ΤΟ ΠΑΠΟΣΤΑΣΙΟ
 
 

 

 
      Οἱ αὐτοκράτορες τῆς ἀρχαίας Ῥώμης εἶχαν θεσπίσει νὰ λατρεύωνται ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους των σὰ θεοὶ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ προσφωνοῦνταν ὁ καθένας Κύριος  ἢ Dominus, καὶ θεὸς ἢ deus. κι ὅταν πέθαιναν οἱ τέτοιοι θεοί, ἀναγορεύονταν ὁριστικὰ πλέον θεοὶ καὶ κατατάσσονταν μονίμως μεταξὺ τῶν ἄλλων θεῶν τῆς ἑλληνορρωμαϊκῆς μυθολογίας∙ στὸ πάνθεον. αὐτὸ λεγόταν μὲ τὴν ἑλληνικὴ λέξι ἀποθέωσις, ἡ ὁποία στὸ Σενέκα συναντᾶται καὶ μὲ τὴ γελοιογραφικὴ παραλλαγὴ ἀποκολοκύνθωσις. ἐπίσης τὸ ὄνομα τοῦ πεθαμένου αὐτοκράτορος δινόταν σὲ κάποιον ἀστέρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὲ κάποιο μῆνα τοῦ ἔτους. τὸ πρῶτο λεγόταν καταστερισμός∙ κι ἀπὸ τὰ τέτοια ὀνόματα ἀστέρων δὲν ἔπιασε οὔτε ἕνα. ἀπὸ τὸ δεύτερο ἔμειναν μέχρι σήμερα τέτοια ὀνόματα μηνῶν μόνο δυό, Ἰούλιος καὶ Αὔγουστος (Iulius, Augustus), ἐνῷ δὲν ἔπιασαν, δηλαδὴ ἔσβησαν λίγο μετὰ τὴν ὀνοματοδοσία, τὰ Τιβέριος (= Σεπτέμβριος), Ἀντωνῖνος (= Ὀκτώβριος), κλπ.. τέλος οἱ αὐτοκράτορες, γιὰ περισσότερη κατοχύρωσι τῆς μεταθανάτιας λατρείας των ὡς θεῶν, ἵδρυσαν καὶ ναὸ μὲ δικό τους ἱερατεῖο, ἕνα μεγάλο κυλινδρικὸ ναὸ (ῥοτόντα) τῶν αὐτοκρατόρων στὴ Ῥώμη, ὅπου τοποθετοῦνταν τὸ ἄγαλμα τοῦ κάθε αὐτοκράτορος ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του καὶ τὴν ἀποθέωσί του. καὶ ὁ ναὸς αὐτός, ποὺ ἦταν κι ἕνα μητρῷο - ληξιαρχεῖο - λέσχη τῶν ἀποθεωμένων αὐτοκρατόρων, λεγόταν πάνθεον. σῴζεται στὴ Ῥώμη μέχρι σήμερα ἀκέραιος ἀλλὰ χωρὶς τὴν ἀρχαία μαρμάρινη ἐπένδυσί του. εἶναι μιὰ ῥοτόντα μὲ τοῦβλα, ὅμοια μὲ τὴ ῥοτόντα τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ μεγαλείτερη.
      Αὐτὴ τὴν εἰδωλολατρικὴ παράδοσι τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων συνέχισαν σὰν ἐγκόσμιοι ἄρχοντες καὶ οἱ πάπες τῆς Ῥώμης∙ στὴν ἀρχὴ δειλὰ δειλὰ καὶ διστακτικά, ἔπειτα ὅμως ἀδίστακτα καὶ χωρὶς προσχήματα. μόνο ποὺ ὁ κάθε πάπας Ῥώμης λεγόταν στὴ μὲν ζωή του ἀντικαταστάτης τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴ γῆ, μετὰ δὲ τὸ θάνατό του ἅγιος, ὅπως νομίζονται οἱ ἅγιοι στὴ Δύσι μετὰ τὸ 450∙ καὶ λατρεύονται οἱ πάπες Ῥώμης ἀπὸ τοὺς παπικοὺς σὰν τέτοιοι μέχρι σήμερα. τὸ 1506 οἱ πάπες Ῥώμης σκέφτηκαν νὰ κτίσουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους κι ἕνα πάνθεον σὰν ἐκεῖνο τῶν εἰδωλολατρῶν θεῶν - αὐτοκρατόρων. καὶ τὸ ἔκτισαν μὲ τὰ ἴδια μάλιστα τὰ μάρμαρα τοῦ ἀρχαίου καὶ εἰδωλολατρικοῦ πανθέου τῶν αὐτοκρατόρων, τὰ ὁποῖα ξήλωσαν ἀπὸ τὴν ἐπένδυσι ἐκείνου∙ γι̉  αὐτὸ ἐκεῖνο ἔμεινε μόνο μὲ τὰ τοῦβλα του. τὸ νέο πάνθεον, γιὰ τὸ ὁποῖο χρησιμοποιήθηκαν καὶ πολλὰ ἄλλα πολύτιμα οἰκοδομικὰ ὑλικὰ καὶ στὸ ὁποῖο τοποθετήθηκαν τ̉  ἀγάλματα ὅλων τῶν παπῶν τῆς Ῥώμης, εἶναι ὁ λεγόμενος «ναὸς τοῦ ἁγίου Πέτρου» στὸ Βατικανὸ τῆς Ῥώμης. εἶναι ἀκριβῶς ἕνα πάνθεον τῶν ἁγιοποιημένων ἢ οὐσιαστικώτερα ἀποθεωμένων παπῶν τῆς Ῥώμης, μὲ πρῶτο δῆθεν πάπα της τὸν ἀπόστολο Πέτρο∙ ἢ ἀκριβέστερα εἶναι ἕνα παποστάσιο∙ ὅπως λέμε εἰκονοστάσιο. εἶναι δὲ στὴν οὐσία του κι ἕνα πορνοστάσιο καὶ κιναιδοστάσιο. ὅτι δὲ μὲ τοὺς δυὸ τελευταίους χαρακτηρισμοὺς δὲν ὑπερβάλλω καθόλου, θὰ φανῇ ἀβίαστα στὴ συνέχεια.
      Ὁ ναὸς εἶναι τεράστιος. πιθανῶς ἀληθεύει ὅτι εἶναι ὁ μεγαλείτερος ναὸς τῆς γῆς, ἂν συμπεριληφτοῦν καὶ οἱ ναοὶ ὅλων τῶν θρησκευμάτων. καὶ εἶναι περικαλλὴς τόσο γιὰ τὰ πολύτιμα ὑλικά του ὅσο καὶ γιὰ τὴν ὑψηλὴ καὶ μνημειώδη ἀρχιτεκτονικὴ καὶ εἰκαστικὴ τέχνη μὲ τὴν ὁποία εἶναι καμωμένος καὶ διακοσμημένος. τὸν εἶδα καὶ τὸν περιεργάστηκα μὲ προσοχή. χρησιμοποιήθηκαν πολλὲς δεκάδες εἴδη ἐκλεκτῶν μαρμάρων ἀπ̉ ὅλο τὸν κόσμο, ἡμιπολύτιμοι λίθοι σὲ μέγεθος ὀγκολίθων, ὅπως μιὰ στέγη παρεκκλησίου καμωμένη ἀπὸ ὀγκολίθους ἰάσπιδος, πολύτιμοι λίθοι, εὐγενῆ μέταλλα, καὶ ὅ,τι ἄλλο πολύτιμο ὑλικὸ μπορεῖ νὰ βρεθῇ ἐπάνω στὴ γῆ. ὁ ναὸς μέσα εἶναι γεμάτος παρεκκλήσια καὶ κόγχες καὶ περίτεχνα σπήλαια καὶ ἀγάλματα.
      Οἱ 300 περίπου πάπες Ῥώμης, ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο ἐπιφανεῖς ὑπῆρξαν ἢ κατέληξαν νὰ θεωροῦνται, ταξινομοῦνται σὲ πέντε κατηγορίες ἀξίας, καὶ ἡ κάθε κατηγορία δηλώνεται μὲ τὸ εἶδος τοῦ ἀγάλματος τοῦ κάθε πάπα. δείχνουν δηλαδὴ τ̉ ἀγάλματα πάπες καὶ παπάκια.
      Στὴν πρώτη κατηγορία εἶναι ταξινομημένος μόνον ὁ δῆθεν πρῶτος πάπας Ῥώμης, ὁ ἀπόστολος Πέτρος. παριστάνεται μ̉ ἕναν ὀρειχάλκινο ἀνδριάντα ὑψηλῆς γλυπτικῆς τέχνης, καθήμενος σὲ θρόνο καὶ τοποθετημένος περίπου στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ - παποστασίου, περίπου δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ στὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες εἶναι τοποθετημένος ὁ λεγόμενος «δεσποτικὸς θρόνος» ἢ «δεσποτικόν». ὅλοι οἱ ἀρχαιολόγοι καὶ οἱ ἱστορικοὶ τῆς τέχνης συμφωνοῦν ὅτι εἶναι ἀντίγραφο τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἀγάλματος τοῦ «Διὸς τοῦ καπιτωλίου», ποὺ κι ἐκεῖνο ἦταν ἀπομίμησι τοῦ «Ὀλυμπίου Διὸς» τοῦ ἀρχαίου γλύπτου Φειδίου. στὰ πόδια του φοράει πέδιλα, ὥστε νὰ φαίνωνται τὰ πέλματά του. τοῦ ἑνὸς ποδιοῦ τ̉ ἀκάλυπτα δάχτυλα φαίνονται ὅλα μὲ γλυπτικὴ σαφήνεια∙ τοῦ ἄλλου ποδιοῦ, τοῦ προτεταμένου καὶ λίγο μπροστά, τὰ δάχτυλα, ἂν κι ἐξ ἴσου ἀκάλυπτα, δὲν διακρίνονται καθόλου, ἀλλὰ παριστάνονται σὰ μιὰ ἑνιαία καὶ συμπαγὴς καὶ λεία σάρκα, σὰν τὴ φτέρνα. ἐπίτηδες ὁ ὀρείχαλκος στὸ μέρος αὐτὸ χυτεύτηκε ἀπὸ τὸ γλύπτη ἔτσι, ὥστε νὰ δίνῃ στὸ θεατὴ ἐκ προοιμίου τὴν ἐντύπωσι ποὺ ἐκφράζεται καὶ στὸ σχετικὸ ἁγιολογικὸ μῦθο τῶν παπικῶν∙ ὅτι δῆθεν ὁ γλύπτης εἶχε παραστήσει κι αὐτὰ τὰ δάχτυλα μὲ γλυπτικὴ σαφήνεια, ἀλλ̉  ἐπειδὴ τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ πέλματος τοῦ «πάπα Πέτρου» εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀσπάζονται οἱ προσκυνηταί, ὁ ὀρείχαλκος ἀπὸ τὰ πολλὰ φιλιὰ φαγώθηκε κι ἔγινε λεῖος. κλασσικὴ περίπτωσι παπικῆς μυθομανίας καὶ ὑποκρισίας. εἶναι ἐμφανέστατο ὅτι ὁ ὀρείχαλκος στὸ σημεῖο αὐτὸ περισσεύει, σὰ γέμισμα ἀνάμεσα στ̉ ἀκέραια δάχτυλα καὶ ἀπὸ πάνω τους∙ δὲν εἶναι λειψὸς σὰν κατάλοιπο φαγωμένων δαχτύλων ποὺ φαγώθηκαν δῆθεν ἀπὸ τὰ πολλὰ φιλιά.
      Στὴ δεύτερη, ἀλλ̉ οὐσιαστικῶς πρώτη κι ἐπιδεικτικώτερη, κατηγορία παπῶν εἶναι ταξινομημένοι οἱ θεωρούμενοι ἀπὸ τοὺς παπικοὺς πολὺ μεγάλοι πάπες Ῥώμης, οἱ πάπαροι. ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ ζηλόφθονη ἀπομίμησι πῆρε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὴν προσφώνησι πάπας (= πατερούλης), ἐκεῖνος ποὺ ἡ φαντασία του θέσπισε τὴν ἐγκόσμια ἐξουσία τοῦ πάπα Ῥώμης πάνω σ̉ ὅλη τὴ γῆ, ἐκεῖνος ποὺ προήγαγε τὸ φαντασιωτικὸ αὐτὸ πρωτεῖο, ἐκεῖνος ποὺ ἀφώρισε ὅλη τὴν Ἀνατολή, ἐκεῖνος ποὺ ὑπέταξε στρατιωτικῶς τὸ Βυζαντινὸ κράτος μὲ τὴν Δ’ σταυροφορία, ἐκεῖνος ποὺ ἀφώρισε τὸ Λούθηρο καὶ τοὺς προτεστάντες, ἐκεῖνος ποὺ συγκάλεσε τὴν «οἰκουμενικὴ» σύνοδο τοῦ Τριδέντου γιὰ νὰ προσδιορίσῃ ποιά εἶναι ἡ ἱερὰ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας, ἐκεῖνος ποὺ διώρθωσε τὸ ἡμερολόγιο, κλπ.. ἕνας τέτοιος πάπας παριστάνεται πάντα σὲ ἰδιαίτερη κόγχη μαζὶ μὲ τὸ αὐλικὸ μπουλούκι του. γιὰ τὸ μπουλούκι αὐτὸ θὰ πῶ παρακάτω πῶς παριστάνεται.
      Στὴν τρίτη κατηγορία ταξινομοῦνται ἄλλοι πάπες Ῥώμης θεωρούμενοι κι αὐτοὶ ἀρκετὰ ἐπιφανεῖς, ἀλλ̉ ὄχι τόσο ὅσο οἱ προηγούμενοι. αὐτοὶ παριστάνονται σὲ περίοπτο μέρος τοῦ ναοῦ μὲ ὁλόσωμο ἀνδριάντα καὶ σὲ στάσι καὶ μὲ στολὴ μεγαλοπρεπέστατες καὶ εἶναι σ̉ ὅλα πολὺ μεγαλοπρεπέστεροι ἀπὸ τὸν πασίγνωστο μεγαλοπρεπῆ ἀνδριάντα τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου. ἀλλὰ παριστάνονται χωρὶς ἀκολουθία.
      Οἱ πάπες Ῥώμης τῆς τετάρτης κατηγορίας παριστάνονται μὲ ἁπλῆ προτομή.
      Καὶ οἱ πάπες τῆς πέμπτης καὶ τελευταίας κατηγορίας παριστάνονται μὲ μιὰ ἁπλῆ ἀνάγλυφη μαρμάρινη εἰκόνα - προτομή, συνήθως σὲ κάποιον τοῖχο ἢ πεσὸ ἢ κίονα.
      Τὸ πάνθεον εἶναι κατείδωλον∙ κυριολεκτικὰ παποστάσιον. παριστάνονται δὲ μὲ ἀγάλματα ἢ χρωστικὲς εἰκόνες, ἔργα περιωνύμων Ἰταλῶν καὶ λοιπῶν ζωγράφων τῆς λεγομένης ἀναγεννήσεως, διάφορα πρόσωπα τῆς Βίβλου ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἢ τῆς ἱστορίας τῆς ἐγκοσμίου παπικῆς αὐτοκρατορίας, πρὶν αὐτὴ καταλυθῇ ἀπὸ τὸ Ναπολέοντα τῆς Γαλλίας. ἕνα μόνο τέτοιο πρόσωπο θὰ μνημονεύσω, τὴ βασίλισσα τῆς Σκωτίας Μαρία Στούαρτ, ποὺ τὸ χρωστικὸ πορτραῖτο της εἶναι στημένο σὲ περίοπτη θέσι τοῦ πανθέου αὐτοῦ τῆς παπικῆς Ῥώμης.
      Ἡ βασίλισσα Μαρία Στούαρτ ἦταν μικρανεψιὰ τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας Ἐλισάβετ Α΄, ἐκείνης ποὺ βασίλευσε μισὸ αἰῶνα κι ἔκανε τὴν Ἀγγλία μεγάλη. ἀπὸ τὶς δυὸ βασίλισσες ἡ μὲν Ἐλισάβετ ὑποστήριζε τὸν ἀγγλικανισμό, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ πατέρας της Ἑρρῖκος Η΄, ἡ δὲ Μαρία ὑποστήριζε τὸν πάπα Ῥώμης. ἐπειδὴ ἡ Μαρία καὶ ὡς ἔγγαμη καὶ ὡς χήρα εἶχε ζωὴ πολὺ ἀτάσθαλη καὶ δὲν ἔκρυβε τὴν ἀκολασία της καθόλου, οἱ Σκῶτοι τὴν ἐκθρόνισαν κι ἔκαναν βασιλέα τους τὸ γιό της. ἡ Μαρία κατέφυγε στὴν Ἀγγλία, στὸ βασίλειο τῆς Ἐλισάβετ, ἀλλ̉  ἐπειδὴ ἐκεῖ μὲ τὴν ὑποκίνησι καὶ τὴν οἰκονομικὴ ὑποστήριξι τοῦ πάπα Ῥώμης ἀποπειράθηκε νὰ δολοφονήσῃ τὴν Ἐλισάβετ, γιὰ νὰ πάρῃ τὸ θρόνο της, νὰ διώξῃ τοὺς ἀγγλικανούς, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ στὴν Ἀγγλία τὸν παπισμό, ἡ Ἐλισάβετ, ποὺ τὴν ἀνακάλυψε, τὴ συνέλαβε καὶ τὴ φυλάκισε σ̉ ἕνα ἀνάκτορο ποὺ τῆς παραχώρησε, ὅπου ἡ περιωρισμένη Μαρία ἔζησε δυὸ δεκαετίες χωρὶς ἐξουσία κι ἐλευθερία ἀλλὰ μὲ βασιλικὲς ἀνέσεις καὶ μὲ ὅλη τὴν ἀκολουθία της καὶ τοὺς ἐραστάς της σὰ βασίλισσα. ὅταν μετὰ 20 χρόνια ἡ Μαρία μέσα ἀπὸ τ̉  ἀνάκτορό της ὠργάνωσε μιὰ νέα συνωμοσία γιὰ τὴ δολοφονία τῆς Ἐλισάβετ, ἡ Ἐλισάβετ, ποὺ τὸ πληροφορήθηκε, τὴ συνέλαβε καὶ τὴν παρέπεμψε σὲ ἀγγλικὸ δικαστήριο, τὸ ὁποῖο τὴν καταδίκασε σὲ θάνατο καὶ τὴν ἐκτέλεσε. ὁ πάπας τῆς Ῥώμης τότε τὴν ἀνακήρυξε ἱερομάρτυρα κι ἔβαλε τὸ χρωστικὸ πορτραῖτο της στὸ παπικὸ πάνθεο «Ἅγιος Πέτρος».
      Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ τὸ ποιά ἀπὸ τὶς δυὸ βασίλισσες εἶχε δίκαιο, ἢ ἂν τὸ ἀγγλικὸ δικαστήριο πῆρε τὴ σωστὴ ἀπόφασι, ἢ ἂν ἡ παπικὴ ἐκδοχὴ γιὰ τὴν ὑπόθεσι αὐτὴ εἶναι ἱστορικῶς ἀξιοπιστότερη ἢ μεροληπτικώτερη. ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ πορτραῖτο τῆς «ἱερομάρτυρος Μαρίας Στούαρτ» στὸ παπικὸ πάνθεο. σ̉ αὐτὸ ἡ Μαρία παριστάνεται ἀπὸ τὴ μέση κι ἐπάνω μ̉ ἕνα φόρεμα τόσο ἐξώστηθο ὅσο δὲν γίνεται ἄλλο∙ διότι ἡ ἄκρη τοῦ ὑφάσματος περνάει ἀκριβῶς ἀπὸ τὶς θηλὲς τῶν μαστῶν της, οἱ δὲ μαστοί της προεξέχουν ἀσκέπαστοι τόσο προκλητικά, ποὺ μόνο πορνογραφικὴ εἰκόνα εἶναι αὐτὴ ἡ «ἱερὴ εἰκόνα τῆς ἱερομάρτυρος»∙ καὶ φυσικὰ ἡ ζωγραφικὴ τέχνη εἶναι πολὺ ῥεαλιστική, σὰ φωτογραφία, ὅπως συνήθως οἱ ζωγραφιὲς τῆς λεγομένης εὐρωπαϊκῆς ἀναγεννήσεως, ὅπως καὶ ὅλες οἱ χρωστικὲς εἰκόνες καὶ ὅλα τ̉ ἀγάλματα τοῦ παπικοῦ πανθέου. εὐτυχῶς εἶναι τοποθετημένη ψηλὰ καὶ δὲν φτάνουν νὰ τὴν ἀσπαστοῦν οἱ προσκυνηταί, ὥστε νὰ φαγωθοῦν οἱ μαστοί της ἀπὸ τὰ λαϊκὰ φιλιὰ σὰν τ̉ ὀρειχάλκινο πέλμα τοῦ «πάπα Πέτρου». δὲν εἶναι ὅμως τὸ πιὸ ἄσεμνο εἴδωλο, τοῦ παπικοῦ πανθέου τὸ πορτραῖτο τῆς «ἱερομάρτυρος» Μαρίας Στούαρτ.
      Οἱ πάπες τῆς δεύτερης μετὰ τὸν «Πέτρο» κατηγορίας, ποὺ παριστάνονται ὁ καθένας μέσα στὴ μεγάλη κόγχη του ἢ, ἂν θέλετε, σουΐτα του, σὰν μέσα στὸ ἀνάκτορό του ἢ στὴν αἴθουσα τοῦ θρόνου του, περιστοιχίζονται ἀπὸ τὴ στενὴ ἀκολουθία τους∙ πολὺ στενή. στὴν κεντρικὴ θέσι στέκεται ἢ κάθεται σὲ θρόνο ὁ πάπας - αὐτοκράτορας καὶ γύρω του ὄρθιες ἢ γονατιστὲς ἢ μισοξαπλωμένες σὲ παθιάρικες στάσεις ἢ καὶ ἀκουμπισμένες στὰ γόνατά του μὲ πολλὴ περιπάθεια καὶ νάζι τὸν περιστοιχίζουν οἱ παλλακίδες τοῦ χαρεμιοῦ του καὶ πολλὰ ἀγόρια 8 - 12 ἐτῶν. οἱ γυναῖκες, κοπέλλες 15 - 20 ἐτῶν, εἶναι ἡμίγυμνες. λειψὰ κι ἀραχνοΰφαντα διαφανῆ ὑφάσματα «σκεπάζουν» τὸ γυμνὸ σῶμα τους, τόσο κολλητὰ καὶ ἀφανῆ, ὥστε νὰ εἶναι σὰ βρεγμένα καὶ διαφανῆ κι ἀνύπαρκτα, καὶ νὰ μὴν μπορῇ κανεὶς νὰ πῇ ἂν οἱ γυναῖκες αὐτὲς φοροῦν κάτι ἢ δὲν φοροῦν τίποτε, παρὰ μόνο ἂν δῇ κάπου κάποια πτύχωσι ὑφάσματος ἀερίνου, ὁπότε συμπεραίνει ὅτι πρέπει νὰ τὶς φανταστῇ ὅτι φοροῦν κάτι. οἱ μαστοὶ καὶ οἱ θηλές των καὶ ὁλόκληρα τὰ κορμιά τους ὑποτίθεται ὅτι εἶναι σκεπασμένα κάτω ἀπὸ τὸ ἀραχνοΰφαντο καὶ βρεγμένο καὶ κολλητὸ ὕφασμα, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα εἶναι τελείως ἀκάλυπτα. μερικὲς φορὲς ὁ ἕνας μόνο μαστὸς εἶναι τελείως γυμνὸς καὶ ἔξω κι ἀπὸ τὸ ὑποθετικὸ ἀραχνοΰφαντο ὕφασμα. (ἂν κανεὶς σοκάρεται ἀπὸ τὴν περιγραφή, δὲν τοῦ φταίω ἐγώ, διότι ἐγὼ ναὸ περιγράφω, δὲν περιγράφω πορνεῖο). τὰ δὲ ἀνήλικα ἀγόρια εἶναι καὶ πραγματικῶς καὶ φανταστικῶς σαφῶς ὁλόγυμνα καὶ ὁλοτσίτσιδα καὶ σχεδὸν πάντοτε δείχνουν στὸ θεατὴ τὰ ὀπίσθιά τους. γιὰ μιὰ στιγμή, ἂν ξεχάσῃ κανεὶς ὅτι βρίσκεται σὲ ὑποτιθέμενο «ναὸ» τοῦ «ἁγίου Πέτρου», νομίζει ὅτι βρίσκεται σὲ πορνεῖο ἢ κιναιδαριό, ὅπου οἱ πόρνες καὶ τὰ κιναιδικὰ ἀγόρια παρελαύνουν ὀργιαστικῶς μπροστὰ στὸν κοινό τους ἐπιβήτορα, τὸν ὑποτιθέμενο πάπα, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ κορμιὰ τῆς ἰδιοκτησίας του. κι αὐτὴ φυσικὰ ἡ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀντίληψι εἶναι ἡ ἀπλανὴς ἀντίληψι∙ ἡ ἀντίληψι ὅτι πρόκειται γιὰ πάπα μὲ τὸν «ἅγιο» περίγυρό του εἶναι ἡ σεξομανὴς φαντασίωσι καὶ ὑποκριτικὴ φρεναπάτη. τὸ μόνο «στήριγμα» αὐτῆς τῆς φρεναπάτης εἶναι ὅτι ἀφ̉ ἑνὸς μὲν τὰ κιναιδικὰ ἀγόρια ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἄγγελοι ἢ ἀγγελούδια – τ̉ «ἀγγελούδια» γενικῶς εἶναι ἀποκλειστικὴ ἐπινόησι καὶ πατέντα τοῦ παιδεραστικοῦ καὶ ἀρρενομανοῦς παπισμοῦ τῆς λεγομένης ἀναγεννήσεως –, διότι στὶς ὠμοπλάτες των ἔχουν κάτι μικρὲς φτεροῦγες, ἴσα μὲ γεῖσο καπέλλου, ἔτσι τόσες μόνο, γιὰ νὰ μὴ σκεπάζουν τὰ ὀπίσθια τῶν ἀγοριῶν καὶ χαλοῦν τὴν κιναιδικὴ θωριά τους∙ ἀφ̉ ἑτέρου δὲ οἱ παλλακίδες ἢ ὀργιάστριες πόρνες, ποὺ περιστοιχίζουν καὶ «ἀκουμποῦν» τὸν πάπα - ἐπιβήτορα ἔχουν κάτω στὶς βάσεις ποὺ πατοῦν ἢ σὲ κάποια ἀνεμιζόμενη κορδέλλα τῆς ἀέρινης «ἐνδυμασίας» των γραμμένα τὰ ὀνόματά τους∙ Virginitas (= Παρθενία), Castitas (Ἁγνότης), Obοeditas (Ὑπακοή), Paupertas (Ἀκτημοσύνη), Virtus (Ἀρετή), Pietas (Eὐσέβεια), Humilitas (Ταπεινοφροσύνη), Paenitentia (Μετάνοια), Gratia (Χάρις), Caritas (Ἀγάπη), Laetitia (Χαρά), Pax (Εἰρήνη), Longaminitas (Μακροθυμία), Bonitas (Χρηστότης), Benignitas (Ἀγαθωσύνη), Fides (Πίστις), Mοdestia (Πρᾳότης), Continentia (Ἐγκράτεια). εἶναι δὲ καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πόρνες αὐτὲς ὁλόγυμνη, χωρὶς οὔτε προσχηματικὸ ἀραχνοΰφαντο «ἔνδυμα», ἡ NudaVeritas (Γυμνὴ Ἀλήθεια!). γιὰ τὸ ἄσεμνο αὐτὸ ἄγαλμα, πού, νομίζω, εἶναι ἀντίγραφο τῆς «Ἀφροδίτης τῆς Κνίδου», ὁ λαὸς τῆς Ῥώμης κάποτε εἶχε ξεσηκωθῆ ἐναντίον τῶν παπῶν της καὶ τῶν «καλλιτεχνῶν» τους, ἀπαιτώντας ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ «ναὸ» τὸ ἀπροκάλυπτα ἀναίσχυντο καὶ πρόστυχο κατασκεύασμα, καὶ τότε οἱ πάπες ἀναγκάστηκαν νὰ κρεμάσουν, τάχα ἀπὸ τὰ χέρια της, μπροστὰ στὴ Γυμνὴ Ἀλήθεια, ἀπὸ τὶς θηλὲς μέχρι τὸ αἰδοῖο, μιὰ ὀρειχάλκινη λαμαρίνα ποὺ παριστάνει πετσέτα μπάνιου, μὲ τὴν ὁποία ὑποτίθεται ὅτι προτίθεται νὰ σκουπιστῇ ἡ ὁλοτσίτσιδη.
      Σ̉ αὐτὸ τὸ ἄγαλμα μαζεύονται οἱ περισσότεροι παπικοὶ προσκυνηταί, οἱ δὲ κυνικώτεροι προσπαθοῦν νὰ δοῦν ὅσα κρύβει ἡ ὀρειχάλκινη κρεμαστὴ προσθήκη. τὴ λαμαρίνα ἐκείνη στὸ κάτω ἄκρο της τὴν ἔχουν στραβώσει ἀπὸ τὸ πολὺ τὸ ξεσήκωμα. πρώτη φορὰ στὴ ζωή μου ἔχω δῆ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ὑποκριτῶν νὰ ἕλκωνται τόσο πολὺ ἀπὸ τὴ γυμνὴ ἀλήθεια καὶ νὰ λαχταροῦν τόσο πολὺ νὰ τὴν ἐρευνήσουν.
      Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι σὰ νὰ ἐλέγχουν τὸν εἰλικρινῆ καὶ ἀνυπόκριτο θεατὴ λέγοντάς του∙ «Βέβηλε καὶ ἄρρωστε φαντασιοκόπε, δὲν εἶναι πόρνες καὶ κιναιδικὰ ἀγόρια αὐτὰ ποὺ βλέπεις∙ εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ κοσμοῦσαν τὸν παναγιώτατο πάπα ποὺ βλέπεις μπροστά σου καὶ οἱ ἄγγελοι ποὺ τὸν φύλαγαν καὶ τὸν δοξολογοῦσαν γιὰ τὶς ἀρετές του –γυμνὲς κι αὐθεντικὲς ἀρετές– φτερουγίζοντας γύρω του. ὅσο γιὰ τὰ ὁλόγυμνα ἀγγελούδια, ἔ, κανένα φτερωτὸ καὶ πετούμενο δὲν φοράει ῥοῦχα».
      Οἱ σχετικοὶ ἐργολῆπτες γλύπτες τῶν παπῶν ἔζησαν –νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦμε αὐτό– τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ παπικοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ὅταν ἤθελαν νὰ φᾶν τὴ σαρακοστὴ ἀγριόπαπιες καὶ ζαρκάδια, τὰ βάφτιζαν μαρούλια καὶ ῥαδίκια, καὶ τἄτρωγαν ἔτσι μετουσιωμένα, χωρὶς ν̉ ἁμαρτάνουν. καὶ τ̉ ἀφεντικά τους, οἱ πάπες τῆς Ῥώμης, βάφτιζαν καὶ μετουσίωναν τὶς πόρνες σὲ ἀρετὲς καὶ τὰ κιναιδικὰ ἀγόρια σὲ ἀγγελούδια. οἱ καλλιτέχνες κατανοοῦσαν πλήρως αὐτὴ τὴν παπικὴ τέχνη.
      Σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ πανθέου, πίσω δεξιά, ὁ θεατὴς κυριολεκτικὰ σοκάρεται βλέποντας μέσα σὲ μιὰ κρυστάλλινη προθήκη μιὰ σκηνὴ συνουσίας∙ ἢ ἀκριβέστερα πέρατος συνουσίας. ἡ νεαρὴ καθήμενη, μὲ τὴ νυχτικιά της ἀρκετὰ κολλητὴ ἐπάνω της, δείχνει 15-20 ἐτῶν, καὶ στὰ γόνατά της εἶναι ξαπλωμένος ὁ ἄντρας σὰν ἐξαντλημένος ἢ στὸ ἔπακρο χαλαρωμένος μετὰ τὸ τέλος∙ καὶ εἶναι περίπου 30 - 35 ἐτῶν. Μὴ βιάζεσαι ὅμως, βέβηλε∙ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις∙ εἶναι ἡ ἀποκαθήλωσι. ὁ ἄντρας εἶναι ὁ νεκρὸς ἐσταυρωμένος στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του. οἱ «βέβηλοι» πολλῶν ἐποχῶν ἐξέφρασαν τὴν ἔνστασι∙ Μὰ καλά, ὁ γιὸς 36 ἐτῶν καὶ ἡ μητέρα του 18 ; καὶ δὲν φαίνεται καθόλου θλιμμένη∙ ἴσα ἴσα πολὺ εὐχαριστημένη φαίνεται καὶ βαθύτατα ἱκανοποιημένη ἀπὸ κάτι εὐχάριστο ποὺ μόλις τῆς ἔχει συμβῆ. Βέβηλε, δὲν εἶναι ἱκανοποίησι αὐτὸ ποὺ βλέπεις στὸ πρόσωπό της∙ εἶναι ἡ συγκρατημένη θλῖψι τῆς εὐσεβοῦς, τῆς pieta. βέβηλε, ὁ ἱερὸς καλλιτέχνης (δηλαδὴ ὁ γνωστὸς κίναιδος Μιχαὴλ Ἄγγελος) μέσα στὴν ἐξαϋλωμένη φαντασία του συνέλαβε τὴν παρθένο διαχρονικῶς δεκαοχτάρα καὶ τὸ γιό της διαχρονικῶς τριανταεξάρη, κάτι ποὺ ἐσύ, βέβηλε Βάνδαλε, ποὺ δὲν ξέρεις ἀπὸ τέχνη, ἀμύητε στὶς κιναιδικὲς λεπτότητες κι εὐαισθησίες καὶ ἐμπνεύσεις, δὲν μπορεῖς νὰ τὸ συλλάβῃς, διότι δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσῃς τὶς νοερὲς καλλιτεχνικὲς πτήσεις ἐκείνου τοῦ κιναίδου. ντροπή σου νὰ φαντάζεσαι αὐτὰ ποὺ βλέπεις στὴν πραγματικότητα καὶ νὰ μὴν μπορῇς ν̉ ἀναχθῇς στὸ πῶς ὁ θεῖος καλλιτέχνης βάφτιζε καὶ μετουσίωνε τὰ ζαρκάδια σὲ μαρούλια. γι̉ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖς οὔτε νὰ συλλάβῃς πῶς ὁ πάπας τῆς Ῥώμης βάφτισε καὶ μετουσίωσε τὴν εἰδωλολατρία σὲ Χριστιανισμό. μὴν ἐκφράζεσαι, ἀγροῖκε, διότι φανερώνεις τὴ χοντροκοπιὰ τῆς εἰλικρινείας σου καὶ τὴν ἔλλειψι κάθε θείας ὑποκρισίας. οἱ θειότατοι πάπες τῆς Ῥώμης μποροῦσαν νὰ βαφτίσουν καὶ νὰ μετουσιώσουν τὴ βία σ̉ εὐλογία, καὶ τὴ γενοκτονία σὲ ἱεραποστολή, καὶ τὴ δολοφονία τῶν διαφωνούντων σὲ ἱερὰ ἐξέτασι∙ αὐτὸ θὰ πῇ transsubstantiatio (=μετουσίωσις)∙ γιατί λοιπὸν νὰ μὴν μποροῦν νὰ βαφτίσουν καὶ νὰ μετουσιώσουν καὶ τὴν πρᾶξι τῆς κρεβατοκάμαρας σὲ ἀποκαθήλωσι, καὶ τὶς πόρνες σὲ ἀρετές, καὶ τοὺς κιναίδους σὲ ἀγγελούδια ;
      Καὶ τὸ Μιχαὴλ Ἄγγελο ἀλλιῶς τὸν ἔλεγαν στὴν πραγματικότητα –ἕνα τυπικὸ ἰταλικὸ ὄνομα εἶχε–, ἀλλ̉ ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ θητεία σὰν «ἀγγελούδι», μετωνομάστηκε σὲ Μιχαὴλ Ἄγγελο. φαίνεται πὼς ἦταν τὸ «πρῶτο» ἀγόρι, ὄχι ὅποιο κι ὅποιο∙ γι̉ αὐτὸ πῆρε ὄνομα ὄχι ἁπλῶς ἀγγέλου ἀλλὰ καὶ ἀρχαγγέλου. φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἦταν τότε ἡ δεοντολογικὴ ὁρολογία τοῦ παπικοῦ κιναιδαριοῦ. εἶναι δηλαδὴ τὸ «Μιχαὴλ Ἄγγελος» καλλιτεχνικὸ ψευδώνυμο, ὅπως λ.χ. τώρα λένε «Ἰορδάνης Χατζηαράπογλου, γνωστὸς ὡς ἡ Μπέτυ». κι ἔπιανε τόσο καλὰ ἡ σχετικὴ μετουσίωσι τῶν πορνῶν καὶ τῶν κιναίδων σὲ ἀρετὲς καὶ «ἀγγελούδια», ποὺ δὲν χρειαζόταν οὔτε καὶ ῥοῦχα νὰ φορέσουν. ἄλλωστε πῶς ἀλλιῶς θὰ μποροῦσε ἡ Γυμνὴ Ἀλήθεια νὰ εἶναι ὄντως γυμνὴ καὶ ἀτόφια ;
      Αὐτὸς εἶναι ὁ «Ἅγιος Πέτρος» τῆς Ῥώμης∙ πάνθεον τῶν παπῶν τῆς πόλεως αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 14 αἰῶνες (450-1809) ἦταν οἱ ἔνοπλοι ἐγκόσμιοι αὐτοκράτορες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἔχοντας ὡς νομάρχες καὶ ἐπάρχους καὶ τοποτηρητὰς τοὺς βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν της. τὸ πάνθεον αὐτὸ εἶναι ὁ ναὸς τῆς παπικῆς ἐγωπαθείας καὶ ἀλαζονείας, τῆς ναρκισσικῆς αὐτολατρίας τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης. κι ἐπειδὴ ἴσως εἶμαι Θεσσαλονικεύς, μοῦ θυμίζει πάντοτε ἐκεῖνο ποὺ γράφει στοὺς Θεσσαλονικεῖς μαθητάς του ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὸν ἀντίχριστο∙ Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον θεὸν ἢ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ θεοῦ ὡς θεὸν καθίσαι, ἀποδεικνύντα ἑαυτὸν ὅτι ἐστὶ θεός (Β΄ Θε 2, 3 - 4). λέει δὲ ἐδῶ ναὸν τοῦ θεοῦ ὁ ἀπόστολος τὴ Χριστιανωσύνη.
      Τὸ παπικὸ αὐτὸ πάνθεον ἢ παποστάσιο ἢ πορνοστάσιο καὶ κιναιδοστάσιο τῆς Ῥώμης προκάλεσε τὸ μεγαλείτερο σκάνδαλο στὴν ἱστορία τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. γιὰ τὶς δαπάνες τῆς πολυτελείας του καὶ τῆς χλιδῆς του σχίστηκε ὁ χριστώνυμος κόσμος τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης γιὰ πάντα στὰ δύο, κι ἔπειτα στὰ πέντε. γιὰ τὶς δαπάνες ἐκεῖνες ποὺ χρειάστηκε νὰ γίνουν, γιὰ νὰ λατρευτῇ ἡ παπικὴ ἐγωπάθεια, ἐφαρμοζόταν ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες σ̉ ὅλη τὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, ποὺ ἦταν τότε ἡ αὐτοκρατορία τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης, ἡ πιὸ ἄγρια φορολογία ποὺ ἐμφανίστηκε στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. μνημεῖο τῆς παπικῆς ἀπανθρωπίας καὶ φιλαυτίας εἶναι αὐτὸς ὁ «ναός», αὐτὸ τὸ παποστάσιο.
      Ἔτσι αὐτὸ τὸ καλλιτέχνημα τοῦ «πάπα Πέτρου» εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, τὸ σύμβολο τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν Δυτικῶν. γιὰ τὸ κτίσιμο αὐτοῦ τοῦ πανθέου φορολογοῦνταν ἀκόμη καὶ ἡ προσευχή, πουλιόταν ἡ λατρεία, ἀφαιροῦνταν ἀπὸ τὸ φτωχὸ τότε Εὐρωπαῖο καὶ ἡ μπουκιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του∙ γιὰ νὰ κτιστῇ ὁ ναὸς τῶν θεοποιημένων παπῶν Ῥώμης, ποὺ δὲν ἦταν παρὰ πορνόβιοι ὀργιασταὶ κι ἀρσενοκοῖτες παιδερασταὶ καὶ κίναιδοι, πάπαροι καὶ παπάρες. γι̉ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτηρίζει τόσο ἀρρωστημένη ἐγωπάθεια, τόσο χολερικὸ καὶ ναρκισσικὸ νάζι, γι̉ αὐτὸ καὶ ὅλοι οἱ κληρικοί τους ντύνονται καὶ καλλωπίζονται καὶ διακοσμοῦνται σὰ νύφες. ὁ κόσμος καίγεται, τ̉  αὐγὸ χτενίζεται. πρόκειται γιὰ τὴν ψυχοπάθεια τῆς σεξουαλικῆς διαστροφῆς των.
      Κι ἐπειδὴ δὲν ἐπήρκεσε ἡ τόσο ἄγρια φορολογία, γιὰ νὰ καλύψῃ τὶς δαπάνες τοῦ παπικοῦ πανθέου, οἱ πάπες τῆς Ῥώμης ἄρχισαν νὰ πωλοῦν ὑποχρεωτικὰ στοὺς ὑπηκόους των καὶ τὶς θέσεις τῶν ψυχῶν στὸν παράδεισο ἢ καὶ νὰ μεταθέτουν μὲ χρήματα τὶς ψυχὲς τῶν κολασμένων ἀπὸ τὴν κόλασι στὸν παράδεισο μὲ τὰ διαβόητα καὶ πανάκριβα συγχωροχάρτια. αὐτὸ ἦταν ἡ σταγόνα ποὺ ἔκανε νὰ ξεχειλίσῃ τὸ ποτήρι τῆς ἀγανακτήσεως τῶν ὑπηκόων καὶ ὤθησε κι αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀρχηγούς των, τοὺς ἱδρυτὰς τοῦ προτεσταντισμοῦ, ν̉  ἀποκηρύξουν τὸ εἰδωλικὸ σέβασμα τῆς Ῥώμης, τὸ ὑπεραιρόμενον πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο σέβασμα ἢ θεόν. καὶ διχοτόμησε τὴν παπικὴ Εὐρώπη σὲ δύο κι ἔπειτα τὴν κερμάτισε σὲ περισσότερα κομμάτια - θρησκεύματα, καὶ προκάλεσε πολλοὺς πολέμους ἀνάμεσα στὸν πάπα - αὐτοκράτορα Ῥώμης καὶ τοὺς ἐπαναστάτες ποὺ ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ τὸν ἄγριο κι ἐξοντωτικὸ φορολογικὸ ζυγό του, κυριώτερος ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν ὁ τριακονταετὴς εὐρωπαϊκὸς πόλεμος μεταξὺ πάπα Ῥώμης καὶ προτεσταντῶν. ὁ πάπας δὲν μποροῦσε νὰ χωνέψῃ ὅτι τὶς προτεσταντικὲς χῶρες τὶς ἔχασε γιὰ πάντα. καὶ χύθηκε γι̉ αὐτὸ πολὺ αἷμα. κι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν γιὰ τὸ ναρκισσισμὸ τοῦ πάπα Ῥώμης∙ τοῦ κάθε πάπαρου καὶ τῆς κάθε παπάρας.
      Φαίνεται κι ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μνημεῖα τῆς Ῥώμης ἡ εἰδωλολατρικὴ ἀσέλγεια τῶν παπῶν της καὶ αὐτοκρατόρων της. κι ἀπὸ τὰ πολλὰ αὐτὰ θ̉ ἀναφέρω μόνο δύο.
      Στὸ σημεῖο ποὺ ὁ Τίβερις ποταμὸς τῆς Ῥώμης πλησιάζει τὸ Βατικανὸ ὑπάρχει μιὰ παλιὰ γέφυρά του, ἡ λεγομένη «Γέφυρα τῶν Ἀγγέλων»∙ (πάλι «ἄγγελοι»∙ τί ἐφιάλτης ἔχει γίνει αὐτὸ τὸ κατ̉ ἀρχὴν ἱερὸ ὄνομα!). λέγεται ἔτσι, ἐπειδὴ στὰ κάγκελλά της, δεξιὰ κι ἀριστερά, εἶναι στημένα δεκάδες ἀγάλματα ἀγγέλων ἀναγεννησιακῆς τέχνης, ῥεαλιστικῆς καὶ νατουραλιστικῆς. ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἄγγελοι, ἐπειδὴ στὶς ὠμοπλάτες των ἔχουν προστεθῆ φτεροῦγες, ἀρκετὰ ἀνασηκωμένες, γιὰ νὰ μὴν «ἀδικοῦν» τὰ κορμιά. ἂν ὅμως ἀφαιρέσῃς τὶς φτεροῦγες, κάτι ποὺ γιὰ κείνους τοὺς ἀγγέλους εἰδικὰ γίνεται πολὺ εὔκολα, βλέπεις κάτι ἄλλο. βλέπεις μιὰ σειρὰ ἀπὸ δῶ καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ κεῖ «κορίτσια» εἰκοσάχρονα, ντυμένα πολὺ ἄσεμνα, ποὺ καθὼς εἶναι στημένα πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου καὶ περνᾷς κάτω ἀπὸ τὶς φοῦστες των, σοῦ δείχνουν τοὺς μηρούς των σὲ μεγάλο ὕψος, μερικὲς φορὲς μέχρι τὸ ὕψιστο σημεῖο τῆς συγκλίσεως. διότι οἱ φοῦστες των ἄλλοτε εἶναι μίνι φοῦστες κι ἄλλοτε σχιστὲς μέχρι ἐπάνω, ἀνοιχτές, κολλητές - «διαφανεῖς» δηλαδὴ ἀνύπαρκτες, κλπ. κλπ.. πρόσωπα καὶ μαλλιὰ κοριτσίστικα, ἀσφαλῶς χωρὶς γενειάδα ἔστω καὶ ξυρισμένη καὶ χωρὶς ἀντρικὸ σαγόνι καὶ μέτωπο, κορμιὰ τελείως θηλυκά, μερικὲς φορὲς ἀκόμη καὶ τὰ στήθη, μηροὶ σαφῶς γυναικεῖοι, σαφῶς προκλητικοί. τώρα πῶς τὰ ἄρρενα ὀχτάχρονα «ἀγγελούδια», ἐκεῖνα τὰ προειρημένα ὁλοτσίτσιδα τοῦ «Ἁγίου Πέτρου», μετεξελίσσονται σὲ εἰκοσάχρονες φτερωτὲς κοπέλλες στοῦ γεφυριοῦ τὴν πιάτσα, χωρὶς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν ἐνδιάμεση κατάστασι τῆς προνύμφης - χρυσαλλίδος, αὐτό, ἀγροῖκε, δὲν ἔχει σχέσι μὲ τὸ ἀρχικὸ φῦλο τῶν ἀγγέλων, ἀλλ̉ ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὶς σεξουαλικὲς προτιμήσεις καὶ ἐπιλογὲς τῶν παπῶν καὶ τῶν παπάρων καὶ τῶν λοιπῶν ἀρσενοκοιτῶν τοῦ Βατικανοῦ, νὰ τὸ ξέρῃς. τὰ φτερωτὰ «κορίτσια» προκαλοῦν τοὺς διερχομένους Λατίνους σὲ βαθμὸ μεγάλο, κι αὐτὸ συμπεραίνεται εὔκολα καὶ ἀναντίρρητα ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γυμνοὶ μηροὶ τῶν «ἀγγέλων» εἶναι ἢ σφυροκοπημένοι καὶ τσακισμένοι ἀπὸ πετροβόλημα ἢ κι ἀπὸ ποικίλα θλῶντα ἀντικείμενα, ἢ μουντζουρωμένοι μὲ μαρκαδόρους ἀπὸ τὰ ἐπιγράμματα ἐκεῖνα ποὺ βλέπει κανεὶς συνήθως πίσω ἀπὸ τὶς πόρτες τῶν δημοσίων ἀποχωρητηρίων. τὰ ἐπιγράμματα εἶναι συντεταγμένα ἰταλιστί, γαλλιστί, καμμιὰ φορὰ καὶ λατινιστὶ δηλαδὴ ἀπὸ μορφωμένους ἀνθρώπους. προφανῶς τὰ μὲν τσακίσματα προέρχονται ἀπὸ ἀγανακτισμένους συντηρητικούς, οἱ δὲ μουντζοῦρες καὶ τὰ βρομόλογα ἀπὸ ἐρεθισμένους κυνικοὺς ποὺ εἶναι μέχρι καὶ λατινομαθεῖς. τὸ ἐκπληκτικώτερο εἶναι ὅτι γιὰ τὴ γραφὴ αὐτῶν τῶν ἐπιγραμμάτων πολλὲς φορὲς χρειάζεται καὶ σκάλα. ὠργανωμένα πράγματα λοιπὸν γίνονται ἐκεῖ στὸν Τίβερι, δίπλα στὸ Βατικανό. καὶ μὴν ξεχνᾶτε ὅτι ὅλ̉  αὐτὰ γίνονται σὲ «ἀγγέλους».
      Ἡ παπικὴ αὐτὴ πρακτική, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, μοῦ θυμίζει ἕνα παιδαγωγικὸ τέχνασμα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὴ Ῥωσία ἐπὶ Στάλιν στὰ παιδιὰ ποὺ εἶχαν ἀπαγάγει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (28.000 παιδιὰ) οἱ Ἕλληνες κομμουνισταὶ κατὰ τὸ παιδομάζωμα, καθὼς τὸ 1949 ὑποχωροῦσαν ἡττημένοι, μὲ σκοπὸ νὰ τὰ κάνουν στὴ Ῥωσία ἰδεολογικοὺς γενιτσάρους καὶ νὰ τὰ ἐπανεισαγάγουν ἀργότερα στὴν Ἑλλάδα. μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ συνομήλική μου γυναίκα, ποὺ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα τοῦ παιδομαζώματος κι ἐπανῆλθε στὴν Ἑλλάδα μόνο 10 χρόνια περίπου μετὰ τὴν ἀπαγωγή της. (κι ἐγὼ εἶμαι ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ γλύτωσαν τὸ παιδομάζωμα παρὰ τρίχα).
      Ἐκεῖ στὴ Ῥωσία εἶχαν τὰ παιδιὰ σὲ οἰκοτροφεῖο ποὺ εἶχε καὶ δημοτικὸ σχολεῖο μὲ δασκάλους Ἕλληνες, ἀσφαλῶς κομμουνιστάς. τὸ συσσίτιο ἦταν πενιχρό. τὰ παιδιὰ κρέας ἔτρωγαν ἀραιὰ καὶ σὲ μερίδες πολὺ μικρές. μερικὲς φορές, σὲ μέρα ποὺ τοὺς εἶχαν κρέας λαχταριστό, καὶ τὸ ἀνακοίνωναν στὰ παιδιὰ ἀποβραδίς, ὅτι «Αὔριο θὰ φᾶτε ὡραῖο κρέας», τὰ παιδιὰ ἔκαναν ὄρεξι∙ τοὺς ἔτρεχαν τὰ σάλια γιὰ κρέας. ὅταν ἔβγαζαν τὰ καζάνια μὲ τὸ ἀχνιστὸ φαγητὸ στὴν αὐλὴ γιὰ διανομή, καὶ τὰ παιδιὰ ἔβλεπαν μὲ βουλιμία ἀπὸ τὴ τζαμαρία τοῦ ἀναγνωστηρίου, ξαφνικὰ δυὸ «παπᾶδες μὲ ῥάσα γένεια καὶ καλυμμαύχια, ποὺ εἶχαν ἔρθει κρυφὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, μέσα ἀπὸ τὰ δάση, σταλμένοι γιὰ νὰ φαρμακώσουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ παιδιά», πηδοῦσαν ἀπὸ τὸ χαμηλὸ αὐλόγυρο μέσα στὴν αὐλή, μὲ μιὰ κανάτα φαρμάκι στὸ χέρι ὁ καθένας, καὶ ἄδειαζαν τὸ δηλητήριο μέσα στὰ καζάνια μὲ τὸ φαγητό. ἀμέσως χτυποῦσε συναγερμός, καὶ οἱ φρουροὶ τοὺς κυνηγοῦσαν, ἀλλ̉ ἐκεῖνοι προλάβαιναν καὶ πηδοῦσαν τὸν αὐλόγυρο καὶ χάνονταν μέσα στὸ δάσος, καὶ τελικὰ γλύτωναν καὶ «διέφευγαν στὴν Ἑλλάδα». μετὰ ἀπὸ καιρὸ ξανάρχονταν καὶ ἔκαναν τὰ ἴδια, πάντα στὰ καλλίτερα φαγητά, καὶ πάλι γλύτωναν∙ πάντα γλύτωναν∙ «Ἀλλὰ ποῦ θὰ πᾶνε; κάποτε θὰ τοὺς πιάσουμε∙ καὶ τότε νὰ δοῦν τί θὰ τοὺς κάνετε». καὶ οἱ παιδονόμοι, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν πεινασμένων παιδιῶν, ἔχυναν κατὰ γῆς τὸ λαχταριστὸ κρέας, οἱ δὲ καθαρίστριες τὸ μάζευαν καὶ τὸ πετοῦσαν στὰ σκουπίδια. καὶ τὰ παιδιὰ στὴ συνέχεια ἔτρωγαν πατάτες. μερικοὶ μάλιστα φρουροί, «ποὺ ἀγαποῦσαν πολὺ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ὑπερασπίζονταν μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς των, φανέρωναν σὲ μερικὰ μόνον», ἔτσι ἐμπιστευτικά, ὅτι μερικὲς φορὲς οἱ παπᾶδες ἔρχονταν νύχτα, χωρὶς νὰ γίνουν καθόλου ἀντιληπτοί, κι ἔρριχναν τὸ φαρμάκι τους στὰ τρόφιμα τῆς ἀποθήκης. εὐτυχῶς οἱ ἀποθηκάριοι ἤλεγχαν πολὺ προσεκτικὰ τὰ τρόφιμα κάθε πρωΐ. τὰ παιδιὰ ζοῦσαν συνεχῶς μὲ τὸ θανάσιμο ἐφιάλτη τῶν Ἑλλήνων παπάδων.
      Δὲν θ̉ ἀξιολογήσω ἐδῶ τὸ τέχνασμα ἠθικῶς. θέλω μόνο νὰ πῶ ὅτι ἦταν πολὺ ἔξυπνο τέχνασμα, γιὰ νὰ μισήσουν τὰ παιδιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστι∙ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἀποτελεσματικώτερο. ἡ γυναίκα, ποὺ μοῦ τὰ διηγόταν αὐτά, μοῦ ἔλεγε∙ «Ἔχω 20 χρόνια ποὺ ἐπέστρεψα στὴν Ἑλλάδα, εἶμαι μορφωμένη, εἶμαι μητέρα μὲ παιδιά, εἶμαι εἰλικρινὴς Χριστιανή, ἐξομολογοῦμαι καὶ κοινωνῶ μὲ πολλὴ λαχτάρα καὶ χαρά∙ καὶ ὅμως, κάθε φορὰ ποὺ βλέπω παπᾶ, κάτι ἀνατριχιάζει μέσα μου, ἀνακατεύεται τὸ στομάχι μου, μιὰ ἀντιπάθεια ξεσηκώνεται μέσα μου∙ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐλέγξω αὐτό». καὶ ἔκλαιγε. τῆς εἶπα γιὰ παρηγοριά∙ «Μὴ στενοχωριέσαι∙ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι δικό σου∙ εἶναι τοῦ Στάλιν∙ σὰ νὰ σοῦ μεταμόσχευσε τὸ νεφρό του».
      Πιστεύω ὅτι ἐφάμιλλο, καὶ τοῦ ἴδιου σκοποῦ, καὶ τοῦ ἴδιου ἀποτελέσματος μὲ τὸ σταλινικὸ τέχνασμα, εἶναι καὶ τὸ πολὺ ἀρχαιότερο «τέχνασμα» τῶν παπῶν τῆς Ῥώμης, ποὺ ἔστησαν τοὺς ἀσέμνους «ἀγγέλους» σ̉ ἐκείνη τὴ γέφυρα τοῦ Τιβέρεως, ἀπὸ τὴν ὁποία περνάει ὅλη ἡ Ῥώμη, ἡ μισὴ Ἰταλία, τὸ ἕνα τέταρτο τῆς Εὐρώπης, καὶ πολὺς κόσμος ἀπ̉ ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς. δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερο «τέχνασμα» στὸ νὰ κάνῃς τοὺς σεμνοὺς ἀνθρώπους νὰ σιχαθοῦν τὴ Χριστιανικὴ πίστι, καὶ τοὺς πρόστυχους καὶ κυνικοὺς νὰ κάνουν καζούρα εἰς βάρος της καὶ κατὰ βάθος νὰ τὴ σιχαθοῦν κι αὐτοί. τὸ λέω δὲ «τέχνασμα» συμβατικὰ μόνο∙ διότι δὲν πιστεύω ὅτι ἦταν ἐνσυνείδητο τέχνασμα γιὰ ἐξύβρισι τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. εἶναι ὅμως ὁπωσδήποτε ἔκφρασι τῆς παγανίζουσας λαγνείας καὶ προστυχιᾶς καὶ τῆς σεξουαλικῆς διαστροφῆς τῶν παπῶν τῆς Ῥώμης καὶ τοῦ περιγύρου τους. τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο∙ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ποὺ μετράει∙ δὲν σᾶς κάνει ἐντύπωσι ὅτι ἡ ἀθεΐα ἐμφανίστηκε στὶς χῶρες ποὺ «ἄνθησε» ὁ παπισμός ;
      Στὸ ἕνα ἄκρο τῆς γεφύρας, σ̉ ἐκεῖνο ποὺ δέχεται τὸν κόσμο «ἀπ̉ ἔξω», γιὰ νὰ τοὺς βγάλῃ στὸ ἄλλο ἄκρο τὸ πρὸς τὸ Βατικανό, ὑπάρχει τὸ ἄγαλμα τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης∙ τοῦ ἀφῃρημένου καὶ διαχρονικοῦ πάπα∙ στὸ ἕνα χέρι κρατάει ἕνα τεράστιο κλειδί, τὸ κλειδὶ τοῦ παραδείσου «ποὺ παρέδωσε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο, καὶ κληροδότησε ὁ Πέτρος στοὺς πάπες Ῥώμης, κλπ. κλπ.», καὶ στὸ ἄλλο κρατάει ἕνα σπαθί, τὸ σπαθὶ τῶν θανατικῶν ἐκτελέσεων, ποὺ διατάζει ὁ πάπας, καὶ ποὺ συμβολίζει τὴν ἐπὶ γῆς ἐξουσία τοῦ πάπα - αὐτοκράτορος τῆς Εὐρώπης καὶ πάσης τῆς Ὑφηλίου, «τὴ δοσμένη σ̉ αὐτὸν ἀπὸ τὸ Χριστό», μὲ τὸ ὁποῖο σπαθὶ ὁ πάπας κατασφάζει τοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς αἱρετικούς∙ οὐ γὰρ εἰκῇ τὴν μάχαιραν φορεῖ. στὸ κλειδὶ γράφει λατινιστί∙ «Αὐτὸ γιὰ τοὺς πιστούς»∙ καὶ στὸ σπαθὶ γράφει∙ «Αὐτὸ γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς». δηλαδὴ ἀπὸ τὸ καπρίτσι τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης ἐξαρτᾶται ἂν ὁ πιστὸς Χριστιανὸς θὰ πάῃ στὸν παράδεισο, καὶ ὁ θειότατος πάπας τῆς Ῥώμης ἔχει θεῖο δικαίωμα νὰ σφάζῃ τοὺς διαφωνοῦντες. τὸ δεύτερο τὸ πιστεύουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ οἱ μωαμεθανοί, διδαγμένοι ἀπὸ τὸ Μωάμεθ καὶ τὸ Κοράνιο.
      Ὅταν βλέπῃς αὐτὴ τὴ «Γέφυρα τῶν ἀγγέλων» ἀπὸ μακριὰ καὶ κάπως ψηλά, σοῦ φαίνονται οἱ μὲν «ἄγγελοι» σὰν Ἰταλίδες πόρνες ποὺ κάνουν πιάτσα στὴ γέφυρα, ὁ δὲ κλειδοκράτορας καὶ μαχαιροβγάλτης πάπας στὴν ἄκρη τῆς γεφύρας σὰν ὁ νταβατζῆς τους ποὺ ἐπιβλέπει τὴ δουλειὰ τῶν «κοριτσιῶν» καὶ κόβει εἰσιτήρια στοὺς διερχομένους ἀπὸ τὴν πιάτσα τῶν πορνῶν του, γιὰ νὰ περάσουν πρὸς τὸν πορνικὸ καὶ κιναιδικὸ παράδεισο τοῦ Βατικανοῦ. πολὺ συμβολικὸ τὸ σύνολο αὐτό.
      Μετὰ τὴν περιγραφὴ τῆς «Γεφύρας τῶν ἀγγέλων» καταλαβαίνετε, νομίζω, τώρα γιατί παλιότερα τοὺς μεγάλους θεολόγους τῆς Δύσεως τοὺς ἀπασχολοῦσε τὸ ὑψηλὸ θεολογικὸ ζήτημα, ἂν οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀρσενικοὶ ἢ θηλυκοί. ἐπηρέασε τὶς θεολογικὲς αὐτὲς πτήσεις των ἐκείνη τοῦ γεφυριοῦ ἡ πιάτσα. δὲν ἀποκλείεται δὲ νὰ ἀναπτέρωνε καὶ τὸ σῶμα τους, ἰδίως ἀπὸ τὴ ζώνη καὶ κάτω, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μάλιστα ποὺ δὲν ὑπῆρχαν φωτογραφίες ἢ ταινίες πορνό, οὔτε περιοδικὰ καὶ βιβλία πορνό, καὶ τ̉ ἀγάλματα ἐκεῖνα καὶ ὅλα τὰ τέτοια «ἱερὰ» εἰκονίσματα ἦταν τὰ μόνα πορνό, ὅπου μποροῦσαν νὰ ξεδώσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. καὶ γιατί δηλαδή ; ἀφοῦ κατὰ τὴν παπικὴ θεολογία ὑπάρχουν «ἀγγελούδια», ἐκεῖνα τὰ ξεβράκωτα καὶ ὁλοτσίτσιδα, εἶναι περίεργο νὰ ὑπάρχουν καὶ θηλυκοὶ ἄγγελοι σὰν τὶς οὐρὶ (= μαυρομάτες), τὶς θηλυκὲς ἀγγελικὲς ὑπάρξεις τοῦ ἰσλαμικοῦ παραδείσου ; μὴν ξεχνᾶτε ὅτι πρὸ τοῦ ἔτους 1.000 τὴ Ν. Ἰταλία ἀπὸ τὴ Νεάπολι καὶ κάτω καὶ τὴ Σικελία καὶ τὴ Ν. Ἱσπανία περίπου τότε, τὶς κατεῖχαν οἱ Ἄραβες μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι ὡς γείτονες τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης τοῦ μετέδωσαν τὴν ἰδέα τοῦ χαλιφάτου, τῆς διπλῆς δηλαδή, πνευματικῆς καὶ ἐγκοσμίου, ἐξουσίας τοῦ πάπα καὶ χαλίφου (= παποκαίσαρος) τῆς Ῥώμης. ἡ ἰδέα τοῦ τέτοιου φορέως πάπα, τοῦ ἱεροβασιλέως ἢ παποκαίσαρος, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια ποὺ ἀραβιστὶ λέγεται χαλίφης καὶ χαλιφάτο. ὁ ἴδιος ἄλλωστε ἀραβικὸς θεσμὸς ἐνσαρκώνει καὶ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ θρησκεύματος, τοῦ μωαμεθανισμοῦ ἢ τοῦ παπισμοῦ, γιὰ ὅλη τὴ γῆ. γι̉ αὐτό, νομίζω, στὴν αὐθεντικώτερη ἰσλαμοπαπικὴ θεολογία πιὸ πολὺ ταιριάζει ὡς περὶ ἀγγέλων θεολόγημα νὰ εἶναι οἱ ἄγγελοι μέχρι μὲν τὰ δώδεκα χρόνια τῆς ἡλικίας των ἀγόρια, μετὰ δὲ τὰ δώδεκά τους κορίτσια, ὅπως ἀκριβῶς καὶ παριστάνονται εἰκαστικῶς στὸ παποστάσιο «Ἅγιος Πέτρος». αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι πιὸ ταιριαστὸ καὶ χρήσιμο στὶς φυσικὲς ἀνάγκες καί γε στὶς ἀφύσικες ἀνάγκες τῶν παπῶν τῆς Ῥώμης καὶ τοῦ θεολογικοῦ περιγύρου των. primumvivere, deindephilosophare.
      Ἡ Ῥώμη, μιὰ πόλι μὲ πολλὰ νερά, ἔχει περίπου διακόσιες δημόσιες περίτεχνες κρῆνες, ποὺ στὴν ἰταλικὴ λέγονται φοντάνες∙ πρόκειται γιὰ τὰ ἄλλως λεγόμενα σιντριβάνια. μερικὰ ἔχουν σὰν ὑδρορρόες ἢ μέσα στὰ νερά τους πάνω ἀπὸ 30 ἀγάλματα. τὰ ἀγάλματα συνήθως παριστάνουν ὁλόγυμνες νηρηΐδες ἢ νύμφες τῶν νερῶν, κι ὁλόγυμνους τρίτωνες, σιληνούς, σατύρους, θεοὺς ἀνέμους, θεοὺς μῆνες, θεὲς ἐποχές, θεοὺς ποταμούς, Νηρεῖς, Πρωτεῖς, Ποσειδῶνες, Ὠκεανούς, γυναῖκες - θεὲς - φοράδες - κύματα, κλπ., ὅλα σὲ στάσεις ἢ δραστήριες σκηνὲς πολὺ ἄσεμνες καὶ ἀσελγεῖς, μέχρι καὶ κτηνοβατικοῦ χαρακτῆρος. ὅλα βρομοκοποῦν παγανίλα καὶ πορνικὸ ὄργιο καὶ παρὰ φύσιν ἀσέλγεια. καὶ φυσικὰ δὲν θὰ ἐνδιέφερε πῶς καὶ μὲ τί διακοσμεῖ τὴν πόλι του ἢ τὴν πρωτεύουσά του ἕνας δήμαρχος ἢ ἕνας αὐτοκράτορας. τὸ ἐνδιαφέρον ἐδῶ εἶναι ὅτι αὐτὲς τὶς εἰδωλολατρικὲς κι ὀργιαστικὲς παραστάσεις τῶν κρηνῶν, ὅπως λὲν καὶ οἱ ἱδρυτικὲς κι ἀναμνηστικὲς ἐνεπίγραφες πλάκες των, τὶς κατασκεύασαν διάφοροι ἁγιώτατοι πάπαι (sanctissimipapae) μὲ χρήματα ποὺ τοὺς ἔδιναν ἔντρομοι ἄνθρωποι γιὰ τὴ σωτηρία τους.
      Παντοῦ, καὶ στὸ παποστάσιο «Ἅγιος Πέτρος», καὶ στὴ γέφυρα -πιάτσα τῶν θηλυπρεπῶν ἀγγέλων, καὶ στὶς φοντάνες τῆς Ῥώμης, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ πάπες ἦταν καὶ εἶναι εἰδωλολάτρες αὐτοκράτορες τῆς Ῥώμης, μὲ ἐπικράτεια κάποτε μὲν ὅλη τὴ Δ. Εὐρώπη, σήμερα δὲ τὸ ἕνα τετραγωνικὸ χιλιόμετρο τοῦ Βατικανοῦ τῆς Ῥώμης, μὲ κρατικό τους θρήσκευμα σαφῶς εἰδωλολατρικό, στὸ ὁποῖο ὅμως ἔχει δοθῆ ὡς κλεμμένο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανισμοῦ∙ τὸ ὄνομα μόνο∙ σὰ νὰ πῇς τὸ ζαρκάδι μαρούλι, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃς γιατί τὸ μαρούλι ἔχει κέρατα. κι αὐτοὶ οἱ ἐγκόσμιοι αὐτοκράτορες διακόσμησαν τὴν κάποτε πρωτεύουσά τους μὲ θέματα καὶ θεότητες ἀπὸ τὴ μυθολογία τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας των, φροντίζοντας πρώτιστα τὴ λατρεία τοῦ ναρκισσικοῦ ἐγώ τους καὶ τῶν διεστραμμένων καὶ ἀνωμάλων ὁρμῶν καὶ ὀρέξεών τους.
      Ἀσφαλῶς οἱ πάπες, οἱ πάπαροι, οἱ παπάρες, τὰ παπάκια, καὶ τὸ πάνθεό τους, τὸ παποστάσιο, καὶ τὰ δημόσια ἔργα τους εἶναι σκουπίδια καὶ σκύβαλα (= κουράδες) ἔξω ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστι καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔξω ἀπὸ τὴ Χριστιανωσύνη. καὶ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. τὰ εἶπα ὅμως ὅλ̉ αὐτὰ γιὰ τοὺς ἀθῴους καὶ ἀφελεῖς δικούς μας, ποὺ ἐμφανίζονται κάπου κάπου, καὶ ποὺ φαντάζονται ὅτι μιὰ ἕνωσί μας μὲ τοὺς παπικοὺς θὰ ἦταν μᾶλλον εὐχῆς ἔργο, ἀξιέπαινη κίνησι χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ὁμονοίας καὶ εἰρηνικοῦ πνεύματος. «Γιατί οἱ   Χριστιανοὶ   νὰ   εἶναι διχασμένοι ; ». ποιοί Χριστιανοί ; Χριστιανοὶ οἱ παπικοί;  μὴ λέτε ἄσχημα λόγια.  Τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος ; τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου ; τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ θεοῦ μετὰ εἰδώλων ; (Β΄ Κο 6, 14-16). τὸ παπικὸ κράτος δὲν εἶναι ἐκκλησία∙ οἱ παπικοὶ δὲν εἶναι Χριστιανοί. εἶναι ὁ διάβολος τοῦ Βατικανοῦ καὶ οἱ πονηροὶ ἄγγελοι αὐτοῦ.
                                                                                                                                        
 
Μελέτες 1 (2008)