ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ
 
 

 

 
 
         Ὅτι οἱ προτεστάντες ἀποτίναξαν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴν παπικὴ εἰδωλολατρία καὶ δὲν ἔχουν στὴ δοξασία τους καὶ στὴ λατρεία τους –δὲν λέω στὴν πρακτική τους– τίποτε τὸ εἰδωλολατρικὸ εἶναι γεγονός. ὅτι ὅμως εἶναι Χριστιανοὶ καὶ μάλιστα βιβλικοὶ δὲν ἀληθεύει. οἱ πιὸ βιβλικοὶ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μάλιστα μετὰ τὴν πάροδο μερικῶν δεκαετιῶν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν τουρκικὸ καὶ ἰσλαμικὸ ζυγό, ποὺ κρατοῦσε τὸ λαὸ αὐτὸ σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀναλφάβητο.
         Οἱ προτεστάντες ὠνομάστηκαν ἔτσι λατινιστὶ protestantes (= διαμαρτυρόμενοι) ἀπὸ μόνοι τους. ἔπειτα ὅμως, ἐπειδὴ κυρίως οἱ παπικοὶ παρῴδησαν τὸ ὄνομα αὐτὸ μὲ πολλὴ κακεντρέχεια, ἡ ὁποία τοὺς διακρίνει λόγῳ τοῦ κιναιδικοῦ χαρακτῆρος τοῦ Βατικανοῦ, καὶ τοῦ ἔδιναν τὴν ἔννοια τοῦ ‘‘γκρινιάρηδες’’, ἄλλαξαν ὄνομα κι ὠνομάστηκαν εὐαγγελικοὶ (evangelici). τὸ πρῶτο ὄνομα ἦταν λάθος τους, τὸ δεύτερο εἶναι ψέμμα τους. δὲν γνωρίζουν τὴν Ἁγία Γραφὴ ὅσο οἱ ἐνσυνείδητοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. ὅσο γιὰ τοὺς παρ̉ ἡμῖν ἀδιαφόρους, ἀκριβῶς ὅπως οἱ παρὰ προτεστάνταις ἀδιάφοροι, ποὺ εἶναι καὶ ποσοστὸ πολὺ μεγαλείτερο ἀπὸ τὸ παρ̉ ἡμῖν, ἔχουν ἀπόλυτη ἄγνοια τῶν Γραφῶν. μιλᾶμε λοιπὸν μόνο γιὰ τοὺς ἐνσυνειδήτους καὶ παρ̉ ἡμῖν καὶ παρ̉ αὐτοῖς. λοιπὸν οἱ προτεστάντες τὴ Βίβλο σήμερα τὴ γνωρίζουν πολὺ λιγώτερο ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους. αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. ἐπὶ πλέον δὲ καί, ὅσο τὴ γνωρίζουν, τὴ γνωρίζουν ἀνέκαθεν πολὺ στραβά, στραβὰ μέχρι καὶ ἀστειότητος πολλὲς φορές.
         Καὶ μόνο ἡ χοντροκοπιὰ τοῦ ἱδρυτοῦ τους Λουθήρου νὰ μὴν μπορῇ νὰ ξεχωρίσῃ τ̉ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία ἔργα τῆς πίστεως (ἁγνότης, φιλανθρωπία, δικαιοσύνη, κλπ.) ἀπὸ τὰ ἄχρηστα ἔργα τοῦ νόμου (περιτομή, τήρησι σαββάτου, θυσίες ζῴων, εὐχὴ μὲ ξύρισμα τῆς κεφαλῆς, κλπ.) μέσα στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου, εἶναι μέχρι σήμερα γονιδιακὸ κι ἀνεξάλειπτο γνώρισμα τῆς ἀσχετοσύνης τῶν προτεσταντῶν πρὸς τὴ Βίβλο. γιὰ νὰ μὴν προσθέσω καὶ ὅσα λογορροοῦν περὶ χάριτος, περὶ ποιότητος κληρικῶν, περὶ ‘‘ἀναγεννήσεως’’, κλπ.. ἀστειότητες. οἱ ἑρμηνεῖες των μοῦ θυμίζουν τὸ μπαρμπα-Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος κάποτε μοῦ ἀπήγγειλε ἐνθουσιασμένος τὸ στίχο τοῦ ψαλμοῦ 103
         Ὁ ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν
τοῦ ὁποίου τὶς δυὸ τελευταῖες λέξεις τὶς ἀντιλαμβανόταν σὰν ὦ σιδέριν, ἐπειδὴ οἱ ψάλτες στὸν ἑσπερινὸ συνήθως τονίζουν ἰδιαιτέρως ὥσει ἀντὶ ὡσεί, κι ἔπειτα μοῦ σχολίαζε˙ ‘‘Ὢ ῥὲ θεὸ τρανὸ ποὺ ἔχουμε! ἅπλωσε τὸν οὐρανὸ σὰ γερὴ σιδεριά, καὶ ἄντε νὰ τὴ σπάσουν, ἂν μποροῦν, οἱ ἄθεοι –πανάθεμά τους– μὲ τὰ μυτερὰ διαστημόπλοιά τους!’’. μοῦ θυμίζουν καὶ τὸν πάτερ Ἀβέρκιο, ὁ ὁποῖος δὲν δεχόταν νὰ φάῃ ποτὲ τυρὶ τὸ Σάββατο, ἐπειδή, λέει, τὸ Εὐαγγέλιο γράφει Οὐ τηρεῖ τὸ Σάββατον. ἔτσι καταλαβαίνουν τὴ Βίβλο οἱ προτεστάντες μὲ πρῶτο τὸ Λούθηρο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ὅλη ἱστορία του δὲν φαίνεται νὰ τὰ εἶχε τετρακόσια. παρεκτὸς δὲ τῆς μικρονοίας του ἢ μικρῆς καταρτίσεώς του εἶχε καὶ κάτι τὸ ψυχολογικό, ὅπως φαίνεται ἀπὸ πολλὲς ἐνέργειές του καὶ πολλὰ κείμενά του. βέβαια ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μόνο ἕνας τέτοιος χρειαζόταν, γιὰ νὰ δυναμιτίσῃ τὸν τότε πάπα τῆς Ῥώμης, ἀλλ̉ ὡς πνευματικὸς ἡγέτης ἐκκλησίας ἦταν πρόσωπο τελείως ἀκατάλληλο. εἶχε συμπεριφορὰ καὶ σκεπτικὸ γόνου ἀλκοολικῶν καὶ σεξουαλικὴ κάψα καταπιεσμένου ἐρωτικῶς. σ̉ ἐμᾶς βέβαια ἑρμηνεύουν ἔτσι οἱ πιὸ ἀγράμματοι κι ἁπλοϊκοί, στοὺς προτεστάντες ὅμως ἑρμηνεύουν ἔτσι τὰ πιὸ μεγάλα κεφάλια τους ἀνέκαθεν.
         Μεγάλη χοντροκοπιὰ τοῦ Λουθήρου καὶ ὅλων τῶν σημερινῶν μερίδων τοῦ προτεσταντισμοῦ εἶναι καὶ ἡ ἐκ μέρους των ἀντιμετώπισι τοῦ βιβλικοῦ Κανόνος. τὸ νὰ παραδοθῇ στὴν ἐκκλησία ὁ Κανὼν χωρὶς παράδοσι εἶναι ἀσφαλῶς ἀδύνατο. κι αὐτὸ τὸ πρόβλημά τους ὁ Λούθηρος καὶ οἱ λοιποὶ προτεστάντες ὄχι μόνο δὲν τὸ ἔλυσαν, ἀλλ̉ οὔτε καὶ τὸ ἀντιλήφτηκαν. δὲν ἀντιλήφτηκαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκκλησία νὰ παραλαμβάνῃ τὴ Βίβλο ἀπὸ τὸν ἐκδότη τὸν τυπογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη. εἶναι κάτι τὸ πολὺ φαιδρό. ἐπὶ πλέον ὁ Λούθηρος ἄφησε γιὰ μερικὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς τὴν αὐθαίρετη ἀμφιβολία του γιὰ τὴ γνησιότητα καὶ θεοπνευστία τους, ἐπειδὴ ἁπλῶς ἔτσι τοῦ φάνηκαν ὄχι καὶ πολὺ χριστιανικά. εἶχε δηλαδὴ μέσα του ἕνα προβιβλικὸ κριτήριο καὶ μιὰ προβιβλικὴ ἠθική, βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἴδιος ‘‘κανόνισε’’ ποιός εἶναι ὁ βιβλικὸς Κανών. τόσο τοῦ ἔκοβε˙ τόσο τοὺς κόβει καὶ τοὺς σημερινοὺς προτεστάντες. φαντάζονται ὅτι ἔτσι στὰ ξεκάρφωτα γίνεται καὶ στηρίζεται ἡ πίστι, μία πίστι γιὰ τὴν ὁποία καλούμαστε, ἂν χρειαστῇ, καὶ νὰ πεθάνουμε. γι̉ αὐτὸ βέβαια ὁ προτεσταντικὸς κόσμος γενικῶς δὲν πιστεύει. αὐτοί, ὅταν πιπιλίζουν συνεχῶς ‘‘Πίστι’’ καὶ ‘‘πίστι’’ καὶ ‘‘πίστι’’ καὶ ‘‘πιστεύω’’ καὶ ‘‘πιστεύω’’, ἐννοοῦν ‘‘παραδέχομαι’’ καὶ ‘‘παραδοχή’’. δὲν ξέρουν τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ πίστι, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν καὶ ποιά ἀκριβῶς εἶναι ἡ Βίβλος καὶ ποιό ῥόλο ἀκριβῶς παίζει γιὰ τὴν ὑπόστασι τοῦ Χριστιανισμοῦ. τυπικὰ ὡς Κανόνα τους δέχονται γιὰ μὲν τὴν Κ. Διαθήκη ἐκείνη ποὺ πουλοῦσαν τὰ παπικὰ βιβλιοπωλεῖα κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς ἱδρύσεώς των, γιὰ δὲ τὴν Π. Διαθήκη τὸν ἰουδαϊκὸ Κανόνα τῶν ἴδιων ἡμερῶν, ὅλ̉ αὐτὰ σὰν ἐπιλογὲς τοῦ καλόγερου Λουθήρου, ὁ ὁποῖος τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες φλερταριζόταν μὲ τὴν καλόγρια Κατερίνα, βάσεις καὶ παραδόσεις πολὺ σαθρὲς καὶ σάπιες σὲ σύγκρισι μὲ τὴν ἀποστολικὴ παράδοσι τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ἐκκλησίας. γι̉ αὐτὸ κι ἔχασαν ἕνα βιβλίο ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη, μὲ τὸ ὁποῖο οἱ Ἰουδαῖοι ῥαββῖνοι τοῦ Β’ αἰῶνος εἶχαν στριμωχτῆ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς συζητητάς των τόσο, ποὺ τὸ μίσησαν καὶ τὸ πέταξαν, ἀμφιβάλλουν δὲ γιὰ ἓξ βιβλία τῆς Κ. Διαθήκης, ἐπειδὴ ἐνωχλοῦσαν τὸ Λούθηρο. πῶς νὰ δεχόταν ὁ Λούθηρος, ποὺ δὲν ἦταν ἀνὴρ μιᾶς γυναικὸς μόνο στὴ ζωή του, βιβλία ποὺ διδάσκουν γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ διδάσκαλο καὶ ἡγέτη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; αὐτὸ εἶναι τὸ προβιβλικὸ κριτήριο καὶ ἡ προβιβλικὴ ἠθικὴ μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Λούθηρος προσδιώρισε τὴ Βίβλο καὶ ‘‘κανόνισε’’ τὸν Κανόνα τῶν προτεσταντῶν. αὐτὰ τὰ κόπρια τρώει, ὅποιος δὲν δέχεται τὴν ἀποστολικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι. κι οὔτε μποροῦν ἀκόμη νὰ καταλάβουν ὅτι χωρὶς αὐτὴ τὴν παράδοσι δὲν ὑπάρχει οὔτε Βίβλος. τὸ μυαλό τους ἔχει κολλήσει στὸν ἰσχυρισμό τους. καὶ εἶναι πολὺ δύσκαμπτοι κι ἀρτηριοσκληρωτικοί.
         Γι̉ αὐτὸ οἱ προτεστάντες, συλλήβδην ὅλοι, πρῶτον δὲν πίστευσαν ποτὲ χριστιανικά, δεύτερον ἔγιναν μέχρι σήμερα περίπου χίλια τεμάχια, χίλιες ‘‘ἐκκλησίες’’, χίλιες αἱρέσεις. ὁ κάθε παστωρᾶκος εἶναι ὄχι μόνο προϊστάμενος ἀλλὰ καὶ ἱδρυτὴς καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ἐκκλησίας του μὲ ἐξουσία ὁλόιδια μ̉ ἐκείνη τοῦ πάπα Ῥώμης γιὰ τὴ δική του ‘‘ἐκκλησία’’. καὶ τρίτον οἱ προτεστάντες στράφηκαν ἐναντίον τῆς Βίβλου ὅσο κανεὶς ἄλλος στὸν κόσμο. ὄχι κάποιοι ἄσχετοι καὶ περιθωριακοί τους ἀλλ̉ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ στελέχη τους, οἱ πάστωρές των, μεγαλοπάστωρες καὶ καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν τους. καὶ εἶπαν καὶ λένε γιὰ τὴ Βίβλο τὰ πιὸ ψυχασθενικὰ πράγματα. αὐτοὶ μίσησαν καὶ διέβαλαν τὴ Βίβλο, ὅσο δὲν τὴ διέβαλαν οὔτε οἱ μουσουλμάνοι οὔτε οἱ εἰδωλολάτρες.
         Οἱ ‘‘εὐσεβεῖς’’ των γνωρίζουν ὄχι ἀκριβῶς τὴ Βίβλο, ἀλλὰ κάποια λίστα χωρίων της, μὲ τὰ ὁποῖα διαμάχονται μεταξύ τους ἢ τὰ ὁποῖα παρερμηνεύουν πολὺ γουστόζικα, γιὰ νὰ καθυποτάξουν τὰ γυναικάρια ποὺ περισυλλέγουν στὸν ἐνοριακὸ ἱστό τους.
         Τόσο πολὺ ἀγνοοῦν τὴ Βίβλο καὶ τόσο πολὺ δὲν τὴν καταλαβαίνουν, ποὺ θεωροῦν ‘‘ἀναγέννησί’’ τους ἀκόμη καὶ τὸ νὰ κόψουν τὸ ἀλκοὸλ ἢ τὰ ναρκωτικά, ἤ, τὸ ἀστειότερο, νομίζουν ὅτι μποροῦν ν̉ ‘‘ἀναγεννῶνται’’ καὶ πολλὲς φορές. ὅταν ὁ προτεστάντης ἔχῃ χρηματίσει καπνιστής, ἀλκοολικός, ναρκομανής, πόρνος, μοιχός, καὶ κίναιδος, μόλις τὰ κόψῃ αὐτά, ἐπειδὴ ἔπαθε σεξουαλικὴ ἀφλογιστία τὶς περισσότερες φορὲς –οἱ Βόρειοι τὸ παθαίνουν αὐτὸ καὶ πολὺ συχνὰ καὶ εὔκολα ἀπὸ τὰ 30 τους– ἢ ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ ποτὸ καὶ τ̉ ἄλλα ἀπειλήθηκε ἡ ὑγεία του, ἀμέσως ὡς ‘‘ἀναγεννημένος’’ κι ἀποτοξινωμένος πλέον καὶ σεξουαλικὰ ἀδρανὴς καὶ παρωπλισμένος γίνεται κι ἐπίσκοπος! ξέρετε γιατί; ἐπειδὴ ὁ Λούθηρος ἀμφέβαλλε γιὰ τὶς Πρὸς Τιμόθεον καὶ Τίτον Ἐπιστολές, ὅπου λέγεται ὅτι κι ὁ κατώτερος ἀκόμη κληρικὸς πρέπει νὰ εἶναι μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ. κι ἀμφέβαλλε βέβαια, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὡς φοιτητὴς ἦταν ζιγκολὸ τῆς σπιτονοικοκυρᾶς του, πρὶν τρομοκρατηθῇ ἀπὸ ἕναν κεραυνό. καὶ ἦταν καὶ πορνόβιος καὶ λίγο ἀλκοολικός, πρὶν τὸν ‘‘ἀναγεννήσῃ’’ ὁ κεραυνός, καὶ πρὶν γίνῃ καὶ μοναχὸς καὶ κληρικὸς καὶ θεολόγος καὶ ἱδρυτὴς τῆς ἐκκλησίας του. ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸ εἶναι τὸ προβιβλικὸ κριτήριο βάσει τοῦ ὁποίου ‘‘κανόνισε’’ ποιά εἶναι τὰ θεόπνευστα βιβλία τοῦ βιβλικοῦ Κανόνος.
         Βέβαια, γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια ὁλόκληρη, αὐτὴ τὴ νοοτροπία τους οἱ προτεστάντες τὴν κληρονόμησαν ὡς ἀναπάλλακτο γονίδιο ἀπὸ τοὺς παπικούς, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἀπαγορεύεται μὲν νὰ εἶναι γιὸς πόρνης ἢ μοιχαλίδος, ὁ ἴδιος ὅμως μπορεῖ νὰ εἶναι τέως πόρνος μοιχὸς κίναιδος ἀρσενοκοίτης. τὸ ‘‘τέως’’ ἐπισήμως˙ διότι ἀνεπισήμως μπορεῖ νὰ εἶναι τέτοιος καὶ μετὰ τὴ χειροτονία του. στὶς Η.Π.Α. ἡ παπικὴ θρησκεία τείνει νὰ καταρρεύσῃ οἰκονομικῶς ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀποζημιώσεις ποὺ πληρώνει ἀπὸ τὸ δικό της ταμεῖο σὲ γονεῖς ποὺ κάνουν ἀγωγὲς ἐναντίον παπικῶν κληρικῶν ἀποπλανητῶν βιαστῶν καὶ ἀρσενοκοιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποπλανοῦν τ̉ ἀνήλικα κορίτσια κι ἀγόρια ἐκείνων. ἡ παπικὴ θρησκεία πληρώνει τὰ πόρνητρα καὶ κιναιδιάτικα τῶν κληρικῶν της, γιὰ νὰ τοὺς διατηρήσῃ στὶς ἱερατικές των θέσεις. θὰ ἔλεγα, σωστότερα, ὅτι κι αὐτὸ εἶναι ἐπίσημη ἐκδοχὴ τῆς παπικῆς ἐκκλησίας γιὰ τὰ προσόντα τῶν κληρικῶν της, ἐφ̉ ὅσον παίρνει ἀποδείξεις πληρωμῶν γιὰ τέτοια πράγματα˙ ἁπλῶς εἶναι σιωπηρὴ ἐκδοχή˙ ὄχι ὅμως μὴ ἐπίσημη.
         Μιὰ ἀπὸ τὶς χειρότερες κακοδοξίες τῶν προτεσταντῶν εἶναι καὶ ἡ ‘‘ἱερὰ παράδοσί’’ τους, τὴν ὁποία ὑποστηρίζουν πολὺ ὕπουλα καὶ φακιρικὰ καὶ μὲ ἰσλαμικὸ φανατισμό. λέω ‘‘ὕπουλα καὶ φακιρικά’’, διότι οἱ προτεστάντες, παρ̉ ὅλο ποὺ ἐπιδεικτικὰ καὶ παραπλανητικὰ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἐναντίον κάθε ἐξωβιβλικῆς ‘‘ἱερᾶς παραδόσεως’’ κι ὅτι δῆθεν δέχονται μόνο τὴ Βίβλο, καὶ συνεχῶς τιτιβίζουν ‘‘Ἡ Βίβλος’’ καὶ ‘‘Ἡ Βίβλος’’, στὴν πραγματικότητα εἶναι φανατικοὶ ὑποστηρικταὶ τῆς δικῆς των ‘‘ἱερᾶς παραδόσεως’’, τὴν ὁποία ἔχουν πιὸ πάνω κι ἀπὸ τὴ Βίβλο. ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι ἁπλῶς δὲν δέχονται καμμία μεταξὺ τῶν ἐτῶν 70 καὶ 1517, δηλαδὴ τοῦ καιροῦ ποὺ αὐτοὶ δὲν ὑπῆρχαν, τοῦ πρὸ τοῦ 1517˙ τῆς γύρω ἀπὸ τὸ Λούθηρο καὶ τοὺς ἄλλους καλογήρους ἱδρυτάς των παραδόσεως ὅμως, ἢ τῆς ταλμουδικῆς παραδόσεως λ.χ. τῆς σχετικῆς μὲ τὸ βιβλικὸ Κανόνα, εἶναι ὑποστηρικταὶ φανατικώτατοι. ‘‘ἱερὰ παράδοσι’’, σύμφωνα μὲ τὴν κατὰ βάθος γνώμη τους, εἶναι μόνο ἡ δική τους, ποὺ περιέχει μάλιστα καὶ πολλὰ παπικὰ κατάλοιπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν μπόρεσαν ν̉ ἀπαλλαγοῦν, σὰν ἀπὸ ἄφευκτη κακὴ κληρονομικότητα, καὶ πολλὰ ἰουδαϊκὰ καὶ ῥαββινικὰ καὶ ταλμουδικὰ σκουπίδια, τὰ ὁποῖα Κύριος οἶδε ποιός κατὰ καιροὺς τοὺς τὰ πάσσαρε. δοκιμάστε ν̉ ἀμφισβητήσετε αὐτὴ τὴν ‘‘ἱερὰ παράδοσί’’ τους, τελείως γραώδη παιδαριώδη κι ἀνόητη παράδοσι, καὶ θ̉ ἀντιμετωπίσετε ἕνα φανατισμὸ τόσο ἰσλαμικό, ποὺ θὰ σᾶς ἀφήσῃ κατάπληκτους. γίνονται θηρία˙ ποὺ γιὰ τὴ Βίβλο δὲν γίνονται. καὶ κάθε θραῦσμα τοῦ προτεσταντισμοῦ περιέχει καὶ τὴν πρόσθετη καὶ δική του ‘‘ἱερὰ παράδοσι’’, τὴν ὁποία ὑποστηρίζει ἔναντι τῶν ἄλλων θραυσμάτων ἐπίσης μὲ ἰσλαμικὸ φανατισμό. διότι κάθε ἱδρυτὴς προτεσταντικοῦ θραύσματος καὶ τῆς ἐπακόλουθης ‘‘ἱερᾶς παραδόσεώς’’ του εἶναι ἕνας ἀλάθητος πάπας, χαλίφης τοῦ θραύσματός του. καὶ κανενὸς προτεσταντικοῦ θραύσματος ἡ ‘‘ἱερὰ παράδοσι’’ δὲν περιέχει τίποτε ἀπὸ τὴν ἀρχαία καὶ ὄντως ἀποστολικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι, ὅπως εἶναι λ.χ. οἱ γύρω ἀπὸ τὸ βιβλικὸ Κανόνα πανάρχαιες πληροφορίες τοῦ Μελίτωνος Σάρδεων (160) καὶ τοῦ Ἀθανασίου Ἀλεξανδείας (θ. 373) ἢ ἡ γύρω ἀπὸ τὴν ποιότητα τοῦ χειρογράφου βιβλικοῦ κειμένου παράδοσι τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου (θ. 407). μὲ τόσο γραώδη καὶ τόσο φανατικὰ καὶ ἰσλαμικὰ ὑποστηριζόμενη προτεσταντικὴ ‘‘ἱερὰ παράδοσι’’, οἱ προτεστάντες συλλήβδην ὅλοι ἔφτασαν στὸ κατάντημα νὰ περιφρονοῦν τὴ Βίβλο ἀσύστολα. καταπατοῦν λ.χ. τὸ λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ἡ γυναίκα δὲν ἔχει ἐκκλησιαστικὸ λόγο κι ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία (Α’ Κο 14,34-36˙ Α’ Τι 2,12-14), καὶ χειροτόνησαν γυναῖκες κληρικοὺς καὶ ποιμένες καὶ διδασκάλους, ἀκόμη κι ἐπισκόπους. σιγὰ σιγὰ κάποια ἀπ̉ αὐτὲς τὶς σουσουράδες θὰ ξαμολήσῃ καὶ κανένα παπικὸ δέκρετο, λ.χ. τὸ Etsi Femina, ποὺ θὰ λέῃ˙ Etsi femina sum, sicut feminea papa et vicaria dei in terra ecclesiam disco et viris omnibus impero in ecclesia tacere et mulieribus subditos esse; tollet enim hos diabolus. (= Ἂν καὶ εἶμαι γυναίκα, ὡς θηλυκὴ πάπα καὶ βικάρια τοῦ θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς διδάσκω τὴν ἐκκλησία καὶ διατάζω σ̉ ὅλους τοὺς ἄντρες νὰ σιωποῦν στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ὑποτάσσωνται στὶς γυναῖκες˙ γιατὶ θὰ τοὺς πάρῃ ὁ διάολος). πολλῶν δὲ θραυσμάτων τοῦ προτεσταντισμοῦ κάκιστο κατάντημα τῆς ‘‘ἱερᾶς παραδόσεως’’ εἶναι τὸ ‘‘ἀδογματικό’’ τους. πρόκειται γιὰ ‘‘ἱερὰ παράδοσι’’ τόσο γλιστερὴ καὶ κοπρώδη, ποὺ ἀμφισβητεῖ ὅλες τὶς θεμελιώδεις αἰώνιες κι ἀναλλοίωτες ἀλήθειες τῆς Βίβλου κι ἀντὶ γι̉ αὐτὲς θεσπίζει μιὰ ἀγαθούλικη ἀγαπησιάρικη καὶ λελέδικη κουλτούρα, στὴν ὑφή της σὰν κινούμενη ἄμμο, καὶ φτάνει μέχρι τὰ πιὸ κιναιδικὰ καὶ νικολαϊτικὰ καμώματα.
         Πόσο ἐπιπόλαιη καὶ μᾶλλον ἀνύπαρκτη εἶναι ἡ πίστι τῶν προτεσταντῶν, τὸ ἔνιωσα, ὅταν μιὰ φορὰ πρὶν ἀπὸ 35 χρόνια μπῆκα στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, ἀναζητώντας κάποια βιβλία. ἦταν τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἕνα συνέδριο ἢ ἀντάμωμα (ἢ δὲν ξέρω πῶς ἀκριβῶς τὰ λὲν αὐτὰ οἱ ἴδιοι) τῆς νεολαίας τῶν ‘‘ἐκκλησιῶν-μελῶν’’ τοῦ λεγομένου ‘‘Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν’’ (Π.Σ.Ε.), στοῦ ὁποίου τὸ βόρβορο ἦταν βουτηγμένος μέχρι τ̉ αὐτιὰ κι ἕνας ‘‘μεγάλος’’ ‘‘δικός μας’’. ἦταν σχεδὸν καλοκαίρι. στίφη ἀπὸ νεαροὺς καὶ νεαρὲς ἀλλοδαπὲς μὲ καυτὰ σὸρτς κι ἐξώπλατα-ἐξώστηθα-ἐξομφάλια μπλουζάκια πλημμύριζαν τοὺς αὐλείους χώρους τῆς Σχολῆς. μόλις μπῆκα, ἕνα σμῆνος ἀπὸ ‘‘κορίτσια’’ μὲ πορνικὴ ἐμφάνισι καὶ συμπεριφορὰ καὶ δῆθεν παιδικὴ ἀφέλεια μὲ περιστοίχισαν καὶ μὲ ῥωτοῦσαν ἑλληνιστί˙ ‘‘Ἀδελφέ! ἀγαπᾷς τὸν Ἰησοῦ;’’. κατάλαβα ὅτι ἀπὸ ἑλληνικὰ εἶχαν μάθει μόνο αὐτὴ τὴ φράσι σὰν κλισὲ καὶ μὲ ἀλλόκοτη προφορά, γιὰ νὰ τὴ λὲν στὸν καθένα, ὅπως λ.χ., ὅταν πᾶμε στὸ Βελιγράδι, μαθαίνουμε πῶς λέγεται στὰ σερβικὰ τὸ ‘‘Καλημέρα’’ καὶ τὸ ‘‘Εὐχαριστῶ’’. ἐκεῖνες περίμεναν ν̉ ἀκούσουν ἀπὸ μένα τὴ γνώριμή τους φράσι ‘‘Ἀγαπῶ τὸν Ἰησοῦ’’, ἀλλ̉ ἐγὼ τὶς εἶπα ‘‘Μεριάστε, πόρνες, νὰ διαβῶ, καὶ μὴ βάζετε στὸ βρομόστομά σας τὸ ὄνομα τὸ ἅγιο’’, κι ἐκεῖνες σαστισμένες ἄρχισαν νὰ διερωτῶνται τί νὰ σημαίνῃ αὐτὴ ἡ πρωτάκουστη γιὰ κεῖνες φράσι. εἶχα ἀηδιάσει, σὰ νὰ μοῦ ἔδειχναν ξερατό.
         Ὁ προτεσταντισμὸς σήμερα σ̉ ὅλες τὶς παραλλαγές του εἶναι γελοιοποίησι τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς Βίβλου˙ στὶς δὲ μέρες μας ὁπωσδήποτε καὶ νικολαϊτισμός. φρονῶ ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν μέσα τους κρυφώτερα ἢ φανερώτερα κάτι τὸ νικολαϊτικό, καὶ στὸ διάβα τῶν χρόνων εὔκολα διολισθαίνουν καὶ μετεξελίσσονται σὲ νικολαϊτισμό. αὐτὸ εἶναι ἄλλωστε καὶ τὸ κύριο κίνητρο τοῦ νὰ κάνῃ κανεὶς μιὰ αἵρεσι. ὀχληρὴ στὸ σαρκικὸ ἄνθρωπο ἡ βιβλικὴ καὶ χριστιανικὴ ἁγνότης καὶ ἠθική. δεύτερο δὲ κίνητρο γιὰ πῆξι αἱρέσεως εἶναι ὁ ἐθνικισμός, πίσω ἀπὸ τὸν ὁποῖο κρύβεται πάλι ἡ ἀπέχθεια πρὸς τὴ βιβλικὴ ἁγνότητα καὶ ἠθική.
 
Μελέτες 5 (2008)