ΠΑΙΔΕΙΑ
 
 

 

        Σχεδὸν διαφεύγει τὴ νοημοσύνη τῶν ἀνθρώπων τὸ ὅτι ἡ παιδεία φύσει διακρίνεται σὲ δυὸ ἀνόμοια πράγματα, τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν ἐκπαίδευσι. ἡ ἀγωγὴ ἀφορᾷ στὴ διάπλασι τοῦ ἤθους καὶ δίνεται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τοὺς γονεῖς ἢ γενικῶς τὴν οἰκογένεια. ἡ ἐκπαίδευσι, ποὺ εἶναι ἐκμάθησι γραμμάτων κι ἐπιστημῶν ἢ τεχνῶν, δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν ἀγωγὴ καὶ τὸ ἦθος, καὶ δίνεται ἀπὸ τὰ διάφορα σχολεῖα ἀπὸ τὸ δημοτικὸ μέχρι τὸ πανεπιστήμιο καὶ τὸ πολυτεχνεῖο.

        Τὰ σχολεῖα κι οἱ διδάσκαλοί τους δὲν ἔχουν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἀποστολὴ οὔτε καμμιὰ ἁρμοδιότητα νὰ δίνουν στὰ παιδιὰ ἀγωγή, καμμιὰ ἀγωγή, οὔτε καλὴ οὔτε κακή, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι σ̉ αὐτὸ ἄκρως οὐδέτερα. ἡ δὲ οἰκογένεια δὲν προσφέρει ἄμεσα στὰ παιδιὰ γραμματομάθεια κι ἐπιστῆμες, οὔτε ἔχει τέτοια ἀποστολή. ὅσο γιὰ τὴν ἐκκλησία, αὐτὴ δὲν προσφέρει τίποτε ἀπὸ τὰ δυό, οὔτε εἶναι ἀποστολή της νὰ προσφέρῃ κάποιο ἀπ΄ αὐτά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν ἀγωγή, ποὺ ἔχει σχέσι    μὲ τὴ σωτηρία καὶ τὸ ὑπέροχο χριστιανικὸ ἦθος, πρέπει νὰ ὑπαγορεύῃ στὰ   μέλη της ποὺ εἶναι γονεῖς νὰ παιδαγωγοῦν τὰ τέκνα τους ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου (Ἐφ 6,4). ἡ ἐκτέλεσι τοῦ ἔργου ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου στοὺς   γονεῖς ἢ τὴν οἰκογένεια γενικῶς. τὰ γράμματα καὶ οἱ ἐπιστῆμες, παρ΄ὅλο ποὺ καλλιεργήθηκαν πολὺ ἀπὸ τὸν προχριστιανικὸ Ἰσραὴλ καὶ τοὺς Χριστιανούς, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἀποστολὴ τῆς ἐκκλησίας. ἂν οἱ ἄνθρωποι δέχονταν αὐτὲς τὶς ἁπλὲς ἀλήθειες καὶ τὶς ἐφήρμοζαν ὡς ἀρχές, πολλὰ κακὰ δὲν θὰ ὑπῆρχαν καὶ πάρα πολλὰ καλὰ θὰ πλημμύριζαν τοὺς ἀνθρώπους.
        Τὴν ἀγωγὴ πρέπει νὰ τὴν πάρουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ΄ ὄχι καὶ τὴν ἐκπαίδευσι στὰ γράμματα καὶ στὶς ἐπιστῆμες· οἱ πιὸ πολλοὶ πρέπει νὰ ἐκπαιδευτοῦν σὲ ἄλλα ἐπιτηδεύματα. στὴν ἐκμάθησι γραμμάτων κι ἐπιστημῶν, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ἀπαιτεῖται ὑψηλὴ νοημοσύνη, οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ φύσει ἄνισοι.
        Εἶμαι ἄνθρωπος ποὺ ξέρω γράμματα. ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ὀλιγογράμματος ποὺ ἔβγαλε τὸ μισὸ δημοτικὸ σχολεῖο στὴ Μ. Ἀσία στὴν ἀρχὴ τοῦ Α’ παγκοσμίου πολέμου. δὲν θὰ πῶ γιὰ τὸ ἦθος ποὺ διαμόρφωσε σ̉ ἐμένα, ἐπειδὴ γι̉ αὐτὸ δὲν θὰ εἶμαι ἀμερόληπτος· θὰ πῶ γιὰ τὸ πῶς μὲ βοήθησε στὴ γραμματομάθειά μου μετὰ τὴν εἰσαγωγή μου στὸ γυμνάσιο.
        1. Δὲν μ̉ ἄφηνε νὰ διαβάζω περιοδικὰ ἐφημερίδες καὶ ἄχρηστα βιβλία, οὔτε ν̉ ἀκούω ῥαδιόφωνο˙ (τηλεόρασι δὲν ὑπῆρχε καὶ σὲ κινηματογράφο δὲν πῆγα ποτέ). δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὴ βία, ἀλλὰ μὲ ἔπειθε. μὲ ὠθοῦσε ὅμως νὰ διαβάζω βιβλία μαθημάτων καὶ ἄλλα ἐκλεκτὰ ἐπιστημονικὰ ἢ λογοτεχνικὰ βιβλία. τὸ αἰτιολογικό του ἦταν· « Νὰ μὴ γεμίσῃ ἡ στάμνα γρήγορα· ἔπειτα τὸ νερὸ θὰ χύνεται ἔξω». ἐννοοῦσε ὅτι τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει περιωρισμένη χωρητικότητα καὶ δύναμι προσλήψεως, ὄχι ἄπειρη · καὶ τὄλεγε στάμνα· κι ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσω νὰ τὸ μπουκώσω μὲ τυχοῦσες παραστάσεις καὶ πληροφορίες, κι ἔπειτα δὲν θὰ παίρνῃ τὶς πολύτιμες γνώσεις, ἀλλ̉ αὐτὲς θὰ «χύνωνται ἔξω ἀπὸ τὴ στάμνα». ἀργότερα εἶδα ἄνθρωπο ποὺ ἤξερε χιλιάδες ἠθοποιῶν, Ἑλλήνων καὶ ξένων, καὶ πόσες καὶ ποιές γυναῖκες εἶχε παντρευτῆ καὶ χωρίσει ὁ καθένας, πόσα καὶ ποιά παιδιὰ εἶχε ἀπὸ τὴν κάθε μιά, σὲ πόσα καὶ ποιά κινηματογραφικὰ ἔργα ἔπαιξε, σὲ ποιό ῥόλο, καὶ πολλὰ ἄλλα βιογραφικά τους στοιχεῖα. κι ἂν ἔβλεπε μία μόνο εἰκόνα, ἤξερε ἀπὸ ποιά σκηνὴ ποιοῦ ἔργου ἦταν! ἦταν κάτι τὸ καταπληκτικό. εἶδα κι ἄλλον ποὺ ἤξερε χιλιάδες ποδοσφαιριστῶν καὶ ἄλλων παιχτῶν καὶ ἀθλητῶν, σὲ πόσες ὁμάδες ἔπαιξε ὁ καθένας καὶ ποιές, πόσα παιχνίδια ἔπαιξε μὲ ποιά ὁμάδα κι ἐναντίον ποιᾶς. ἔβλεπε σὲ ταινία ἕνα γκὸλ μόνο, καὶ ἤξερε ποιός τὸ κλώτσησε, ποιά χρονιά, σὲ ποιό παιχνίδι, ποιῶν ἦταν τὸ παιχνίδι, σὲ ποιά πόλι ἔπαιζαν, κι ὅτι ἀπὸ τὰ πέντε γκὸλ ποὺ μπῆκαν, αὐτὸ ἦταν τὸ τέταρτο! εἶδα νήπιο παιδὶ νὰ ξέρῃ ὅλες τὶς μάρκες τῶν αὐτοκινήτων, κι ὅταν ἔβλεπε αὐτοκίνητο ἀπὸ μακριὰ γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ἔλεγε ἀμέσως τὴ μάρκα του! καταπληκτικό. τὰ τρία αὐτὰ ἄτομα ἦταν πολὺ ἔξυπνα καὶ μὲ ἰσχυρὴ μνήμη· κι ὅμως ἦταν καὶ οἱ τρεῖς τους ἀμαθέστατοι· κι ἀνίκανοι νὰ μάθουν. σακάτεψαν τὸν ἐγκέφαλό τους μπουκώνοντάς τον μὲ ἄχυρα. οἱ ἄχρηστες γνώσεις τοῦ καθενὸς ἰσοδυναμοῦσαν μὲ μιὰ ἐπιστήμη, ἀλλ̉ ἦταν σκουπίδια. ἦταν σὰ νὰ πῆγαν πέντε ἄνθρωποι σ̉ ἕνα θησαυρὸ χρυσοῦ ἢ πολυτίμων λίθων μ̉ ἕναν ὅμοιο σάκκο ὁ καθένας, μὲ τὸν ὅρο νὰ φύγουν μόνο μὲ τὸ σάκκο γεμάτο· οἱ δύο γέμισαν τὸ σάκκο τους μὲ διαμάντια καὶ χρυσό, οἱ παραπάνω τρεῖς ὅμως τὸν γέμισαν μὲ χῶμα, κι ἔφυγαν χωρὶς νὰ πάρουν οὔτε ἕνα πετράδι· ἡ στάμνα τους ἦταν γεμάτη μὲ βρόμικα μηχανέλαια κι ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα τὸ νερὸ χυνόταν ἔξω. ὁ πατέρας μου εἶχε φροντίσει νὰ φτάσω στὸ θησαυρὸ μὲ τὸ σάκκο μου ἄδειο.
            2. Μόλις μπῆκα στὸ γυμνάσιο, στὰ χωράφια ὅπου μ̉ ἔπαιρνε νὰ τὸν βοηθῶ καὶ κυρίως καθ̉ ὁδὸν στὸ κάρρο ἢ καβάλα στ̉ ἄλογα, μ̉ ἔβαζε καὶ τοῦ δίδασκα «ὅ,τι μάθαινα στὸ γυμνάσιο, ποὺ αὐτὸς δὲν πῆγε». καὶ μ̉ ἄκουγε μὲ προσοχὴ 50 χρονῶν ἄνθρωπος (εἶμαι τὸ πέμπτο ἀπὸ τὰ ὀχτὼ παιδιά του). κάποτε θέλησα νὰ τὸν ἐξετάσω κιόλας, ἀλλὰ τὸν ἔπιασα τελείως ἀδιάβαστο, καὶ παραπονέθηκα· «Μὰ τόσο πολὺ δὲν ἔμαθες; τίποτε ἀπ̉ ὅσα σοῦ διδάσκω τόσον καιρό; τότε γιατί μὲ βάζεις καὶ σοῦ τὰ διδάσκω;». κι ἐκεῖνος μοῦ λέει· «Δὲν σὲ βάζω νὰ μὲ διδάσκῃς, γιὰ νὰ μάθω· δὲν μ̉ ἐνδιαφέρει νὰ μάθω». «Μὰ τότε γιατί σοῦ τὰ διδάσκω;». «Γιατί πᾷς στὸ γυμνάσιο; δάσκαλος δὲν θέλεις νὰ γίνῃς;» «Ναί». «Καὶ πῶς θὰ γίνῃς δάσκαλος, ἂν δὲν κάνῃς πρόβες σ̉ ἐμένα; ποιός ἄλλος θὰ σταθῇ νὰ κάνῃς πρόβες σ̉ αὐτόν; ἐκεῖ σᾶς μαθαίνουν πολλὰ πράγματα· σᾶς μαθαίνουν ὅμως νὰ διδάσκετε;». «Ὄχι». «Ἒ λοιπὸν αὐτὸ τὸ κάνω ἐγώ. σὲ βάζω νὰ μαθαίνῃς νὰ διδάσκῃς σ̉ ἐμένα». ἀκόμη τὸν θαυμάζω γι̉ αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶπε καὶ μοῦ ἔκανε.
            3. Στὸ σπίτι μας δὲν λέγαμε παραμύθια ποτέ. οὐδέποτε ἐπίσης λέγαμε γιὰ βρυκόλακες, φόβο πεθαμένων, μάγια, καὶ μαντέματα. δὲν μᾶς συνήθισαν οἱ γονεῖς μας. ὅταν ἔβλεπαν νὰ μᾶς λέῃ τέτοια κάποιος ἄλλος, ἀμέσως στὴν ἀρχὴ κιόλας ἔλεγαν μόνο μία φράσι· «Αὐτὰ εἶναι ψέμματα· δὲν εἶναι ἀλήθεια». κι ὅταν κάποτε ὁ πατέρας μου ἔρριξε μιὰ ματιὰ στὸ σχολικό μου βιβλίο τῆς «ἱστορίας» τῆς Γ’ δημοτικοῦ, μὲ τοὺς μύθους τῶν Ἡρακλέους Θησέως Ἰάσονος καὶ Ὀδυσσέως, μοῦ εἶπε μόνο· «Αὐτὰ ὅλα εἶναι ψέμματα, δὲν εἶναι ἀλήθεια». «Εἶναι μῦθοι», τοῦ λέω. «Τί θὰ πῇ μῦθοι;». «Παραμύθια, ψέμματα». «Μπράβο. γιατί σᾶς τὰ διδάσκουν;». «Γιὰ νὰ δοῦμε τί ψέμματα ἔχαφταν οἱ πρόγονοί μας, πρὶν γίνουν Χριστιανοί». «Ἆ! μάλιστα». δὲν θὰ πῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι ἔχω μηδὲν μυθομανία· καὶ τ̉ ἀδέρφια μου ὅλα. καὶ δὲν ἔχουμε τὸν παραμικρὸ φόβο πεθαμένων, βρυκολάκων, μαγείας, κλπ.. καὶ μὲ τὰ μαντέματα, ἀστρολογίες, ζῴδια, κλπ. γελοῦμε. οἰκογενειακῶς δὲν ἔχουμε περάσει ποτὲ ἀπὸ τέτοιου εἴδους πλύσι ἐγκεφάλου. μᾶς φαίνεται γελοῖος ὅποιος πιστεύει σὲ τέτοια. δὲν ἀνέχομαι οὔτε ν̉ ἀκούσω, οὔτε νὰ διαβάσω, οὔτε νὰ γράψω κάτι ποὺ εἶναι μῦθος, κάτι ποὺ δὲν ἔγινε.     
            4. Ὁ πατέρας μου δὲν μοῦ ἀγόρασε ποτὲ ἕτοιμο παιχνίδι, οὔτε μία σβούρα. πάντοτε μοῦ ἔλεγε· «Φτιάξε το μόνος σου, ἂν μπορῇς. τὸ ἕτοιμο τὸ παίζει μόνο ἐκεῖνος ποὺ τὸ φτιάχνει· δὲν τὸ παίζεις ἐσύ». μεγάλη παιδαγωγικὴ ἀλήθεια αὐτό. καὶ ἔμαθα νὰ φτιάχνω καὶ νὰ ἐπινοῶ παιχνίδια. ὑπῆρξα κατασκευαστὴς κι ἐπινοητὴς παιχνιδιῶν. καὶ τώρα σὲ μεγάλη ἡλικία, συναναστρεφόμενος παιδιά, φτιάχνω παιχνίδια καὶ τοὺς μαθαίνω νὰ φτιάχνουν˙ μόνος μου παίζω, ἔχω δηλαδὴ χόμπυ, ὅπως λένε, μὲ τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες καὶ ἰδιαίτερα τὶς φυσιογνωστικές. τὸ ἕτοιμο παιχνίδι εὐνουχίζει τὴ φαντασία τοῦ παιδιοῦ καὶ ὑποχρεώνει σὲ ἀτροφία τὴν κριτική του δύναμι. τὸ παιχνίδι, ποὺ φτιάχνει μόνο του ἢ ὀργανώνει μόνο του, διεγείρει, ἐξασκεῖ, καὶ γιγαντώνει τὴ φαντασία τοῦ παιδιοῦ. αὐτὴ ἡ φαντασία συνδυασμένη μὲ τὴν ἀπόρριψι τῶν παραμυθιῶν καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν δοξασιῶν ποὺ «εἶναι ψέμματα, δὲν εἶναι ἀλήθεια», εἶναι ἡ ὑγιὴς φαντασία, ἡ δημιουργική, ἡ κυριώτερη δημιουργικὴ δύναμι τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἡ κρίσι, καὶ ἡ δύναμι σχεδιασμοῦ κι ἐκτελέσεως, σχεδὸν ἡ ἴδια ἡ διανόησι.
            Ἔτσι μὲ παιδαγώγησε ὁ ἀγράμματος πατέρας μου στὰ τῶν γραμμάτων.
            Ὁ βασιλεὺς Πτολεμαῖος ὁ Α’ , ἀφοῦ θαύμασε τὸ μεγάλο γεωμέτρη Εὐκλείδη, ζήλεψε νὰ γίνῃ κι αὐτὸς γεωμέτρης, καὶ τὸν ῥώτησε πῶς μπορεῖ νὰ μάθῃ γεωμετρία. ὁ Εὐκλείδης τοῦ εἶπε πόσα χρόνια πρέπει νὰ μαθητεύσῃ σ̉ αὐτὸν καὶ πόσο πρέπει νὰ κοπιάσῃ, γιὰ νὰ μάθῃ. ὁ Πτολεμαῖος, ποὺ δὲν εἶχε διάθεσι νὰ μαθητεύσῃ καὶ νὰ μοχθήσῃ, ἀλλά, μαθημένος νὰ διατάζῃ μόνο, καί, ὅ,τι διατάζει, νὰ τὸ κάνουν οἱ ἄλλοι αὐτοστιγμεί, ῥώτησε ἂν ὑπάρχει κανένας ἄλλος τρόπος νὰ μάθῃ γεωμετρία. κι ὁ Εὐκλείδης, ποὺ κατάλαβε τί ἤθελε ὁ Πτολεμαῖος, τοῦ ἀπάντησε· «Πρὸς τὴ γεωμετρία, βασιλεῦ, δὲν ὑπάρχει ὁδὸς βασιλική».
            Ἡ ἐκπαίδευσι στὰ γράμματα καὶ στὶς ἐπιστῆμες ἔχει μόνο ἕνα δρόμο· φυσικὴ ἱκανότητα, ζῆλος, μακροχρόνιος κόπος, ἀπερίσπαστος ἐθισμός· τίποτε ἄλλο. ἕν̉ ἀπ̉ αὐτὰ ἂν λείπῃ, ὁ δρόμος εἶναι κομμένος ἤδη στὴν ἀρχή του. ὅποιος δὲν ἔχει τὴ φυσικὴ ἱκανότητα, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ ὑψηλὴ νοημοσύνη, εἶναι ἀκατάλληλος. μὲ κάπως μειωμένη τὴ νοημοσύνη αὐξάνεται ὁ κόπος τόσο πολύ, ποὺ ἡ γραμματομάθεια κουράζει τὸν ἄνθρωπο νευρικὰ καὶ τὸν κάνει στριμμένο. ὁ νοήμων κουράζεται βέβαια ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσι, ἀλλὰ μόνο μέτρια, καὶ κυρίως τὴν ἀπολαμβάνει. ὁ ἐπιμελής, ποὺ ἀνταγωνίζεται τὸ νοήμονα, εἶναι σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ τραβάει τὸ ἴδιο ἄροτρο μαζὶ μ̉ ἕνα ἄλογο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ταλαιπωρῆται τὸ ἴδιο, νὰ ταλαιπωρῇ καὶ τὸ ἄλογο· ἔχει κάποια κέρδη, ἀλλὰ ζημιὲς πολὺ μεγαλείτερες καὶ γι̉ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς νοήμονες καὶ γιὰ τὴν ἐκπαίδευσι. χωρὶς ζῆλο ἡ ὑψηλὴ νοημοσύνη δὲν μπορεῖ νὰ σπουδάσῃ, καὶ πολλὲς φορὲς στρέφεται ἀλλοῦ, ἀκόμη καὶ στὸ ἔγκλημα. χωρὶς κάποιο κόπο δὲν γίνεται τίποτε. μὲ περισπασμούς, λ.χ. πρόωρη «πολιτικὴ δραστηριότητα» ἢ «συνδικαλιστικὴ» ἢ «ἀθλητικὴ» στὰ μαθητικὰ καὶ φοιτητικὰ χρόνια, δὲν γίνονται ἐπιστήμονες, ἀλλὰ ψευδεπιστήμονες ποὺ εἶναι κοινωνικὴ μάστιγα καὶ ὀπισθοδρόμησι τῆς ἐπιστήμης. εἶναι σὰ ν̉ ἀποσπῶνται οἱ μαθηταὶ καὶ φοιτηταὶ ἀπὸ τὸ σχολεῖο, γιὰ νὰ δουλέψουν στὰ κάτεργα πρὸς ὄφελος ἄλλων, ἐκμεταλλευτῶν. εἶναι σὰ νὰ παρενοχλῇς ἔμβρυο κατὰ τὴν ἐγκυμοσύνη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γεννιέται ἀνάπηρο. οἱ νέοι, ὅταν σπουδάζουν, πρέπει μόνο νὰ σπουδάζουν, καὶ τίποτε ἄλλο· καὶ γιὰ χαλάρωσι ἢ νὰ παίζουν ἢ νὰ ἐπιδίδωνται γιὰ λίγο σὲ δουλειὲς σωματικῆς κοπώσεως. διότι ἡ μόνη ξεκούρασι στὴ διανοητικὴ κούρασι δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ ξεκούρασι, ἀλλ̉   ἡ σωματικὴ κούρασι· ποδήλατο λ.χ., ποδόσφαιρο, ὀρειβασία, καὶ κυρίως ἀγροτικὲς δουλειὲς καὶ ἄλλες χειρωνακτικές. μιλάω ἀπὸ προσωπικὴ πεῖρα. κάθε ἄλλος περισπασμὸς στὸν καιρὸ τῶν σπουδῶν μειώνει τὴν ἐπιστημοσύνη ἰσοβίως σὲ βαθμὸ ἀπαράδεκτο καὶ βγάζει ἀναπήρους καὶ μάστιγες. ἡ κτῆσι τῆς ἐπιστήμης εἶναι ζῆλος ἐξάσκησι καὶ ἐθισμός.
            Γιὰ τὴν παιδεία, ποὺ κι ὡς ἀγωγὴ καὶ ὡς ἐκπαίδευσι εἶναι ἔργο δύσκολο καὶ ἄσκησι κοπιώδης, ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· Πᾶσα παιδεία πρὸς μὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἷναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι̉ αὐτῆς γεγυμνασμένοις ἀποδίδωσιν (Ἑβ 12,11). πολὺ ἀργότερα οἱ φθονεροὶ εἰδωλολάτρες καὶ ἐχθροὶ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καὶ δήμιοι τῶν Χριστιανῶν Ἐπίκτητος Ἑρμογένης Ἀφθόνιος Ἀμέλιος καὶ Λιβάνιος, ποὺ ἔκλεβαν κομπλεξικὰ καὶ φθονερὰ ἀπὸ τὴν Κ. Διαθήκη πολλά, παραλλάσσοντάς τα λίγο, ὅπως οἱ ἀλογοκλέφτες βάφουν τὰ λευκὰ σημάδια τῶν ἀλόγων, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρίζωνται, ἐπειδὴ ἤλπιζαν, σὰν τὴν ἀλεποῦ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν τράγο, ὅτι ἡ Κ. Διαθήκη θὰ ἐξαφανιστῇ γρήγορα, καὶ θ̉ ἀπομείνουν μόνο τὰ ζηλευτὰ κλοπιμαῖα ὡς δικά τους, ἀπέδωσαν τὰ λόγια τοῦ Παύλου στὸν Ἰσοκράτη, σὲ ἀνύπαρκτο καὶ γι̉ αὐτὸ πάντοτε ἀκατονόμαστο ἔργο του, καὶ τὰ διατύπωσαν· Τῆς παιδείας ἡ μὲν ῥίζα πικρὰ ὁ δὲ καρπὸς γλυκύς.
            Γι̉ αὐτὸ καὶ στὴ σημερινὴ ἑλληνικὴ τὸ ῥῆμα παιδεύω παρέμεινε μὲ τὴ σημασία «βασανίζω» ἢ «ταλαιπωρῶ».
            Αὐτὰ γενικῶς γιὰ τὴν παιδεία.
                                         
 
Μελέτες 1 (2008)