος τοῦ θεοῦ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀναλλοιώτου θεοῦ.
      Στὴ Χριστιανικὴ πίστι ἡ Π. Διαθήκη εἶναι ἰσχυρὴ ὡς πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἀποκάλυψι, βελτιωμένη ἀπὸ τὴν Κ. Διαθήκη ὡς πρὸς τὸν ἠθικὸ νόμο, καὶ ἄκυρη ὡς πρὸς τὸ τελεστικὸ στοιχεῖο. ἡ Χριστιανικὴ πίστι πρῶτον δέχεται ὅλη τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἀποκάλυψι τῆς Π. Διαθήκης, δεύτερον καταργεῖ λ.χ. τὴν πολυγαμία ἐγκαθιδρύοντας τὴ μονογαμία ἢ καταργεῖ τὴ μέχρι φόνου τιμωρία τῶν ἀσεβῶν καὶ κάθε ἐπίγεια κύρωσι καὶ θεσπίζει τὸ εἴ τις θέλει, καὶ τρίτον καταργεῖ στὴ λατρεία τὶς θυσίες ζῴων λ.χ. καὶ τὴν περιτομὴ καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο τὸ τελεστικό. ἡ δὲ Κ. Διαθήκη εἶναι στὴν ἐκκλησία τὸ αἰώνιο, τὸ ἀκατάργητο, τὸ αὔταρκες, τὸ τέλειο, τὸ ἀβελτίωτο, τὸ μὴ ἐπιδεχόμενο συμπλήρωσι. στὴν ἐκκλησία ἀνώτερη πάσης κριτικῆς καὶ ἀπαραβίαστο κῦρος εἶναι μόνο ἡ Βίβλος, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ὑπόκεινται σὲ κριτική, καὶ εἶναι ἀνακλητὰ καὶ τροποποιήσιμα. ἡ Βίβλος εἶναι θεόπνευστη, διότι θεόπνευστοι ὑπῆρξαν καὶ οἱ συγγραφεῖς της, τῆς δὲ θεοπνευστίας δὲν ὑπάρχει κλιμάκωσι καὶ διαβάθμισι, οὔτε «πρωτοκανονικὰ καὶ δευτεροκανονικὰ βιβλία», ὅπως εἶπε προσφάτως ἕνας ἐξ Ἰουδαίων παπικὸς καλόγερος καὶ ἔσπευσαν νὰ τὸ χάψουν καὶ οἱ προτεστάντες· εἶναι ὅλα τὰ βιβλία τῆς Βίβλου κανονικὰ καὶ ἐξ ἴσου θεόπνευστα. οἱ μεταβιβλικοὶ Χριστιανοὶ συγγραφεῖς εἶναι ἁπαξάπαντες μόνο θεοφώτιστοι, μέσῳ τῆς Βίβλου τὴν ὁποία μελετοῦν γιὰ νὰ φωτίζωνται, ὑπάρχει δὲ κλιμάκωσι καὶ διαβάθμισι τοῦ φωτισμοῦ των, ἀκριβῶς ὅπως ὑπάρχει πολλὴ ἢ λίγη ἐπιστημονικὴ κατάρτισι τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων στὶς διάφορες ἐπιστῆμες. ὅσο περισσότερο εἶναι γνῶστες τῆς Βίβλου καὶ σύμφωνοι μ’ αὐτή, τόσο πιὸ θεοφώτιστοι εἶναι, ὅσο λιγώτερο εἶναι γνῶστες, τόσο λιγώτερο εἶναι καὶ θεοφώτιστοι· κι ἂν τὴν ἀγνοοῦν, εἶναι τελείως ἀφώτιστοι, κι ἂν διαφωνοῦν μ’ αὐτὴ σὲ κάτι, τότε εἶναι σκοτισμένοι αἱρετικοί, ὅποιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. κι αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς Χριστιανούς.
      Ἐνώπιον τοῦ θεοῦ ἁπαξάπαντες οἱ Χριστιανοί, ὅσοι δὲν ἀστειεύονται μὲ τὴν πίστι τους καὶ δὲν ἔχουν ἄλλο κίνητρο τῆς χριστιανικῆς των ἰδιότητος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας των, ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι, εἶναι ἅγιοι· διότι ἔτσι τοὺς χαρακτηρίζει ἡ Βίβλος. καὶ παρ’ ὅλο ποὺ ὑποκειμενικῶς ὑπάρχουν ἀπεριόριστοι βαθμοὶ ἁγιότητος, δὲν ὑπάρχει ἀντικειμενικῶς διάκρισι δύο ποιοτήτων Χριστιανῶν, ζώντων ἢ κεκοιμημένων, ἁπλῶν δηλαδὴ Χριστιανῶν πρῶτον καὶ δεύτερον ἁγιωτάτων, ἢ ἁπλῶς σεσωσμένων πρῶτον καὶ δεύτερον ἁγίων ἢ ὁσίων. ὅσοι κάνουν τέτοια διάκρισι, στὴν Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Ἰούδα χαρακτηρίζονται ὡς αἱρετικοὶ κι ἀποκαλοῦνται ἀποδιορίζοντες. ἡ μεταβιβλικὴ γραμματεία ὅλη εἶναι ἀνθρώπινη, καὶ ὄχι θεία ὅπως ἡ Βίβλος. ἀλλὰ φυσικὰ λίγο ἢ πολὺ εἶναι κατὰ τὸ μέτρο καὶ τὸ βαθμὸ τῆς συνέσεώς της καὶ κυρίως τῆς ὁμοφροσύνης της πρὸς τὴ Βίβλο θεοφώτιστη. ἐπειδὴ ὁ θεὸς διὰ τῆς Βίβλου φωτίζει. ἡ Χριστιανικὴ ἐκκλησία ἡ ὀρθόδοξη δέχεται ὡς ἀλάθητη καὶ θεόπνευστη μόνο τὴ Βίβλο, μεριμνᾷ γιὰ τὴ διαφύλαξι τῶν βιβλίων μόνο τῆς Βίβλου, εὐθύνεται καὶ εἶναι ἀλληλέγγυος μόνο γιὰ τὴ Βίβλο, κι ἀντλεῖ τὴν πίστι της καὶ τὴν ὁμολογία της καὶ τὸ δόγμα της μόνο ἀπὸ τὴ Βίβλο, ὅπως δείχνει καὶ ἡ ἀποδεικτικὴ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων σὰν τὸ Μ. Ἀθανάσιο, τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸ Φώτιο καὶ ἄλλους. ἡ ἐκκλησία ἔχει τὴ Βίβλο Κανόνα της καὶ τὴ λέει κιόλας ἔτσι.
 
 
Μελέτες 1 (2008)

 

Ἀγγλικὴ Ἔκδοσι