1. Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

           
        Ἡ ἐπιστημονικὴ ἐργασία, ὅταν παραταθῇ, χρειάζεται καὶ διάλειμμα˙ γιὰ νὰ χαλαρώνῃ ἡ χορδὴ τοῦ τόξου. τὰ Περιβιβλικὰ μοῦ ἦταν γιὰ τὸ διάλειμμα χρήσιμα ὡς λόγος ξεκούραστος˙ ξεκούραστος τόσο ὡς ἀνάγνωσμα κι αὐτόματη ἐπισήμανσι τῶν λαθῶν ὅσο καὶ σὰ σχολιασμὸς  τῶν λαθῶν. τὸν κάνουν δὲ ἰδιαίτερα ξεκούραστη ἐνασχόλησι, περίπου σὰν τὴ συλλογὴ γραμματοσήμων καὶ τὴ φροντίδα της, οἱ ἐδῶ κρινόμενοι, ἐπειδὴ εἰδικὰ αὐτωνῶν τὰ λάθη εἶναι καὶ πολλὰ καὶ χοντρά˙ ὁπότε δὲν χρειάζεται γιὰ τὸ ψάρεμά τους κόπος˙ βουτᾷς τὴν ἀπόχη σου ἀνέμελα καὶ τὴ βγάζεις γεμάτη ψάρια. κρεατωμένα ψάρια. σκέφτηκα πολλὲς φορὲς ὅτι, ἂν τὰ λάθη τους ἦταν ἀξιέπαινα πράγματα, θὰ ὤφειλα στοὺς κρινομένους κι εὐχαριστίες˙ γιὰ τὰ εὐχάριστα διαλείμματά μου˙ δὲν εἶναι ὅμως. ἀπὸ μέρους μου μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολαυστικὰ κελεπούρια, ἀλλ̉ ἀπὸ μέρους των εἶναι λόγια κακά. κι ἔτσι δὲν τοὺς ὀφείλω καμμιὰ εὐχαριστία. ὁμολογῶ ὅμως ὅτι αὐτὸ δὲν μ̉ ἐμποδίζει νὰ τ̉ ἀπολαμβάνω.
 
 
 
Μελέτες 1 (2008)
 
 

 
2. ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΕΣ
 
      Οἱ μέχρι σήμερα νεοελληνικὲς μεταφράσεις τῆς Π. Διαθήκης, ἐκτὸς τοῦ ὅτι οἱ περισσότερες εἶναι μεταφράσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν μεταφράσεων, γερμανικῆς γαλλικῆς ἱσπανικῆς ἰταλικῆς ἀγγλικῆς, μεταφράσεων τοῦ πολὺ φθαρμένου καὶ παραχαραγμένου ἰουδαϊκοῦ μασοριτικοῦ κειμένου, ποὺ ἔγιναν ἐν μέρει μέσῳ τῆς λατινικῆς μεταφράσεως, τῆς βουλγάτας τῶν Βαρανίνα - Ἱερωνύμου, Ἰουδαίου ῥαββίνου καὶ “Χριστιανοῦ” μοναχοῦ, κι ἐν μέρει μέσῳ μιᾶς ἄλλης ἱσπανογλώσσου ἰουδαϊκῆς μεταφράσεως τοῦ IF’ αἰῶνος, οἱ δὲ ὑπόλοιπες προσπαθοῦν βέβαια νὰ εἶναι μεταφράσεις τοῦ κειμένου τῶν Ἑβδομήκοντα, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὅ,τι καὶ οἱ παραπάνω, ἀφοῦ σὲ κάθε δύσκολο χωρίο ἀντιγράφουν ἀπὸ κεῖνες, εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ μέσα στὸ ὀρθόδοξο νεοελληνικὸ κλῖμα πολλὲς φορὲς ἄστοχες μέχρι φαιδρότητος. ἔχουν τόσα καὶ τόσο τερατώδη καὶ γελοῖα λάθη, ποὺ κυριολεκτικὰ ἰσχύει γι’ αὐτὰ τὸ σκωπτικὸ ἐκεῖνο ποίημα τοῦ παλιοῦ ποιητοῦ, ποὺ λέει
 
              Ἡ φύσι ξελογιάστηκε, τῆς ἔστριψαν οἱ βίδες,
 
ἢ ἐκεῖνο τὸ σημερινὸ κι ἐπίσης σκωπτικὸ τραγούδι, ποὺ λέει γιὰ ἥλιο σὰν τὸν ἀχινό, μαῦρο καὶ ἀγκαθωτό, γιὰ δυὸ φεγγάρια, γιὰ πουλιὰ καὶ ψάρια ποὺ συζοῦν, καὶ γιὰ καράβια ποὺ ἀρμενίζουν στὸν οὐρανὸ καὶ ἀγκυροβολοῦν σὲ λιμάνια τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Κομοτηνῆς.
      Δίνω ἐδῶ μερικὰ μαργαριτάρια, δείγματα τῆς τέτοιας ποιότητος τῶν ἐν λόγῳ νεοελληνικῶν μεταφράσεων, στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ βρῇ κανεὶς αὐγὰ σκαντζοχοίρων, ἀρσενικὲς δαμάλες, ἀρσενικὲς γίδες, καὶ κρασὶ ποὺ γίνεται νερό˙ καὶ φυσικὰ δὲν ἀστειεύομαι˙ κυριολεκτῶ.
       1. Στὸ Ἠσ 13,22 τὴ φράσι τοῦ προφήτου νοσσοποιήσουσιν ἐχῖνοι ( = θὰ φωλιάζουν σκαντζόχοιροι) ὁ Γιαννακόπουλος τὴ μεταφράζει “ἀκανθόχοιροι θὰ ἐκκολάπτουν τοὺς νεοσσούς των”! ἀσφαλῶς τὸ “ἐκκολάπτω” λέγεται μόνο γιὰ αὐγὰ καὶ θὰ πῇ “κλωσσάω τ’ αὐγὰ καὶ βγάζω πουλιά”, ἐνῷ τὸ ῥῆμα τῶν Ο’ ἐδῶ σημαίνει ἁπλῶς “φωλιάζω” καὶ “λημεριάζω”, καὶ μπορεῖ νὰ λεχθῇ γιὰ ὁποιοδήποτε ζῷο.
       2. Στὸ Ψα 28,6 οἱ ἁπλουστευταὶ τοῦ Βέλλα, στὴν ἔκδοσι τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας ποὺ ἐξεκόλαψε τὴ μετάφρασι τοῦ 1997, τὸν ἐκεῖ μόσχον τὸν μεταφράζουν “δαμαλάκι”, ἐνῷ τόσο τ’ ἀρχαῖα μόσχος καὶ δάμαλις ὅσο καὶ τὰ σημερινὰ μόσχοςμοσχάρι καὶ δαμάλαδαμάλι λέγονται γιὰ τὰ πρὸ τῆς ἥβης ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ βόδια ἀντιστοίχως καὶ ξεχωριστά. τὸ ἀρσενικὸ δὲν λέγεται ποτὲ δαμάλι, ὅσο καὶ τὸ θηλυκὸ δὲν λέγεται ποτὲ μοσχάρι. δὲν πιστεύω νὰ ἔκανε τὸ λάθος ὁ Βέλλας, διότι καταγόταν ἀπὸ ἀγρότες καὶ ἤξερε ὅτι τέτοια πράγματα δὲν λέγονται. εἶμαι σίγουρος ὅτι τὸ γελοῖο αὐτὸ λάθος, γιὰ τὸ ὁποῖο γελάει καὶ τὸ παρδαλὸ δαμάλι, τὸ κατώρθωσε ἀρχικὰ ὁ ἁπλουστευτὴς τοῦ Βέλλα στὴ μετάφρασι τῶν Ψαλμῶν, ποὺ φαίνεται ὁ μεγαλείτερος παραγωγὸς τέτοιων μαργαριταριῶν, ἀλλὰ φέρουν ἴση εὐθύνη καὶ οἱ ἄλλοι τέσσερες μεταφρασταὶ καὶ ἡ ποιήτρια ποὺ σουλουπώνει τὰ νεοελληνικά τους καὶ δίνει ἔκφρασι στὴ μεταφρασμένη Βίβλο, διότι οἱ ἴδιοι δηλώνουν ἀβιάστως καὶ αὐθορμήτως ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι˙ καὶ εἶναι καὶ οἱ ἓξ οἱ Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδόπουλος, Π. Σιμωτᾶς, Β. Τσάκωνας, Μ. Κωνσταντίνου, καθηγηταὶ θεολογικῶν σχολῶν καὶ οἱ πέντε, καὶ Κ. Χιωτέλη φιλόλογος - ποιήτρια. ἐνδέχεται ὅμως, εἰδικὰ αὐτὸ τὸ μαργαριτάρι, νὰ εἶναι τῆς τελικῆς σουλουπώτριας, τῆς ποιητρίας δηλαδή, ὁπότε εἶναι κι αὐτὸ μιὰ ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ ὅτι στὴ μεταφραστικὴ ἐπιχείρησι τῆς Βίβλου, ποὺ δίνει ἐν τέλει καὶ τὴν ἔκφρασι τῆς μεταφρασμένης Βίβλου, ἔβαλαν γυναῖκα, πρᾶγμα ποὺ δὲν ξανάγινε στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας καὶ εἶναι τελείως ἀνιστόρητο καὶ προτεσταντικό. ποιοί τοὺς ἔμαθαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; οἱ προτεστάντες τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους ἐπισκοπῖνες γυναῖκες; ὁμιλίαι κακαὶ φθείρουσιν ἤθη χρηστά˙ δὲν τὸ διάβασαν αὐτὸ στὴ Βίβλο ποὺ μεταφράζουν; ἢ δὲν τὸ κατάλαβαν κι αὐτό; ἡ γυναίκα στὴν ἐκκλησία κατὰ τὴ Βίβλο, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, δὲν κηρύττει, δὲν ἐκφράζεται, δὲν λαλεῖ, δὲν διδάσκει, μὲ κανέναν τρόπο, δὲν ἱερατεύει, δὲν χειροτονεῖται, δὲν ἡγεῖται, δὲν αὐθεντεῖ ἀνδρός, οὔτε διορθώνει οὔτε σουλουπώνει ἄντρα καὶ μάλιστα στὸ λόγο του, ἀλλὰ ἐν ἐκκλησίᾳ σιγᾷ καὶ μόνο διακονεῖ, χωρὶς βέβαια καὶ νὰ προσεύχεται ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ πληρώματος ἐν ἐκκλησίᾳ ἐκφώνως ὅπως ὁ ἄντρας διάκονος. θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ἔχουν τὴν ποιήτρια, γιὰ νὰ τοὺς φτιάχνῃ καφέδες ἢ τὸ πολὺ νὰ δακτυλογραφῇ, καθὼς καὶ στὴν ἀρχαία ἐκκλησία ὑπῆρχαν γυναῖκες καλλιγράφοι˙ ὄχι νὰ διευθετῇ τὴν ἔκφρασι τῆς Βίβλου. ἀφοῦ οἱ ἴδιοι νιώθουν ὅτι δὲν κατέχουν τὴ γλῶσσα στὴν ὁποία μεταφράζουν ἀπὸ τ’ ἀγγλικὰ ἢ τὰ γερμανικά, τὴ λαλούμενη δηλαδὴ καὶ μητρική τους γλῶσσα, γιατί δὲν προσέλαβαν ἕνα φιλόλογο ἄντρα; ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἔχουν τὴν ποιήτρια καὶ τὴ θέλουν τόσο πολύ, – ἐγὼ τοὐλάχιστο δὲν διαφωνῶ μαζί τους ὅτι στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ποὺ μιλᾶμε ὡς μητρική μας αὐτὴ εἶναι καταλληλότερη ἀπ’ αὐτούς–, ἂς λούζωνται καὶ τ’ ἀρσενικὰ “δαμαλάκια” ποὺ τοὺς παράγει ἢ τοὺς τ’ ἀφήνει ἀδιόρθωτα˙ ἄλλωστε οἱ σημερινοὶ ποιηταί, ὅταν πάρουν ἀπὸ τὴ σημαία τὴν περιβόητη πλέον “ποιητικὴ ἄδειά” τους, ποὺ σκεπάζει στοργικὰ κάθε κενό, μποροῦν νὰ σοῦ παραγάγουν ὅ,τι δὲν φαντάζεσαι σὺ ὁ μὴ ποιητής.
      3. Στὰ χωρία Ἆσ 4,1 καὶ 6,5 τὶς φράσεις τοῦ ποιήματος τῶν αἰγῶν αἳ ἀπεκαλύφθησαν καὶ τῶν αἰγῶν αἳ ἀνεφάνησαν ὁ μεταφραστὴς Τυπάλδος κι ὁ ἐπόπτης - ἀναθεωρητὴς τῆς μεταφράσεως Βάμβας, καθηγηταὶ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τοῦ Ἰονίου πανεπιστημίου καὶ οἱ δυό, τὶς ἀποδίδουν καὶ τὶς δυὸ φορὲς ὡς “αἰγῶν καταβαινόντων”! νὰ λοιπὸν καὶ οἱ ἀρσενικὲς κατσίκες. γιὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι λέω ὑπερβολές. ὁ Βάμβας μάλιστα ὡς καθηγητὴς εἶχε γράψει καὶ “Τεχνολογικὸν”(= Γραμματικὴ) καὶ “Συντακτικόν”, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος δὲν διδάχτηκε νὰ μὴν κάνῃ τέτοια τραγελαφικὰ λάθη, μετατρέποντας ἀπὸ τὴ μιὰ λέξι στὴν ἄλλη τὶς γίδες σὲ τράγους.
      4. Τὸ Θρ 2,12 (τὰ νήπια) ταῖς μητράσιν αὐτῶν εἶπαν˙ Ποῦ σῖτος καὶ οἶνος; ὁ Γιαννακόπουλος τὸ μεταφράζει˙ “ Ἐφώναζαν πρὸς τὰς μητέρας των˙ Ψωμί, μαμά! νερό, μαμά!”! (τὸ ἀπ’ ἔξω θαυμαστικὸ εἶναι δικό μου). ἐδῶ δὲν νομίζω ὅτι ὁ Γιαννακόπουλος δὲν ἤξερε ὅτι τὸ οἶνος σημαίνει “κρασί”, ἢ ὅτι δὲν σημαίνει σὲ καμμία περίπτωσι “νερό”. τὸ λάθος αὐτὸ δὲν εἶναι λάθος ἀγνοίας ὅπως τὰ τρία προηγούμενα, ἀλλ’ εἶναι κάτι τὸ πολὺ πιὸ σοβαρό. εἶναι μιὰ ἐνσυνείδητη ἄσεμνη κι ἀνήθικη μεταφραστικὴ παραχάραξι καὶ διαστρέβλωσι τῆς Βίβλου. εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐκεῖνες διαστρεβλώσεις, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ μεταφρασταί, ἐνωχλημένοι ἀπὸ τὴ χαλαρὴ κατὰ τὴν ἁγία γνώμη τους ἠθικὴ τῆς Βίβλου, σωφρονίζουν τὴ Βίβλο, στρέφοντάς την πρὸς τὸ σεμνότερο. συμμαζεύουν καὶ περιμαζεύουν τὸ θεό, ὁ ὁποῖος μερικὲς φορὲς κατὰ τὴν ἱερὰ γνώμη τους δὲν ξέρει τί λέει˙ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξι. ἄκου τὰ παιδιὰ κρασί! ἐπιτρέπονται τέτοια πράγματα; τὰ καλὰ παιδιὰ πίνουν μόνο νεράκι, καὶ αὐτὸ μόνο ζητοῦν ἀπὸ τὴ μαμά τους. κρασὶ πίνουν μόνο τὰ κακὰ παιδιά. βέβαια δὲν ξέρουν οἱ ἠθικολόγοι αὐτοὶ καὶ ἡ σεπτὴ γνώμη τους ὅτι στὴν ἀρχαιότητα, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ζάχαρι, καὶ τὸ λιγοστὸ μέλι ἦταν μόνο γιὰ τοὺς πλουσίους – γάλα βούτυρον καὶ μέλι φάγεται λέει ὁ Ἠσαΐας γιὰ τὸν υἱὸν τῆς παρθένου, ποὺ θὰ γεννηθῇ (7,15˙22), θέλοντας νὰ ἐκφράσῃ προφητικῶς τὸ βασιλικό του ἀξίωμα, τὰ δὲ κάλαντά μας, ἀναφερόμενα στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Ἠσαΐου, λένε˙
 
      Γεννᾶται κι ἀνατρέφεται μὲ μέλι καὶ μὲ γάλα˙
      τὸ γάλα τρῶν οἱ ἄρχοντες, τὸ μέλι οἱ ἀφεντάδες –
 
καὶ τὸ χαρουπόμελο ἦταν ἀκόμη σπανιώτερο, δὲν ξέρουν ὅτι τὸ ἄκρως ἀπαραίτητο ζάχαρο οἱ ἄνθρωποι τὸ ἔπαιρναν μόνο ἀπὸ τὰ φροῦτα καὶ τὸ κρασί. ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει φροῦτα καὶ τὸ χειμῶνα, καὶ ζάχαρι ὅποτε θέλει ἄφθονη, κάνει εὔκολα καὶ χωρὶς κρασί, ὁ ἀρχαῖος ὅμως, ἂν τοῦ στεροῦσαν τὸ κρασί, πέθαινε. γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Βίβλος λέει τόσες φορὲς τὸν σῖτον τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, γι’ αὐτὸ κι ὁ Χριστός, θέλοντας νὰ συστήσῃ τὴ θεία εὐχαριστία μὲ τὰ δυὸ βασικώτερα γιὰ τὴ ζωὴ τρόφιμα, ἄρτον καὶ οἶνον ἐπέλεξε, καὶ δὲν βρέθηκε κανεὶς νὰ τὸν συνετίσῃ ὑποδεικνύοντάς του τὸ γαλατάκι ποὺ δὲν βλάπτει τὰ μικρὰ παιδιά. τὸ ἄμυλο τὸ ζάχαρο καὶ τὸ λίπος, τὰ τρία ἀναγκαιότερα γιὰ τὴ βιολογικὴ ἐπιβίωσι, ἦταν καὶ εἶναι ὁ σῖτος ὁ οἶνος καὶ τὸ ἔλαιον.
      Καὶ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι οἱ ἠθικολόγοι ποὺ “συμμαζεύουν” τὸ θεὸ καὶ τὸν “σωφρονίζουν” καὶ “ἀποκρύπτουν” τὶς ἀσχημοσύνες του, βελτιώνοντας τὴ Βίβλο, οἱ πουριτανοὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν βγάζουν τὴ χριστιανικὴ ἠθικὴ ἀπὸ τὴ Βίβλο, ἀλλὰ βρῆκαν αὐτοὶ μιὰ ἀνώτερη καὶ σεμνότερη καὶ πνευματικώτερη ἠθική, πρεσβύτερη καὶ πρότερη τῆς Βίβλου, καὶ βάσει αὐτῆς κανονίζουν τὴ Βίβλο, τὴ συμμαζεύουν καὶ τὴ συμμορφώνουν – ποῦ στ’ ἀνάθεμα τὴ βρῆκαν αὐτὴ τὴν ἠθικὴ δὲν ξέρω, ξέρω ὅμως ὅτι τὴν ἔχουν, καὶ μ’ αὐτὴ σωφρονίζουν τὴ Βίβλο καὶ περιμαζεύουν τὸ θεό – , μὴ νομίσῃ, λέω, ὅτι αὐτὸ μόνο τὸ χωρίο τῆς Βίβλου βελτιώνουν ἑρμηνεύοντάς το πρὸς τὸ σωφρονέστερο. ἡ ὁσία προσπάθειά τους αὐτὴ ἔχει πάρει ἔκτασι ὅση δὲν φαντάζεται κανεὶς ἐκ πρώτης ὄψεως. γι’ αὐτὸ εἶπα προηγουμένως ἀνήθικη καὶ ἄσεμνη τὴ μεταφραστική τους διαστρέβλωσι ποὺ ἀσκεῖ κατ’ ἐξακολούθησι ἡ σεπτή τους κεφαλὴ στὸ βιβλικὸ κείμενο˙ διότι τί πιὸ ἀνήθικο καὶ τί πιὸ ἄσεμνο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ τολμάῃ κανεὶς νὰ τοῦ βγαίνῃ τοῦ θεοῦ ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ νὰ τὸν περιμαζεύῃ καὶ σωφρονίζῃ ὡς ἁγνότερός του καὶ ἁγιώτερος καὶ πνευματικώτερος; αὐτοὶ θὰ τὸν τιμωρήσουν κιόλας τὸ θεὸ κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία ἤ, τὸ λιγώτερο, θὰ τὸν κατσαδιάσουν καὶ θὰ τοῦ βάλουν πιπέρι στὸ στόμα˙ γιὰ νὰ προσέχῃ ἄλλη φορὰ τί λέει μέσα στὴ Βίβλο.
      Εἶναι βέβαια τὸ φαινόμενο γνωστό˙ τὸ δρομολόγησε κυρίως ὁ Ἰουδαῖος ῥαββῖνος Ἀκιβά, ὁ μεγάλος ἐχθρὸς καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ συντάκτης τῆς ἰουδαϊκῆς Δευτερώσεως (= Μισνά), ὁ “δεύτερος Μωϋσῆς” κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ Σπουδὴ (= Ταλμούδ)˙ κι ἔπειτα, κυρίως μὲ τὸν σεμνὸ καὶ ἀποκεκομμένον μάλιστα Ὠριγένη, πέρασε αὐτὴ ἡ κακοήθεια καὶ στὰ χριστιανικὰ γραμματειακὰ κλίματα, ὅπου ἔγινε, θὰ ἔλεγα, πιὸ ἄσεμνη καὶ πιὸ ἀνήθικη, καὶ σήμερα ἄνθρωποι, ποὺ γλωσσικῶς δὲν καταλαβαίνουν τὴ Βίβλο, φρονοῦν ὅτι ἔχουν τὸ κῦρος νὰ τὴ βελτιώνουν, κι ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργο αὐτὸ αὐτόκλητοι καὶ αὐτοχειροτόνητοι. τὸ Ἆσμα νὰ δῆτε τί τὸ ἔκαναν μὲ τὴν ἄσεμνη κι ἀνήθικη αὐτὴ ἠθική τους, ποὺ βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴ Βίβλο!
      Ἄλλη φορὰ θ’ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν ἔκτασι ποὺ ἔχει πάρει τὸ ἄσεμνο αὐτὸ φαινόμενο. πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὰ μεταφραστικὰ μαργαριτάρια τῶν σεπτῶν κεφαλῶν μόνο αὐτά.
 
 
 

  Μελέτες 1 (2008)

 

  


 
3. Η ΜΕΘΟΔΟΣ
 
          Στὴ διδασκαλία καὶ βιβλιοπαρασκευή του ὁ Ἀγουρίδης ἀσχολήθηκε κυρίως μὲ τὰ βιβλία τοῦ Ἰωάννου, βιβλία μὲ τὴν εὐκολώτερη ἑλληνικὴ γλῶσσα στὴ Βίβλο καὶ πολὺ ‘’πρόσφορα’’ γιὰ διατύπωσι ‘’θεολογικῶν ἀπόψεων’’. μετὰ 10 χρόνια θητείας του ὡς καθηγητοῦ στὴ Θεολογικὴ Θεσσαλονίκης καὶ 10 χρόνια μετὰ τὴ μετάθεσί του στὴν Ἀθήνα ἐξέδωκε τὸ ‘’ἑρμηνευτικό’’ του ὑπόμνημα στὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννου, τὸ 1978, σὲ 116 σελίδες. τὸ 1990, μετὰ τὴ συνταξιοδότησί του, ἐξέδωκε τὴ Β’ ἔκδοσί του. καὶ τὸ 1994, 73 ἐτῶν βετεράνος πλέον, ἐξέδωκε τὴν Γ’ ἔκδοσί του σὲ 611 σελίδες, κατὰ τὴ γνώμη του ‘’βελτιωμένη’’.
          Δὲν ἐντυπωσιάζομαι ἀπὸ τὴν ἀσταμάτητηεἰρωνεία τοῦ Ἀγουρίδου, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸ ὑπόμνημά του αὐτό, εἰς βάρος τῶν συγγραφέων τόσο τῆς Ἀποκαλύψεως ὅσο καὶ τοῦ προφητικοῦ βιβλίου τοῦ Δανιήλ, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀγουρίδης θεωρεῖ ὡς δῆθεν Δανιὴλ καὶ δῆθεν Ἰωάννη. ἡ τέτοια καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ στόχο εἰρωνεία του, τὴν ὁποία αὐτὸς ὁ ἴδιος θεωρεῖ ἔξυπνη καὶ χαριτωμένη, στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι φτηνιάρικη κι ἀηδιαστική, εἶναι τὸ προσωπικό του στὺλ ἤ, ἂν θέλετε, ἡ τεχνική του, τὴν ὁποία δὲν καταλαβαίνει ὅτι εἶναι ἀπολαυστικὴ μόνο στὸν ἴδιο· καὶ στὴν κάθε λεπτομέρεια τῆς ἐκφορᾶς καὶ τοῦ ὕφους αὐτῆς τῆς εἰρωνείας του μιμεῖται ἐντυπωσιακὰ τὸν καθηγητή του Εὐ. Ἀντωνιάδη. ἡ μίμησι αὐτὴ εἶναι πιὸ ἀναγνωρίσιμη, ὅταν δῇ κανεὶς τὸν Ἀγουρίδη πῶς χαμογελάει καὶ χειρονομεῖ σὲ προφορικὸ λόγο εἰς βάρος βιβλικῶν προσώπων καὶ διατυπώσεων, ἀκριβῶς ὅπως γελοῦσε ὁ προειρημένος καθηγητής του, ὅταν ἐνέπαιζε τὰ βιβλικὰ καὶ τὰ θεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς βιοποριζόταν. ἡ δὲ σιγουριὰ τοῦ Ἀγουρίδου ὅτι ἡ τέτοια του εἰρωνεία εἶναι ἀπυρόβλητη καὶ ἀναπάντητη εἶναι ἐμφανής. ὁ Ἀγουρίδης ἔχει μαθητὰς ὅλους τοὺς ζῶντες σήμερα καθηγητὰς τῆς Κ. Διαθήκης τῶν θεολογικῶν σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, συνταξιούχους κι ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ γενικὰ ὅλους τοὺς βιβλικοὺς πάσης Ἑλλάδος. εἶναι δὲ κι ὁ εἰσαγωγεὺς τῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου ἀρνητικῆς κριτικῆς στὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποία κριτικὴ ἐμφανῶς θαυμάζει καὶ μιμεῖται. εἶναι καὶ μεταφραστὴς τῆς Κ. Διαθήκης στὴν ἔκδοσι τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε καθηγητὰς τῶν θεολογικῶν σχολῶν ὅλους μαθητάς του.
          Ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπιχειρήσω ἐδῶ νὰ ἑρμηνεύσω, γιατί ὁ Ἀγουρίδης εἰρωνεύεται τὸ ἀντικείμενο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποκλειστικὰ ἔφαγε στὴ ζωή του καὶ βολεύτηκε καὶ βιοπορίστηκε καὶ προβλήθηκε, θέμα περὶ οὗ πολὺς ἡμῖν ὁ λόγος καὶ δυσερμήνευτος λέγειν ὅπως καὶ ὁ περὶ τῆς ἱερωσύνης τοῦ Μελχισεδέκ, οὔτε τὸ γιατί μέχρι σήμερα, βετεράνος 87 ἐτῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ καταλάβῃ ὅτι ἀπόψεις γιὰ ὁποιοδήποτε γνωστικὸ ἀντικείμενο μποροῦν νὰ ἔχουν μόνον ὅσοι τὸ κατέχουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν κι ἔχουν κάνει γι᾿ αὐτὸ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα κι ἔχουν καὶ γενικώτερη ἐπιστημονικὴ κατάρτισι, κι ὄχι οἱ ἄλλοι βέβαια. θὰ σχολιάσω ἐδῶ μόνο ἕνα χαρακτηριστικὸ καὶ προσδιοριστικὸ δεῖγμα τῶν ἐρευνῶν του καὶ τῶν μεθόδων του.
         Γράφει στὴν Γ’ ἔκδοσι τοῦ προειρημένου ὑπομνήματός του, στὴ σελίδα 101, ὅπου προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσῃ τὸ Ἀπ 1,15 καὶ πιὸ ἑστιασμένα τὴ λέξι χαλκολίβανος (=μπροῦντζος)· ‘’ Ὁ μπροῦντζος τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν πολυτιμότερος ἀπὸ τὸ χρυσάφι· γι᾿ αὐτὸ τὰ πόδια τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου μοιάζουν μὲ γιαλιστερὸ μπροῦντζο, ὅταν περάσῃ ἀπὸ πυρακτωμένο φοῦρνο’’. (θέλει νὰ πῇ ‘’πυρωμένο φοῦρνο’’· γιατὶ δὲν μπορεῖ ἀκόμη νὰ ξεχωρίσῃ πότε λέμε ‘’πυρακτωμένο’’ καὶ πότε ‘’πυρωμένο’’· ἐλπίζω νὰ τὰ ξεχωρίσῃ μεγαλώνοντας). σὰ ν᾿ ἀκούω παπποῦ νὰ λέῃ παραμύθια στὰ ἐγγονάκια του, γιὰ νὰ τὰ κοιμίσῃ. μοῦ ὑποβάλλουν τὴν αἴσθησι αὐτὴ καὶ οἱ φράσεις του ‘’τὰ χρόνια ἐκεῖνα’’ (=περίπου τὸ 100 μ. Χ. κατὰ τὴν ἄποψί του) καὶ ‘’χρυσάφι’’ ἀντὶ ‘’χρυσός’’. δηλαδὴ γραώδεις μῦθοι τοῦ Ἀγουρίδου· ὁ παπποῦς καὶ τὰ παιδάκια καὶ τὸ ‘’χρυσάφι’’ μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦν τὰ βασιλόπουλα· στὰ παραμύθια δὲν λέγεται ποτὲ ‘’χρυσός’’· τὸ ‘’χρυσὸς’’ εἶναι γιὰ ἐπιστημονικὰ καὶ τραπεζικὰ κείμενα, δὲν πάει σὲ παραμύθια.
         Ὁ μπροῦντζος –καὶ οἱ δύο μπροῦντζοι, τόσο ὁ CuSn (χαλκὸς μὲ κασσίτερο) ὅσο κι ὁ CuZn (χαλκὸς μὲ ψευδάργυρο)—εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὰ προϊστορικὰ χρόνια, τὰ βαθιὰ μάλιστα, τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ σιδήρου, ὅταν ἡ ἀνθρωπότης διέτρεχε τὸ β’ ἡμιχρόνιο τῆς ἐποχῆς τοῦ χαλκοῦ, τὴ λεγόμενη ἐποχὴ τοῦ ὀρειχάλκου. καὶ τότε καὶ στὰ ἱστορικὰ χρόνια καὶ μέχρι ‘’τὰ χρόνια ἐκεῖνα’’ τοῦ παραμυθιοῦ τοῦ Ἀγουρίδου, τὰ χρόνια τῶν ἀποστόλων καὶ τὰ μετέπειτα, ἐπειδὴ κι ὅταν γνώριζαν τὸ σίδηρο ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τήξουν, καθὼς δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν τὴ θερμοκρασία τῆς τήξεώς του, τοὺς 1536 βαθμοὺς Κελσίου, ὁ μπροῦντζος –καὶ οἱ δύο μπροῦντζοι, ποὺ τήκονται στοὺς 232 καὶ 420 βαθμούς--, ἦταν σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς τὸ ἀφθονώτερο καὶ φθηνότερο μέταλλο, ἀκριβέστερα κρᾶμα, στὴ χρῆσι ἐπεῖχε τὴ θέσι τοῦ σιδήρου, ἰδιαίτερα τοῦ χάλυβος. ἅρματα πολεμικὰ ὁλόκληρα καὶ τροχοὶ ἁρμάτων στὶς ἀχαιικὲς πήλινες πινακίδες (ΙΕ’ – ΙΓ’ π. Χ. αἰ.), καὶ στὸν Ὅμηρο, καὶ στοὺς πολιτισμοὺς αἰγυπτιακό, βαβυλωνιακό, παλαιστινό, ἑλληνικό, ῥωμαϊκό, καὶ κάθε παραμεσόγειο, ἦταν ἀπὸ μπροῦντζο· περβάζια καὶ κατώφλια καὶ ἀνώφλια πυλῶν καὶ θυρῶν, θύρες σπιτιῶν, ναῶν, καὶ ἀνακτόρων, μεταλλικὴ ἐπένδυσι πυλῶν πόλεων, ὅπλα, φάλαρα ἀλόγων, κίονες ναῶν καὶ ἀνακτόρων, τεράστια ἀγάλματα ὅπως ὁ κολοσσὸς τῆς Ῥόδου, καὶ γενικῶς τὰ πλεῖστα τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων ἀγαλμάτων, πάσσαλοι καὶ βάσεις πασσάλων τῆς περιφράξεως τῆς αὐλῆς τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, ἡ τεράστια δεξαμενὴ νεροῦ στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος ἡ λεγόμενη χυτὴ θάλασσα, οἱ 12 τεράστιοι χυτοὶ ταῦροι ἐπάνω στοὺς ὁποίους στηριζόταν αὐτή, οἱ δυὸ τεράστιες σὰν καμπαναριὰ καὶ μιναρέδες διακοσμητικὲς ἐλεύθερες κολῶνες - ὀβελίσκοι μπροστὰ στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, τὸ ἴσα μὲ διώροφο σπίτι θυσιαστήριό του ὁλόκληρο, οἱ λουτῆρες καὶ οἱ μπανιέρες γιὰ τοὺς ἱερεῖς, μεγάλα καρφιά, τὰ πλεῖστα ἐργαλεῖα καὶ σκεύη, ἦταν ὅλα ἀπὸ μπροῦντζο. εἰδικὸ βιβλίο χρειάζεται γιὰ τὴν καταλογογράφησι τῶν μπρούντζινων κατασκευῶν τῆς ἀρχαιότητος, τῆς προϊστορικῆς καὶ τῆς ἱστορικῆς. κι ὁ Ἀγουρίδης τὸ γραῶδες παραμύθι του· ‘’Τὰ χρόνια ἐκεῖνα’’ τὰ παλιά, παιδάκια μου μισοκοιμισμένα, ποὺ σᾶς ἀφιονίζω μὲ παραμύθια, ‘’ὁ μπροῦντζος ἦταν πολυτιμότερος ἀπὸ τὸ χρυσάφι’’, κι ὅμως τὰ βασιλόπουλα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ζοῦσαν καλὰ κι ἐμεῖς πολὺ καλλίτερα.
         Ἕνα βιβλίο ἱστορίας τῆς Α’ γυμνασίου ἂν ἄνοιγε, θὰ ἐνημερωνόταν γιὰ τὸν μπροῦντζο θαυμάσια καὶ ἐπαρκέστατα γιὰ τὸ ἑρμηνευτικό του ὑπόμνημα, ὥστε νὰ μὴ λέῃ τέτοιες μποῦρδες. καὶ ἦταν 10 χρόνια στὴ Θεσσαλονίκη ‘’καθηγητὴς τῆς ἑρμηνείας τῆς Κ. Διαθήκης καὶ τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης’’, δηλαδὴ ὁ πιὸ ‘’εἰδικὸς’’ στὰ πραγματολογικὰ θέματα τὰ ἄκρως ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν κειμένων· ὕστερα στὴν Ἀθήνα ἔγινε γιὰ τὸ ἐπίλοιπον τοῦ βίου του ‘’καθηγητὴς τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς κριτικῆς τοῦ κειμένου τῆς Κ. Διαθήκης’’. σὲ ποιό κοινὸ νομίζει ὅτι ἀπευθύνεται, ὅταν γράφῃ τὶς παραπάνω ἀστειότητες; καὶ νἆταν μόνο αὐτὲς μέσα στὸ ὑπόμνημά του! καὶ νἆταν λίγες καὶ σ᾿ αὐτὸ καὶ σ᾿ ὅλα τὰ βιβλία του! καὶ νἆχαν μετρημό, θεέ μου!
         Νὰ σᾶς πῶ ἐγὼ τί ἔπαθε ὁ Ἀγουρίδης καὶ ξαμόλησε αὐτὲς εἰδικὰ τὶς γραώδεις μποῦρδες γιὰ τὸν ‘’πολυτιμότατο μπροῦντζο’’ τῆς φαντασιώσεώς του. γιατὶ ὑπάρχει κάτι τὸ ἰχνηλατήσιμο καὶ ψηλαφήσιμο σ᾿ αὐτὴ τὴν ὑπόθεσι. εἶναι ἡ ἐρευνητικὴ μέθοδος τοῦ Ἀγουρίδου, ἀποκλειστικὴ πατέντα του, ἂν καὶ τώρα πιὰ διαδεδομένη καὶ στοὺς μαθητάς του.
         Ὁ Ἀγουρίδης, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε προσέφερε στὴν ἐπιστήμη κάτι ποὺ νὰ εἶναι δικό του, καρπὸς δηλαδὴ ἐρεύνης του ἢ συμπέρασμά του, ὅταν γράφῃ ὁτιδήποτε τὸ ‘’ἐπιστημονικό’’, παίρνει δυὸ ἢ τρία σημερινὰ σχετικὰ συγγράμματα, καὶ σ᾿ αὐτὰ κάνει τὶς ‘’ἐπιστημονικὲς ἔρευνές’’ του. καὶ τσιμπολογώντας ἐναλλὰξ ἀπὸ τὸ καθένα, κάνει τὸ ψηφιδωτό του ἤ, ἂν θέλετε, τὴν κουρελοῦ του. αὐτὴ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἔρευνά του καὶ ἡ μέθοδός του. εἶναι ἡ περίφημη ἐρευνητικὴ μέθοδος Πληκάξξυ Γισυβίκου (=πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ σύνθεσι βιβλίου - κουρελοῦς), τὴν ὁποία εἰσήγαγε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ βελτίωσε ὁ Ἀγουρίδης, καὶ ἡ ὁποία δυστυχῶς γιὰ τοὺς χρῆστες της ἐγκυμονεῖ καί τινας κινδύνους. ἐδῶ εἰδικὰ ὁ Ἀγουρίδης ἔκανε ἀκριβῶς τὸ ἑξῆς. πῆρε τρία ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήματα σὲ ἀποκαλυπτικὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἕνα στὸν Ἰεζεκιήλ, ἕνα στὸ Δανιήλ, κι ἕνα στὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννου. ἐπέπεσε στὰ χωρία ὅπου γίνεται λόγος γιὰ κεῖνον ὁ ὁποῖος στὸ Δανιὴλ (7,13· κλπ.) λέγεται υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κι ὅπου ὁ συγγραφεὺς τοῦ ὑπομνήματος παρέπεμπε στὰ παράλληλα χωρία τοῦ Ἰεζεκιὴλ καὶ τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπου ἐκεῖνος δὲν λέγεται μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ ‘’φωτογραφίζεται’’. στὸν Ἰεζεκιὴλ (1,4· 1,27· 8,2) λέγεται γι᾿ αὐτὸν ὅτι τὸ σῶμα του ἦταν στὸ ὅραμα ὡς ὅρασις ἠλέκτρουὡς ὄψις ἠλέκτρου. ὁ ἤλεκτρος, προϊστορικὸ καὶ ἱστορικὸ κρᾶμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου σ᾿ ὁποιεσδήποτε ἀναλογίες (στὸν Ἰεζεκιήλ, ὅπως συμπέρανα μὲ τὴ βοήθεια κι ἑνὸς χρυσοχόου καὶ ἔγραψα ἄλλοτε, ἦταν 50% + 50%), ἕνα κρᾶμα δυσεπίτευκτο ποὺ τὸ θαυμάζει ὁ Ὅμηρος, ἦταν ὄντως ‘’πολυτιμότερος ἀπὸ τὸ χρυσάφι’’, ὅπως ἀποφαίνεται κι ὁ Ἀγουρίδης· ἀκόμη καὶ ‘’τὰ χρόνια ἐκεῖνα’’ τὰ παλιὰ τὰ ἑλληνορρωμαϊκά, ὅπως ἀποφαίνεται ὁ Ἀγουρίδης. ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι, ὅταν δανείζεται τὴν ἀποκαλυπτικὴ εἰκόνα ἀπὸ τὰ δυὸ σχετικὰ ὁράματα τοῦ Ἰεζεκιήλ, ἀντὶ γιὰ ἤλεκτρον λέει χαλκολίβανον, ἤτοι τὸ μπροῦντζο ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸν ἔλεγαν καὶ κρατέρωμα καὶ ποὺ ἦταν κρᾶμα χαλκοῦ καὶ κασσιτέρου (CuSn)· ἦταν ὁ ἀνελαστικὸς κι ἀστραφτερὸς μπροῦντζος· ὁ Ἰωάννης τὸ κάνει αὐτό, προφανῶς ἐπειδὴ στοὺς δικούς του ἀναγνῶστες, ποὺ δὲν γνώριζαν τὸν ἤλεκτρο, ὁ μπροῦνζος ἦταν γνωστότερος. ῥίχνει ὁ Ἀγουρίδης μιὰ φευγαλέα ματιὰ καὶ στὸ τρίτο βοήθημά του, ποὺ ἦταν ὑπόμνημα στὴν Ἀποκάλυψι. ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα στὸ Δανιὴλ τσιμπολογάει τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου· ἀπὸ κεῖνο στὸν Ἰεζεκιὴλ τσιμπολογάει τὸ ‘’πολυτιμότερος ἀπὸ τὸ χρυσάφι’’, ποὺ λεγόταν γιὰ τὸν ἤλεκτρον· κι ἀπὸ κεῖνο στὴν Ἀποκάλυψι βουτάει τὸν χαλκολίβανον ἢ μπροῦντζο· καὶ φτιάχνει τὸ ψηφιδωτό του, ἐξυφαίνει τὴν κουρελοῦ του, καὶ τορνεύει τὴν κοτσάνα του· δὲν ξέρει οὔτε τὰ βοηθήματά του νὰ διαβάζῃ δηλαδή, οὔτε τὰ ἕτοιμα νὰ παίρνῃ· θεέ μου, τί θὰ δῶ ἀκόμη, πρὶν πεθάνω! πολλὴ διαστρωμάτωσι στὴν κουρελοῦ του ὁ Σάββας! γι᾿ αὐτὸ καὶ στὶς ‘’κριτικὲς’’ ὀνειρώξεις των ὅλο διαστρωματώσεις τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῆς Πεντατεύχου βλέπουν οἱ τοιοῦτοι βιβλικοὶ ‘’ἐπιστήμονες’’. κυριολεκτικὰ ‘’εἶναι ὅ,τι τρῶνε’’. Βάλε τὸν Ἀγουρίδη μάγειρα, νὰ σοῦ μαγειρέψῃ ἀπόψεις.
         Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ περίφημη ἐπιστημονικὴ κι ἐρευνητικὴ καὶ συμπερασματικὴ μέθοδος Πληκάξξυ Γισυβίκου, ποὺ χρησιμοποιεῖ στὶς ἔρευνές του καὶ στὴ διατύπωσι τῶν ἀπόψεών του ὁ καθηγητὴς Σάββας Ἀγουρίδης. καὶ ὕστερα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ἔχει μέθοδο, δὲν εἶναι ἐρευνητής, δὲν καταλαβαίνει τὴν Κ. Διαθήκη, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀπόψεις! νά ποὺ μπορεῖ!
 
                                                                                                   

 

Μελέτες 1 (2008)

 

 

 


 

 4 .   ECCLESIASTES ATQUE ECCLESIASTICUS

 
       Ὁ Καϊμάκης, μόλις ἀνέλαβε νὰ θητεύσῃ στὴν Π. Διαθήκη, οὐσιαστικὰ κατήργησε τὸ μάθημά του. ὄχι θὰ κάτσῃ νὰ σκάσῃ! τὸ μάθημά του εἶναι εἰσαγωγὴ (=εἰδικὴ γραμματολογία) στὴν Π. Διαθήκη καὶ ἑρμηνεία της. γιὰ κριτικὴ κειμένου (κριτικὴ ἐξαγωγὴ δηλαδὴ τοῦ κειμένου ἀπὸ τ᾿ ἀρχαῖα του χειρόγραφα) ἢ γιὰ ἱστορία τῶν χρόνων τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ εἶναι κλάδοι τοῦ ἴδιου μαθήματος ἄκρως ἀπαραίτητοι γιὰ τὴν ἑρμηνεία, στὶς θεολογικὲς σχολὲς τῆς Ἑλλάδος οὔτε λόγος ἔγινε ποτέ. γινόταν ὅμως λόγος ἀπὸ παλιὰ γιὰ εἰσαγωγὴ καὶ ἑρμηνεία· καὶ κάτι γινόταν. ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἡ ἑρμηνεία σταμάτησε· οὐδέποτε γίνεται πιὰ ἑρμηνεία ἀπὸ τὸ κείμενο τῶν Ο’. κάνουν ‘’γραμματικὴ τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσης’’, μαθαίνουν 50 ἑβραϊκὲς λέξεις (κυριολεκτῶ καὶ στὸν ἀριθμό), κι ἐξηγοῦν σὲ τέσσερα χρόνια μία περίπου σελίδα μασοριτικοῦ κειμένου μεταφρασμένου ἤδη πρὸ 170 ἐτῶν στὴν ἑλληνικὴ ἀπὸ κάποια ἀγγλικὴ μετάφρασί του. κι αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται περιτελλομένων τῶν τετραετιῶν. ὅταν ἕνας θεολόγος παίρνῃ τὸ πτυχίο του, δὲν ξέρει οὔτε γρῦ ἀπὸ ἑβραϊκὰ οὔτε γρῦ ἀπὸ Π. Διαθήκη. ἡ εἰσαγωγὴ στὴν Π. Διαθήκη, μάθημα βασικὸ καὶ σπουδαῖο, γινόταν περίπου μέχρι τὸ 1995. ὁ Καϊμάκης οὐσιαστικὰ τὸ κατήργησε. ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐξέδωκε μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο καθηγητὴ τῆς Π. Διαθήκης, τὸν Κωνσταντίνου, ἕνα δακτυλογραφημένο τεφτέρι τῶν 109 σελίδων, ποὺ συγκροτεῖται ἀπὸ δύο συγγράμματα· ἕνα τῶν 70 σελίδων, ποὺ εἶναι ἄθλιο σκουπιδοειδὲς ὑποκατάστατο εἰσαγωγῆς, κι ἕνα τῶν 39 σελίδων ποὺ εἶναι ἑβραϊκὴ γραμματική. ἐπιγράφεται ‘’Εἰσαγωγὴ στὰ ἱστορικὰ καὶ προφητικὰ βιβλία τῆς Π. Δ. (sic) καὶ Στοιχεῖα ἑβραϊκῆς γλώσσας’’. αὐτὸ εἶναι τὸ ἄθροισμα τῶν γνώσεων καὶ τῆς σοφίας δύο συλλήβδην καθηγητῶν καὶ ἡ ἅπασα ὕλη τῶν σπουδῶν στὴν Π. Διαθήκη στὴ Θεολογικὴ Θεσσαλονίκης ἐπὶ 4 χρόνια. βαρὺ μάθημα. γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ τὸ ἐπωμίστηκαν δύο καθηγηταὶ μαζὶ μὲ τὸ ἐπιτελεῖο τῶν βοηθῶν καὶ συνεργατῶν τους. τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μεγαλεπηβόλου αὐτοῦ ἐπιστημονικοῦ ἔργου σὲ 37 σελίδες ἐξετάζει ἐμβριθῶς 23 ἱστορικὰ βιβλία τῆς Π. Διαθήκης – τῶν ποιητικῶν οὐδὲ μνεία γίνεται – καὶ σὲ ἄλλες 33 ἐξετάζει ἐπισταμένως 7 μόνο ἀπὸ τὰ προφητικὰ βιβλία της, δηλαδὴ οὔτε τὰ μισά. τὰ ἄλλα μισὰ οὔτε μνημονεύονται σ᾿ αὐτὴ τὴ μεγαλοπρεπῆ ‘’Εἰσαγωγή’’. τὸ δὲ δεύτερο μέρος εἶναι ὅ,τι πιὸ ἄθλιο ἔχει ἐμφανιστῆ ὑπὸτὸνἥλιον. αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς ἐπιστημονικῆς ὁμοβροντίας δυὸ κορυφαίων ἐπιστημόνων. τὰ θρησκευτικὰ τῆς ἕκτης δημοτικοῦ ἔχουν γιὰ τὴν Π. Διαθήκη περισσότερα πράγματα ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τεφτεράκι. μετὰ 4 χρόνια ὁ Καϊμάκης ὁλομόναχος ‘’ἔγραψε’’ καὶ δεύτερο ὡσαύτως σκουπιδοειδὲς ὑποκατάστατο ‘’Εἰσαγωγῆς’’, ἕνα τεφτεράκι 190 σελίδων σχήματος βιβλίου τῆς τσέπης (10 x 16 ἑκ.) μὲ χοντρὰ δωδεκάρια γράμματα ἀναγνωστικοῦ Β’ Δημοτικοῦ καὶ σειρὲς ἀραιὲς (34), τὸ ὁποῖο ὠνόμασε ‘’Σύντομη Εἰσαγωγὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη’’. οἱ φοιτηταὶ τὸ διαβάζουν καὶ τὸ μαθαίνουν σὲ δυὸ ὧρες. ῥωτᾶτε τί περιέχει τὸ ‘’σύγγραμμα’’; ξέρετε φυσικὰ ὅτι ὅλες οἱ μοντέρνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου, πρὶν ἀπὸ κάθε βιβλίο της, ἔχουν ἕναν μικρὸ καὶ στὸ ἔπακρο ἐκλαϊκευτικὸ προλογίσκο γιὰ τὸ ποῦ πότε κι ἀπὸ ποιόν γράφτηκε τὸ βιβλίο ποὺ ἀκολουθεῖ. ἀλλιῶς πῶς θὰ ἤξερε ἡ κάθε Κατίνα ὅτι ‘’Τὸ βιβλίο Ἠσαΐας τὸ ἔγραψε ὁ Ἠσαΐας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἦταν Ἑβραῖος καὶ ἔζησε στὴ μακρινὴ χώρα Παλαιστίνη πολλὰ πολλὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστό’’; αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς προλογίσκους μιᾶς γαλλικῆς μεταφράσεως τῆς Π. Διαθήκης τοὺς μάζεψε ὁ Καϊμάκης μεταφρασμένους στὴν ἑλληνική, κι αὐτὴ εἶναι ὅλη κι ὅλη ἡ ‘’εἰσαγωγή’’ του, ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ φοιτηταὶ διδάσκονται ὅλα ὅσα ξέρει ἀπὸ τέτοια ἡ κάθε Κατίνα. οὔτε γρῦ παραπάνω. ὄχι θὰ κάτσῃ νὰ σκάσῃ! ἂν ῥωτήσῃς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Καϊμάκη καὶ τὸν ἴδιο ποῦ παραδίδεται ἡ Π. Διαθήκη, μποροῦν νὰ σοῦ ἀπαντήσουν· ‘’Στὰ βιβλιοπωλεῖα φυσικά’’.
      Καὶ μετὰ ἀπ᾽ αὐτὰ ὁ Καϊμάκης φαντάζεται ὅτι ἔχει τὸ κῦρος νὰ ἔχῃ καὶ ‘’ἀπόψεις’’. ἀπὸ ‘’ἀπόψεις’’ ἄλλο τίποτα. κυττάξτε μιὰ ‘’ἄποψί’’ του διατυπωμένη στὸ ‘’ἐπιστημονικὸ’’ ἄρθρο του ‘’Ἡ μετάφρασι τῶν Ο’ καὶ ἡ σχέσι της μὲ τὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο’’, στὸ περιοδικὸ ‘’Σύναξη’’, τεῦχος 84 (Ὀκτ. - Δεκ. 2002), σ. 11. γράφει· ‘’Εἶναι προφανὲς ὅτι ὅλα τὰ βιβλία (ἐνν. τῆς Π. Διαθήκης) δὲν μεταφράστηκαν οὔτε τὴν ἴδια ἐποχή, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἴδιους μεταφραστές. δὲ διαφέρει μόνο τὸ λεξιλόγιο ποὺ ποικίλλει ἀπὸ βιβλίο σὲ βιβλίο, ἀλλὰ καὶ ἡ μέθοδος τοῦ μεταφραστῆ. τὸ βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ μεταφράστηκε ἀπὸ τὸν ἐγγονὸ τοῦ συγγραφέα, τὸν Ἰησοῦ τὸ γιὸ τοῦ Σειράχ, λίγο μετὰ τὸ 117 π.Χ.. στὸν πρόλογο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρεται ὅτι ὑπῆρχε ἤδη μιὰ ἑλληνικὴ μετάφρασι τοῦ Νόμου, τῶν προφητῶν καὶ ἄλλων βιβλίων. φαίνεται πὼς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου π.Χ. αἰώνα οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν στὴ διάθεσί τους μιὰ ἑλληνικὴ μετάφρασι σχεδὸν ὅλων τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης’’. εἴδατε ἐπιστημοσύνη καὶ ἐξειδίκευσι; εἴδατε κατάρτισι καὶ ἐμβρίθεια; κατ᾿ ἀρχὴν δὲν καταλαβαίνει ὅτι ΝόμοςκαὶαἱΠροφητεῖαικαὶτὰλοιπὰτῶνΒιβλίων λέγεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἑβραίους ἡ ὅλη Παλαιὰ Διαθήκη (ΠαλαιὰνΔιαθήκην τὴ λέμε μόνο οἱ Χριστιανοὶ ποὺ δεχόμαστε καὶ ΚαινὴνΔιαθήκην), ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν εἶχαν γι᾿ αὐτὴν ἕνα ἑνιαῖο ὄνομα· τὴν ἔβλεπαν ὄχι σὰ βιβλίο ἀλλὰ σὰ βιβλιοθήκη· ἐπειδὴ ἦταν 2 - 3 δεκάδες κυλινδρικὰ βιβλία (ῥόλοι). ὁ Καϊμάκης δὲν εἶδε τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πρόλογο τοῦ βιβλίου ποὺ ‘’ἐξετάζει’’, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν παραπάνω τίτλο τὸν παίρνει μεταφρασμένο ἀπὸ τὰ γαλλικὰ ὡς ‘’Τοῦ Νόμου, τῶν προφητῶν καὶ ἄλλων βιβλίων’’. δὲν πῆρε εἴδησι ἀπὸ ποῦ παίρνει τὴ φράσι ὁ Γάλλος. ὅτι ὁ Καϊμάκης δὲν τὸ ξέρει αὐτὸ οὔτε τὸ καταλαβαίνει φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι παραλείπει τὸ ‘’τῶν’’, λέγοντας μόνο ‘’καὶ ἄλλων βιβλίων’’, σὰ νὰ λέῃ δηλαδὴ ‘’κλπ. κλπ.’’, καὶ δὲν γράφει τοὺς ‘’Προφήτας’’ καὶ τὰ ‘’ἄλλα Βιβλία’’ (=Ἁγιόγραφα) μὲ κεφαλαῖο ἀρχικό, ὅπως γράφει τὸν ‘’Νόμον’’, ἐπειδὴ δὲν πῆρε εἴδησι ὅτι πρόκειται γιὰ τρεῖς γενικοὺς τίτλους τῶν τριῶν τρίτων τῆς ὁλόκληρης Π. Διαθήκης. κι ὅτι τοῦ συμβαίνει αὐτὸ φαίνεται κι ἀπὸ τὸ ὅτι παρακάτω συνεχίζει· ‘’Φαίνεται πὼς… οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν στὴ διάθεσί τους μιὰ ἑλληνικὴ μετάφρασι σχεδὸν ὅλων τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης’’.
      Κι ἐνδιαμέσως, γιὰ τοῦ λόγου μου τὸ ἀληθές, λέει τὸ σπαραξικάρδιο· ‘’Τὸ βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ μεταφράστηκε ἀπὸ τὸν ἐγγονὸ τοῦ συγγραφέα…’’. τὸν Ἐκκλησιαστὴ τοῦ Σολομῶντος δηλαδὴ τὸν μετέφρασε στὴν ἑλληνιστικὴ ἑλληνικὴ τὸν δέκατο πρὸ Χριστοῦ αἰῶνα, πρὶν κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ Ἀβιού, ὁ γιὸς τοῦ Ῥοβοὰμ καὶ ἔγγονος τοῦ Σολομῶντος! γιατὶ ἄλλον ἔγγονο τοῦ Σολομῶντος δὲν ξέρουμε. ‘’Μά’’, θὰ πῆτε, ‘’ὁ Καϊμάκης καὶ ἡ ‘’ἄποψι’’ τῆς Αὐτοῦ Ἐπιστημοσύνης δὲν δέχονται ὅτι ὁ Ἐκκλησιαστὴς εἶναι γνήσιο βιβλίο τοῦ Σολομῶντος· ἡ ‘’ἄποψί’’ τους εἶναι ὅτι ‘’τὸ βιβλίο εἶναι γραμμένο καμμιὰ τριανταριὰ καλοκαίρια πρὶν ἀπὸ τὴ μετάφρασι τῶν Ο’ ἀπὸ ἄγνωστο φυσικά’’. καὶ τότε πῶς ξέρει ὅτι τὸν ἔγγονο τοῦ ἀγνώστου τὸν ἔλεγαν Ἰησοῦ, ἀφοῦ στὸν Ἐκκλησιαστὴ δὲν λέγεται κάτι τέτοιο, οὔτε πουθενὰ βέβαια στὴν πρὸ Καϊμάκη παγκόσμια γραμματεία;
      Ἡ ἐξήγησι εἶναι ὅτι ἡ γαλλικὴ προφανῶς ἐφημερίδα, ἀπὸ τὴν ὁποία ξεσηκώνει τὰ ‘’ἐπιστημονικά’’ του καὶ τοὺς ‘’καρποὺς τῆς ἐπιστημονικῆς του ἐρεύνης’’ ὁ Καϊμάκης, τὴ Σοφία τοῦ Ἰησοῦ (τοῦ γιοῦ τοῦ Σιρὰχ) ἔλεγε κάπως ἔτσι σὰν ‘’Ἐκκλησιαστή’’. ἂν δὲν τὸ ἔλεγε αὐτὸ ἡ ἐφημερίδα – πανάθεμά την –, θὰ ἔκανε λάθος ὁ Καϊμάκης; ὄχι βέβαια. ἄρα δὲν φταίει αὐτός, ἡ ἐφημερίδα φταίει 100%. ἡ Σοφία τοῦ Ἰησοῦ στὴ βουλγάτα καὶ ἀπ᾽ ὅλους τοὺς Λατίνους – πανάθεμά τους – λέγεται Ecclesiasticus· κι ὁ Ἐκκλησιαστὴς λέγεται Ecclesiastes· ὅπως λέμε Κοζάνη καὶ Λωζάνη. καὶ οἱ Γάλλοι λὲν τὴ Σοφία Ecclesiasticus. κι ὁ Καϊμάκης διάβασε, χωρὶς νὰ καταλαβαίνῃ, καὶ ‘’κατάλαβε’’ Ἐκκλησιαστή. καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃ τὰ δυὸ βιβλία· καὶ νομίζει ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο. τί γνῶσι κι αὐτὴ τῆς Π. Διαθήκης καὶ τῶν ζητημάτων της! διάβασε λοιπὸν ὁ Καϊμάκης ὅτι ὁ Ἐκκλησιαστὴς ἤγουν Ecclesiasticus μεταφράστηκε στὴν ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸν ἔγγονο ‘’τοῦ συγγραφέα’’ (τοῦ ποιητοῦ δηλαδή, γιατὶ γιὰ ποίημα πρόκειται), καὶ νόμισε ὅτι ἡ ἐφημερίδα γράφει γιὰ τὸν Ἐκκλησιαστή· κι ἔγραψε αὐτὴ τὴν ἀρλούμπα. οἱ Γάλλοι φταῖνε. καὶ παρακάτω, γιὰ νὰ δῆτε ὅτι οὔτε ἑλληνικὰ δὲν καταλαβαίνει, ἂν εἶναι λίγο ἀρχαῖα, γράφει· ‘’… μεταφράστηκε ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τὸ γιὸ τοῦ Σιράχ’’. θὰ μᾶς τρελλάνῃ. δὲν καταλαβαίνει γαλλικά, δὲν καταλαβαίνει κι ἑλληνικά. στὸν πεζὸ πρόλογο τοῦ ποιήματος Σοφία        – πρόλογο τοῦ μεταφραστοῦ – ὁ μεταφραστὴς λέει· πάπποςμουἸησοῦς (ὁ ποιητής)· ἀλλ᾿ ὁ Καϊμάκης δὲν κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιὸς τοῦ Σιράχ, εἶναι ὁ ποιητὴς τῆς Σοφίας, ὁ δὲ ἔγγονος τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ τὴ μετέφρασε, παραμένει ἀνώνυμος. ἔτσι ‘’ἔχουμε καὶ ἀπόψεις’’, ἔτσι ‘’ἀποφαινόμαστε’’ γιὰ τὴν ἡλικία καὶ τὴν πατρότητα τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης, καὶ λέμε θέσφατα· μὲ τὸ κῦρος τῶν πλουσίων γνώσεών μας καί γε τῆς ἀγχινοίας μας. ὄχι παίζουμε!
 
 
Μελέτες 1 (2008)
 
 

 
5. ΕΥΛΑΒΕΣΤΑΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
 
         Ὁ Κωνσταντίνου εἶναι στὸ ἴδιο μάθημα τοῦ ἴδιου τμήματος μὲ τὸν Καϊμάκη καθηγητὴς τῆς Π. Διαθήκης. δυὸ μαζὶ καλλίτερα ἀπὸ τὸν ἕναν. οἱ φοιτηταὶ μαθαίνουν διπλάσια πράγματα, καὶ ἡ σοφία στάζει ἀπὸ τὰ μπατζάκια τους. ὁ Κωνσταντίνου μόνος του ὁλομόναχος ἔγραψε καὶ μιὰ φυλλάδα 35 σελίδων σὲ σχῆμα τσέπης (8 x 13 ἑκ.) μὲ χοντρὰ δωδεκάρια γράμματα ἀναγνωστικοῦ Β’ δημοτικοῦ σὲ ἀραιὲς σειροῦλες (27) μὲ τίτλο “Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη - Μυθολογία τῶν Ἑβραίων ἢ Βίβλος τῆς Ἐκκλησίας;” (Ἀθήνα 2003, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος). φυλλάδα τοῦ λαοῦ, γιὰ ἐνημέρωσι θεολόγων καὶ μή. ἡ περίληψι τῆς φυλλάδας εἶναι· “Μερικοὶ λένε ὅτι ἡ Π. Διαθήκη εἶναι ἡ μυθολογία τῶν Ἑβραίων σὰν ὅλες τὶς μυθολογίες τῶν ἀρχαίων εἰδωλολατρικῶν λαῶν. καὶ μερικοὶ Χριστιανοὶ ῥωτοῦν· Μὰ τότε πῶς ἡ ἐκκλησία τὴν Π. Διαθήκη τὴν ἔχει γιὰ Βίβλο της; σὲ μύθους πιστεύουμε;”. δηλαδὴ γιὰ μύθους ζοῦμε χριστιανικὰ καὶ γιὰ μύθους φτάσαμε μέχρι μαρτυρίου; καὶ συνεχίζει ὁ Κωνσταντίνου (σὲ περίληψι)· “Μὴ χολοσκᾶτε. μυθολογία εἶναι βέβαια ἡ Π. Διαθήκη,   ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν πειράζει· δὲν λέει κακοὺς μύθους, ἀλλὰ καλούς. ἀπὸ κάθε μῦθο βγαίνουν σὰ δίδαγμα καλὰ πράματα καὶ θεοτικά. ἄρα ἡ ἐκκλησία δὲν παύει νὰ εἶναι ἁγία ἱερὰ καὶ ὀρθόδοξος, καὶ ἡ Βίβλος παραμένει ἁγία ἱερὰ καὶ ψυχωφέλιμη· καὶ Βίβλος εἶναι βέβαια καὶ ἡ Π. Διαθήκη ὁπωσδήποτε.” γιατί, ἂν ἡ Π. Διαθήκη δὲν ἦταν Βίβλος τῆς ἐκκλησίας, πῶς θὰ ἦταν καθηγητὴς θεολογικῆς σχολῆς ὁ Κωνσταντίνου; μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τί θὰ ἦταν μὲ τὸ ταλέντο καὶ τὴν κατάρτισι ποὺ ἔχει; ὅπως ἀκριβῶς καὶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ ἀναφέρονται στὰ Εὐαγγέλια, δὲν πίστευαν οὔτε σὲ πνεῦμα, οὔτε σὲ ὕπαρξι ἀγγέλων, οὔτε σὲ μεταθανάτια ζωή, καὶ ὅμως τὸ θεὸ δὲν τὸν καταργοῦσαν, τὸν διατηροῦσαν ἔστω καὶ ἄνεργο, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἦταν ἀδέρφια καὶ παιδιὰ κι ἀνίψια ἀρχιερέων· κι ἀπὸ ποῦ θὰ εἰσέπρατταν δεκάτη, ἂν ὁ λαὸς ἔχανε τὸ θεό του; πάντα στὰ θεολογικὰ κλίματα εὐδοκιμεῖ κι αὐτὸ τὸ εἶδος συνέσεως. νά λ.χ. κι ὁ Ἀγουρίδης κι ὁ Καϊμάκης τὸ ἔχουν αὐτὸ τὸ εἶδος· ὅλοι οἱ βιβλικοὶ τὸ ἔχουν.
         Ἡ ἀπάντησι τοῦ Κωνσταντίνου στὴν ἀπορία τῶν μὴ εἰδικῶν μοῦ θυμίζει κάποια περίπτωσι ποὺ κάποιον τὸν πληροφόρησαν ὅτι “Ὁ Τάδε κοιμᾶται μὲ τὴ γυναῖκα σου”, κι ἐκεῖνος πῆγε καὶ ῥώτησε τὸν Τάδε “Γιατί κοιμᾶσαι μὲ τὴ γυναῖκα μου;”· κι ὁ Τάδε τοῦ ἀπάντησε· “Δὲν πειράζει· κοιμοῦμαι μαζί της, μόνον ὅταν λείπῃς ἐσύ, γιὰ νὰ μὴν κρυώνῃ· ἐγὼ τὴ ζεσταίνω, δὲν τὴν κρυώνω. ἤθελες νὰ κρυολογήσῃ μόνη της καὶ νὰ πληρώνῃς ἔπειτα γιατροὺς καὶ φάρμακα;”. κι ἐκεῖνος τὸν εὐχαρίστησε γιὰ τὴν καλοσύνη του. μοῦ θυμίζει καὶ κάποιον συνήγορο, ποὺ παραδέχτηκε ὅτι ὁ πελάτης του ἔκανε ὅλες τὶς ἀπάτες, γιὰ τὶς ὁποῖες κατηγορεῖται, ἀλλ᾽ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος. πρέπει λοιπὸν τὸ εὐσεβὲς καὶ φιλόθεο κοινὸ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κωνσταντίνου καὶ νὰ θαυμάσῃ τὴ σοφία του γιὰ τὴν ἀπάντησί του στὴν ἀπορία τους· “Δὲν πειράζει ποὺ ἡ Π. Διαθήκη εἶναι μῦθος· καλὰ πράματα δασκαλεύουν οἱ μῦθοι της, δὲν δασκαλεύουν κακὰ πράματα. ἡ ἁγία μας ἐκκλησία, ποὺ τὴν ἔχει γιὰ Βίβλο της, δὲν χάνει τὴν τιμιότητά της· ξέρει τί κάνει ἡ ἁγία μας ἐκκλησία”. εἴδατε ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα, ἔ; καί γε ὀρθόδοξο. καὶ ὁ Χριστὸς στὰ Εὐαγγέλια, ποὺ θεωρεῖ τὴν Π. Διαθήκη ἱστορία; καὶ οἱ ἀπόστολοι ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια γνώμη; βλακεῖες λένε; περίπου κάτι τέτοιο· διότι δὲν ῥώτησαν τὸν Κωνσταντίνου. ἂν τὸν ῥωτοῦσαν, θὰ μάθαιναν ὅτι εἶναι μυθολογία καὶ ὄχι ἱστορία.
         Γράφει λοιπὸν ὁ Κωνσταντίνου στὴ φυλλάδα του, πρὸς τὸ τέλος, γιὰ τὰ “ποιητικὰ” καὶ τὰ “διδακτικὰ” βιβλία τῆς Π. Διαθήκης, νομίζοντας ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ “ποιητικὰ” καὶ ἄλλα τὰ “διδακτικά”· «Μὲ τὰ ῾Ποιητικὰ Βιβλία᾿ ὑμνεῖ ὁ λαὸς τὸ θεό του»· ἂς ποῦμε μὲ τὸ Ἆσμα στὸ ὁποῖο ὁ θεὸς οὔτε κἂν ἀναφέρεται. «… ἐνῷ στὰ ῾Διδακτικὰ Βιβλία᾿ ἀποθησαυρίζεται ἡ θεία σοφία… τοῦ θεοῦ (Σοφία Σολομῶντος 9,4) ὡς προϋπάρχουσα τῆς… δημιουργίας (Παροιμίαι 8, 22 - 31) καὶ ὡς ἔκφρασι τῆς δύναμης τοῦ θεοῦ… (Σοφία Σολομῶντος 7, 25 - 26)» (σελ. 34 - 35). τὶς Παροιμίες ὁ Κωνσταντίνου δὲν τὶς ἔχει στὰ ῾Ποιητικὰ Βιβλία᾿, ποὺ τὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ῾Διδακτικὰ Βιβλία᾿, προφανῶς διότι δὲν ξέρει ὅτι εἶναι βιβλίο ποιητικό, ὅπως δὲν ξέρει κι ὅτι ῾Ποιητικὰ᾿ καὶ ῾Διδακτικὰ᾿ εἶναι τὸ ἴδιο. καὶ ἀσφαλῶς οἱ Παροιμίες μόνο σὲ δυὸ κεφάλαια μιλοῦν γιὰ τὴ σοφία, ἐνῷ ὁ κύριος ὄγκος τους εἶναι ἄλλα πράγματα καὶ κυρίως 500 περίπου παροιμίες. ὅσο γιὰ τὴ σοφία τοῦ θεοῦ γενικῶς σὰ θησαύρισμα μέσα στὴ Βίβλο, ὑπάρχει κανένα βιβλίο της ποὺ νὰ μὴν τὴν περιέχῃ ; ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει τί λέει.
         Καὶ παρακάτω (σελ. 35-37) γράφει· «Ἡ χριστιανικὴ Παλαιὰ Διαθήκη τελειώνει μὲ τὸ βιβλίο τοῦ “Δανιήλ”, μὲ τὸ ὁποῖο… περιγράφεται… ἡ μορφὴ τοῦ… ῾Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου᾿…. τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τίτλο, ῾Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου᾿, θὰ χρησιμοποιήσῃ στὸ ἀμέσως ἑπόμενοβιβλίο τῆς χριστιανικῆς Βίβλου, στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ὁ Ἰησοῦς, κάθε φορὰ ποὺ μιλάει γιὰ τὸν ἑαυτό του». “χριστιανικὴ Παλαιὰ Διαθήκη” λέει ὁ Κωνσταντίνου, ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸν ἔχουν ἐθίσει νὰ λέῃ ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ πραγματικὴ Παλαιὰ Διαθήκη κι ἄλλη ἡ “χριστιανική”. “Δανιήλ”, ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, τὸν γράφει, ἐπειδὴ ἐννοεῖ “κολοκύθια Δανιήλ”· ὅλοι αὐτοί, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ Χριστὸ ποὺ κατονομάζει τὸ βιβλίο ὡς γνήσιο τοῦ προφήτου Δανιὴλ καὶ ἀπαγγέλλει αὐτολεξεὶ συγκεκριμένο χωρίο του (Μθ 24,15· Μρ 13,14), ἔχουν τὴν “ἄποψι” ὅτι τὸ βιβλίο εἶναι ψευδεπίγραφο. “ὁ Ἰησοῦς” λέει ὁ Κωνσταντίνου, ὅταν ὀνομάζῃ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἐπειδὴ πάλι ὅλοι αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ ποῦν ποτὲ “ὁ Κύριος” ἢ “ὁ Χριστὸς” ἢ “ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς” ἢ “ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός”· εὐκολώτερα θὰ κατάπιναν ἕνα μαγκάλι ἀναμμένα κάρβουνα. παρατηρήστε το στὰ βιβλία τους. αἰσθάνονται βολικά, μόνο ἂν λένε “ὁ Ἰησοῦς”, σὰ νὰ λέμε “ὁ Τάκης”. ἔχουν δὲ πολὺ γοῦστο στὸ πῶς προσπαθοῦν καὶ νὰ διαλάθουν τὴν προσοχὴ τῶν ἄλλων, ὅταν κάνουν αὐτὴ τὴν τσαχπινιά τους, καὶ νὰ μὴν ποῦν κανένα ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἀνεπιθύμητά τους. λέτε νὰ τοὺς στριμώξω μ᾿ αὐτὸ τὸ φανέρωμά μου καὶ νὰ ποῦν μερικὲς φορὲς αὐτὸ ποὺ θέλουν ν᾿ ἀποφύγουν ; θὰ τὸ πάρω ἐπάνω μου, ἂν καταφέρω κάτι τέτοιο· πάντως δὲν τὸ ἐπιδιώκω, γιατὶ τὸ θεωρῶ ματαιοπονία.
         Ἐδῶ ὅμως δὲν μ᾿ ἐνδιαφέρουν οἱ “ἀπόψεις” των καὶ οἱ ῥοπές των, ἀλλὰ τ᾿ ἀστραφτερὰ μαργαριτάρια τους, ποὺ εἶναι τόσο ἀπολαυστικά. λέει λοιπὸν ὁ Κωνσταντίνου τελευταῖο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης τὸν Δανιήλ, κυρίως ἐπειδὴ οἱ δικοί μας ἐκδότες, βάζοντας τοὺς Δώδεκα πρὶν ἀπὸ τοὺς Μεγάλους προφῆτες, τοποθετοῦν τελευταῖο τὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ. σ᾿ ἄλλες ἐκδόσεις, ποὺ οἱ Δώδεκα μπαίνουν μετὰ τοὺς Μεγάλους, τοποθετεῖται τελευταῖο τὸ βιβλίο τοῦ Μαλαχίου. ἀξιολογήστε τώρα τὸ “θεολόγημα” τοῦ Κωνσταντίνου, ποὺ πέφτει σὰ σάπιο ἀχλάδι ἀπὸ μιὰ τυπογραφικὴ συγκυρία. (τὸ χρονικῶς τελευταῖο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης εἶναι ἱστορικό, ὁ Νεεμίας). οἱ δάσκαλοι ὅμως τοῦ Κωνσταντίνου —διότι ὁ ἴδιος “κουκιὰ ἔφαγε, κουκιὰ μαρτυράει”— ἁρπάζονται ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ τυπογραφικὴ συγκυρία καί, πασχίζοντας νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπ᾿ αὐτὴ σὰν ἀπὸ ἕνα ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως τρὺκ ἐπάνω στὸν ἀνήξερο λαό, στηρίζουν τὴν “ἄποψί” τους ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ “Δανιὴλ” γράφτηκε λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια. ὁ Κωνσταντίνου, μιμούμενος τοὺς δασκάλους του, προσπαθεῖ νὰ πλασσάρῃ ξαναζεσταμένη τὴ σχετικὴ κρυάδα ἐκείνων. αὐτὴ ἡ τέτοια “θεολογικὴ ἐνασχόλησι” ὅλων αὐτῶν μὲ τέτοιες τρίχες εἶναι τὸ ὑποκατάστατο τῆς ἀπούσης ἐπιστήμης. εὐτυχῶς ποὺ οἱ ἴδιοι τὰ φανερώνουν ἄθελά τους, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ τοὺς γραδάρουμε.
         Σᾶς συνιστῶ τὰ κείμενα τῶν Κωνσταντίνου, Ἀγουρίδου, Καϊμάκη, καὶ Γαλίτη νὰ τὰ διαβάζετε, ὅταν ἔχετε ἀκεφιές· εἰς ἀκηδίαν ὅπως ἔλεγαν οἱ παλιοί· φτιάχνουν τὸ κέφι. σᾶς ἐγγυῶμαι δὲ ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ γουστόζικα ἀναγνώσματα τῆς ξάπλας. δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ βλέπουμε ὅλα σὰν τὲστ χρήσιμα γιὰ τὴ διάγνωσί τους. ἡ ὑπόθεσι ἔχει καὶ τὴν εὔθυμη πλευρά της.
 
 
 
Μελέτες 1 (2008)

 

 


 

 6.   H ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙAΘΗΚΗΣ Η "ΤΩΝ ΟΚΤΩ"

 

      Τὸ Β΄ αἰῶνα κάποιοι ἄγνωστοι λατινόγλωσσοι ἢ καὶ λατινομαθεῖς ᾿Ιταλιῶτες ῞Ελληνες μετέφρασαν τὴν Καινὴ Διαθήκη στὴ λατινική.  αὐτὴ εἶναι ἡ μετάφρασι ἡ λεγομένη ᾿Ιταλική (Itala).  γύρω στὸ 380 τὴ μετάφρασι αὐτὴ τὴν τροποποίησε γιὰ λόγους καλλιεπείας, τὶς πε­ρισσότερες φορὲς ἀνεπιτυχῶς ἀπὸ ἑρμηνευτικῆς πλευρᾶς λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς ἑλληνομαθείας του, ὁ μοναχὸς τῆς ῾Ρώμης ῾Ιερώνυμος μὲ ἐντολὴ καὶ γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ἐπισκόπου ῾Ρώμης Δαμάσου, τοῦ πρώτου ποὺ αὐτωνομάστηκε πάπας (= πατερούλης), παίρνοντας αὐτὸ τὸν τίτλο ἀπὸ τὸν ᾿Αλεξανδρείας, ἐπειδὴ τὸν φθόνησε.  αὐτὴ εἶναι ἡ μετάφρασι ἡ λεγομένη Λαϊκή (Vulgata).  τὸ 1611 οἱ ἀγγλικανοὶ ῎Αγγλοι μετέφρασαν τὴ μετάφρασι τοῦ ῾Ιερωνύμου στὴν ἀγγλική, βοηθούμενοι κι ἀπὸ τὴν προϋπάρχουσα γερμανικὴ μετάφρασι τῆς μεταφράσεως τοῦ ῾Ιερωνύμου, ποὺ εἶχε κάνει 80 χρόνια πιὸ μπροστὰ ὁ Λούθηρος.  αὐτὴ εἶναι ἡ λεγομένη ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ - ἀγγλικανικὴ μετάφρασι, ἐπειδὴ ἔγινε ἐπὶ βασιλέως ᾿Ιακώβου Α΄.

    Κατὰ τὰ ἔτη 1829-38 δυὸ ἑλληνομαθεῖς ῎Αγγλοι καὶ τρεῖς ῞Ελληνες, μὲ τὴ βοήθεια καὶ ἄλλων τριῶν ῎Αγγλων ἓξ ῾Ελλήνων κι ἑνὸς ᾿Ιου­δαίου, ἔκαναν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ μετάφρασι ἄλλος ἀπὸ τὴ γαλλικὴ τοῦ Olivétan (1535) κι ἄλλος ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ τοῦ  Diodati (1607), μὲ ἔλεγχο τῶν κυρίων ὀνομάτων ἀπὸ τὸ μασοριτικό, μιὰ μετάφρασι τῆς Βίβλου στὴ νεοελληνική, σὲ καθαρεύουσα, γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἀγγλικῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας.  δὲν μετέφρασαν οὔτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ «θεῖον ἀρχέτυπον», ὅπως ψευδῶς δηλώνουν, οὔτε τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ὅπως ἐπεκτείνουν τὸ ψέμμα καὶ σ᾿ αὐτή.  αὐτὴ ἡ μετάφρασι εἶναι ἡ λεγομένη «τοῦ Βάμβα», ἡ ὁποία δημοσιεύτηκε τμηματικὰ ἀπὸ τὸ 1831 μέχρι τὸ 1840 γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, κι ἀπὸ τὸ 1838 μέχρι τὸ 1844 γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη· τὸ δὲ 1851 ὡς ὁλόκληρη Βίβλος σ᾿ ἕναν τόμο.  καὶ μέχρι τὸ 1851 ἀναθεωροῦνταν σοβαρῶς, μέχρι δὲ τὸ 1860 ἐλαφρῶς.  ἀσφαλῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ ἀπάτη, ἀλλ᾿ αὐτό, ἀφοῦ πολεμήθηκε γιὰ 20 περίπου χρόνια, ἔπειτα σιωπηρῶς κατακυρώθηκε.

Τὸ 1960 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, θέλοντας νὰ ξανακάνῃ, σὲ δημοτικὴ αὐτὴ τὴ φορὰ ἢ περίπου σὲ δημοτική, τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Δια­θή­κης, ἀνέθεσε τὴ δουλειὰ στὸ Β. Βέλλα.  ἡ μετάφρασί του τυπώθηκε καὶ κυκλοφόρησε τὸ 1967.  ὁ Βέλλας μετέφρασε τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἴδια πάντα ἀγγλικὴ μετάφρασι, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πρω­τότυπό της (αὐτὸ ἀποδεικνύεται πολλαπλῶς, καὶ ἤδη τὸ ἀπέδειξα πα­λιότερα, καὶ ἂν χρειαστῇ, μπορῶ νὰ προσθέσω κι ἄλλα πολλὰ τεκμή­ρια στὴν ἀπόδειξί μου), βοηθούμενος βέβαια ἀκόμη καὶ στ᾿ ἀγγλικά του ἀπὸ τὴν προϋπάρχουσα μετάφρασι «τοῦ Βάμβα».  ἢ ὁ Βέλλας ἢ ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, γιὰ νὰ χοντρύνῃ τὸ κῦρος τῆς μεταφράσεως, δή­λωσε στὸν πρόλογο ὅτι τὴ μετάφρασι ἔκαναν τέσσερες ὀρθόδοξοι ῞Ελ­ληνες καθηγηταὶ τῆς θεολογικῆς σχολῆς ᾿Αθηνῶν, Β. Βέλλας, Εὐ. ᾿Αντωνιάδης, ῾Αμ. ᾿Αλιβιζάτος, καὶ Γερ. Κονιδάρης.  βέβαια κι αὐτὸ εἶ­ναι ἄλλη μιὰ διπλῆ ἀπάτη, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι στὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία κόστισε μόνο σὲ χρήματα.

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1985 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, μὴ ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὴ δύσκαμπτη καὶ ξύλινη δημοτικὴ τοῦ Βέλλα, ποὺ ἦταν τέτοια, ἐπειδὴ ὁ Βέλλας ἦταν ἀθεράπευτα προσκολλημένος σὲ καθαρευουσιάνικα γραμματικὰ καὶ συντακτικὰ κατάλοιπα τοῦ ἐθισμοῦ του, κι ἀνα­ζητών­τας μιὰ μετάφρασι σὲ πλήρως δημοτικὴ γλῶσσα, ἀνέθεσε τὸ ἔργο αὐτὸ στὸν ᾿Αγουρίδη καὶ τὴν ὁμάδα του.  ἔτσι μέχρι τὸ 1985 ὁ Σ. ᾿Αγουρίδης καὶ οἱ πέντε μαθηταί του Π. Βασιλειάδης, ᾿Ιω. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, ᾿Ιω. Καραβιδόπουλος, καὶ Β. Στογιάννος, καὶ οἱ φιλόλογοι Β. Φόρης καὶ Κ. Χιωτέλη, μὲ δαπάνες καὶ γιὰ λογαριασμὸ τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας, «μετέφρασαν» ξανὰ τὴν Και­νὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασί της πάντα, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο –τὸ πρᾶγμα πάλι ἀποδεικνύεται πολλαπλῶς, καί, ἂν χρειαστῇ, θὰ τὸ ἀποδείξω–, μὲ τὴ βοήθεια βέβαια καὶ τῆς προϋ­παρχούσης μεταφράσεως τοῦ Βέλλα τὴν ὁποία φρεσκάριζαν γλωσ­σικῶς.

Ξεσηκώθηκε τότε μιὰ θύελλα ἐναντίον τῆς μεταφράσεως τῶν ὀκτώ, ποὺ γρήγορα ἑστιάστηκε στὸν ᾿Αγουρίδη.  οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀνέ­λα­βαν νὰ «ξετινάξουν» τὴ μετάφρασι τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου, μὴ μπορώντας στὴν πραγματικότητα νὰ κάνουν κάτι τέτοιο λόγῳ ἐλ­λεί­ψεως ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως, σκέφτηκαν χαιρέκακα πονηρὰ καὶ βυζαντινά· «Σίγουρα θἄκαναν κάποια δογματικὰ λάθη, ὁπότε τοὺς ἔχουμε στὸ δόκανο».  κι ἑστίασαν τὸν «ἀγῶνα» τους σὲ κάποια χωρία σὰν τὸ Μθ 1,25  καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον.  ἄρχισαν τὴ γνωστὴ κολοκυθιὰ μὲ τὰ «ἕως ὅτου» καὶ «μέχρις ὅτου» καὶ «μέχρι ποὺ» καὶ «μέχρι νὰ» καὶ «ὣς ποὺ νὰ» καὶ διάφορα ἄλλα, γιὰ νὰ τοὺς βγάλουν κακοδόξους καὶ αἱρετικούς, ποὺ προσβάλλουν τὴν παρθενία τῆς Θεοτόκου καὶ βλα­σφημοῦν τὸ τιμιώτατον πρόσωπόν της, κλπ. κλπ..  δὲν σκέφτηκαν ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ μεταφράσῃς τὸ ἕως οὗ, ὁ ἄλλος μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀν­τίρρησι, ἂν ὁ στόχος του εἶναι νὰ σὲ σπιλώσῃ, ὅτι ἁπλούστατα τὸ ζήτημα δὲν εἶναι λεκτικὸ καὶ μεταφραστικό, ἀλλὰ μόνο ἑρμηνευτικὸ καὶ νοηματικό, ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε μετάφρασί του μπορεῖ νὰ νοηθῇ ἔπει­τα καὶ ὀρθοδόξως καὶ κακοδόξως κατὰ τὴ βούλησι τοῦ ἀντιπά­λου, κι ὅτι ἀπὸ κάτι τέτοιους βυζαντινισμοὺς δὲν βγαίνει ἐν τέλει τίποτε· καὶ κυρίως ὅτι οἱ καταναλισκόμενοι σὲ τέτοια δὲν βλέπουν –δὲν μποροῦν νὰ δοῦν– τὰ πραγματικὰ λάθη, τόσο ἐκεῖνα ποὺ ὀφείλονται σὲ ἐλλιπῆ κα­τάρτισι ὅσο κι ἐκεῖνα ποὺ ὀφείλονται σὲ κακὴ πρόθεσι, ἂν ὑπάρχουν τέτοια.

Δὲν σκέφτηκαν οἱ ἐχθροὶ τῶν ὀκτὼ οὔτε τὸ ἄλλο ἁπλούστατο· Ποιός εἶναι τόσο τρελλὸς σήμερα, ὥστε νὰ κάνῃ δογματικὰ λάθη;  καὶ ποιός, ἂν τοῦ ξεφύγῃ κάποιο τέτοιο, ἀπὸ ἔλλειψι καταρτίσεως ἀσφαλῶς μό­νο, δὲν θὰ σπεύσῃ νὰ τὸ διορθώσῃ, μόλις τοῦ τὸ ὑποδείξουν;  καὶ πῶς μπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ κάποιος ὡς κακόδοξος κι αἱρετικός, ἐπειδὴ ἀπὸ ἀμάθεια μόνο καὶ ἄθελά του ἔκανε πράγματι ἕνα δογματικὸ λάθος;  οἱ ἄγριες βυζαντινὲς δογματικὲς διαμάχες γίνονταν, ἐπειδὴ τότε οἱ ἄνθρω­ποι λόγῳ τοῦ καθεστῶτος δὲν εἶχαν πολιτικὴ ζωή, καὶ ὅταν ἤθελαν νὰ τρώγωνται, τρώγονταν στοὺς δογματικοὺς «ἀγῶνες», ποὺ ἦταν εἶ­δος ἀντιπολιτευτικῆς φαγωμάρας, καὶ λίγοι μόνο ἄλλοι παλαβοὶ τρώ­γονταν στὶς διαμάχες τοῦ ἱπποδρόμου μεταξὺ πρασίνων καὶ βενέτων.  σήμερα μὲ τόσο χορταστικὴ πολιτικὴ φαγωμάρα, ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ δημοκρατία, καὶ μὲ τόσο ἱκανοποιητικὸ ποδοσφαιροφιλικὸ σπαραγμό, ποὺ προσφέρει τόσο ἀκραία ἐκτόνωσι, ποιός χαζὸς κάνει ἐν γνώσει του δογματικὰ λάθη;  ὁ καιρός, ποὺ τὸ «δογματικῶς κακόδοξον» ἦταν γιὰ τὸν καθένα τὸ πιὸ φρικιαστικὸ φόβητρο καὶ μορμολύκειο, πέρασε γιὰ τὰ καλὰ καὶ δὲν φαίνεται νὰ ἐπιστρέφῃ εὔκολα.  σήμερα ἀκόμη κι ὁ πιὸ βλάσφημος αἱρετικός, ὁ ἀδιάντροπος πάπας τῆς ῾Ρώμης, λέει εὐ­χαρίστως τὸ «Πιστεύω» σὲ δυὸ παραλλαγὲς τὴν ἴδια στιγμή, γιὰ νὰ πῇ· «Καὶ σὺ δίκαιο ἔχεις, καὶ σὺ δίκαιο ἔχεις· μόνο νὰ σᾶς ἔχω ἐγώ, βλᾶκες!  μὲ δόγματα θ᾿ ἀσχολούμαστε τώρα;»  ποιός βολεμένος καὶ χορ­τᾶτος κάνει σήμερα δογματικὰ λάθη;  ἢ μήπως δὲν τὸ καταλαβαίνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅτι ὀρθόδοξος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ὀρθά, καὶ κακόδοξος ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στραβά;  ὅταν ἕνας δὲν πιστεύῃ οὔτε ὀρθὰ οὔτε στραβά, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κακόδοξος κι αἱρετικὸς καὶ νὰ κάνῃ δογματικὰ λάθη;

῾Η Βιβλικὴ ῾Εταιρία μπροστὰ στὴ θύελλα ἐκείνη ἔκανε μιὰ ἀνα­τύ­πωσι τῆς μεταφράσεως τῶν ὀκτώ, ἀφαιρώντας ἀπὸ τὸν πρόλογο τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Αγουρίδου, τὸ κόκκινο δηλαδὴ πανὶ ποὺ ἐρέθιζε τοὺς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαια καὶ τὴ μετάφρασι τοῦ ᾿Αγουρίδου· καὶ οἱ ἄλλοι... κάλμαραν, σὰν τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, πού, μόλις σκότωσαν τὸ Στέφανο κι ἐξανάγκασαν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ φύγουν ἀπὸ τὰ ᾿Ιεροσόλυμα, ὥστε νὰ μὴν τοὺς κλέβουν τὴν παράστασι καὶ ἐνοχλοῦν τὸ φθόνο τους, ἡσύχασαν ὅλοι, πλὴν ἑνὸς ποὺ κίνητρό του δὲν ἦταν ὁ φθόνος.

Τὸ 1997 ἡ Βιβλικὴ ῾Εταιρία, ἔχοντας στὸ χέρι καὶ μιὰ ἀδημοσίευτη λειψὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸ Βέλλα, καὶ βάζοντας μιὰ ἄλλη ὁμάδα πέντε «παλαιοδιαθηκολόγων» νὰ συμπληρώσῃ τὸ λει­ψὸ καὶ νὰ ἐκδημοτικίσῃ πλήρως τὴ μετάφρασι τοῦ Βέλλα, προσ­λαμ­βά­νοντας γιὰ τὴ δουλειὰ αὐτὴ μιὰ φιλόλογο –ὅλα ἔγιναν πάλι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασι καὶ ὄχι «ἀπὸ τὸ ἑβραϊκό»–, δημοσίευσε μιὰ ὁλόκληρη μετάφρασι τῆς Βίβλου σὲ τρέχουσα ἐπὶ τέλους δημοτική.  ἡ Καινὴ Διαθήκη σ᾿ αὐτὴ τὴ Βίβλο εἶναι ἡ μετάφρασι τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου μὲ τ᾿ ὄνομα τοῦ ᾿Αγουρίδου πάλι στὸν πρόλογο κάπως δειλὰ δειλὰ ἐπαναπατρισμένο· διότι στὸ μεταξὺ τοὺς ἄλλους τοὺς πέρασε τὸ γινάτι, καὶ μερικοὶ καὶ πέθαναν.  αὐτὴ ἡ μεταφρασμένη Βίβλος κυκλο­φορεῖ τώρα, ἐνῷ προαναγγέλλεται ὅτι θὰ κυκλοφορήσῃ κι ἄλλη μία μὲ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς ῾Εβδομήκοντα, καὶ μὲ τὴν ἴδια μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης.  ὁ ὀρθόδοξος ῾Ελληνικὸς λαὸς θὰ χορτάσῃ Βίβλους καὶ Βίβλων παραλλαγές· ἔτσι γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ καὶ ἡ πίστι του.

Τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς ἓξ τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου τὴ σουλούπωσαν γλωσσικῶς, γιὰ νὰ εἶναι σὲ σωστὰ νεο­ελληνικά, οἱ φιλόλογοι Β. Φόρης καὶ Κ. Χιωτέλη.  ὁπότε κι ὁ ἁπλοϊ­κώτερος σκέφτεται· «᾿Απὸ τὴν πρωτότυπη ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσ­σα τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν τὴν ἔκαναν τὴ μετάφρασί τους οἱ ἓξ καθηγηταί· στὴ νέα ἑλληνικὴ δὲν τὴν ἔφεραν οἱ ἴδιοι, ἀλλ᾿ ὁ Φόρης καὶ ἡ Χιωτέλη· τότε τί ἔκαναν οἱ “μεταφρασταὶ καθηγηταί”;».   νὰ σᾶς πῶ· ἔκαναν δύο πράγματα· πρῶτον ἔδειξαν ὅτι ξέρουν ἀγγλικά, ὅτι εἶναι ἐνημερωμένοι στὴ σύγχρονη βιβλιογραφία, ἀφοῦ μπόρεσαν νὰ βροῦν τὴ μετάφρασι τοῦ Βέλλα, τὸν ἀπαραίτητο τυφλοσύρτη τους, καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ κι ἀγγλικανικὴ μετάφρασι «καταλαβαίνουν» οἱ ἴδιοι καὶ διδάσκουν ὡς «ἑρμηνευταὶ» τὴν Καινὴ Διαθήκη· καὶ δεύτερον ἔκαναν τὰ πάνω ἀπὸ 4.000 (τέσσερες χιλιάδες) λάθη ποὺ ἔχει ἡ μετάφρασί τους αὐτή.  ὁ Φόρης καὶ ἡ Χιωτέλη, ποὺ ὡς φιλόλογοι, πιστεύω, θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν καὶ νὰ μεταφράσουν τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὸ ἑλληνικό της πρωτότυπο, ἀρκέστηκαν νὰ δοῦν καὶ νὰ σουλουπώσουν σὲ σημερινὰ ἑλληνικὰ μόνο τὴ μετάφρασι, ποὺ τοὺς ἔδωσαν, χωρὶς νὰ πολυπραγμονήσουν ἐπεκτεινόμενοι σὲ μιὰ σύγκρισι ἀρχαίου κειμένου καὶ μεταφράσεως, γιὰ νὰ τσεκάρουν ἑρμηνευτικὰ λάθη.  ἴσως μάλιστα, ἐντελῶς ἰδιωτικά, καὶ ν᾿ ἀντιλήφτηκαν μερικὰ μαργαριτάρια, χωρὶς νὰ τὰ σχολιάσουν.  διότι Νεοέλληνες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν σωστὰ τὴ λαλούμενη μητρική τους νεοελληνικὴ γλῶσσα –αὐτὸ δείχνει τὸ ὅτι ζήτησαν σ᾿ αὐτὸ τὴ βοήθεια τῶν δύο φιλολόγων–, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλαβαίνουν τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τοῦ πρωτοτύπου βιβλικοῦ κει­μένου;  κι ὁ πιὸ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος τὸ ἀντιλαμβάνεται αὐτό· κι ἕνας φιλόλογος τὸ ἀντιλαμβάνεται πολὺ περισσότερο· γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τί μοῦ ἔλεγε σχετικὰ ὁ Φόρης, ὅταν ζοῦσε· γιατὶ τώρα, ὅ,τι καὶ νὰ πῶ, τὰ λόγια μου θὰ εἶναι ἀνεπιβεβαίωτα, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πέθανε.

᾿Ασφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιεύσω ἔλεγχο ὅλων τῶν με­ταφραστικῶν κι ἑρμηνευτικῶν λαθῶν τῆς μεταφράσεως τῆς ὁμάδος ᾿Αγου­ρίδου.  καὶ μισὴ μόνο σελίδα γιὰ τὸ καθένα ἂν γράψω, πρέπει νὰ γράψω καὶ νὰ δημοσιεύσω 2.300 σελίδες τοὐλάχιστο, δαπανώντας  14.000.000 δρχ. ἤτοι 40.000 εὐρώπια, μόνο γιὰ νὰ βγάλω μιὰ μι­κρὴ χούφτα χιλίων ἀντιτύπων, ἀσθενέστατη φωνή, καὶ ἄλλα τόσα χρή­ματα γιὰ ἀποθήκευσι καὶ διακίνησι, καὶ τρίτη φορὰ τόσα γιὰ νὰ ζήσω κι ὁ ἴδιος τὸ χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο θὰ κάνω αὐτὴ τὴ δουλειά.  καὶ φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ κάνω τίποτε ἄλλο στὴ ζωή μου.  γιὰ ἕναν δὲ ἀριθμὸ 100.000 ἀντιτύπων, ποὺ θὰ ἦταν φωνὴ ἱκανοποιητικῶς ἀ­κουστὴ καὶ κάπως ἰσόβαρη μὲ τὴν κυκλοφορία τῶν λαθῶν τῆς ὁμάδος ᾿Αγουρίδου, θὰ χρειαζόμουν 3.000.000.000 (τρία δισεκατομμύρια) δραχμὲς ἤτοι 9.000.000 εὐρώπια, ποσὰ ἀμύθητα.  ἔχω τὴν ἐπίγνωσι ὅτι μπροστὰ στὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία καὶ τοὺς ἀγγλομαθεῖς παρασκευαστὰς τῶν λα­θῶν τῆς μεταφράσεώς της εἶμαι οἰκονομικῶς ἕνα μυρμήγκι μπρο­στὰ σ᾿ ἐλέφαντα.  δὲν τρέφω χίμαιρες.  γι᾿ αὐτὸ θὰ δώσω ἐδῶ δεῖγμα μόνο ἀπὸ τὰ λάθη αὐτά.  εἶναι λάθη πραγματικά, ὄχι φαντασιωτικοὶ στόχοι δογματολογικῆς κακεντρεχείας.  ἀπὸ τὰ περίπου 4.500 λάθη τὰ 500 περίπου εἶναι λάθη προθέσεως τῶν μεταφραστῶν, δηλαδὴ πα­ραχαράξεις προκαταλήψεως καὶ δογματισμοῦ τους.  δὲν ἐννοῶ δογ­ματικὲς ἀποκλίσεις.

 

 

Α΄. Λάθη ὀφειλόμενα σὲ ἔλλειψι ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως

 

1. Μρ 7,3· ...᾿Εὰν μὴ πυγμῇ νίψωνται τὰς χεῖρας.

Μεταφράζουν· «῍Αν δὲν πλύνουν πρῶτα τὰ χέρια τους».

Τὴν ἀκατανόητη γι᾿ αὐτοὺς δοτικὴ πυγμῇ τὴν παραλείπουν, ἐ­πει­δὴ δὲν τὴν καταλαβαίνουν· οὔτε ξέρουν, καὶ οἱ ὀχτὼ μαζί, τί ἦταν ἡ πυγμή, ὅπως δείχνουν στὰ συνημμένα γλωσσάριά τους τόσο τῆς πρώτης ἐκδόσεως (τοῦ 1985) ὅσο καὶ τῆς τελευταίας (τοῦ 1997) καὶ στὸ περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν παράρτημά τους στὴν τελευταία (τοῦ 1997).  δὲν τὸ ξέρουν δηλαδὴ οὔτε ὁ ᾿Αγουρίδης κι ὁ Γαλίτης, ποὺ ἦταν καθηγηταὶ καὶ τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ἕνας στὴ Θεσσαλονίκη κι ὁ ἄλλος στὴν ᾿Αθήνα, τοῦ μαθήματος δηλαδὴ τῶν εἰδικῶν στὰ πραγματολογικὰ στοιχεῖα.  ἐφαρμόζουν μόνο τὸ γύφτικο δίστιχο ἀπόφθεγμα

       «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι·

       πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». 

κάθε τὶ τὸ περιττὸ κόβεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.  καὶ περιττὸ γι᾿ αὐ­τοὺς εἶναι ὅ,τι δὲν καταλαβαίνουν αὐτοί.  καὶ τὸ κάνουν αὐτὸ πολλὲς φορές.

Πυγμὴ λέγεται στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ὄχι μόνο ἡ γροθιά, ὅπως τώρα, ἀλλ᾿ ὅλο τὸ χέρι ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα καὶ κάτω.  καὶ ἦταν κι ἑλληνικὸ μέτρο μήκους ἡ πυγμὴ (στὴν Καινὴ Διαθήκη μέτρα σταθμὰ καὶ νομί­σματα ἀναφέρονται ἑβραϊκὰ ἑλληνικὰ ῥωμαϊκὰ κι ἕνα φοινικικό), μο­νάδα μήκους ἴση μὲ 34,7 πόντους, ὑποδιαιρούμενη σὲ 18 δακτύλους (1,5 δωδεκάδα δακτύλων).  τὸ πυγμῇ ἐδῶ εἶναι δοτικοφανὲς ἐπίρρημα.  εἴτε σὰ μέτρο τὸ ἐννοεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς εἴτε σὰ μέλος τοῦ σώματος, τὸ χωρίο του μεταφράζεται· «...῍Αν δὲν πλύνουν τὰ χέρια τους μέχρι τὸν ἀγκῶνα» ἢ «...῍Αν δὲν πλύνουν τὰ χέρια τους μέχρι 35 πόντους ψηλά».

 

2. ῾Εβ 11,26·... Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θη­σαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ χριστοῦ.

Μεταφράζουν· «...Θεώρησε μεγαλείτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὸν ἐξευτελισμὸ σὰν ἐκεῖνον ποὺ ὑπέφερε ὁ Χρι­στός».

Μὴ ξέροντας κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἓξ πανεπιστημιακοὺς παλαιογραφία –αὐτὸ εἶναι διε­γνω­σμένο, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ Γαλίτης δηλώνει καὶ παπυ­ρο­λόγος–, καὶ μὴ ἔχον­τας καμμία πρόσβασι στὰ χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλ­λὰ παραλαμβάνοντας τὸ κείμενό της ἀπὸ τὸν τυ­πογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη, ὅπως μιὰ καθαρίστρια ἢ ἕνας χιλιαστής (ἀλήθεια, ἂν οἱ καθηγηταὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν φτάνουν μέχρι τὰ χειρόγραφά της, ποιός νεωκόρος καὶ ποιός ἀριστερὸς ψάλτης θὰ τὴν κάνῃ αὐτὴ τὴ δουλειά;), μὴ γνωρίζοντας τίποτε γιὰ τὴν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες χρῆσι κεφαλαίων γραμμάτων ἢ μικρῶν, καὶ μὴ ἔχοντας τὴν παραμικρὴ εὐχέρεια σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἔπεσαν θύματα τῶν τυπογράφων, ποὺ ἀντὶ χριστοῦ τύπωσαν Χριστοῦ.  καημένε πα­πυ­ρολόγε!  καὶ βρίσκουν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται, κι ἐννοοῦν μίμησι τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ κλπ..  ὁ βιβλικὸς συγγραφεὺς ἐδῶ ἐννοεῖ χριστοῦ, ἐννοεῖ τὸν ὀνειδισμὸ ποὺ ὑφίσταται ὁ κάθε χριστός, ἤτοι χρισμένος, ἤτοι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ καὶ προφήτης τοῦ θεοῦ, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἐκ μέρους τῶν ἀπίστων καὶ ὀλιγοπίστων.  γιὰ τέτοιους χριστούς, ἱερεῖς καὶ βασιλεῖς καὶ προφῆτες, γίνεται στὴ Βίβλο λόγος πολλὲς φορές, ὅπως λόγου χάρι στὰ χωρία Λε 4,5·  Α΄ Βα 2,35· 24,7·  Β΄ Βα 1,14· 23,1·  Ψα 17,51· καὶ κυρίως στὸ Ψα 104,15 ὅπου λέει σὲ πληθυντικὸ καὶ σὲ σχῆμα ἓν διὰ δυοῖν·

Μὴ ἅψησθε τῶν χριστῶν μου

       καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε. 

δευτερεῦον λάθος τους εἶναι ὅτι μεταφράζουν «ἐξευτελισμὸ» τὸν ὀνει­δισμόν.  ἡ σωστὴ μετάφρασι τοῦ χωρίου εἶναι· «...Θεώρησε πλοῦτο με­γα­λείτερο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὴν εἰρωνικὴ ἀπο­δο­κιμασία ποὺ ὑφίσταται ὁ κάθε χρισμένος τοῦ θεοῦ».  τὸ λάθος τῶν ὀχτὼ εἶναι φινιστρίνι ἀπ᾿ ὅπου φαίνεται ὅτι ἀπὸ κριτικὴ κειμένου καὶ ἀπο­κατάστασι κειμένου ἔχουν μεσάνυχτα.  αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ τοῦ ἐπι­πέδου τους φαντάζονται ὅτι κάνουν κριτικὴ κειμένου, ὅταν ἁπλῶς κατα­φέρνουν νὰ διαβάσουν ἕνα κριτικὸ ὑπόμνημα ποὺ ἔφτιαξαν ἄλλοι.  σὰ νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους λογοτέχνη ὅσοι διαβάζουν λογοτεχνικὰ ἔργα.  δὲν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη ὅτι κριτικὴ κειμένου ἀσκεῖ ὄχι ἐκεῖ­νος ποὺ καταφέρνει νὰ διαβάσῃ ἕνα κριτικὸ ὑπόμνημα, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ποὺ κυ­ρίως μὲν ἐπιλέγει ἀπὸ τ᾿ ἀρχαῖα χειρόγραφα τὶς αὐθεντικὲς γραφὲς ποὺ θὰ υἱοθετήσῃ ὡς ἀρχικὸ κείμενο, δευτερευόντως δὲ καὶ ἐν­δεχομένως παραθέτει καὶ τὶς ἀπορριπτόμενες γραφὲς σὲ κριτικὸ ὑπο­σημειούμενο ὑπόμνημα μὲ τρόπο ὅσο γίνεται βραχυγραφικὸ ἀλλὰ καὶ εὔληπτο γιὰ τὸν ἀναγνώστη, χρησιμοποιώντας φυσικὰ διάφο­ρα σύμβολα.  ἂν ἔκαναν κριτικὴ κειμένου αὐτοὶ ποὺ διαβάζουν ἁπλῶς τὰ ἕτοιμα κι

       ἂν ἔκαναν καὶ οἱ μπουμποῦροι μέλι,

       θἄτρωγαν κι οἱ κατσιβέλοι.

ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θ᾿ ἀπαιτοῦσα ἀπ᾿ αὐτοὺς κι ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό τους νὰ κάνουν ἐκτιμήσεις πάνω στὴ χειρόγραφη κατάστασι καὶ ν᾿ ἀσκοῦν κριτικὴ κειμένου, ἀλλ᾿ ἔστω νὰ καταλάβαιναν αὐτὸ μόνο τὸ ἐλάχιστο τῆς κριτικῆς κειμένου, ὅτι στὰ μόνο μεγαλογράμματα χειρόγραφα ἢ στὰ μόνο μικρογράμματα τὸ Χ, εἴτε σὰν κεφαλαῖο εἴτε σὰ μικρό, ἐννοεῖται στὸ χωρίο αὐτὸ ὡς σημερινὸ μικρό, κι ὅτι λάθος ἔκαναν οἱ τυπογράφοι ποὺ ἔγραψαν μὲ κεφαλαῖο Χ Χριστοῦ.  αὐτὸ ἐννοῶ, ὅταν λέω ὅτι αὐτοί, οἱ κορυφαῖοι «εἰδικοὶ» καὶ καθηγηταὶ πανεπιστημίου,  ἡ ἀκρότης τῆς  ἐπιστήμης, ὑποτίθεται, (ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς ἓξ χρημάτισαν καὶ «καθηγηταὶ τῆς κριτικῆς κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης»), παραλαμβάνουν τὸ βιβλικὸ κείμενο ἀπὸ τὸν τυπογράφο τὸ βιβλιοδέτη καὶ τὸ βιβλιοπώλη, ὅπως ὁ βαρκάρης καὶ ἡ χιλιάστρια.

 

3. ᾿Απ 18,12· ...βυσσίνου καὶ πορφύρας...

Μεταφράζουν· «λινὰ ἀκριβὰ καὶ πορφυρᾶ».

Τὴν βύσσον καὶ τὸ βύσσινον τὰ κάνουν «λινά»· καὶ «ἀκριβὰ» κιό­λας. πολὺ βαθειὰ πραγματολογικὴ γνῶσι δείχνουν ἐδῶ οἱ «καθηγηταὶ τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων» ᾿Αγουρίδης καὶ Γαλίτης καὶ οἱ ἄλλοι τῶν ὀχτὼ φυσικὰ οἱ «ἑρμηνευταὶ τῶν κειμένων» γενικῶς.  νὰ πῶ πάλι σὰν τὸν πεντηκοστιανὸ καὶ τὴ μοδίστρα;  παρ᾿ ὅλο ποὺ θὰ γίνω βαρετός, ἐν τούτοις αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει.  ἀπὸ τὶς πέντε φορὲς τὸ βύσσινον ὁ μεταφραστὴς τῆς ᾿Αποκαλύψεως τὸ μεταφράζει τρεῖς φορὲς «λινὸ» καὶ δυὸ φορὲς «ἀκριβὰ λινά».  γιὰ τὴν βύσσον καὶ τὸ βύσσινον ὑπάρχει  μὲν ἀμφιβολία ἂν εἶναι τὸ «βαμπάκι» καὶ τὸ «βαμπακερό», ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι μόνο τὸ λινὸ καὶ τὸ λινάρι δὲν εἶναι.  διότι καὶ στὶς δυὸ Διαθῆκες τὸ λινάρι καὶ τὸ λινὸ λέγονται λίνον καὶ λινοῦν, καὶ ἡ βύσσος καὶ τὸ βύσσινον λέγονται βύσσος καὶ βύσσινον.  ὁ μεταφραστὴς ἐδῶ τραβάει ἕνα «λινό», καὶ τελειώνει μ᾿ αὐ­τό· μερικὲς φορὲς τὸ κάνει κι «ἀκριβό».  μὲ περισσότερη τσαχπινιὰ ἔγινε ἡ μετάφρασι στὸ Λκ 16,19, ὅπου ὁ μεταφραστὴς γιὰ τὴν πορφύραν καὶ βύσσον τραβάει ἕνα «πολυτελῆ ῥοῦχα», κι ἂς πάῃ νὰ κόψῃ τὸ λαιμό του ὁ ἀναγνώστης νὰ βρῇ ἂν πρόκειται γιὰ ῥοῦχα μάλλινα μὲ χρυσᾶ κουμπιὰ ἢ ῥοῦχα μεταξωτὰ μὲ κουμπιὰ φιλντισένια.  ὄχι, θὰ κάτσῃ νὰ σκάσῃ!  στὸ κάτω κάτω δηλαδὴ τὸ νὰ μὴν ξέρῃ κανεὶς καλὰ ἀγγλικὰ μπορεῖ νὰ εἶναι κώλυμα γιὰ νἆναι καθηγητὴς πανεπιστημίου στὴν Καινὴ Διαθήκη;  ἒ ὄχι νὰ γίνουμε καὶ τόσο ξενομανεῖς!

 

4. Δαβίδ· 60 φορὲς σ᾿ ὅλη τὴ μετάφρασι τῆς Καινῆς Διαθήκης τὸ γράφουν ἔτσι.  ἀνοίξτε ἕνα ταμεῖο καὶ βρῆτε τὰ χωρία.  αὐτό, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ λίγη πιὸ προχωρημένη κριτικὴ κειμένου· ἔτσι σὲ τόσο ἁπλᾶ ζητήματα.  γράφουν τὸ ὄνομα Δαυῒδ πάντα μὲ βῆτα, Δαβίδ, δεί­χνοντας τόσο ὅτι ἀπὸ ἑβραϊκὰ δὲν ξέρουν γρῦ, οὔτε κἂν τὸ ὄνομα τοῦ Δαυΐδ, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὅλοι τους πῆραν κάποτε πτυχίο θεολογικῆς σχολῆς, –φανταστήκατε ποτὲ ἕναν ἀπόφοιτο λυκείου νὰ γράφῃ Κέσσαρας;–  ὅσο καὶ ὅτι ἀρχαῖα χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου κειμένου δὲν εἶδαν ποτέ τους, οὔτε οἱ ἄλλοι πέντε οὔτε ὁ παπυρολόγος Γαλίτης.  στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο τὸ ὄνομα γράφεται ἄστικτο Δυδ, καὶ στὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα τόσο τῶν Ο΄ καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅσο καὶ τῶν ἄλλων μεταφραστῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (᾿Ακύλα, Θεοδοτίωνος, Συμμάχου, Ε΄, F΄ καὶ Ζ΄) καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ τῶν κοσμικῶν μεταγράφεται πάν­το­τε Δαυῒδ μὲ  ὗ ψιλόν.  ἡ γραφὴ μὲ βῆτα, Δαβίδ, εἶναι στὰ χειρόγραφα ἄγνωστη.  ἂν θέλετε, καὶ στ᾿ ἀραβικὰ χειρόγραφα τοῦ Κορανίου, ὅπου τὸ ὄνομα ἀνευρίσκεται 9 φορές, ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἀνάλογη ὀρθο­γρα­φία, ποὺ διαβάζεται Νταούτ (= Δυτ, Daut), γιατὶ τὸ υ εἶναι ου· καὶ στὶς διάφορες ἀσιατικὲς ἀφρικανικὲς κι εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες τῶν ἀρχαίων χριστιανικῶν μεταφράσεων τῆς Βίβλου (κοπτικῶν, συριακῶν, αἰ­θιοπικῆς, ἀραβικῆς, ἀρμενικῆς, γεωργιανῆς, σλαβονικῆς, γοτθι­κῆς, λατινικῶν) τὸ υu διατηρεῖται ἐπίμονα ὡς ὁ κυριώτερος φθόγγος τοῦ ὀνόματος· στὴ λατινικὴ τὸ ὄνομα γράφεται πάντοτε David μὲ v, ἤτοι Dauid μὲ u, καὶ οὐδέποτε Dabid· καὶ γιὰ νὰ ἐπεκταθῶ καὶ στὴν ἀγγλική, ἀπὸ τὴν ὁποία μεταφράζουν οἱ τῆς ὁμάδος τοῦ ᾿Αγουρί­δου, καὶ στὶς λοιπὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, γράφεται David καὶ προφέρε­ται ΝταβίντΝτέιβιντ, οὐδέποτε ΝταμπὶντΝτέιμπιντ· οὐδέποτε τὸ υ u v w (= υ) γίνεται b (= μπ, β) ὅπως νὰ ποῦμε στὶς λέξεις βόδι καὶ bank· οὔτε στ᾿ ἀραβικὰ τὸ ὄνομα γίνεται Dabut (= Νταμπούτ), ἀλ­λὰ παραμένει Νταούτ.  κι ὅμως αὐτοὶ γράφουν Δαβίδ.  στὴν ἀρχὴ ἀπο­ροῦσα ποῦ τὸ βρῆκαν· ἔπειτα κατάλαβα.  πρῶτος ἔγραψε Δαβὶδ τὸ 1638 ὁ Μάξιμος Καλλιουπολίτης στὴ νεοελληνικὴ μετάφρασί του τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἔγινε, πρώτη ἐκείνη, μὲ τὴ φροντίδα καὶ τὴν ὑπο­κίνησι καὶ γιὰ λογαριασμὸ τῶν καλβινιστῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώ­πης, ἐπὶ Κυρίλλου Λουκάρεως.  ἔπειτα ἔγραψε πάλι Δαβὶδ ὁ ᾿Αγγλο­έλ­λη­νας προτεστάντης ᾿Αν. Κάλβος στὴ μετάφρασί του τῶν Ψαλμῶν ποὺ ἔκανε τὸ 1824-26 γιὰ τοὺς ἑλληνογλώσσους προτεστάντες τῆς ᾿Αγγλίας.  ἔπειτα ἔγραψαν τὸ σφαλερὸ τύπο οἱ Leeves - Lowndes - Βάμ­βας καὶ ἡ ὁμάδα τους στὴ μετάφρασι τοῦ Βάμβα.  ἔπειτα τὸ 1985 ἡ ὁμάδα τοῦ ᾿Αγουρίδου στὴν ἐξεταζόμενη μετάφρασί τους.  κι ἔπειτα τὸ 1997 ἡ ὁμάδα τῶν ἁπλουστευτῶν τοῦ Βέλλα στὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.  ὅλοι αὐτοὶ ἔγραφαν Δαβίδ, ἐπειδὴ οἱ μεταφράσεις των ἔγιναν ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἢ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις τοῦ μα­σο­ριτικοῦ, ποὺ ὅλες γράφουν τὸ ὄνομα ὅπως ὁ ῾Ιερώνυμος David.  γιατὶ φαντάζονται ὅτι μὲ β πρέπει νὰ μεταγράψουν τὸ λατινικὸ - εὐρωπαϊ­κὸ ν.  ἂν μετέφραζαν βέβαια ἀπὸ τὸ μασοριτικό, ὅπως κοκορεύονται, μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ ἔκαναν αὐτὴ τὴ γκάφα· οὔτε ποὺ τοῦ ἔρ­ρι­ξαν μιὰ ματιά, οὔτε ἐκεῖνο οὔτε τοὺς Ο΄· αὐτὸ δείχνει ἡ γκάφα τους.  μερικοί, ὅπως οἱ Γιαννακόπουλος, Χαστούπης, καὶ Βέλλας, παρ᾿ ὅλο ποὺ μετέφρασαν κι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἢ τὴ γαλλικὴ με­τάφρασι, ἀπέφυγαν τὴ γκάφα αὐτή, ἐπειδὴ ἦταν προσεκτικοί, κι ἔρ­ριχναν καμμιὰ ματιὰ στὸ μασοριτικὸ ἢ καὶ στὸ κείμενο τῶν Ο΄ καὶ τὸ σέβονταν κιόλας.  οἱ τῆς παρέας τοῦ ᾿Αγουρίδου ὅμως καὶ τῶν ἁπλουστευτῶν τοῦ Βέλλα συνέχισαν τὴ γκάφα ἀπὸ ἐθισμό, ἐπειδὴ εἶναι τέως κατηχητόπουλα, στὰ δὲ κατηχητικὰ εἶχε περάσει ὁ ἀπα­ρά­δοτος καὶ σφαλερὸς προτεσταντικὸς τύπος Δαβὶδ μέσῳ τῆς μετα­φράσεως τοῦ Βάμβα.  γι᾿ αὐτὸ γράφει Δαβὶδ καὶ ὁ Τρεμπέλας.  δὲν μπό­ρεσαν ν᾿ ἀπεξαρτηθοῦν ἀπὸ μιὰ κακὴ κληρονομικότητα.  δὲν πᾶν νὰ γράφουν τ᾿ ἀρχαῖα χειρόγραφα Δαυΐδ!  καὶ ποιός ἀπ᾿ αὐτοὺς τὰ εἶδε ποτέ;  καὶ ποιός ἀπ᾿ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἐκτιμήσῃ τί σημαίνει αὐτὸ καὶ τί ἀξία ἔχει;  ἄλλωστε αὐτοὶ ὅλοι, κρίνοντας ἀπὸ τὴ δική τους πρακτική, πιστεύουν στὶς θεωρίες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς τῶν κομπογιανιτῶν τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας γι᾿ ἀλλεπάλληλα στρώ­ματα καὶ διαστρωματώσεις τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν λοιπῶν βιβλι­κῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα στρώματα τοὺς δείχνουν τάχα ὅτι τὰ βιβλικὰ κείμενα εἶναι προϊόντα μακροχρονίων ἐξεργασιῶν κι ἀλλεπαλλήλων διαστρωματώσεων, οἱ ὁποῖες σὲ μιὰ ὄψιμη ἐποχή, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ Β΄ αἰῶνος, καταστάλαξαν στὰ σήμερα σῳζόμενα βιβλικὰ κείμενα.  γιατί λοιπὸν νὰ μὴ συνεχίσουν κι αὐτοὶ τὶς ἐξεργασίες καὶ τὴ διαστρωμάτωσι;  καὶ γιατί ν᾿ ἀκολουθοῦν τὴν ἀρχικὴ παράδοσι;  ποιός ὁ λόγος τόσης ἀκρι­βολογίας;  στὸ κάτω κάτω ἕνα κείμενο σαμποτάρεται καὶ διαβάλλεται εὐκολώτερα, ὅταν εἶναι καὶ παραχαραγμένο, ὅταν μερικὰ τεκμήριά του εἶναι φθαρμένα.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ λάθη τῶν μεταφραστῶν τῆς ὁμάδος τοῦ ᾿Α­γουρίδου εἶναι, ὅπως εἶπα, περίπου 4.000.  καὶ γύρω στὰ 500 εἶναι τὰ τοῦ εἴδους ποὺ ἀκολουθεῖ.

 

 

Β΄. Λάθη ὀφειλόμενα σὲ πρόθεσι τῶν μεταφραστῶν

 

1. Πρξ 19,24· Δημήτριος γάρ τις ὀνόματι, ἀργυροκόπος, ποιῶν να­οὺς ἀργυροῦς ᾿Αρτέμιδος, παρείχετο τοῖς τεχνίταις ἐργασίαν οὐκ ὀ­λί­γην.

Μεταφράζουν· «Κάποιος ποὺ λεγότανε Δημήτριος.  ἦταν ἀργυροχόος καὶ κατασκεύαζε ἀσημένια ὁμοιώματα τοῦ ναοῦ τῆς ῎Αρτεμης κι ἔτσι ἔδινε πολλὴ δουλειὰ στοὺς τεχνῖτες».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «Κάποιος ποὺ λέγεται Δημήτριος, ἀργυροτεχνίτης, ποὺ κάνει ἀργυροῦς ναοὺς τῆς ᾿Αρτέμιδος, ἔδινε στοὺς τεχνῖτες πολλὴ δουλειά».  ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων γράφει περίπου τέσσερα χρόνια μετὰ τὸ ἐπεισόδιο ποὺ προκάλεσε στὴν ῎Εφεσο ὁ ἀργυ­ρο­κόπος Δημήτριος, καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ μετοχὴ ἐνεστῶτος ποιῶν, στὸ δὲ Δημήτριός τις ὀνόματι δὲν ἔχει κανένα ῥῆμα.  «εἶναι» λοιπὸν ὁ Δημήτριος καὶ «φτιάχνει» ὁ Δημήτριος καὶ «λέγεται» ὁ Δημή­τριος· «ἔδινε» ὅμως δουλειὰ στοὺς τεχνῖτες, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ κήρυξε στὴν ῎Εφεσο ὁ Παῦλος καὶ ἀπὸ τότε τοῦ χάλασε τὴ θεοκαπηλική του ἐπι­χείρησι.  ἔτσι ἐννοεῖ τὰ λεγόμενά του ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων.  ἀλλ᾿ ὁ ᾿Αγουρίδης μὲ τὴν παρέα του βιάζουν στὴ μετάφρασι τὰ ῥήματα, παραποιώντας τοὺς χρόνους των, καὶ τὰ σπρώχνουν ὅλα σὲ χρόνο ἑνὸς ἀκαθορίστου παρελθόντος· «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό», πρὶν ἀπὸ πολλὲς ἐξεργασίες καὶ διαστρωματώσεις καὶ ἱζηματογενῆ στρώματα τῶν Πρά­ξεων (ἔτσι γιὰ νὰ παπαγαλίσουν λίγο καὶ τὰ τῶν γεωλόγων καὶ νὰ φανοῦν προηγμένοι ἐπιστήμονες) καὶ πρὶν φτάσουμε στὸν «πολὺ ὄψιμο καιρό», κατὰ τὸν ὁποῖο καταστάλαξε τὸ κείμενο στὴ σημερινή του μορφή, ὅπως θέλουν οἱ θεωρίες ποὺ σερβίρουν αὐτοί, «ἦταν κά­ποιος Δημήτριος» κι «ἔφτιαχνε ὁμοιώματα» κλπ. κλπ..  πιὸ καλὰ τοὺς βολεύει ἔτσι.  γιὰ ποιά τέσσερα χρόνια ἀπὸ τὸ «δῆθεν ἐπεισόδιο μέ­χρι τὴν καταστάλαξι τοῦ ἱζήματος» τῶν Πράξεων μιλᾶτε;  αὐτοὺς τοὺς βολεύει τὸ «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ» καὶ τοὺς εἶναι ἀπαραίτη­τη ὀ­λί­γη παραχάραξι.  ὁ ᾿Αγουρίδης εἶναι ὁ εἰσαγωγεὺς καὶ ἀρχισερβιτόρος αὐτῶν τῶν ξαναζεσταμένων προτεσταντικῶν ἀνοησιῶν, ποὺ σὰν ἀγ­γλο­μαθὴς «μεταφραστὴς» τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος βελτίωσε τ᾿ ἀγγλικά του μερικὰ χρόνια στὴν ᾿Αμερική, ὅπου θαύμασε σὰν ἅγιο Φανούριο τὸν Κλὰρκ καὶ τὸν Σμὶθ καὶ τὸν Μὰκ Στρίψον, φέρνει ἀπὸ κεῖ καὶ σερβίρει στὴν ῾Ελλάδα αὐτὲς τὶς θεωρίες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, οἱ δὲ μαθηταί του εἶναι οἱ ὑπὸ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἀρχισερβιτόρου σερβιτόροι· γιατί τοὺς χαλᾶτε τὴ δουλειά τους ὡς σερβιτόρων μ᾿ αὐτὲς τὶς φιλολογικὲς διευκρινίσεις καὶ γλωσσικὲς ἀκριβολογίες γύρω ἀπὸ τὴ μετάφρασι μετοχῶν τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ καταστρέφετε ἔτσι τὰ κά­στρα τῶν στρωμάτων ποὺ κτίζουν τὰ παιδιὰ στὴν ἄμμο;  καὶ κάτι ἀκό­μη· ὁ ἀργυροκόπος μπορεῖ νὰ μεταφραστῇ «ἀργυροτεχνίτης» ἢ ὅπως ἀλλιῶς, ἀλλ᾿ ὄχι ποτὲ «ἀργυροχόος», ὅπως μεταφράζουν αὐτοί.  νο­μίζω ὅμως ὅτι καὶ τώρα ποὺ τοὺς τὸ σφυρίζω, πάλι δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν γιατί.  δὲν φαίνονται νὰ μποροῦν νὰ καταλάβουν τί δια­φέρει ἡ σφυρηλασία ἀπὸ τὴ χύτευσι.

 

2. Πρξ 21,16· ... ῎Αγοντες παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν, Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ.

Μεταφράζουν· «Μᾶς ὡδήγησαν σὲ κάποιον Μνάσωνα Κύπριο, πα­λιὸ χριστιανό, ποὺ θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «῾Οδηγώντας μας στὸ σπίτι ἐκείνου ποὺ θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε, κάποιου Μνάσωνος Κυπρίου, ἀρχικοῦ μαθητοῦ». μαθηταὶ λέγονταν φυσικὰ οἱ Χριστιανοί, ἔτσι σὰν καὶ τοὺς ἀποστό­λους, πρὶν ὀνομαστοῦν Χριστιανοί· ἀλλὰ κι ἔπειτα.  αὐτὸ λέγεται στὶς Πρά­ξεις συχνά, τὸ ξέρουν καὶ οἱ ἁπλοϊκώτεροι Χριστιανοί, καὶ ἡ λέξι μαθητὴς εἶναι ἁπλῆ καὶ εὔκολη, εὐνοητότερη κι ἀπὸ τὴ λέξι Χριστια­νός· καὶ δὲν χρειάζεται καμμία μετάφρασι· ἴσα ἴσα εἶναι καλὸ οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ νὰ ἐθίζωνται λίγο καὶ νὰ ἐξοικειώνωνται μὲ τὴν ἀρχικὴ βι­βλικὴ ὁρολογία· καὶ κυρίως δὲν χρειάζεται αὐτὴ τὴν παράκαιρη ὑπο­κατάστασι, καὶ ὄχι ἁπλῶς μετάφρασι, ὅπως κάνουν ἐδῶ.  τὸ δὲ κυ­ρι­ώτερο, τὸ ἀρχαῖος σημαίνει «ἀρχικός», τὸ φωνάζει καὶ ἡ λέξι, καὶ ὄχι ἁπλῶς «παλιός».  ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων ἐδῶ μὲ τὸ ἀρχαῖος μαθητὴς ἐννοεῖ κάποιον ποὺ ἔγινε μέλος τῆς ἐκκλησίας τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, ὅταν ἄκουσαν τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Πέτρου Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται... Κρῆτες καὶ ῎Αραβες καὶ τόσων ἄλλων ἐθνῶν ἄνθρωποι, καὶ πιστεύοντας συγκρότησαν τὴν πρώτη ἐκκλησία (Πρξ 2,9-10)· γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἀποκλείεται καθόλου ὡς ἀρχαῖος μαθητής, «ἀρχικός», νὰ ἐννοῆται κι ἕνας ἀπὸ τοὺς πεντακοσίους, στοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς ἀναστημένος (Α΄ Κο 15,6), ἢ ἀκόμη καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ εὐρυτέρου κύκλου, τοὺς ὁποίους ἀπομνημόνευσε στὸ Εὐαγγέλιό του (Λκ 10,1· 17) ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων ὁ ἴδιος.  ἀλλὰ τὸ νὰ φιλοξενῆται γιὰ δυὸ χρόνια ὁ ἴδιος ἐκεῖνος εὐαγγελιστὴς καὶ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων (παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν) στὸ σπίτι ἐκείνου τοῦ Μνάσωνος τοῦ «ἀρχικοῦ μαθητοῦ», καὶ πιθανώτατα νὰ παίρνῃ ἀπ᾿ αὐτὸν σὲ συνεντεύξεις ὁ ἱστο­ρικός, Κύριος οἶδε πόσες, πληροφορίες γιὰ τὶς Πράξεις ποὺ θὰ συντάξῃ σὲ τέσσερα χρόνια, ἴσως ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ Εὐαγγέλιό του ποὺ θὰ συν­τάξῃ σὲ ἕνα ἢ δύο χρόνια, καταλαβαίνετε πόσο καταστρέφει τὶς δια­στρω­ματώσεις τοῦ ᾿Αγουρίδου καὶ τῆς ὁμάδος του.  κι ἐκτὸς τοῦ ὅτι χαλάει τὸ παραμύθι τους, ὅτι «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν στὴν ῎Ε­φεσο κάποιος ποὺ λεγότανε Δημήτριος, καὶ ἔφτιαχνε κλπ. κλπ.», ἐπὶ πλέον παραεῖναι ὀχληρὸ γιὰ τὸν ᾿Αγουρίδη καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του καὶ διαλύει σὰν καπνὸ τὴν «ἐπιστήμη» τους.  ἀρχαῖος μαθητὴς σὲ πάμπολλες ἐπὶ διετία συνεντεύξεις μὲ τὸν ἱστορικό, ποὺ ἔχει στὰ σκα­ριὰ τὸ ἱστορικὸ ἔργο του, καὶ οἱ τρισχίλιοι ποὺ πίστευσαν στὸ πρῶ­το κήρυγμα, καὶ οἱ πεντακόσιοι ποὺ εἶδαν τὸ Χριστὸ ἀναστημένο, ὀχλη­ρὰ ἀναστημένο πολὺ ὀχληρά, καὶ οἱ ἑβδομήκοντα ποὺ γνώριζαν τὸ Χριστὸ κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ κήρυττε καὶ ποὺ πιθανώτατα εἶναι ἀπὸ τὰ πράγματα τὰ πεπληροφορημένα καὶ στὸ Λουκᾶ καὶ ἡμῖν ἀπὸ τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπτην καὶ αὐτήκοον (Λκ 1,1-2) ἀρχαῖον μαθητὴν Μνάσωνα, ἢ ἀπὸ κανέναν ἄλλο τέτοιον, ὅταν ἑρμηνευτοῦν σωστὰ καὶ συνδεθοῦν ἱστορικά, χαλᾶνε τὶς θεωρίες ποὺ πιπιλίζουν συνεχῶς στὶς «ἐπιστημονικὲς» ἐργασίες των ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του.  ἀποσυνδεδεμένα, διαλυμένα, σμπαραλιασμένα, σκόρπια μέσα σὲ φαντασιωτικὲς διαστρωματώσεις, καὶ παρερμηνευμένα ἕως παρα­χα­ραγμένα εἶναι πιὸ ἀβλαβῆ καὶ ἀκίνδυνα γιὰ τὶς θεωρίες καὶ γιὰ τὴν ὅλη καταστρωμένη καὶ διαστρωματωμένη κι ἐνωρχηστρωμένη ἀρνητικὴ κριτική τους, ποὺ ψώνισαν στὸ ἐξωτερικὸ ἀπὸ προτε­στάν­τες, καὶ μάλιστα ἀθέους σὰν τοὺς Σαδδουκαίους κατ᾿ οὐσίαν, στοὺς ὁποίους μαθήτευσαν, παρὰ τοὺς πόδας τῶν ὁποίων γενιτσαροποιήθηκαν πολ­λὰ πρώην κατηχητόπουλα, καὶ τοὺς ὁποίους θαυμάζουν ἰσοβίως.  τὸ κατανοεῖτε αὐτό;  ἐπὶ πλέον ἡ μετάφρασί τους «παλιὸς χριστιανὸς» δείχνει ὅτι οἱ Πράξεις γράφτηκαν  ἢ καταστάλαξαν, ὅταν πιὰ ὑπῆρχαν «παλιοὶ Χριστιανοί».  τὸ κατανοεῖτε κι αὐτό;  ἔτσι στὴ μετάφρασί τους, μπροστὰ στὸν ἀρχαῖον μαθητήν, τραβοῦν ἕναν «παλιὸ χριστιανὸ» καὶ ἀσφαλίζουν τὸ παραμύθι τους τόσο ἁπλᾶ καὶ σὲ τόσο ἤπιους τόνους.  τὰ πιὸ φαρμακερὰ ψέμματα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ λέγονται στοὺς πιὸ ἤπιους τόνους καὶ ὡς ἐν παρόδῳ.  ἔτσι αὐτοὶ ποὺ τὰ διαπράττουν εὐελπιστοῦν ὅτι ὁ βλάκας ὁ ἀναγνώστης οὔτε ποὺ θὰ τὸ ψυλλιαστῇ αὐτό· ἀντίθετα μάλιστα θὰ προπαρασκευαστῇ δεόντως, σιγὰ σιγὰ καὶ μαλακά, γιὰ νὰ δεχτῇ τὶς θεωρίες ποὺ σερβίρουν αὐτοί, ἢ τοὐλάχιστο γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλῆται ἀπ᾿ αὐτές.

 

3. Πρξ 27,8·  ῎Ηλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς Λι­μένας.

Μεταφράζουν· «Φτάσαμε σ᾿ ἕναν τόπο ποὺ λεγόταν Καλοὶ Λι­μέ­νες».

῾Η σωστὴ μετάφρασι εἶναι· «Φτάσαμε σ᾿ ἕνα μέρος ποὺ λέγεται Καλοὶ Λιμένες».  «λέγεται» ἀκόμη ἔτσι, καὶ ὑπάρχει βέβαια, ὅταν ὁ Λουκᾶς γράφῃ τὶς Πράξεις, γιατὶ τὸ καλούμενον εἶναι μετοχὴ ἐνε­στῶ­τος καὶ γιατὶ ἔχουν περάσει δύο μόλις χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Λουκᾶς, ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων, πέρασε ἀπὸ κεῖ.  ἂν μεταφράσῃς ὅμως «λεγόταν» (ὁ Δημήτριος ὁ ἀργυροκόπος «λεγότανε»), βολεύονται καλ­λίτερα ὁ ᾿Αγουρίδης καὶ τὰ ὁμαδόπουλά του στὴ διατύπωσι καὶ διάστρωσι τῶν διαστρωματώσεών τους.  πάλι τὸ ἴδιο παραμύθι· «Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό...».  πιὸ εὔκολο τοὺς εἶναι νὰ καταπιοῦν μία τούφα τρίχες, παρὰ ν᾿ ἀποδεχτοῦν τὰ χρονολογικὰ στοιχεῖα τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων ὅπως ἔχουν.

 

4. Πρξ 28,1· ᾿Επέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται.

Μεταφράζουν· «῎Εμαθαν ὅτι τὸ νησὶ λεγόταν Μελίτη» (ἔκδοσι τοῦ 1997)· ἢ «Μάθαμε ὅτι τὸ νησὶ λεγόταν Μάλτα» (ἔκδοσι τοῦ 1985). 

Τὸ καλεῖται εἶναι βέβαια χρόνος ἐνεστώς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι τους· μεταφράζουν καὶ στὶς δυὸ παραλλαγὲς καὶ δια­στρω­ματώσεις των «λεγόταν».  ἀφήνω ὅμως τὴ διαστρωμάτωσί τους «μά­θα­με - ἔμαθαν» μέχρι νὰ κατασταλάξουν στὸ τελικό τους ἵζημα τοῦ 1997, ἀφήνω καὶ τὸ «Μάλτα» ποὺ ξανάγινε διαστρωματικῶς πάλι «Μελίτη», ἐπειδὴ στὸ μεταξὺ ὁ ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν ὀχτὼ ὁμαδοπούλων Γαλάνης ἔμαθε τὴν παλιὰ θεωρία κάποιων ἀνοήτων, καὶ τὴν ὑποστήριξε ὡς ἄποψί του, ὅτι Μελίτη εἶναι ἡ ...Κεφαλλονιά (αὐτὸ κι ἂν δὲν εἶ­ναι κατακάθι ἵζημα στρῶμα ἀερόστρωμα καὶ ἀερόσακκος, τουτέστι σαπουνόφουσκα), καὶ μένω μόνο στὸ ῥῆμα τοῦ ἐνεστῶτος χρόνου κα­λεῖ­ται· ἡ νῆσος καλεῖται ἀκόμη, ὅταν ὁ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων γράφῃ, δύο μόλις χρόνια μετὰ ἀπὸ τότε ποὺ πέρασε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴ Μελίτη.  τὸ νὰ γίνῃ ὅμως τὸ καλεῖται «λεγόταν» (ἐνῷ ὁ ἀργυροκόπος Δημήτριος σὲ ἄλλο στρῶμα τῆς μεταφράσεως «λεγότανε»), καὶ νὰ ξαναγίνῃ ἡ Μελίτη πάλι Μελίτη μετὰ τὸ ἐνδιάμεσο στρῶμα της «Μάλτα» –αὐτὸ εἶναι τὸ «μαλτέζικο στρῶμα»– βολεύει καλλίτερα τὰ γαλάνεια κι ἀγου­ρίδεια σερβιρίσματα τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ὅπου ὅλα γίνονται σμπα­ράλι ἀσυναρμολόγητο, κι ὁ κάθε Γαλάνης κι ὁ κάθε ᾿Αγουρίδης μπορεῖ νὰ σερβίρῃ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὅ,τι στρώματα καὶ ἀερόσακκους καὶ σαπουνόφουσκες τοῦ καπνίσῃ καὶ τὸν βολεύει.

Καὶ τραβάει πολὺ αὐτὸ τὸ παραμύθι τῶν ὀκτὼ τῆς παρέας τοῦ ᾿Α­γου­ρίδου, κι ἐμφανίζεται καὶ στὰ Εὐαγγέλια καὶ στ᾿ ἄλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν εἶναι δικό τους παραμύθι, οὔτε και­νούργιο· ἁπλῶς τοὺς ἀρέσει, καὶ τὸ λένε καὶ τὸ λένε· καὶ καμμιὰ φο­ρὰ περνάει ἀνεξέταστα ἡ «μεταφραστικὴ» πρακτική τους καὶ σ᾿ ἄλ­λους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν βέβαια τὴν πρόθεσι τῶν ὁμαδοπούλων τοῦ ᾿Αγου­ρίδου, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καὶ τὴν κριτικὴ δυνατότητα ν᾿ ἀντιληφτοῦν ποῦ τὸ πᾶν αὐτοί.  γιατὶ ἐκεῖνοι οὔτε καὶ τῶν σερβιρισμάτων τὴν πρω­το­βουλία ἔχουν.  εἰδικὰ δὲ ἡ ἐν λόγῳ μετάφρασι, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ ἄποψι προδιαγραφῶν εἶναι μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεως τῆς λατινικῆς μεταφράσεως, διαστρωματωμένη καθ᾿ ἑαυτὴν σὲ δυὸ παλιὰ καὶ τρία νεώτερα στρώματα καὶ μιὰ ἱζηματικὴ σφήνα (itala - vulgata, καὶ ὀλίγον Λούθηρος, καὶ «Βάμβας» - Βέλλας - Ἀγουρίδης καὶ παρέα του), εἶναι ἀκριβῶς σὰν τὸ παιχνίδι «σπασμένο τηλέφωνο»,  στὸ ὁποῖο ἡ φράσι τοῦ πρώτου «μοσχοβολάει τὸ κυδώνι» ἀπὸ στόμα σὲ στόμα κι ἀπὸ αὐτὶ σὲ αὐτὶ διαστρωματώνεται καὶ φτάνει στὸν τελευταῖο ὡς «κοπρίζει τὸ γουρούνι».

᾿Εκτιμῶ τὸ ἔργο τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας· μέχρι δακρύων μάλιστα, ὅταν διαβάζω τὴν ἱστορία τῆς ἀθῴας ἐκείνης κι ἀνιδιοτελοῦς καὶ θεοσεβοῦς Οὐαλῆς χωρικῆς Μαρίας Τζώνς (1784-1866), ποὺ ἀνα­ζη­τοῦσε τὴ Βίβλο περισσότερο κι ἀπὸ γαμπρὸ στὴν ἡλικία ποὺ οἱ συνο­μήλικές της κοπέλλες ἀναζητοῦσαν μὲ ὅλο τὸ δίκαιό τους γαμπρό, κι ἔγινε αἰτία νὰ ἱδρυθῇ μιὰ βιβλικὴ ἑταιρία, καί, ὅταν γήρασε, ἔδωσε σ᾿ αὐτὴ ὅλη τὴν περιουσία της.  σήμερα ὅμως, μετὰ δυὸ αἰῶνες, τὴ Βιβλικὴ ῾Εταιρία τὴν καβαλίκεψαν πολλοὶ ᾿Αγουρίδες καὶ πολλὰ ὁμα­δόπουλα σὰν τὰ δικά του, ποὺ κάποτε ὅλοι φοροῦσαν στὸ πέτο τὸ σῆ­μα τοῦ κατηχητικοῦ, «γιὰ νὰ δίνουν τὴν ὁμολογία».  καὶ τὄκαναν τὸ ἔργο τῆς Βιβλικῆς ῾Εταιρίας τέτοιο ποὺ νὰ μὴν ἦταν· νὰ κυκλοφορῇ μεταφράσεις γιὰ πέταμα.  δὲν  εἶναι ἡ πρώτη φορὰ πού, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν ἄτομα διαφορετικῶν φρο­νημάτων καὶ προθέσεων καὶ μεθόδων ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ (Μθ 23,2).  καὶ μὴν τοὺς πῆτε ποτὲ κακοδόξους καὶ αἱρετικούς· σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι δὲν εἶναι οὔτε τέτοιοι.

 

                         Δημοσιεύεται καὶ στὸ συλλογικὸ τόμο ‘’Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου’’, Θεσσαλονίκη 2008.

 

                                                               Μελέτες 2 (2008)

 

 


 

 7. ΜΑΥΡΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ
 
            Μερικὰ μόνο μαργαριτάρια ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τῶν τριῶν μόνο πρώτων κεφαλαίων στὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Σάββα Ἀγουρίδου. διότι ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ δείξῃ μόνο τὰ 800 περίπου μαῦρα μαργαριτάρια του σ̉ αὐτὸ τὸ γραπτό του, θὰ ἔπρεπε νὰ γράψῃ βιβλίο 400 σελίδων. καὶ θὰ τοῦ ἐρχόταν τοῦ Σάββα πολύ.
            Δὲν σχολιάζω καὶ δὲν κριτικάρω τὶς ἑρμηνευτικὲς εἰσαγωγικὲς καὶ θεολογικὲς «ἀπόψεις του», παρὰ μόνο ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα δευτερευουσῶν ἀπ̉ αὐτές, κι αὐτὸ τὸ κάνω γιὰ δύο λόγους. 1) ἐπειδὴ ποτὲ δὲν εἶναι ἀπόψεις δικές του, κάτι δηλαδὴ ποὺ αὐτὸς νὰ ἐρεύνησε, νὰ ἐξήγησε, νὰ συμπέρανε. τέτοιο πρᾶγμα δὲν ἔχει κάνει ποτὲ στὴ ζωή του ἔστω καὶ ἀνεπιτυχῶς. εἶναι μόνο σερβιτόρος˙ σερβίρει πάντοτε ἀνεξαιρέτως ἀπόψεις ἄλλων, ποὺ πολλὲς φορές, μεταφέροντάς τις στὰ γραπτά του, τὶς στραπατσάρει τραγικὰ ἢ καὶ κωμικά. κι ἂν ἤθελα νὰ κριτικάρω ἐκεῖνες τὶς ἀπόψεις, ἡ κριτική μου θ̉ ἀπευθυνόταν σ̉ ἐκείνους ποὺ τὶς διατύπωσαν, στοὺς ὁποίους θὰ τὶς ἔβρισκα κι ἀστραπατσάριστες. 2) ἐπειδὴ ὁ Ἀγουρίδης, ὅταν ἐλέγχεται γιὰ «ἀπόψεις του», κοκορεύεται˙ διότι ἔτσι φαίνονται δικές του, καὶ διότι τοῦ ἀρέσει νὰ εἶναι ἀντιρρησίας. σχολιάζω μόνο μαργαριτάρια του, ποὺ δείχνουν σαφῶς κι ἀναντιρρήτως τί δὲν ξέρει ὁ Ἀγουρίδης καὶ τί δὲν κατάλαβε καὶ τί δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ καὶ νὰ καταλάβῃ. δὲν μ̉ ἐνδιαφέρουν οἱ «ἀπόψεις του». μ̉ ἐνδιαφέρει τὸ ἐπίπεδό του˙ ὄχι τὸ ἠθικό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀδιαφορῶ, ἀλλὰ τὸ μορφωτικὸ καὶ τὸ νοητικό.
            1. Γράφει˙ «… Τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε ἑβδομάδα ἦταν ἀφιερωμένη στὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορος» (σ.94). ὁ στὴ Θεσσαλονίκη καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης Ἀγουρίδης φαντάζεται ὅτι οἱ Ῥωμαῖοι εἶχαν ἑβδομάδα. ἑβδομάδα ὅμως εἶχαν μόνο οἱ Ἑβραῖοι, καὶ ἴσως μερικοὶ ἄλλοι Σημῖτες. οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ὡς ὑποδιαίρεσι τοῦ μηνὸς εἶχαν τὰ τρία δεκαήμερά του˙ ἀρχομένου (1 – 10), ἱσταμένου (11 – 20), φθίνοντος (21 – 30) τοῦμηνὸς ἔλεγαν οἱ Ἕλληνες˙ kalendae , nonae, idus ἔλεγαν οἱ Ῥωμαῖοι. βέβαια τὸ ῥωμαϊκὸ σύστημα μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἔγινε περίπλοκο, ἀλλὰ καὶ πάλι «ἑβδομάδα» δὲν εἶχε ποτέ. ὁ ἑλληνορρωμαϊκὸς κόσμος ἐπίσημα γνώρισε τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστι ἐπὶ Μ. Κωνσταντίνου (324). στὴν κοτσάνα του αὐτὴ ἐπάνω ὁ Ἀγουρίδης οἰκοδομεῖ ὁλόκληρη «ἄποψί του» καὶ θεολογικὴ θεωρία.
            2. Στὴν ἀρχαία λατινόγλωσση Δύσι, ὅταν ἤθελαν ν̉ ἀποδείξουν ντὲ καὶ καλὰ ὅτι ἡ Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ δὲν εἶναι τοῦ Παύλου, χρησιμοποιοῦσαν τὸ καββαλιστικὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ὅπως ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι (κεφ. 2 – 3) γράφει μόνο σ̉ ἑφτὰ πόλεις, ἔτσι κι ὁ Παῦλος τὶς πρὸς πόλεις ἢ χῶρες ἀπευθυνόμενες Ἐπιστολές του πρέπει νὰ τὶς ἔχῃ ἀπευθύνει μόνο πρὸς ἑφτὰ πόλεις ἢ χῶρες, ἤτοι Ῥωμαίους, Κορινθίους, Γαλάτας, Ἐφεσίους, Φιλιππησίους, Κολoσσαεῖς, καὶ Θεσσαλονικεῖς. ἄρα ἡ Πρὸς Ἑβραίους δὲν πρέπει νὰ εἶναι δική του. ἔλεγαν βλακεῖες καὶ οἱ ἀρχαῖοι. αὐτὸ τὸ καββαλιστικὸ παιχνίδι, περίφημο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα στὴ Δύσι, ἔγινε κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια περιβόητο καὶ στὴν Ἀνατολή˙ ἀναφέρεται καὶ στὸν Κατάλογο τοῦ Muratori (§ 8) κι ἀπὸ τὸν Ἱερώνυμο στὸ De viris illustribus (§ 5), καὶ σὲ πάρα πολλοὺς Λατίνους, ἀναφέρεται καὶ σήμερα σ̉ ὅλες τὶς εἰσαγωγὲς στὴν Κ. Διαθήκη τῶν δυτικῶν (παπικῶν, προτεσταντῶν, κι ἀγγλικανῶν) καὶ πολλῶν δικῶν μας ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ κείνους. καὶ δὲν ὑπάρχει βιβλικὸς ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέρῃ. τὸ ἀγνοεῖ ὅμως ὁ στὴν Ἀθήνα καθηγητὴς τῆς εἰσαγωγῆς στὴν Κ. Διαθήκη Ἀγουρίδης. γιὰ ἕνα τόσο διάσημο ζήτημα τῆς εἰδικότητός του ἔχει τόσο ἄγρια μεσάνυχτα, ὥστε δύο φορὲς (σ. 96˙ 109) μιλάει ἀόριστα καὶ συγκεχυμένα, ἀλλὰ καὶ μὲ «ἄποψι» εἰδήμονος, γιὰ κάποιες ἑφτὰ ὁμάδες τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου, ποὺ εἶναι τάχαμου …θεωρία τοῦ E. Goodspeed (1926), κι ἀφοῦ δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται, τὶς ἔχει (ὁ Ἀγουρίδης) καὶ μὲ ἄλλη ταξινόμησι, κι ἔχει καὶ τὴν «ἄποψι» ὅτι «δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ ὅποια βεβαιότητα» ὅτι αὐτὴ ἡ διαίρεσι τοῦ Goodspeed μπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ τὸν Ἰωάννη – τί κριτικὴ ἀντιμετώπισι εἰδήμονος! –, καὶ ἄλλες ἐπιστημονοπρεπεῖς παρλαπίπες. ἔχει πολὺ γοῦστο. δείχνει ὅλη του τὴν ἄγνοια καὶ ἀορασίασὰ γυμνὸς βασιλιᾶς. δὲν λέω γιατί δὲν ἔχει ἰδέα ἀπὸ πηγές˙ αὐτὸ εἶναι μόνιμο γνώρισμά του διεγνωσμένο ἀπὸ παλιά. ἐντυπωσιάζομαι ὅμως ἀπὸ τὸ ὅτι οὔτε τὸ ἀντικείμενό του ἁδρομερῶς ξέρει, οὔτε καμμιὰ εἰσαγωγὴ στὴν Κ. Διαθήκη διάβασε, οὔτε αὐτὸν τέλος πάντων τὸν Goodspeed πρόσεξε τί λέει, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι τὸν διάβασε, καὶ δὲν ξεσήκωσε τὴ γνώμη του ἀπὸ καμμιὰ ἐφημερίδα τῆς ξάπλας. μοῦ δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσι ὅτι, ὅταν διαβάζῃ κάτι, κουνιέται σὲ μιὰ κούνια κρεμασμένη ἀπὸ δέντρο, καὶ μόλις προλαβαίνει ν̉ ἁρπάξῃ τὸ μάτι του μιὰ φράσι ἀπὸ τὸ κάτω μέρος μιᾶς σελίδος, καθὼς περνάει ἀπὸ μπροστά της σὰ βολίδα, καὶ στὴν ἄλλη βόλτα ἁρπάζει ἄλλη μισὴ φράσι ἀπὸ τὸ πάνω μέρος τῆς σελίδος, καὶ στὴν τρίτη βόλτα μιὰ λέξι ἀπὸ τὴν ἀπέναντι σελίδα, κι ἔπειτα μ̉ αὐτὰ τὰ πενιχρὰ σπαράγματα προσπαθεῖ νὰ φτιάξῃ τὸ δικό του γραπτό. ἀλλὰ καὶ πάλι λέω˙ «Κούνια σ̉ αὐτὴ τὴν ἡλικία ; δὲν τὸ πιστεύω. σ̉ αὐτὴ τὴν ἡλικία ἕνα πέσιμο εἶναι θανάσιμο». κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς καταφέρνει ὁ Ἀγουρίδης νὰ φτάσῃ σὲ τέτοιο βαθμὸ τσαπατσουλιᾶς, ὅταν ξεσηκώνῃ τὸ ἐρευνητικὸ ὑλικό του ἀπὸ βιβλία ἄλλων.
            3. Τάδε λέγει Κύριος. ἡ μεγαλοπρεπὴς βιβλικὴ ἔκφρασι τὴν ὁποία φθόνησαν καὶ ἔκλεψαν κομπλεξικὰ πολλοὶ φιλόσοφοι καὶ λογοτέχνες, καὶ κυρίως ὁ ψυχοπαθὴς Γερμανὸς φιλόσοφος τῆς φαντασιώσεως τοῦ ὑπερανθρώπου, ὁ πρόδρομος τοῦ ναζισμοῦ˙ ἡ ἔκφρασι ποὺ ἀνευρίσκεται στὴ Βίβλο 315 φορές, στὰ βιβλία Νόμος, Ἰησοῦς, Κριταί, Βασιλεία Δαυΐδ, Βασιλεῖαι, Παραλειπομένη, Ἔσδρας, Ἀμώς, Ἠσαΐας, Ναούμ, Ἀβδιού, Ἰερεμίας, Ἰεζεκιήλ, Ἀγγαῖος, Ζαχαρίας· ἡ ἔκφρασι ποὺ λέγεται 10 φορὲς στὸ Νόμο, 50 στὰ ἱστορικὰ βιβλία, 40 στὰ μικρὰ προφητικά, 25 στὸν Ἠσαΐα, 70 στὸν Ἰερεμία, 120 στὸν Ἰεζεκιήλ, καὶ οὐδέποτε στὸν καὶ ἐπὶ Περσῶν προφητεύσαντα Δανιήλ˙ ἡ ἔκφρασι ποὺ ἐγκαινιάστηκε ὡς πρόσταγμα τοῦ Κυρίου διὰ Μωϋσέως πρὸς τὸ φαραὼ (Ἔξ 4,22) καὶ πρὸς τὸν Ἰσραὴλ (Ἔξ 11,4), ποὺ πέρασε στοὺς προφῆτες μὲ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ (7,13) καὶ στοὺς κριτὰς καὶ στοὺς ἐπὶ Δαυῒδ προφῆτες, καὶ στοὺς συγγραφεῖς προφῆτες μὲ τὸν Ἀμὼς ἀρχαιότερό τους˙ αὐτὴ ἡ ἔκφρασι, περὶ τὴν ὁποία δοκιμάστηκαν ἄγρια ὅλα τὰ φθονερὰ πνεύματα τῶν τελευταίων 3.000 ἐτῶν, αὐτὴ σύμφωνα μὲ κάποιον φθονερὸ κακεντρεχῆ καὶ βλᾶκα Γερμανὸ ἄθεο, ὀνόματι Lohmeyer, λεγόταν ἀρχικὰ στὴν ἐπιστολικὴ φρασεολογία τῶν Περσῶν βασιλέων, ποὺ ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπὶ Δανιήλ, κι ἀπὸ κεῖ πέρασε καὶ στὴν Π. Διαθήκη. κι ὁ Ἀγουρίδης τὴ βλακεία αὐτὴ τὴ δέχεται σὰν τεκμηριωμένο ἐπιστημονικὸ λόγο (σ. 111) καὶ στὴ συνέχεια ὑπολογίζει βάσει αὐτοῦ. διότι εἶναι πάντα πρόθυμος καὶ ἕτοιμος νὰ δεχτῇ κάθε τὶ ποὺ λέγεται γιὰ μείωσι τοῦ θεοῦ, τῶν προφητῶν καὶ ἀποστόλων, τῶν Διαθηκῶν τῆς Βίβλου. ἐπειδὴ ἀπ̉ αὐτὴ ἀποκλειστικὰ ἔφαγε στὴ ζωή του καὶ τρώει ἀκόμη καὶ θὰ τρώῃ μέχρι τὸ θάνατό του. αὐτό, νομίζω, τὸ κάνει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἀξιοπρέπεια, ἀρχοντιά, καὶ θεοσέβεια. κυρίως ὅμως ἐδῶ μ̉ ἐνδιαφέρει αὐτὸ ὡς δεῖγμα τῆς ἐπιστημοσύνης τοῦ Ἀγουρίδου˙ ὁ ἄνθρωπος ξέρει καλὰ τί θὰ πῇ ἱστορικὸ καὶ γραμματολογικὸ τεκμήριο, κριτικὴ πληροφοριῶν, κι ἐπιστημονικὸ συμπέρασμα˙ μὰ εἶναι ἐρευνητής. κι ἔχει τροφοδότη τῆς ἐπιστημοσύνης του τὴ θεοσέβειά του.
            4. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ. 112)˙ «Ἡ Ἔφεσος ξεχώριζε ὡς πόλι…ὡς νεωκόρος τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς Ἀπόλλωνα». ἀναφέρεται – καὶ δείχνει πῶς τὸ καταλαβαίνει – στὸ Πρξ 19,35˙ Τίς  ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς; αὐτὸ τὸ διοπετὲς (=οὐρανοκατέβατο, ἀχειροποίητο) εἶναι γιὰ τὴν Ἔφεσο τὸ πασίγνωστο πολύμαστο ξόανο τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφα διασῴζονται. ὁ Ἀγουρίδης ὅμως, ὁ «ἑρμηνευτὴς» τάχα, ποὺ περνάει τὸ τοῦδιοπετοῦς γι̉ ἀρσενικό – τί ἑρμηνευτὴς καὶ τί πραγματολόγος - ἱστορικὸς τῆς Κ. Διαθήκης νὰ σοῦ πετύχῃ! –, φαντάζεται ὅτι «ὁ διοπετὴς» (πεταμένος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατακέφαλα ;) εἶναι ὁ Ἀπόλλων, «ὁ δίδυμος ἀδερφὸς τῆς Ἀρτέμιδος». καὶ γράφει τὴν προειρημένη ἀρλούμπα.
            5. Περιγράφοντας στὴν ἴδια σελίδα (112) τὴν Ἔφεσο τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀποκαλύψεως, γράφει˙ «Ἡ πόλι (Ἔφεσος) διέθετε… καὶ ἱερὰ γιὰ τὴν προαγωγὴ τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας (πρὸς τιμὴ τοῦ Κλαύδιου (41 - 54 μ.Χ.), τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138), τοῦ Σεβήρου (193-211), κ.ἄ.». τὶς ἐντὸς παρενθέσεων χρονολογίες τὶς προσθέτω ἐγώ˙ ὁ Ἀγουρίδης προφανέστατα δὲν τὶς ξέρει, οὔτε ἔχει ἰδέα πότε περίπου βασίλευσαν αὐτοὶ οἱ αὐτοκράτορες. ῥωτᾶτε τί ἔχει πάθει; ἁπλούστατα ἄνοιξε μιὰ ἐγκυκλοπαίδεια, κι ἀπὸ τὸ λῆμμα «Ἔφεσος» βούτηξε ὅ,τι λαχτάρησε ἡ ψυχή του. ὁ συντάκτης τοῦ λήμματος φταίει. ἔπρεπε νὰ βάλῃ ὁ ἀχαΐρευτος σὲ κάθε αὐτοκράτορα τὴ χρονολογία του˙ κι ὄχι νὰ πάρῃ στὸ λαιμό του κοτζὰμ Ἀγουρίδη, καὶ νὰ τὸν καταντήσῃ τὸν ἄνθρωπο νὰ μιλάῃ γιὰ τὴν Ἔφεσο τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀποκαλύψεως τὴν ἐπὶ Σεβήρου τοῦ Γ’ αἰῶνος!
            6. Ὁ συγκρητισμὸς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολὺ μεγάλα θέματα τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης. δῆτε τώρα τί ξέρει γι̉ αὐτὸν καὶ πῶς τὸν «καταλαβαίνει» ὁ εἰδικὸς Σάββας. στὴν ἴδια πάντα σελίδα του (τὴν 112) γράφει˙ «Ἀπὸ τὴ διαμονὴ τοῦ Παύλου στὴν Ἔφεσο ἔχουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον συγκρητιστικὰ φαινόμενα ὅπως οἱ ἀβάπτιστοι μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη τοῦ βαπτιστῆ…». ἀναφέρεται, πάντα χωρὶς παραπομπὴ κατὰ τὴ συνήθειά του, στὸ Πρξ 19,2-6, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε στὴν Ἔφεσο κάποιους ποὺ εἶχαν βαπτιστῆ παλιὰ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ βαπτιστή, ἀλλὰ Μικρασιᾶτες ὄντες δὲν εἶχαν γνωρίσει τὸ Χριστὸ καὶ τὴ Χριστιανικὴ πίστι καὶ ὅπως δήλωσαν, οὐδὲ εἰ πνεῦμα ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμε. κι ἀμέσως ὁ ἄρτι ἀφιχθεὶς στὴν Ἔφεσο Παῦλος τοὺς μίλησε γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ βάπτισμά του καὶ γιὰ τὸ ἅγιο πνεῦμα ποὺ μποροῦν νὰ λάβουν μετὰ τὸ βάπτισμα, κι ἐκεῖνοι ἐπίσης ἀμέσως, ἀκούσαντες, ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας, ἦλθε τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπ̉ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο. αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης τὸ λέει «συγκρητιστικὸ φαινόμενο». δὲν ξέρω ἂν τὸ λεγόμενό του ἔχει σχέσι μὲ τὴ νοημοσύνη του ἢ τὴ μαθησιακή του κατάρτισι ἢ τὸ ἦθος του˙ μὲ ποιό ἢ ποιά ἀπὸ τὰ τρία δηλαδή.
            Πῆρα τὰ τρία τελευταῖα μαῦρα μαργαριτάρια του ἀπὸ μία μόνο σελίδα του, τὴν 112˙ γιὰ νὰ σᾶς δώσω καὶ τὸ μέτρο τῆς πυκνότητός των.
            7. Γράφει (σ. 125)˙ «…Γιὰ τὸ μεγάλο ἱερὸ τοῦ Δία (ἡ φρίζα τοῦ θυσιαστηρίου του σῴζεται…)». θέλει νὰ πῇ «ἡ ζωφόρος τοῦ θυσιαστηρίου του»˙ δὲν ξέρει ὅμως ὅτι ἔτσι λέγεται στὰ ἑλληνικὰ ὁ ἀρχαιολογικὸς αὐτὸς ὅρος ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ξένους (zophorus)˙ ὁ ἱστορικὸς τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης τὸ διάβασε «φρίζα» στὸ ξενόγλωσσο βιβλίο, ἀπ̉ ὅπου ξεσηκώνει τὸ ἐρευνητικὸ ὑλικό του, βιβλίο ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψι τῆς πιὸ κακῆς ποιότητος ὁπωσδήποτε, καὶ τὸ μεταγράφει ἔτσι «φρίζα». γιὰ νὰ δώσω τὸ μέτρο τῆς ἄξεστης χοντροκοπιᾶς, εἶναι σὰ νὰ μὴν ξέρῃ ἕνας μηχανουργὸς αὐτοκινήτων νὰ πῇ τὸ τιμόνι «τιμόνι», καὶ τὸ λέῃ «αὐτὸς ὁ κοκκάλινος ὁριζόντιος τροχὸς ποὺ εἶναι μπροστὰ στὴ θέσι τοῦ ὁδηγοῦ». ἢ σὰ νὰ λὲς τοὺς μαρμάρινους κίονες ἑνὸς ἀρχαίου ναοῦ «αὐτὰ τὰ ντερέκια». αὐτὸ γιὰ νἄχετε τὸ μέτρο τῆς ἐπιστημοσύνης τοῦ Ἀγουρίδου κρινομένου στὴν εἰδικότητά του βέβαια.
            8. Ξέρουμε ὅτι στ̉ ἀποστολικὰ χρόνια ὑπῆρχαν ἰουδαΐζοντες Χριστιανοί, ποὺ ἦταν ὁ πονοκέφαλος τῶν ἀποστόλων˙ ἀλλ̉ ὅτι ὑπῆρχαν καὶ «ἰουδαΐζοντες ἀπόστολοι» αὐτὸ τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν Ἀγουρίδη. λέει (σ.128)˙ «Κατ̉ ἀντίθεσι πρὸς τοὺς ἰουδαΐζοντες ἀποστόλους…». ἴσως θέλει νὰ πῇ «ἀποστόλους τῆς περιτομῆς». δὲν εἶμαι σίγουρος, ὑποθέτω μόνο˙ διότι εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβῃς τί θέλει νὰ πῇ ἕνα παιδὶ 2 ἐτῶν ποὺ ψελλίζει ἀκόμη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπώσῃ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ σοῦ ζητήσῃ, ἢ μιὰ Φιλιππινέζα ποὺ ἔχει μιὰ ἑβδομάδα ποὺ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. πάντως δὲν πιστεύω νὰ τὸ ψάρεψε κι αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης ἀπὸ κάποιον ἄλλο˙ ποιός φτάνει στὸ σημεῖο νὰ λέῃ κάτι τέτοια ; εἶναι δικό του, καταδικό του. κι ὕστερα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ Ἀγουρίδης στὴ ζωή του ὅλη δὲν ἔχει πῆ τίποτε δικό του. νά ποὺ ἔχει.
            9. Γράφει (σ.128 πάλι)˙ «Ὡδηγοῦσαν κατὰ παρόμοιο τρόπο τὴν κοινότητα στὴν ἔκπτωσι ἀπὸ τὰ ἐσκαμμένα». θεέ μου, τί μόρφωσι! ξέρει καὶ «τὰ ἐσκαμμένα»! ἂν δὲν μὲ πιστεύετε, ὅτι ἔτσι γράφει ὁ Σάββας, ἀνοίξτε καὶ διαβάστε το οἱ ἴδιοι. προσέχετε μόνο νὰ μὴν «ἐκπέσετε» καὶ σεῖς «ἀπὸ τὰ ἐσκαμμένα» τοῦ Σάββα. ὁ ἄνθρωπος κάπου ἔχει ἀκούσει τὴν ἔκφρασι, ἀλλὰ δὲν ξέρει τί σημαίνει καὶ πότε καὶ πῶς χρησιμοποιεῖται˙ τὴ χρησιμοποιεῖ ὅμως, γιὰ νὰ παραστήσῃ τὸν μορφωμένο. μοῦ θυμίζει μιὰ κυρία σύζυγο γιατροῦ, ποὺ μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἄντρας της ἦταν «ἀκτινίατρος». κι ὅταν τὴ διώρθωσα ἔμμεσα, λέγοντας ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐγὼ «κτηνίατρος», μοῦ λέει˙ «Ὄχι, ὁ ἄντρας μου δὲν εἶναι γιατρὸς γιὰ τὰ ζῷα, ἀλλὰ γιατρὸς ποὺ «κάνει ἀκτῖνες» (=ἀκτινολόγος)!
            10. Γράφει (σ. 130)˙ «Ἡ λευκὴ ψῆφος εἶναι τὸ ἄσπρο πετραδάκι ὅπου ὁ δικαστὴς ἔγραφε τὸ ὄνομα τοῦ ἀθῴου, ὁ ψηφοφόρος τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλεκτοῦ του˙ ἦταν ἕνα εἶδος ἄδειας συμμετοχῆς σὲ συσσίτια καὶ γεύματα». ὁ ἄνθρωπος, καθὼς φαίνεται, εἶναι τέρας ἀρχαιογνωσίας. κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ ὄνομα ἀνεπιθυμήτου συμπολίτου ποὺ τὸ ἔγραφαν πάνω σὲ ὄστρακον (= θραῦσμα κεραμιδιοῦ) κατὰ τὸν ὀστρακισμόν, καὶ μπερδεύει τὸ ὄστρακον μὲ τὴν ψῆφον (=πέτρα) ποὺ χρησιμοποιοῦσαν σὲ ἐκλογὲς ἀρχόντων, λευκὲς γιὰ τὸν ἐκλεγόμενο καὶ μαῦρες γιὰ τὸν μὴ ἐκλεγόμενο (ἐξ οὗ καὶ τὸ σημερινὸ «μαυρίζω» - «τὸν μαύρισαν»)˙ κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ δικαστὰς ποὺ ἔρριχναν ψῆφον λευκὴν ἢ ψῆφον μέλαιναν, ἀλλὰ μὴ μπορώντας νὰ τὸ χωνέψῃ ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι σὲ μία μόνο δίκη καὶ γιὰ μία μόνο δικαστικὴ ὑποθέσι ἑνὸς ὑποδίκου ἦταν 600, τοὺς κάνει ἕναν μόνο «δικαστή», ποὺ…χαράσσει μάλιστα πάνω στὴν πέτρα γράμματα˙ κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ ψηφοφόρους, ἀλλὰ χωρὶς ν̉ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ψηφοφόροι ἦταν οἱ 600 δικασταὶ ἀκριβῶς˙ κάτι ἔχει ἀκούσει ὅτι τὴν ἡμέρα ποὺ δίκαζαν οἱ 600 ἔπαιρναν σὲ χρῆμα τὸ σιτηρέσιό τους ἀπὸ τὸ δημόσιο, καὶ τὸ καταλαβαίνει σὰν «ἕνα εἶδος ἄδειας συμμετοχῆς σὲ συσσίτια καὶ γεύματα» – μόνο ἂν εἶχαν στὸ τραπέζι τους καὶ κόκα - κόλα δὲν μᾶς λέει–˙ καὶ τὰ βάζει ὅλα στὸ μίξερ, τὰ τραβάει ἕνα γερὸ χτύπημα, καὶ μᾶς σερβίρει τὸν ἀχταρμᾶ του. νομίζω δὲ ὅτι ὅλ̉ αὐτὰ διδάσκονται καὶ στὸ γυμνάσιο. εἰλικρινὰ σᾶς λέω, ἐπειδὴ καταλαβαίνω ὅτι κάποιες ἐγκυκλοπαίδειες κύτταξε, δὲν μπορῶ νὰ τὸ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει ἀπόφοιτος γυμνασίου ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃ τέτοια λάθη.
            11. Ἀσφαλῶς θέλετε νὰ μάθετε γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς λέγεται στὴ Βίβλο υἱὸς θεοῦ. καὶ ποῦ νὰ τὴ βρῆτε μιὰ τέτοια πληροφορία! εὐτυχῶς, τυχεράκηδες, σᾶς τὴ βρῆκε ὁ Ἀγουρίδης (σ. 133)˙ λέει˙ «Ὁ τίτλος υἱὸς θεοῦ, ἴσως ἔχει ἐδῶ (ἐννοεῖ τὸ Ἀπ 2,18 υἱὸς τοῦ θεοῦ) σχέσι μὲ τὴ λατρεία τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου, γιοῦ τοῦ Δία, ποὺ λατρευόταν στὰ Θυάτειρα, εἶχε ταυτιστῆ μὲ τὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἦταν προστάτης τῆς πόλεως καὶ τῶν συντεχνιῶν». ὅταν μιὰ γειτόνισσα θέλῃ νὰ κουτσομπολεύσῃ στὴ γειτόνισσά της μιὰ τρίτη γειτόνισσα, χωρὶς νὰ «κολαστῇ» λέγοντας τὸ κουτσομπόλευμά της ῥητῶς καὶ λεκτικῶς, τῆς κουνάει μόνο τὸ χέρι μὲ νόημα ἔτσι ποὺ νὰ λέῃ «Ἡ σουρτούκα εἶναι μὴ χειρότερα, πολὺ παστρικιά, τοῦ σκοινιοῦ καὶ τοῦ παλουκιοῦ». κι ἡ ἄλλη ἀσφαλῶς «τὸ πιάνει». αὐτὴ ἡ σημειογραφία εἶναι στὸν Ἀγουρίδη προσφιλὴς καὶ συνηθισμένη˙ ὄχι γιὰ ὅποιον κι ὅποιον βέβαια, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὰ θεῖα καὶ ἱερά. ἔτσι λέει πολλὰ ὁ Ἀγουρίδης, χωρὶς νὰ τὰ πῇ ποτὲ ῥητῶς καὶ νὰ διακινδυνεύσῃ, παλιὰ τὴν καρέκλα του, τώρα τὸ κῦρος του ὡς βετεράνου μ̉ ἐκκλησιαστικὸ λόγο καὶ μὲ εἰσόδημα ἀπὸ τὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία. καὶ κυριολεκτικῶς κουνάει τὸ χέρι του μὲ νόημα, ἔτσι ἀκριβῶς σὰν τὴν προειρημένη γειτόνισσα, ὅταν λέῃ κάτι σὲ προφορικὸ λόγο - συζήτησι. αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀγουρίδειο εἶδος θεολογικῆς παρρησίας, στὸ ὁποῖο εἶναι πολὺ διακεκριμένος. ἐδῶ ἡ Ἐκλαμπρότης του, μ̉ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ σημειογραφία του θέλει νὰ πῇ ὅτι, ἀπὸ ἀνταγωνιστικὸ μουλάρωμα μόνο, οἱ ἀρχαῖοι Χριστιανοὶ κι ὁ Ἰωάννης εἶπαν υἱὸν θεοῦ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. ἔλεγαν, κατ̉ Ἀγουρίδην πάντα, στοὺς εἰδωλολάτρες˙ «Τὸν Ἀπόλλωνά σας καὶ τὸν αὐτοκράτορά σας! υἱὸν θεοῦ τὸν ἔχετε σεῖς; υἱὸν θεοῦ τὸν κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ Χριστό μας˙ μία μας καὶ μία σας». ἔτσι φαντάζεται ὁ ἐμβριθέστατος Σάββας ὅτι «ἐπωνομάστηκε» υἱὸς θεοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σὲ κάτι τέτοια κατινούλικα μαλλιοτραβήγματα, σὰν αὐτὸ ἐδῶ τὸ τοῦ Ἰωάννου στὸ Ἀπ 2,18. πολὺ κατινούλικη μέθοδος˙ τὴν τοῦ Ἀγουρίδου ἐννοῶ. κι εὐτυχῶς δηλαδὴ γιὰ τὸ θεολογικό του ὁπλοστάσιο οἱ θεοὶ τῶν εἰδωλολατρῶν ὄχι μόνο ἦταν ὅλοι παντρεμένοι, ἀλλ̉ εἶχαν καὶ πολλὰ ἐξώγαμα˙ ἀκόμα κι ἀπὸ φοράδες κι ἀπὸ ἀγελάδες κι ἀπὸ κατσίκες˙ σύννεφο ἀπὸ υἱοὺς θεοῦ, χαρᾶς εὐαγγέλια γιὰ τὸν Ἀγουρίδη. καλά, σ̉ αὐτὰ διαπρέπει.
            12. «Τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου» καὶ «Τοῦ θεοῦ Τυρίμου - Ἀπόλλωνα» καὶ «τοῦ Ἀπόλλωνα - Τυρίμου»˙ τὸ πιπιλίζει τρεῖς φορές (σελ. 133 ’’ ˙ 136). ἄρα δὲν εἶναι τυπογραφικὸ λάθος, ἀλλ̉ ἀγουρίδειο. καὶ τὴ μία φορὰ τὸ «τῆς Τυρίμου» τὸ ἔχει σὰν ὄνομα πόλεως. ἀνακατεύεται ὁ Ἀγουρίδης καὶ μὲ τέτοια, γιὰ νὰ δείξῃ μορφωμένος, γιὰ νὰ κάνῃ τὸν καμπόσο στοὺς μαθητάς του, καὶ γιὰ νὰ φοβερίξῃ τοὺς ἄλλους˙ «Μεριάστε νὰ διαβῶ˙ ἐπιστήμων Ἀγουρίδης». κι ὅπως ἀνακατεύεται μὲ τὰ πίτυρα δείχνει τὴ χοντροκομμένη ἄγνοιά του. καὶ οὔτε καμμιὰ παραπομπὴ ἔχει πουθενά, οὔτε χωρὶς παραπομπὴ ἀναφέρει ποῦ τὸν βρῆκε κι ἀπὸ ποῦ τὸν βούτηξε αὐτὸν τὸν Τύριμον - Ἀπόλλωνα ἢ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου, καὶ φυσικὰ οὔτε σωστὰ τὸ γράφει τ̉ ὄνομά του. δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται. τραβάει μιὰ ἀρλούμπα, μόνο γιὰ νὰ σπουδαιολογήσῃ στοὺς ἀμαθεῖς. δὲν εἶναι Τύριμος ἀλλὰ Τύριμνος˙ ὅπως λέμε μέδιμνος ἢ Κάλυμνος ἢ ἀμνὸς ἢ ἐρυμνός. μικρασιατικὸς θεὸς τῆς περιοχῆς τῶν Θυατείρων, προελληνικῆς καὶ πελασγικῆς, δηλαδὴ λυδικῆς, προελεύσεως˙ οἱ Λυδοὶ ἦταν φυλὴ τῶν Πελασγῶν˙ τὴν προέλευσι αὐτὴ δείχνει ἡ κατάληξι τοῦ ὀνόματός του. θεὸς ποὺ κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια ταυτίστηκε συγκρητιστικὰ μὲ τὸν ἑλληνικὸ Ἀπόλλωνα. τὸ ὄνομά του περισώθηκε σὲ δυὸ ἐπιγραφὲς τῶν Θυατείρων τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς. ἡ μιὰ ἀρχίζει˙ Ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος ἐτείμησεν Αὐρήλιον Ἀρτεμιδώρου ἀγωνοθετήσαντα τοῦ προπάτορος θεοῦ Ἀπόλλωνος Τυρίμνου ἐνδόξως καὶ πολυδαπάνως…(W.H. Buckler, Lydian Records, στὸ Journal of Hellenic Studies 37(1917), σελ.108, ἀριθμ. 21). ἡ ἄλλη ἀρχίζει˙ Ἡ κρατίστη βουλὴ καὶ ὁ σεμνότατος δῆμος ἐτείμησαν Γ(άιον) Σαλλούστιον Ἀππιανόν, ἀριστέφανον, πατρίδος ἀρχικόν, δεκαπρωτεύσαντα, ἀγωνοθετήσαντα μεγάλων σεβαστῶν τυριμνήων ἀγώνων,…(P. Foucart, Exploration de la plaine de l̉ Hermus par M. Aristote Pontier, στὸ Bulletin de correspondance hellenique 11(1886), 105 – 106). ἀναφέρονται λοιπὸν ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων καὶ οἱ μεγάλοι σεβαστοὶ τυρίμνειοι ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἄγονταν κατὰ τὴν πανήγυρί του. φαίνεται ὅτι ἡ «πηγὴ» τοῦ Ἀγουρίδου, ἀπὸ τὴν ὁποία κάνει τὴν ἀμμοληψία του, ἦταν κάποιος βλάκας, ὁ ὁποῖος τὴ γενικὴ μεγάλων σεβαστῶν τὴν πέρασε γιὰ προσωνυμία τοῦ αὐτοκράτορος (πρβλ. Πρξ 25,25)˙ γι̉ αὐτὸ κι ὁ βλάκας ἐκεῖνος νόμισε ὅτι ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων ταυτιζόταν καὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα. ὁ Ἀγουρίδης φυσικὰ ἁπλῶς μεταφέρει τὴ βλακεία ἐκείνου στὸ γραπτό του αὐτούσια. εἶμαι σίγουρος ὅτι ἂν δὲν ἔκανε τὸ λάθος ὁ βλάκας ἐκεῖνος, δὲν θὰ τὸ ἔκανε οὔτε ὁ Ἀγουρίδης. ἐκεῖνος ὁ βλάκας πῆρε στὸ λαιμό του τὸν καθηγητὴ πανεπιστημίου Ἀγουρίδη. καὶ φυσικὰ πουθενὰ στὶς ἐπιγραφὲς οὔτε σὲ κανένα ἄλλο κείμενο ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων δὲν λέγεται υἱὸς θεοῦ, γιὰ νὰ πάρουν ἀπ̉ αὐτὸν οἱ συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης τὸν ὅρο αὐτὸ γιὰ τὸ Χριστό. εἶναι δὲ οἱ ἐπιγραφὲς κατὰ δυὸ αἰῶνες νεώτερες τῆς Κ. Διαθήκης. κατὰ τὸ βλᾶκα ὅμως ἐκεῖνον, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης τὸν ἔχει ὡς πηγή του, οἱ συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης ἀπὸ τὴ λατρεία αὐτοῦ τοῦ θεοῦ πῆραν γιὰ τὸ Χριστὸ τὸν τίτλο υἱὸς θεοῦ. ὁ Σάββας σ̉ ὅλα γενικῶς τὰ γραπτά του εἶναι προθυμότατος ν̉ ἀσπαστῇ ὅ,τι σκουπίδι βρῇ σ̉ ὁποιοδήποτε σκουπιδαριό, γιὰ νὰ μειώσῃ – τό γ̉ ἐπ̉ αὐτῷ – τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Κ. Διαθήκη καὶ τοὺς συντάκτες της. εἶναι θεριακλίκι του, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κόψῃ. τοῦ ἀρέσει ἀφάνταστα, εἶναι ἐθισμένος. φυσικὰ μόνο τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγνοίας του δείχνει ἔτσι καὶ τίποτε ἄλλο.
            13. Καὶ ξαφνικὰ ὁ Ἀγουρίδης ἀνακάλυψε, καὶ μᾶς τὸ ἀνακοινώνει, καὶ ποιό ἐκκλησιαστικὸ κόμμα χτυπάει ὁ Ἰωάννης μὲ τὴν Ἀποκάλυψι˙ «τὸ κόμμα τῶν Λιβερτίνων». ὅπως λέμε τῶν Γιρονδίνων ἢ τῶν Ἰακωβίνων. αὐτὸ κι ἂν δὲν εἶναι ἀνακάλυψι, θεέ μου! γράφει (σ.135)˙ «Τὴν ἡγεσία τοῦ κόμματος τῶν λιβερτίνων ἔχει ἐδῶ μιὰ προφήτισσα κυρία, συνάδελφος τοῦ Ἰωάννη, ποὺ φέρει τὸ πολὺ ἀντιπαθητικὸ βιβλικὸ ὄνομα τῆς Ἰεζάβελ». ὁ Ἀγουρίδης στὸ ξενόγλωσσο βιβλίο, ποὺ εἶναι τὸ πεδίο τῶν ἐρευνῶν του, βρῆκε κάποια λέξι, παράγωγο τῆς λατινικῆς libertas (=ἐλευθερία, ἐλευθεριότης), μὲ τὴν ὁποία ὁ ξένος, χωρὶς νὰ τὴν ἐννοῇ ὡς ὅρο, ἤθελε νὰ πῇ τοὺς νικολαΐτες «παράταξι ἐλευθεριάζουσα» ἢ «παράταξι ἀπελευθερωμένων», μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τώρα τὶς «ξεβγαλμένες» τὶς λὲν «ἀπελευθερωμένες», κι ὁ Ἀγουρίδης …τὸ βρῆκε! καὶ βγαίνει ἐνθουσιασμένος καὶ ξεβράκωτος ἀπὸ τὴ μπανιέρα του σὰν ἄλλος Ἀρχιμήδης καὶ μᾶς τὸ φωνάζει˙ «Τὸ κόμμα τῶν Λιβερτίνων, καὶ ἡ ἡγεσία τους, ἡ κυρία Ἰεζάβελ Θάτσερ»! διαπρεπὴς ἐρευνητὴς καὶ κριτικὸς ὁ Σάββας. μὰ ἀναφέρεται τὸ κόμμα τους καὶ στὶς Πράξεις (6,9)˙ Ἀνέστησάν τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῶν λεγομένων λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ… οἱ διαμαχόμενοι μὲ τὸ Στέφανο, οἱ ψευδομάρτυρες ποὺ τὸν δολοφόνησαν. ποῦ τοὺς ξετρύπωσε αὐτὸς ὁ Ἀγουρίδης! δὲν ἔχει βέβαια καμμιὰ παραπομπή, οὔτε θυμᾶται καθόλου τὶς Πράξεις καὶ τὸ Στέφανο, ἁπλῶς κάτι κάπου κάποτε φαίνεται ν̉ ἄκουσε γιὰ λιβερτίνους, δὲν φαίνεται νὰ θυμᾶται ποῦ ἀκριβῶς, κι ἐδῶ τὸ πετάει˙ ἀπὸ παρανόησι βέβαια. ἂς ἐξηγήσω ὅμως μερικὰ πράγματα. οἱ Ῥωμαῖοι ἔλεγαν λατινιστὶ λιβερτίνους (libertinos) τοὺς ἑλληνιστὶ λεγομένους ἀπελευθέρους˙ τοὺς τέως δούλους˙ αὐτοὺς ποὺ ἦταν δοῦλοι καὶ μ̉ ἐξαγορὰ ἢ βράβευσι ἢ ἄλλους τρόπους ἀπελευθερώθηκαν. αὐτοὶ πολλὲς φορές, «δοῦλοι ἐκ δούλων» ὄντες, ἤξεραν τὴν ἐθνικότητά τους, ἀλλὰ δὲν ἤξεραν ἀπὸ ποιά ἀκριβῶς πόλι τῆς πατρίδος των κατάγονται, οὔτε τὸ γένος των. ὅπως, ὅταν τὸ ΙΘ’ αἰῶνα ἀπελευθερώθηκαν οἱ νέγροι τῆς Ἀμερικῆς, μερικοὶ ποὺ θέλησαν μετὰ τρεῖς αἰῶνες νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἀφρική, ἄκληροι ὄντες κι ἀγενεαλόγητοι δὲν ἤξεραν ἀπὸ ποιά φυλὴ καὶ χώρα κατάγονται. κι ὡρίστηκε γι̉ αὐτοὺς μιὰ ἀφρικανικὴ χώρα ἐπαναπατρισμοῦ τους, ἡ ὁποία ἀπ̉ αὐτοὺς ὠνομάστηκε Λιβερία (Liberia, χώρα ἀπελευθέρων). ἔτσι κι ἐδῶ στὶς Πράξεις αὐτοὶ οἱ λιβερτῖνοι (=ἀπελεύθεροι) ἦταν Ἑβραῖοι, τῶν ὁποίων οἱ πρόγονοι εἶχαν πωληθῆ ὡς δοῦλοι, κι αὐτοὶ γεννήθηκαν ὡς δοῦλοι, σὲ διάφορες χῶρες καὶ πόλεις, Κυρήνη, Ἀλεξάνδρεια, Ἀσία, Κιλικία, ἤξεραν ὅτι εἶναι Ἑβραῖοι, ἀλλὰ γένος φυλὴ καὶ πόλι καταγωγῆς δὲν ἤξεραν. κι ὅταν ἐπαναπατρίστηκαν ὡς ἀπελεύθεροι, κατοίκησαν στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ συναπάρτισαν ὅλοι μαζὶ οἱ ὁμοιοπαθεῖς καὶ ὁμόγλωσσοι - ἑλληνόγλωσσοι μία συναγωγή, τὴ συναγωγὴ τῶν λιβερτίνων. μὲ τὸ Στέφανο συζητοῦσαν αὐτοὶ εἰδικά, ἐπειδὴ γνώριζαν καλὰ ἑλληνικά, ὅπως ἐκεῖνος˙ οἱ ἐντόπιοι Ἑβραῖοι δὲν γνώριζαν τόσο καλὰ ἑλληνικά. δὲν ἦταν κόμμα, οὔτε πολιτικὸ οὔτε θρησκευτικό, ὅπως φαντάζεται ὁ Ἀγουρίδης κι ὁ κάθε Ἀγουρίδης. καὶ κυρίως δὲν εἶχαν καμμία σχέσι μὲ τοὺς μετὰ 40 χρόνια ξεβγαλμένους κι «ἀπελευθερωμένους» νικολαΐτες τῆς Μ. Ἀσίας, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης τοὺς «κατάλαβε» γιὰ λιβερτίνους = «κόμμα θρησκευτικὸ» κατὰ τὴν περαιτέρω φαντασίωσί του˙ καὶ πολὺ «προχωρημένο»˙ μὲ γυναῖκα ἀρχηγὸ στὴν ἡγεσία του! τὴν Ἰεζάβελ κιόλας. φανταστῆτε βλᾶκα Νεοέλληνα νὰ ὀνομάζῃ τὸ γιό του Ἰούδα ἢ Ἐφιάλτη ἢ τὴν κόρη του Μέγαιρα ἢ Χίμαιρα. διότι αὐτὸ λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ ὅτι «ἡ κυρία αὐτὴ ἡ προφήτισσα», ἡ σ̉ αὐτὸ «συνάδελφος τοῦ προφήτου Ἰωάννου», ποὺ τὸν ἀντιπολιτεύεται στὰ ἐκκλησιαστικὰ μαχαιρώματα, λεγόταν ἡ χαζὴ Ἰεζάβελ˙ ἢ αὐτὴ χαζὴ δηλαδὴ ἢ χαζὸς ὁ πατέρας της. καὶ εἴδατε τοῦ Ἀγουρίδου τὴν τρικλοποδιὰ στὸν Ἰωάννη; στὸ ἴδιο καζάνι τὸν βάζει ὡς προφήτη – καί γε ὡς συγγραφέα τῆς Ἀποκαλύψεως – μὲ τὴ «συνάδελφο τοῦ Ἰωάννου», στὴν προφητεία ἀσφαλῶς «συνάδελφο», τὴν Ἰεζάβελ, τὴ μαντὰμ τῶν νικολαϊτῶν. σὰ νὰ λέῃ στοὺς ἀναγνῶστες του ὁ Ἀγουρίδης˙ «Ἔλα, μωρέ, τί Ἰωάννης καὶ τί Ἰεζάβελ˙ συναδελφικὰ κι ἀντιπολιτευτικὰ μαχαιρώματα καὶ φαγωμάρες μεταξὺ νικολαϊτῶν καὶ Ἰωάννου˙ ὅλοι στὸ ἴδιο καζάνι βράζανε˙ αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀποκάλυψι, τὸ μανιφέστο τοῦ Ἰωάννου. εἶχαν σπουδάσει μαζί, Ἰωάννης καὶ Ἰεζάβελ, στὸ γι̉ Ἀφρικανοὺς κυρίως σοβιετικὸ πανεπιστήμιο «Πατρὶς Λουμούμπα» στὴ Μόσχα, στὸ τμῆμα ἀλλοδαπῶν προφητῶν - ἰνστρουκτόρων, κοιμοῦνταν κι ἕνα διάστημα μαζὶ ὡς συμφοιτηταί, ἀλλ̉ ἔπειτα οἱ δρόμοι τους χώρισαν, καὶ κάποτε βρέθηκαν σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα. ἐκείνη ἦταν Ἀνατολικογερμανίδα, ὁ Ἰωάννης ἦταν Τσετσένος, ὁπότε ἐκείνη βρέθηκε πράκτορας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως κι ὁ Ἰωάννης πράκτορας τῆς Τσετσενίας…». τί ξέρετε ἀπ̉ αὐτὰ ἐσεῖς οἱ θεολογικῶς ἀμύητοι ; καλὰ ποὺ σᾶς τὰ λέει ὁ Ἀγουρίδης δηλαδὴ ποὺ «κατάλαβε» ἐκείνη τὴν ἀγγλικὴ ἢ γερμανικὴ λέξι ἀπὸ τὸ λατινικὸ libertas. θὰ θέλατε νὰ εἶστε τοῦ ἐπιπέδου του;
            14. Δῆτε τώρα τί ἄλλο ξέρει γι̉ αὐτὴ τὴν Ἰεζάβελ ὁ βιβλικὸς Ἀγουρίδης. συνεχίζοντας τὰ προηγούμενα γράφει (σ.135)˙ «…Μιὰ προφήτισσα κυρία, συνάδελφος τοῦ Ἰωάννη,…τὸ ὄνομά της Ἰεζάβελ…πρόκειται γιὰ τὴ σύζυγο τοῦ βασιλιᾶ Ἄχαβ (Ἄχαβ τὸν λέει πάλι καὶ στὴ σελ.137), ἡ ὁποία πηγαίνοντας στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπὸ τὴν Τύρο πῆρε μαζί της θεοὺς καὶ ἱερεῖς γιὰ τὸ ἰδιαίτερο εἰδωλολατρικό της θρήσκευμα…». τὸ βασιλέα τοῦ βορείου βασιλείου Ἀχαάβ, ποὺ βασίλευε στὴ Σαμάρεια, τὸν φαντάζεται νὰ βασιλεύῃ στὴν Ἰερουσαλήμ, στὸ νότιο βασίλειο˙ ἐκεῖ σ̉ ἐκεῖνο τὸ βασίλειο νομίζει ὅτι ἦταν κι ὁ Ἠλίας, γιὰ τὸν ὁποῖο νομίζει ὅτι αὐτὸς (ὁ Ἀγουρίδης) ἔκανε μεγάλες ἔρευνες καὶ βρῆκε ὅτι ἦταν δολοφόνος. ὀνειροβατεῖ ὁ ἄνθρωπος. καὶ τὸν Ἀχαάβ, ποὺ λέγεται ἔτσι Ἀχαὰβ καὶ στοὺς Ο’ καὶ στὸ μασοριτικό, τὸν λέει Ἄχαβ, ἐπειδὴ ἔτσι ξεσηκώνει τὸ ὄνομα ἀπὸ κάποια ξενόγλωσση ἐφημερίδα. καὶ δὲν ξέρει ὅτι στὴν Π. Διαθήκη λέγεται πάντοτε Ἰερουσαλὴμ καὶ οὐδέποτε Ἰεροσόλυμα. εἶναι σὰ νὰ λέῃ˙ «Ὅταν ὁ Μέγας Ἀλεξάντερ βασίλευε στὴ Συρακόσα καὶ κατέκτησε ὁλόκληρη τὴ Σικελία». καὶ λέει τὴν Ἰεζάβελ «σύζυγο τοῦ Ἄχαβ», γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβῃ ὅτι γιὰ πολύγαμο ἡ λέξι «σύζυγος» δὲν λέγεται ποτέ, κι ὅτι ἡ λέξι αὐτὴ μὲ τὴν ἔννοια ποὺ λέγεται σήμερα ἐμφανίζεται τὸ Γ’ μ.Χ. αἰῶνα. δὲν ξέρει τί λέει. τόσο χοντρὴ ἄγνοια σὲ τόσο χοντρὰ θέματα, τέτοια καλπάζουσα μπαρουφολογία καὶ τσαπατσουλιά, τέτοιες χοντροκομμένες ἀρλοῦμπες ἔχετε ξαναδῆ; τὶς βλέπετε τώρα στὸν Ἀγουρίδη. ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δὲν ἔχει περάσει τὴ Βίβλο οὔτε μιὰ ἁπλῆ ἀνάγνωσι στὴ ζωή του. δὲν ξέρει πράγματα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ξέρῃ ἀπὸ ἐγχειρίδια τοῦ γυμνασίου. κι ἔχει καὶ «ἀπόψεις»˙ γιὰ τὴν πατρότητα κι ἑνότητά τους, γιὰ τὴν ποιότητα τῶν συντακτῶν της. ποιός; ὁ Ἀγουρίδης. οἱ ἀπόψεις τὸν μάραναν˙ ὅλα τἄχει κι αὐτὸ τοῦ ἔλειπε.
            15. Καὶ συνεχίζει ἀκάθεκτος καὶ ἀφρενάριστος (σ.137-8) τῆς ἀγνοίας του τὸ ἀνάγνωσμα˙ «Ἐδῶ (ὁ Ἰωάννης) ὑπαινίσσεται τὴ σφαγὴ τῶν ἑβδομήντα υἱῶν Ἄχαβ (sic)…κατ̉ ἐντολὴ τοῦ νέου ἀρχηγοῦ τοῦ κράτους Jehu, μὲ τὴν ἀνοχή, ἴσως καὶ τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἠλία, τοῦ πύρινου προφήτου τοῦ Γιαχβέ». φαντάζεται ὅτι ὁ Ἠλίας ζοῦσε ἀκόμη πάνω στὴ γῆ στὰ χρόνια τοῦ Ἰού. κι αὐτὸν ποὺ λέγεται στοὺς Ο’ Ἰού, στὸ μασοριτικὸ Ιευα, ὁ βιβλικὸς Ἀγουρίδης, ποὺ δὲν διάβασε τὴ Βίβλο, τὸν ξεσηκώνει ὡς Jehu ἀπὸ ἀγγλόγλωσσο ἀπόκομμα ἐφημερίδος. καὶ νομίζει ὅτι ὁ Ἠλίας ζοῦσε καὶ δροῦσε στὴν Ἰερουσαλὴμ κι ὁ Ἰοὺ βασίλευε στὴν Ἰερουσαλήμ! καὶ παραπέμπει ὅτι αὐτὸ τὸ διάβασε στὸ Δ’ Βα 10,1 ! καὶ σ̉ αὐτὰ τὰ …στοιχεῖα του βασίζεται, γιὰ νὰ βγάλῃ τὸν Ἠλία γιὰ δεύτερη φορὰ δολοφόνο. καὶ τὸν λέει εἰρωνικὰ «πύρινο προφήτη» ἐννοώντας φανατικὸ ποὺ ἀπὸ τὸ μῖσος του ἔβγαζε φωτιὰ ἀπὸ τὰ ῥουθούνια του. ὅλες αὐτὲς οἱ χοντράδες καὶ οἱ μπαροῦφες μ̉ ἀφήνουν κατάπληκτο. δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ ὅτι ἡ πολλαπλῆ ἄγνοιά του φτάνει μέχρι τέτοιο βαθμό.
            16. Γράφει (σ. 140)˙ «Νὰ ποῦμε ὅμως ὅτι, ὅπως ὁ Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, τὸ παίζει καὶ ὁ Ἰωάννης ἄσπρο – μαῦρο μὲ συμπλεγματικὴ τάσι πρὸς τὸ μαρτύριο; δὲν φαίνεται πιθανό». «τὸ παίζει ἄσπρο – μαῦρο» μεθερμηνεύεται «εἶναι μικρονοϊκὸς καὶ δύσκαμπτος μπουμπούνας», τὸ δὲ «συμπλεγματικὴ τάσι γιὰ μαρτύριο» θὰ πῇ «κομπλεξικὴ κάψα γιὰ μαρτύριο». ὁ Ἀγουρίδης γιὰ τὸν Ἰωάννη ἀμφιβάλλει ἂν ἦταν τέτοιος (ἔμοιαζε πιὸ πολὺ πρὸς τὸν Ἀγουρίδη), ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἰγνάτιο εἶναι σίγουρος (ξεκινάει σὰν ἀπὸ δεδομένο) ὅτι, ὅταν τὸν συνέλαβαν καὶ δὲν δέχτηκε ν̉ ἀρνηθῇ τὸ Χριστὸ, γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὸ κεφάλι του, ἀλλ̉ ἀποδέχτηκε τὸ μαρτύριο μὲ καρτερία, χωρὶς καμμιὰ πικρία πρὸς τὸν Κύριο καὶ χωρὶς νὰ θρηνολογῇ, ἦταν μικρονοϊκὸς μπουμπούνας διακατεχόμενος ἀπὸ μιὰ «κομπλεξικὴ κάψα γιὰ μαρτύριο», ἦταν «παλαβὸς μαρτυριολιγούρης». νὰ καὶ κάτι σωστὸ ποὺ λέει ἐπὶ τέλους ὁ Ἀγουρίδης. κι ἐγὼ ἔτσι τὸ βλέπω˙ ὅτι ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ δὲν κέρδησε ἀπὸ τὴ Βίβλο στὴ ζωή του τίποτε τὸ ὑλικὸ καὶ ἐπίγειο, κι ὅταν καταφρονηταὶ σὰν τὸν Ἀγουρίδη τὸν ὑποχρέωσαν νὰ θυσιάσῃ γι̉ αὐτὴ τὴ Βίβλο τὴ ζωή του, τὸ δέχτηκε σὰν ἄκακο ἀρνί, χωρὶς νὰ γκρινιάξῃ κατὰ τοῦ Κυρίου, ἦταν κομπλεξικὸς μπουμπούνας καὶ χοντράνθρωπος, ἐνῷ δὲν εἶναι καθόλου μὰ καθόλου κομπλεξικὸς καὶ χοντράνθρωπος ὁ Ἀγουρίδης ποὺ εἰρωνεύεται τὴ Βίβλο καὶ μιλάει ὅπως μιλάει γι̉ αὐτή, ἐπειδὴ στὴ ζωή του ἀποκλειστικὰ ἀπ̉ αὐτὴ ἔφαγε, κι ἔφαγε καὶ καλά, κι ἀκόμα τρώει. δὲν συμφωνεῖτε μαζί μου καὶ μὲ τὸν Ἀγουρίδη;
            17. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.147)˙ «Στὸ μεσσιανικὸ χωρίο Ἠσ 22,15-25, ὅπου ὁ λόγος κατὰ τοῦ Σοφνᾶ (sic), ταμία τοῦ βασιλιᾶ Ἐζεκία, ποὺ ἀνήγειρε μνημεῖο γιὰ τὸν ἑαυτό του…». 1) Στὸν Ἠσαΐα καὶ στὴ λοιπὴ Βίβλο ἀναφέρονται δύο ἄντρες μὲ τ̉ ὄνομα Σομνᾶς˙ ὁ ἱερεὺς Σομνᾶς ὁ ταμίας στὸ παστοφόριον τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου (=ταμεῖο τοῦ ναοῦ, Ἠσ 22,15˙ Α’ Πα 28,12), καὶ ὁ μεταγενέστερος Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς (= ὑπουργὸς) τοῦ βασιλέως Ἐζεκίου ὁ διαπραγματευτὴς μεταξὺ τῶν βασιλέων Ἐζεκίου καὶ Σενναχηρὶμ τοῦ Ἀσσυρίου (ὅλα τ̉ ἄλλα χωρία) . οἱ δυὸ ὁμώνυμοι ἄντρες δὲν εἶναι σύγχρονοι. ὁ Ἀγουρίδης, ποὺ δὲν τὸ ξέρει αὐτό, τοὺς ταυτίζει σὲ ἕναν. σὰ νὰ ταυτίζῃς τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, τὸ λιγνό, μὲ τὸ Βαγγέλη Βενιζέλο, τὸ χοντρό˙ τόσο ἀπέχουν χρονικῶς οἱ δυὸ Σομνᾶδες. ἐδῶ στὸ χωρίο, ποὺ ἀποπειρᾶται νὰ ἑρμηνεύσῃ, πρόκειται γιὰ τὸν προγενέστερο Σομνᾶ τὸν ἱερέα καὶ ταμία τοῦ ναοῦ. 2) ὁ ἱερεὺς - ταμίας τοῦ ναοῦ Σομνᾶς ἔζησε κι ἔδρασε ἐπὶ βασιλέως Ἄχαζ˙ εἶναι ζήτημα ἂν τότε εἶχε γεννηθῆ ὁ Ἐζεκίας, τοῦ ὁποίου ταμία τὸν «κατάλαβε» ὁ Ἀγουρίδης. 3) σ̉ ὁλόκληρη τὴ Βίβλο παστοφόρια λέγονται μόνο τὰ ταμεῖα τοῦ ναοῦ. 4) ἂν ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξεσήκωνε τὰ ξένα ὑλικὰ σερσέμικα ἀπρόσεχτα κι ἐπιπόλαια, κι ἂν ἀπὸ τὴν περικοπὴ Ἠσ 22,15-25, ποὺ λέει ὅτι ἑρμηνεύει κι ἔχει γι̉ αὐτὴ καὶ ἄποψι, ἄντεχε καὶ εἶχε ὑπομονὴ νὰ διαβάσῃ ὄχι μόνο τὸν πρῶτο στίχο 15 ποὺ διάβασε, ἀλλὰ καὶ τὸ μεθεπόμενο στίχο 17, θὰ μάθαινε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν προγενέστερο Σομνᾶ τὸν ἱερέα καὶ ταμία τοῦ ναοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἠσαΐας προφητεύει ὅτι ὁ Κύριος σαβαὼθ θὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ἱερατικὴ στολή του (ἀφελεῖ τὴν στολήν σου), γιὰ νὰ πατάξῃ τὴ ματαιοδοξία του. κι ἂν ὁ Ἀγουρίδης εἶχε τὸ ἐπιστημονικὸ τοὐλάχιστο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσῃ καὶ τὸν ἕκτο στίχο τῆς περικοπῆς, τὴν ὁποία λέει ὅτι ἑρμηνεύει, τὸν 21, καὶ τὸν καταλάβαινε κιόλας, θὰ μάθαινε ὅτι ὁ Ἠσαΐας συνεχίζει προφητεύοντας καὶ ὅτι τὴν ἱερατικὴ στολὴ τοῦ ἱερέως - ταμίου τοῦ ναοῦ Σομνᾶ ὁ Κύριος θὰ τὴ δώσῃ στὸν ἱερέα Ἐλιακὶμ τὸ γιὸ τοῦ ἀρχιερέως Χελκίου, γιὰ νὰ τὴ φοράῃ ἐκεῖνος. ὁ Ἀγουρίδης πῶς ἑρμηνεύει μιὰ περικοπὴ ποὺ δὲν διάβασε ποτέ του; φακίρης εἶναι ἢ μέντιουμ ἢ χαρτορρίχτρα; 5) τὸ χωρίο εἶναι καὶ «μεσσιανικὴ προφητεία», ἀλλ̉ εἶναι καὶ βραχυπρόθεσμη προφητεία γιὰ τὸ Σομνᾶ προσωπικά, ποὺ ἐκπληρώνεται σὲ λίγο, ὅταν ἀκόμη ζοῦν καὶ ὁ προφήτης καὶ ὁ Σομνᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἀκροαταί της, καὶ μακροπρόθεσμη γιὰ τὸ Χριστό. καὶ τέτοιες προφητεῖες εἶναι ἀναντίρρητες. τὸ ἕνα σκέλος τους, τὸ βραχυπρόθεσμο, ἀποτελεῖ ἀναντίρρητη ἐγγύησι γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ ἄλλου, τοῦ μακροπροθέσμου. κι αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν διττῶν προφητειῶν, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης δὲν φαίνεται νὰ τὶς ἀντιλήφθηκε – πότε διάβασε τρεῖς στίχους τῆς Βίβλου συνεχόμενους, γιὰ νὰ τὶς ἀντιληφθῇ; –, πρῶτον ἐγγυᾶται τὴ θεοπνευστία τῶν προφητικῶν βιβλίων ὅλης τῆς Βίβλου καὶ πείθει τοὺς εὐσεβεῖς νὰ ἐντάξουν τὰ σχετικὰ βιβλία στὸ βιβλικὸ Κανόνα, καὶ δεύτερον φέρνει ταραχὴ στὸν Ἀγουρίδη καὶ στοὺς γαυγισταρίους τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς καὶ τοὺς βάζει στουπὶ στὸ στόμα τους˙ γι̉ αὐτὸ καὶ τόσο αὐτὸς ὅσο κι ἐκεῖνοι ἀπὸ συμφώνου ἀποκρύβουν ἢ παραγνωρίζουν ἢ καὶ ἀγνοοῦν τὸ διττὸ τῆς προφητείας˙ ἀπαξιοῦν καὶ νὰ τὴ διαβάσουν. μόνο τὴν ἑρμηνεύουν κι ἔχουν γι̉ αὐτὴ κι ἀπόψεις. καὶ τοῦ Ἀγουρίδου, ὅπως βλέπετε ὁλοκάθαρα κι ἐδῶ, δὲν εἶναι δουλειά του νὰ ἔχῃ διαβάσει τὴ Βίβλο, μία φορὰ στὴ ζωή του ἔστω, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ γι̉ αὐτὴν ἀπόψεις. κι ὅταν ἔχῃ ὄρεξι, νὰ ἑρμηνεύῃ κιόλας περικοπὲς ποὺ δὲν ἔχει διαβάσει. κι ἔχει ἀπόψεις γιὰ τὴ Βίβλο ἄφθονες, νὰ μὴ βασκαθῇ. μᾶς φλόμωσε στὶς ἀπόψεις. ἂν ἀκολουθοῦσαν καὶ οἱ δικασταὶ στὴ δουλειά τους τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τοῦ Ἀγουρίδου, κι ἔβγαζαν τὶς ἀποφάσεις των, χωρὶς νὰ διαβάζουν τὶς δικογραφίες καὶ χωρὶς καμμιὰ ἀκροαματικὴ διαδικασία, δὲν θὰ εἶχαμε στὴν Ἑλλάδα τόση ἐκκρεμοδικία.
            18. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.147)˙ «Ἡ Φιλαδέλφεια …ὠνομάστηκε Νεωκόρος γιὰ τὴν πιστὴ τήρησι τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας». νομίζει ὅτι πῆρε τὸ «Νεωκόρος» σὰν κύριο ὄνομά της. διαφορετικὰ στὴ σελ. 112, ὅπου λέει «Ἡ Ἔφεσος ξεχώριζε…καὶ ὡς «νεωκόρος» τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος…», καὶ στὴ σελ. 126, ὅπου λέει γιὰ τὸ Πέργαμο ὅτι «Ἡ πόλι ὠνομαζόταν ‘δὶς νεωκόρος’ …», φαίνεται ὅτι ἔχει καταλάβει ὅτι τὸ ‘νεωκόρος’ εἶναι τίτλος κι ὄχι κύριο ὄνομα. τὴν τρίτη φορά (σ.147), ποὺ δὲν καταλαβαίνει, ξέχασε ὅτι εἶχε καταλάβει τὶς δυὸ προηγούμενες φορές! στὴν πραγματικότητα συμβαίνει κάτι τὸ ἁπλούστερο. ἐπειδὴ οἱ πληροφορίες αὐτὲς δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐρεύνης του, ἀλλὰ ξένο ὑλικὸ ξεσηκωμένο, χωρὶς παραπομπή, ἀπὸ βιβλία ἄλλων, καθὼς χειρίζεται ξένο ὑλικὸ ποὺ δὲν τὸ πολυκαταλαβαίνει, ἀνάλογα μὲ τὴ σαφήνεια τοῦ κάθε συγγραφέως, ἀπὸ τὸν ὁποῖο παίρνει κάθε φορά, ἤ, ἂν παίρνῃ συνεχῶς ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἀνάλογα μὲ τὴ βιασύνη τὴν ἀπροσεξία καὶ τὴν τσαπατσουλιά, ἀπὸ τὴν ὁποία διακατέχεται κάθε φορὰ ὁ ἴδιος ὁ Ἀγουρίδης, ἄλλοτε καταλαβαίνει κι ἄλλοτε ὄχι˙ κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς συμβαίνει κατ̉ οὐσίαν κι ὅτι δὲν ἔχει ἰδέα γιὰ τὸ θεσμὸ αὐτὸ τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ ὁ καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ.
            19. Γράφει ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι (3,9)˙ ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσιν, ἀλλὰ ψεύδονται˙ ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε. δῆτε τώρα τί «καταλαβαίνει» ἀπ̉ αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης (σ.149)˙ «Αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ ἀφώρισαν στὴν περίπτωσι τῆς Φιλαδέλφειας κάποιους ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοὺς ἀπὸ τὴ Συναγωγή τους,…». θεέ μου, τί ἀντίληψι, τί εὐστροφία πνεύματος, τί εὐφυΐα αὐτὸς ὁ Ἀγουρίδης! καὶ τί ἐμβρίθεια, τί πολυμάθεια, τί κατάρτισι!
            20. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.154)˙ «Τὴν ἐκκλησία (τῆς Λαοδικείας) ἵδρυσε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Παύλου, μᾶλλον ὁ Ἐπαφρᾶς (Πρ. 19,10)». γιὰ τὴν «πληροφορία» του αὐτὴ παραπέμπει στὶς Πράξεις, σὲ χωρίο ὅπου κάτι τέτοιο δὲν λέγεται οὔτε μὲ ὑπαινιγμό. κάτι λιγώτερο κι ἀπὸ ὑπαινιγμό, κάποιο στοιχεῖο δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δρομολογήσῃ κανεὶς μιὰ ὑπόθεσι μόνο, ὑπάρχει στὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς Ἐπιστολή (4,12-13), τὴν ὁποία ὁ Ἀγουρίδης οὔτε κἂν ὑπαινίσσεται. ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει τί λέγεται στὶς Πράξεις ἐκεῖ ποὺ παραπέμπει, οὔτε ποῦ στὴν Κ. Διαθήκη λέγεται κάτι τέτοιο, οὔτε ἀνοίγει νὰ διαβάσῃ. τόσο τὴν πληροφορία ὅσο καὶ τὴν ἄσχετη παραπομπὴ τὰ ξεσηκώνει σὰ δεξιὰ μόνο παντόφλα κι ἀριστερὸ μόνο τσόκαρο ἀπὸ βιβλία ἄλλων μὲ τὴ γνωστὴ μέθοδό του Πληκάξξυ Γισυβίκου (=πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ συρραφὴ βιβλίου - κουρελοῦς).      
           21. Ἀπὸ μαργαριτάρια γενικῆς γραμματομαθείας καὶ μορφώσεως βρίσκει κανεὶς στὰ γραπτὰ τοῦ Ἀγουρίδου πολλὰ γιαλιστερὰ ἐκπληκτικὰ καὶ γουστόζικα. σ̉ αὐτὰ ­– νὰ λέμε καὶ τὸ δίκαιο ­– εἶναι ἁπλοχέρης καὶ πλουσιοπάροχος. βρίσκει κανεὶς καὶ οὐσιαστικὸ «ἀποκαλυπτής» (σ. 75 «ἀποκαλυπτὴς ἄγγελος»), καὶ ῥῆμα «παρασεινοικάζω» (σ. 107 «παρασεινοικάζεται πρὸς ἄγγελο»), σύνθετο ἀπὸ τὶς προθέσεις «παρὰ» καὶ «σεῖν» καὶ τὸ ῥῆμα «οἰκάζω» ἀπὸ τὸ «οἶκος» ἢ τὸ «οἰκολογία» ἢ τὸ «οἰκοσύστημα»! βρίσκει καὶ «Ἰσραηλινοὺς» (sic) τῶν ἡμερῶν τοῦ Μωϋσέως (σ.127), καὶ τοὺς τρεῖς χρόνους τοῦ ὀνόματος Ἀντίπας, ποὺ εἶναι κατὰ τὴ γραμματικὴ τοῦ Ἀγουρίδου στὸ κείμενο Ἀντιπᾶς (σ.124), στὴ μετάφρασι Ἀντύπας (σ.125), καὶ στὰ σχόλια Ἀντιπάς (σ.126), καὶ τὴν ἀμίμητη ἐτυμολόγησι «Ἡ ὀνομασία Ἀντιπὰς εἶναι σύντμησι τῆς γενικῆς Ἀντίπατρος»! (σ. 126˙ ξέρει καὶ τὴ γενικὴ ὁ Ἀγουρίδης!). θὰ μᾶς τρελλάνῃ. κι ἐγὼ τὸ νόμιζα γι̉ ἀνέκδοτο ἐκεῖνο ποὺ λὲν γιὰ τὸ τριγενὲς καὶ τρικατάληκτο ἐπίθετο «ὁ τρύγος ἡ τρυγὼν τὸ τρίγωνον». καὶ νὰ ποὺ εἶναι ἐπίσημη γραμματικὴ τοῦ Ἀγουρίδου. ἐπιλείψει με ὁ χρόνος συλλέγοντα τέτοια ἀστραφτερὰ μαργαριτάρια τοῦ Ἀγουρίδου καὶ πέρλες καὶ πάρλες καὶ παρλαπίπες. ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ εἶχε τὸν ὅμοιό του, ἂν δὲν ἤκμαζαν στὸν αἰῶνα του ὁ Γαλίτης κι ὁ Καϊμάκης.                  
 
Μελέτες 2 (2008)
 
 

 
 8. Ο κ.ΣΟΥΔΑΣ
 
            Μπαίνει μὲς στὴ νύχτα στὸ κατάστημα χωρὶς φακό, παίρνει στὰ τυφλὰ 5 ἀριστερὰ ἄρβυλα, 3 δεξιὲς παντόφλες, 7 ἀριστερὰ τσόκαρα, ἕνα πακέτο μὲ καπάκια ἀπὸ ἄδειες κοῦπες γιὰ ταραμᾶ, τρία κουτιὰ βίδες ἀγνώστου χρήσεως, καὶ ἄλλα τέτοια πράγματα. ὅταν πάῃ στὸ σπίτι του, βλέπει ὅτι δὲν ξεσήκωσε τίποτε τὸ χρήσιμο ἢ ποὺ νὰ γνωρίζῃ τὴ χρῆσι του. αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ μέθοδος τοῦ Γαλίτη, μὲ τὴν ὁποία εἶναι συρραμμένες ὅλες οἱ ἐργασίες του κι ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ ἑρμηνευτικό του ὑπόμνημα στὴν Πρὸς Τίτον Ἐπιστολή˙ ἡ περίφημη μέθοδος Πληκάξξυ Γισυβίσκου(=πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀγχωτικὸ ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ συρραφὴ βιβλίου – σκουπιδαριοῦ)˙ τὴ χρησιμοποιεῖ κι ὁ Ἀγουρίδης.
            Τὸ ἐν λόγῳ ὑπόμνημα τοῦ Γαλίτη εἶναι ὅ,τι πιὸ φτωχὸ μπορεῖ νὰ παρασκευαστῇ ἀπὸ ἄνθρωπο χωρὶς ἐπιστημονικὴ κατάρτισι, ἕνα μάτσο καλὰ λόγια καὶ φτηνά. μοιάζει μ̉ ἐκεῖνα τὰ βοηθήματα καταχητικῶν μαθημάτων, ποὺ ὅλο κι ὅλο λὲν ὅτι «Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἀπὸ πάνω, ἡ γῆ εἶναι ἀπὸ κάτω, ὁ ἀέρας εἶναι στὴ μέση, κι ἡ θάλασσα εἶναι ἀπὸ νερό, οἱ ἄγγελοι εἶναι καλοί, ὁ διάβολος καὶ οἱ δικοί του εἶναι κακοί, οἱ καλοσύνες εἶναι καλὰ πράματα, οἱ ἁμαρτίες εἶναι κακὰ πράματα, καὶ πρέπει νὰ εἴμαστε καλοί, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε κακοί». σ̉ ἕνα σημεῖο ὅμως μπροστὰ μπροστά, ὅπως εἶναι μπροστὰ τοῦ λιονταριοῦ ἡ χαίτη, γιὰ νὰ φοβερίζῃ τὰ ζῷα, στὸ Ττ 1, 12, ὁ Γαλίτης ἔβαλε τὰ δυνατά του, γιὰ νὰ μᾶς δείξῃ «τίνος τὰ παιδιὰ τρῶν ἀρτυμένο». σὰν σὲ βιτρίνα ἔχει συσσωρευμένο ἄφθονο ἐρευνητικὸ ὑλικὸ ξεσηκωμένο ἀπὸ ἐγκυκλοπαίδειες καὶ ἐργασίες ἄλλων, ποὺ τὸ παίρνει, χωρὶς νὰ παραπέμπῃ στὴν πηγή του, μὲ τόσο ἀδέξιο τρόπο, ὥστε νὰ μᾶς δείχνῃ ἀνάγλυφα τί δὲν ξέρει καὶ τί δὲν καταλαβαίνει .            
            Στὸ Ττ 1,12 λοιπὸν ὁ Παῦλος, παραθέτοντας ἕναν πλήρη ἐπικὸ στίχο ἀποδιδόμενο ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἤδη στὸ θρυλικὸ Ἐπιμενίδη, Κρητικὸ μάντι τοῦ Ζ’ π.Χ. αἰῶνος, γράφει στὸν Τίτο˙ Εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης˙
            Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί.
κι ὁ Γαλίτης ἑρμηνεύοντας συσσωρεύει τὸ ὑλικὸ ποὺ μάζεψε, ἀπ̉ ὅπου καὶ ὅπως τὸ μάζεψε, χωρὶς νὰ δίνῃ οὔτε μία παραπομπὴ στὰ βιβλία ποὺ γδέρνει, ἀλλὰ δίνοντας μόνο τὶς παραπομπὲς τοῦ ἐρευνητικοῦ ὑλικοῦ, τὶς ὁποῖες βρῆκε ἕτοιμες στ̉ ἀδικούμενα βιβλία, δίνοντας ἔτσι τὴν ἐντύπωσι ὅτι αὐτὸς τὰ βρῆκε κι αὐτὸς παραπέμπει στὶς ἀρχαῖες πηγές. ὅπως κόβει ὅμως κι ὅπως ῥάβει, δείχνει ἀκριβῶς ὅτι δὲν εἶναι δικά του εὑρήματα, οὔτε τὰ καταλαβαίνει.      
            Γράφει λοιπὸν ὁ Γαλίτης˙ «Ποιός εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ ἑξαμέτρου αὐτοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Παῦλος;». «συγγραφέας τοῦ ἑξαμέτρου»! δὲν θὰ τὄλεγε οὔτε μαθητὴς γυμνασίου. σὰ νὰ λέῃ˙ «Ὁ συγγραφέας τῆς Ἰλιάδος».
            Συνεχίζει˙ «Σὲ κάποιον Ὕμνο στὸ Δία … ποὺ ἀποδίδεται στὸν Κυρηναῖο Καλλίμαχο διαβάζουμε˙
…………………………………………………………..
Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται˙ καὶ γὰρ τάφον, ὦ ἄνα, σεῖο
……………..» (παραθέτει 4 στίχους).
σὰ νὰ λέῃ˙ «Σὲ κάποια Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου». δὲν εἶναι «κάποιος»˙ εἶναι ἕνας περίφημος κι ἐκτεταμένος, ὁ πασίγνωστος «Ὕμνος εἰς Δία», τοῦ διασήμου Καλλιμάχου, μεγάλου Ἀλεξανδρινοῦ γραμματικοῦ καὶ ποιητοῦ τοῦ Γ’ π.Χ. αἰῶνος, τοῦ πρώτου μεγάλου γραμματολόγου τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου ταξινόμου τῆς περίφημης βιβλιοθήκης τῆς Ἀλεξανδρείας. ὅταν ἕνας τὸν λέῃ Κυρηναῖο, ἔτσι σὲ ἀναφορὰ ῥουτίνας μάλιστα, εἶναι σὰν ἐκεῖνον ποὺ θἄλεγε «Ἡ λέξι αὐτὴ συναντᾶται στὸ ἐδάφιο 6 τοῦ κεφαλαίου Π μιᾶς Ἰλιάδος τοῦ Σμυρναίου συγγραφέως Ὁμήρου». ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται καὶ ποῦ βρίσκεται. φυσικὰ δὲν ἔχω τὴ σκληρὴ ἀπαίτησι νὰ ξέρῃ ὁ Γαλίτης τὸν Καλλίμαχο, ἀλλ̉ ἁπλῶς θέλω νὰ πῶ ὅτι μόνος του δείχνει ὅτι τὸ ἐρευνητικὸ ὑλικό, ποὺ φτυαρίζει ἀπ̉ ἀλλοῦ καὶ συσσωρεύει στὸ δικό του γραπτό, τοῦ εἶναι terra incognita. κι αὐτὸ τὸ κάνει συνεχῶς καὶ δὲν ἔχει αἴσθησι τοῦ τί πιάνει καὶ τί κάνει. φαντάζεται μόνον ὅτι, ὅταν κάποιος κλείνεται στὸ γραφεῖο του ἢ στὸ σπίτι του, καὶ δὲν τὸν βλέπῃ κανείς, κι ὅλη τὴν ὥρα φτυαρίζῃ ξένο ὑλικὸ ἀπὸ βιβλία ἄλλων, μὲ τὴν ἀγχώδη βουλιμία καὶ βιάση τοῦ οὕτω πως φτυαρίζοντος τὰ ξένα πράγματα, καὶ τὸ συσσωρεύει στὸ δικό του γραπτό, καὶ πάνω στὸ σωρὸ γράφῃ «Βιβλίο μου», ἀφοῦ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς μὰ κανεὶς νὰ τὸ κάνῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν̉ ἀποδείξῃ κανεὶς ὅτι ξένο ὑλικὸ φτυαρίζει. τέτοια ἀμμοληψία καὶ τέτοιο τσουβάλιασμα, ποὺ γίνεται μὲ κλειστὴ τὴν πόρτα τοῦ γραφείου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀντιληφτῇ κάποιος καὶ νὰ τὸ ἐξιχνιάσῃ; ἔτσι διανοεῖται.
            Καὶ συνεχίζει ˙ «Αὐτὸν τὸν Καλλίμαχο θεωρεῖ ὁ Θεοδώρητος ὡς τὸν ʺπροφήτηʺ τῶν Κρητῶν ποὺ ἀναφέρει ὁ Παῦλος …»! παρ̉ ὅλο ποὺ παραπάνω τὸν εἶπε Κυρηναῖο˙ ὁ Γαλίτης βέβαια˙ ὄχι ὁ Θεοδώρητος, ὁ ὁποῖος οὔτε Κυρηναῖο οὔτε «προφήτη τῶν Κρητῶν» λέει πουθενὰ τὸν Καλλίμαχο. λέει ὁ Θεοδώρητος˙ Οὐκ Ἰουδαίων προφήτης Καλλίμαχος, … ἀλλ̉ Ἑλλήνων ποιητής˙… τοὺς Κρῆτας ὠνόμασε ψεύστας (Εἰς Ττ 1,12 PG 82,86lb). ὁ Γαλίτης δὲν εἶδε τὸ κείμενο τοῦ Θεοδωρήτου˙ τὸ εἶδε ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὸ ὑλικὸ φτυαρίζει ὁ Γαλίτης, χωρὶς φυσικὰ καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνῃ˙ σὰ νὰ τσουβάλιασε δυὸ ἀριστερὰ τσόκαρα. οὔτε παραπομπὴ στὸ Θεοδώρητο ἔχει ὁ Γαλίτης˙ ἢ διότι δὲν κατάλαβε ὅτι μαζὶ μὲ τὴ γνώμη τοῦ Θεοδωρήτου ἔπρεπε νὰ φτυαρίσῃ καὶ τὴν παραπομπή    — ξέρει ἆραγε ὅτι αὐτὰ πᾶνε μαζί; ‒ ἢ διότι ὁ ξένος ἐκεῖνος ποὺ ἐρεύνησε τὸ Θεοδώρητο, δὲν εἶχε παραπομπὴ στὸ Θεοδώρητο, ἐπειδὴ τὸν χρησιμοποιεῖ στὸ ὑπόμνημά του κατ̉ ἐξακολούθησι καὶ παραπέμπει ad hoc. ὁ Γαλίτης ὅμως δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ Θεοδώρητο κατ̉ ἐξακολούθησι, κι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ παραπομπή˙ ποῦ νὰ τὴ βρῇ ὅμως;
            Συνεχίζει ὁ Γαλίτης ἀκάθεκτος˙ «… Ἐνῷ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δὲν κατονομάζει κανένα». αὐτὸ πάλι ποῦ κολλάει; δὲν ξέρει βέβαια, οὔτε καταλαβαίνει τί γίνεται. πῆρε μιὰ δεξιὰ παντόφλα, κι ἔφυγε γρήγορα, χωρὶς νὰ δῇ πίσω του. προφανῶς στὸ φτυαριζόμενο βιβλίο ὁ συγγραφεύς του ἔλεγε ὅτι ὁ τῆς ἴδιας ἀντιοχειανῆς σχολῆς ἀρχαιότερος τοῦ Θεοδωρήτου καὶ δάσκαλος τοῦ Θεοδωρήτου Θεόδωρος δὲν ἀναφέρει τὴν πηγὴ τοῦ στίχου˙ κι ἀπὸ ποῦ ἆραγε νὰ ἔχῃ τὴν πληροφορία ὁ Θεοδώρητος; μήπως ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ σχολὴ ποὺ γνωρίζει ὡς χρήστη τοῦ ἐπιμενιδείου στίχου τὸν Ἀλεξανδρινὸ Καλλίμαχο ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἀλεξανδρέως Κλήμεντος τὸ βραδύτερο; ὁ Γαλίτης ὅμως, εἴπαμε, πῆρε μόνο τὴ δεξιὰ παντόφλα.
            Συνεχίζει ὁ Γαλίτης χωρὶς συναίσθησι τοῦ τί γίνεται˙ «Ἀντιθέτως οἱ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς (Στρωμ. 1, 59) καὶ Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀποδίδουν τὴν πατρότητα τοῦ ἑξαμέτρου στὸν Ἐπιμενίδη καὶ μάλιστα στὸ βιβλίο του Χρησμοί (Oracula)». ἀφῆστε τὸ γαλίτειο συντακτικὸ «ἀποδίδειν τὴν πατρότητα… στὸ βιβλίο Χρησμοί», γιατὶ θὰ νυχτώσουμε. ὁ ξένος συγγραφεὺς τοῦ φτυαριζομένου βιβλίου ἔλεγε ὅτι οἱ δυὸ μεγάλοι καὶ ἀρχικοὶ δάσκαλοι τῶν δυὸ ἑρμηνευτικῶν σχολῶν, Κλήμης καὶ Χρυσόστομος (PG 62, 676 - 7), γνωρίζουν τὴν προέλευσι τοῦ στίχου ἀπὸ τοὺς χρησμοὺς τοῦ θρυλικοῦ Ἐπιμενίδου, ὁ ἐνδιάμεσος Θεόδωρος δὲν λέει τίποτε, κι ὁ χρονικὰ ἔσχατος Θεοδώρητος ἀναφέρει μόνο τὴ χρῆσι τοῦ ἐπιμενιδείου στίχου ἀπὸ τὸν Καλλίμαχο τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων. ὁ Γαλίτης, ποὺ τίποτε ἀπ̉ αὐτὰ δὲν κατάλαβε, πῆρε βιαστικὰ τὸ ξένο κόκκινο ἄλογο, καὶ ὄχι μόνο ἔβαψε τὰ λευκὰ σημάδια τῶν ποδιῶν καὶ τοῦ μετώπου του κόκκινα, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται τίνος εἶναι τὸ ἄλογο, πρᾶγμα ποὺ τὸ κάνουν κι ἄλλοι βέβαια, ἀλλ̉ αὐτός, γιὰ νὰ τὸ κάνῃ πιὸ διαφορετικό, τοῦ ἔκοψε καὶ τὴν οὐρὰ καὶ τὴν κόλλησε στὸ κούτελο τοῦ ἀλόγου˙ γιατὶ ὁ Θεοδώρητος ἀπὸ τὸ τέλος πῆγε στὴν ἀρχὴ καὶ ὁ Κλήμης μὲ τὸ Χρυσόστομο, ἂν καὶ μέτωπο, βρέθηκαν πιὸ πίσω ἀπὸ τὴν οὐρά, τὸ Θεοδώρητο. ὅ,τι σημείωσα γιὰ τὸ ad hoc τοῦ Θεοδωρήτου, ποὺ ὁ Γαλίτης τὸ ἔκανε μηδέν, ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Χρυσόστομο, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν δίνει καμμία παραπομπή, ἔκανε πάλι τὴν ἴδια δουλειὰ ὁ Γαλίτης. ἡ δὲ παραπομπή «του» στὸν Κλήμεντα «Στρωμ. 1, 59» εἶναι ἀνύπαρκτη. δὲν ὑπάρχει τέτοιο κεφάλαιο τῶν Στρωματέων. ἡ ἀριστερὴ παντόφλα τοῦ ἔπεσε τοῦ Γαλίτη στὸ δρόμο, καθὼς ἔφευγε ὁλοταχῶς. ὁ Κλήμης τὸ λέει αὐτὸ στὸ Στρωμ. 1, 14 (ΒΕΠ 7, 259). λέτε ἐκείνη ἡ δεξιὰ παντόφλα «7, 259» ἀπὸ σελίδα ποὺ ἦταν νὰ ἔγινε μὲ δαρβίνειο ἐξέλιξι ἀριστερὴ παντόφλα, δηλαδὴ κεφάλαιο «1, 59»; ἢ μήπως μὲ ὀβελισμὸ κατὰ τὴν κριτικὴ κειμένου ἡ παραπομπὴ ἔγινε 1,[14 ΒΕΠ 7, 2]59; ἀπὸ τὸ Γαλίτη ὅλα νὰ τὰ περιμένῃ κανείς˙ ὁ ἄνθρωπος ἔτρεχε, κι ὅ,τι τοῦ ἔπεφτε στὸ δρόμο, δὲν γύριζε νὰ τὸ πάρῃ. τὸ «χρησμοὶ» στὰ γερμανικὰ ὡς οὐσιαστικὸ γράφεται μὲ τὸ ἀρχικό του γράμμα κεφαλαῖο˙ κι ὁ Γαλίτης τὸ πέρασε γιὰ τίτλο βιβλίου τοῦ Ἐπιμενίδου˙ γι̉ αὐτὸ γράφει˙ «… στὸ βιβλίο του Χρησμοί (Oracula)». δὲν καταλαβαίνει ὅτι τὸOracula δὲν εἶναι τίτλος βιβλίου τοῦ Ἐπιμενίδου, ἀλλ̉ ὅτι ἁπλῶς τὴ λατινικὴ αὐτὴ ἁπλῆ λέξι oracula, ἐντεταγμένη ὅμως μέσα σὲ γερμανικὸ κείμενο, ὁ Γερμανός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο κάνει τὴν κρυφὴ ἀμμοληψία του ὁ Γαλίτης, τὴν ἔγραφε μὲ τὸ ἀρχικό της   γράμμα κεφαλαῖο, ἐπειδὴ ἔτσι γράφουν οἱ Γερμανοὶ ὅλα τὰ οὐσιαστικά. γιατί, κι ἂν ἦταν τίτλος, ὁ Γαλίτης, ποὺ τάχα «εἶδε» αὐτὸ τὸ «βιβλίο» τοῦ Ἐπιμενίδου, θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρῃ πῶς εἶναι ὁ τίτλος του στὰ ἑλληνικά. εἶναι σὰ νὰ λέῃ ὁ Γαλίτης σὲ Ἕλληνες˙ «Ὁ Ἡρόδοτος στὸ ἔργο του Historiaλέει αὐτὸ κι αὐτό»! ψόφια γλαῦκα εἰς Ἀθήνας. βρῆκε πλαστικὸ καπάκι ἀπὸ κουπάκι ταραμᾶ, καὶ τὸ πῆρε ἔτσι σκέτο. ὄχι θὰ τ̉ ἀφήσῃ νὰ τὸ χαίρεται ὁ ἄλλος!
            Καὶ συνεχίζει ὁ Γαλίτης˙ «Τὸ δάνειο αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει κι ὁ Ἐπιφάνιος (Αἱρέσ. 42)». ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶδε ποτέ του τὸν Ἐπιφάνιο ὁ Γαλίτης. τὸ σχετικὸ ἔργο τοῦ Ἐπιφανίου ἐπιγράφεται Πανάριον˙ κι ἐπειδὴ τὰ 80 κεφάλαιά του εἶναι ἐκθέσεις γιὰ ἰσάριθμες αἱρέσεις, οἱ ξένοι τὸ λὲν ἐξώδικα Contrahaereses, κι ὅταν παραπέμπουν, λένε Haeres.(is) 42,10,2. αὐτὸ τὸ Αἵρεσ.(ις) τὸ εἶδε ὁ Γαλίτης καὶ τὸ ἔγραψε «Aἱρέσ.»˙ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε δείχνει μόνο ὅτι δὲν καταλαβαίνει τί γίνεται˙ φτυαρίζει ἕτοιμο ξένο ὑλικὸ ἀγνώστου σημασίας γι̉ αὐτόν˙ γι̉ αὐτὸ γράφοντας Αἱρέσ. 42 καὶ μὴ ξέροντας ὅτι αὐτὸ τὸ 42 εἶναι 123 σελίδες, παίρνει μόνο τὸ ἀριστερὸ τσόκαρο καὶ τρέπεται σὲ φυγή. ἡ πλήρης παραπομπὴ εἶναι 42, 123 (PG 41, 793 bc ἢ GCS 2, 169).
            Συνεχίζει˙ «Ἐξ ἄλλου καὶ σὲ σχετικὸ σχόλιο στὴ Σειρὰ (Catena), ποὺ ἀποδίδεται … στὸν Οἰκουμένιο καὶ εὑρίσκεται στὸν cod. Marc. 33, φ. 314 (ed. K. Stabb aus der griechischen Kirche, Münster 1933, σελ. 461) διαβάζουμε: Ἐπιμενίδου Κρητὸς μάντεως ὁ χρησμός. κέχρηται δὲ καὶ ὁ Καλλίμαχος τῇ χρήσει ἐν τῷ ὑπ̉ αὐτοῦ ῥηθέντι Εἰς τὸν Δία ὕμνῳ. φαίνεται ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ ἄποψι εἶναι ὅτι ὁ Καλλίμαχος μιμήθηκε τὸ στίχο τοῦ Ἐπιμενίδη, στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποδώσουμε τὴν πατρότητά του». αὐτὰ ὁ Γαλίτης, ποὺ καὶ πάλι δὲν ξέρει τί λέει ˙ δὲν ξέρει ἐπίσης πῶς λειτουργεῖ στὴ σημασία καὶ στὴ σύνταξι ὁ ὅρος «πατρότης». ὁ Καλλίμαχος δὲν μιμήθηκε τὸ στίχο τοῦ Ἐπιμενίδου, ἀλλὰ παρέθεσε˙ καὶ παρέθεσε ὄχι ὁλόκληρο τὸ στίχο, ὅπως ὁ Παῦλος, ἀλλὰ μόνο τὸ πρῶτο ἡμιστίχιό του. αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ ὁ Γαλίτης, ἂν ἤξερε τί τοῦ γίνεται, καὶ νὰ συμπεράνῃ τὸ ἁπλὸ καὶ σωστό, ὅτι ὁ Παῦλος τὸν Καλλίμαχο οὔτε ποὺ τὸν κύτταξε, ἀλλ̉ ἀπὸ τὸν Ἐπιμενίδη κατ̉ εὐθεῖαν παίρνει τὸ στίχο ὁλόκληρο. καὶ ἡ ἀρχαία Σειρὰ λέει γιὰ τὸν Καλλίμαχο κέχρηται καὶ χρήσει, δηλαδὴ «παραθέτει» καὶ «παράθεμα», κι ὄχι «μίμησι», ὅπως καταλαβαίνει στραβὰ ὁ Γαλίτης, ἐπειδὴ οὔτε ἀπὸ τὴ Σειρὰ μπορεῖ νὰ βοηθηθῇ γιὰ νὰ καταλάβῃ. καὶ εἶναι Staab, καὶ ὄχι Stabb ὅπως γράφει ὁ Γαλίτης. συνεχῶς λερωμένα καπέλλα καὶ μεταχειρισμένες σφουγγαρίστρες παίρνει ἀπὸ κεῖ ποὺ παίρνει ὅ,τι παίρνει. κι ἐπειδὴ ἀποκρύβει ἀπὸ ποιόν ἑρμηνευτὴ παίρνει, φανταζόμενος ὅτι τὸ ξένο ὑλικὸ τὸ παίρνει σωστά, γιὰ νὰ φανῇ ὅτι, «νὰ ντέ», δίνει καὶ παραπομπή, δίνει τὴν παραπομπὴ τῆς κριτικῆς ἐκδόσεως τῆς Σειρᾶς, σὰ νὰ βρῆκε τὴ γνώμη τοῦ Οἰκουμενίου ἐκεῖ αὐτὸς ὁ ἴδιος (ὁ Γαλίτης)˙ καὶ δὲν παραπέμπει στὸν ξένο ἑρμηνευτὴ ἀπὸ τὸν ὁποῖο παίρνει! καὶ τὴ δίνει τὴν παραπομπὴ τῆς Σειρᾶς πολὺ πληθωρικά, μὲ κώδικα καὶ φύλλο κώδικος, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα βέβαια γιὰ τὴν κριτικὴ ἔκδοσι, ἀλλὰ τελείως περιττὰ καὶ ἀσυνήθιστα γιὰ τὸ χρήστη της. εἶναι τὸ ἄλλοθι τοῦ Γαλίτη αὐτό˙ καὶ τὸ φαντάζεται γιὰ τέλειο ἄλλοθι.
            Κι ἀφοῦ ὁ Γαλίτης ἔδειξε τὴ θεολογική του κατάρτισι κι ἐμβρίθεια, θέλησε νὰ μᾶς δείξῃ καὶ τὸ φιλολογικό του τεμπεραμέντο˙ καὶ τὸ στραπάτσο του εἶναι σκέτη αὐτοκαταστροφή. τσουβάλιασε καὶ μερικὰ λήμματα ἐγκυκλοπαιδειῶν καὶ τ̉ ἅπλωσε ὅλα σὰ δική του ἔρευνα γύρω ἀπὸ τὸν Ἐπιμενίδη, κατὰ τὴν ὁποία ἀνακάλυψε ποιός εἶναι τέλος πάντων αὐτὸς ὁ Ἐπιμενίδης, παρ̉ ὅλο ποὺ αὐτὴ ἡ ξένη φτυαρισμένη ἔρευνα, μὲ τὰ πιθανὰ πατρώνυμα καὶ μητρώνυμα τοῦ θρυλικοῦ Ἐπιμενίδου, εἶναι τελείως περιττὴ γιὰ τὸ ἑρμηνευτικό του ὑπόμνημα καὶ τελείως ἀταίριαστη στὰ φτωχὰ καὶ μικρούτσικα μέτρα τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ˙ σὰ νὰ φορᾷς σὲ γίδα σέλλα, ἀναβολεῖς, καὶ χαλινάρια. τοῦ χρησιμεύει μόνο γιὰ νὰ φανῇ μὲ πόση βουλιμία παίρνει τὸ ξένο ὑλικό, γιὰ νὰ τὸ παρουσιάσῃ γιὰ δικό του, καὶ πόσο δὲν καταλαβαίνει τί τοῦ χρειάζεται καὶ τί εἶναι καὶ τί σημαίνουν αὐτὰ ποὺ παίρνει.
            Στὴ φιλολογικὴ αὐτὴ ἔρευνα τοῦ Γαλίτη κυριαρχεῖ ὁ κ. Σούδας. (ἡ) Σούδα, ὅτι εἶναι ὁ τίτλος τῆς ἀρχαίας ἐγκυκλοπαιδείας, ποὺ στὰ χειρόγραφα τιτλοφορεῖται ὡς (τοῦ) Σουΐδα  (ἡ) Σούδα, εἶναι πρότασι τῶν Μaas καὶ Dölger ( βρῆκαν τὴ γραφὴ  Σούδα στὸ κριτικὸ ὑπόμνημα τῆς ἐκδόσεως τῆς A. Adler)˙ ἐνῷ ἡ δική μου πρότασι (βλ. Κ. Σιαμάκη, Σούμμα, στὰ Βυζαντινὰ 17 (1994), σ. 83 - 91), ἡ ὁποία ἐπικροτήθηκε καὶ διεθνῶς (βλ. Byzantinische Zeitschrift 89 (1996), σ. 145) εἶναι ὅτι εἶναι (ἡ) Σούμμα, ἐπειδὴ ἔτσι λέγονταν κατὰ τὸ μεσαίωνα οἱ ἐγκυκλοπαίδειες, ὅπως ἡSummatheologica τοῦ Θωμᾶ Ἀκινᾶ, ἢ ἡ τοῦ Ἀντωνίνου Φλωρεντινοῦ, ἢ ἡ Summaiurisτοῦ Burchardus, κλπ.. οἱ παλιότεροι εἰδικοὶ τὸ (ἡ) Σούδα τὸ ἐννόησαν ὡς ἀρκτικόλεξο Σ.Ο.Υ.Δ.Α., ἀλλ̉ ὁ Γαλίτης τὸ πέρασε γιὰ ὄνομα ἀντρός, «ὁ Σούδας»! καὶ συνεχῶς λέει˙ «σ. 206 κατὰ τὸν Σούδα…, ὁ Σούδας…, ὁ Σούδας…, ὁ Σούδας…, σ. 207 ὁ Σούδας… κατὰ τὸν Σούδα…, ὁ Σούδας…, κατὰ τὸν Σούδα…». μόνο ἂν εἶχε καὶ μουστάκια ὁ κ. Σούδας δὲν μᾶς λέει. σὰ νὰ λέῃ κάποιος «ὁ κ. Βέπης (=Β. Ε. Π.)», ἢ «ὁ Δ. Ε. Η. ς» καὶ «κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Δ. Ε. Η.» καὶ «εἶδα τὸν κ. Δ. Ε. Η. ν», κλπ. , ἢ σὰν ἐκεῖνον στὴ ῥαδιοφωνικὴ διαφήμισι ποὺ ἐρωτεύτηκε τὴ δεσποινίδα Ἔμυ (=Ε. Μ. Υ. ) ποὺ λέει τὸ δελτίο καιροῦ! εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Γαλίτης τὸ Σούδα τὸ φαντάστηκε ὡς γενικὴ ἀντρικοῦ ὀνόματος, ὁ Σούδας, τοῦ Σούδα! σὰ νὰ λέμε Τὰ μπατζάκια τοῦ κ. Σούδα. δὲν θὰ τὸ πίστευα ὅτι γίνονται τέτοια πράγματα καὶ στὴν πραγματικότητα, ἂν δὲν ζοῦσα στὸν αἰῶνα ποὺ ἤκμασε ὁ Γαλίτης, ἂν δὲν διάβαζα τὸ περισπούδαστο σύγγραμμά του, κι ἂν δὲν ἤμουν βέβαιος ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι χιουμοριστικὴ κωμῳδία, ἀλλ̉ ἑρμηνευτικὸ ὑπόμνημα. εἶναι λοιπὸν ἡ Σούμμα, ἢ ἔστω ὁ Σουΐδας, ἢ ἡ Σούδα τέλος πάντων. δὲν ὑπάρχει πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς φιλολογίας ἢ νεαρὸς πτυχιοῦχος τῆς θεολογίας ποὺ νὰ μὴν τὴν ξέρῃ˙ ὁ Γαλίτης ὅμως τὄκανε κι αὐτὸ τὸ θάμα, δὲν τὴν ξέρει˙ καὶ τὴν ἔκανε καὶ ἄντρα, ἀλλάζοντάς της καὶ τὸ φῦλο καὶ τὰ πετρέλαια. εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστῇ κανεὶς τί δὲν ξέρει ὁ Γαλίτης καὶ τί δὲν καταλαβαίνει. καὶ δὲν τὸν ἀναφέρει τὸν κ. Σούδαν ὁ Γαλίτης μία φορὰ οὔτε δύο˙ ὀχτὼ φορὲς σὲ δυὸ σελίδες˙ καὶ σὲ δυὸ πτώσεις καὶ μὲ πολλὲς συντάξεις. ἔτσι γιὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ τυπογραφικὸ λάθος καὶ τὰ ῥίχνῃ στὸ «δαίμονα τοῦ τυπογραφείου». ὀχτὼ ἀριστερὰ τσόκαρα πῆρε ὁ Γαλίτης ἀπὸ τὸ ξένο ἔργο ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὰ πῆρε. καλλίτερα τοῦ ἦταν νὰ κατάπινε ἕνα μαγκάλι ἀναμμένα κάρβουνα.
            Καὶ φροντίζει ὁ Γαλίτης νὰ διακρίνῃ τὸ θρυλικὸ Κρητικὸ μάντι Ἐπιμενίδη ἀπὸ κάποιον ἐλάχιστα γνωστὸ ὁμώνυμό του Ἀθηναῖο Ἐπιμενίδη, πρᾶγμα ποὺ κάνουν φυσικὰ οἱ ἐγκυκλοπαίδειες καὶ ποὺ ἦταν τελείως ἄχρηστο σ̉ ἕνα τέτοιο ὑπόμνημα. κι ἀνακατεύει «σὰ φτέρη» τόσα καὶ τέτοια πράγματα, καὶ μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ ὅλα σκούζουν σπαρακτικὰ ὅτι εἶναι ξεσηκωμένα ὅπως ὅπως ἀπὸ ἐργασίες ἄλλων κι ὅτι αὐτὸς δὲν τὰ καταλαβαίνει˙ καὶ τὸ μόνο ποὺ δείχνουν εἶναι ἡ ἄγνοιά του καὶ ἡ βουλιμία του νὰ φτυαρίσῃ καὶ νὰ τσουβαλιάσῃ ξένο ὑλικό. δὲν ἔχω δῆ ἄλλοτε τέτοια ὁρμὴ αὐτοκαταστροφῆς.
            Ὅσο γιὰ τὸ πόσο καταλαβαίνει ὁ Γαλίτης τὴν Κ. Διαθήκη καὶ σ̉ ἄλλα μέρη της, τὸ δείχνει στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἐν λόγῳ ὑπομνήματος (σελ. 23), ὅπου γράφει˙ «Μεταβαίνοντας ὁ Παῦλος στὰ Ἰεροσόλυμα, γιὰ νὰ μετάσχῃ στὴ λεγόμενη ἀποστολικὴ σύνοδο, πῆρε αὐτὸν (= τὸν Τίτο) καὶ τὸν Βαρνάβα μαζί του, προφανῶς ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια (Γα 2,1 - 10)». ὄχι «προφανῶς» ἀλλὰ ῥητῶς ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, ὅπως λέγεται στὶς Πράξεις (14, 26 - 15,2)˙ καὶ δὲν λέγεται αὐτὸ στὴν παραπομπὴ ποὺ δίνει, Γα 2,1- 10. καὶ δὲν «πῆρε ὁ Παῦλος καὶ τὸν Βαρνάβα μαζί του», γιατὶ ὁ Βαρνάβας ἦταν πολὺ ἀρχαιότερός του ὡς Χριστιανὸς καὶ ὡς ἀπόστολος καὶ πολὺ μεγαλείτερός του στὴν ἡλικία καὶ σεβαστός του, καὶ κατ̉ ἀρχὴν ἐκεῖνος βρῆκε κι ἀξιοποίησε καὶ προώθησε τὸν Παῦλο στὴν ἀποστολή. τὸ σχετικὸ κείμενο λέει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀντιοχείας ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν … εἰς Ἰερουσαλήμ (Πρξ 15, 2). οὔτε στὴν Κ. Διαθήκη νὰ κινῆται ξέρει ὁ Γαλίτης ὁ καθηγητὴς τῆς Κ. Διαθήκης˙ συνεχῶς συμπεριφέρεται κι ἐκφράζεται σὰν τουρίστας σὲ ξένο καὶ ἄγνωστο ἔδαφος, ποὺ τὸ βλέπει γιὰ πρώτη του φορά.
            Δὲν νομίζω ὅτι μαθητὴς γυμνασίου θὰ καταδεχόταν ποτὲ νὰ παραδώσῃ τέτοια ἐργασία σὰν τὸ βιβλίο τοῦ Γαλίτη. ὁ Γαλίτης βέβαια γυμνάσιο ἔχει βγάλει, ἀλλὰ τί τοῦ ἔμεινε ἀπ̉ αὐτὸ δὲν ξέρω. πρόλαβε ὅμως κι ἔγινε καθηγητὴς θεολογικῶν σχολῶν. τὸ γόητρο τοῦ Ἀγουρίδου δὲν κινδύνευε καθόλου ἀπὸ τὸ Γαλίτη. αὐτὸ τὸ ἀκίνδυνον εἶναι ἀναμφίβολη καὶ ἀδιάπτωτη ἀρετὴ τοῦ Γαλίτη. καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ σημερινοὶ βιβλικοὶ καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν εἶναι μαθηταὶ τοῦ Ἀγουρίδου. καὶ εἶναι ὅλοι τους τελείως ἀκίνδυνοι γιὰ τὸ γόητρο τόσο τοῦ Ἀγουρίδου ὅσο καὶ ἀλλήλων˙ ὁ ἕνας ἀκινδυνότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο. οἱ προεξετασμένες ἀρλοῦμπες τοῦ Γαλίτη καὶ πολλὲς ἄλλες του ὑπῆρξαν τὰ ἔργα του μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε καθηγητὴς τῶν θεολογικῶν σχολῶν. τέτοια προσόντα γιὰ νὰ ἐκτιμηθοῦν, πρέπει φυσικὰ καὶ οἱ ἐκτιμηταὶ νὰ ἔχουν ἀκριβῶς τὰ ἴδια˙ εἶναι αὐτονόητο. τὰ ἀλλιότικα προσόντα εἶναι ὀχληρὰ σὰν ἀγκάθια καὶ λειτουργοῦν ἀρνητικά. μὴ μὲ ῥωτήσετε ὅμως γιατί ὁ Γαλίτης φτυαρίζει ξένα ὑλικὰ ποὺ δὲν καταλαβαίνει, ἢ γιατί «βγαίνει καὶ τρέχει ξυπόλυτος στ̉ ἀγκάθια», ἢ γιατί «ἁλωνίζει αὐγά»˙ δὲν ἔχω ἰδέα. ἴσως νὰ εἶναι καὶ χούι του, ὁπότε τὸ κάνει καὶ ἄθελά του˙ κι ὅταν βάλῃ τὰ δυνατά του τὸ παρακάνει.
                                                                
Μελέτες 2 (2008)

 

 

 

 


 

 9. Ο ΣΗΜΙΤΟΛΟΓΟΣ

 
       Ὁ Χαστούπης ἐμφανιζόταν σὰν ἐμβριθὴς ἑλληνιστὴς μὲ τὴν ἄψογον καὶ αὐστηρὰν καθαρεύουσάν του, ἀλλὰ τὸ κείμενό του στὴν Εἰσαγωγή του στὴν Π. Διαθήκη εἶναι γεμάτο γραμματικὰ καὶ συντακτικὰ λάθη, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό του γενικῶς δείχνουν καὶ ὅτι δὲν ἤξερε νὰ γράφῃ σωστὰ τὴ μητρική του ἑλληνικὴ γλῶσσα. γιὰ παράδειγμα τὰ τριτόκλιτα σὲ -ης τὰ γράφει πάντοτε μὲ -ν στὴν αἰτιατική, ὅπως τὸν Φιλοκράτην (σ. 477) ἢ τὸν Ὠριγένην (σ. 360· 457). στὴ σελ. 408 γράφει τὴ φράσι περιέχει τόσας πολλὰς ἀνακριβείας, θέλοντας προφανῶς νὰ γράψῃ τόσον πολλὰς ἀνακριβείας, στὴ δὲ σελ. 538, καὶ μάλιστα σὲ τίτλο, γράφει Ἡ ὡς συλλογὴ ἱερῶν Γραφῶν γένεσις τῆς Π. Διαθήκης ἀντὶ Ἡ ὡς συλλογῆς… κλπ.. ὅλη τὴν ὥρα ὁ ἀναγνώστης σκουντουφλάει στὰ τέτοια μαργαριτάρια τοῦ Χαστούπη.
      Ἀλλὰ καὶ στὸ λεξιλόγιο τῆς ἑλληνικῆς ὁ Χαστούπης θαλασσοδέρνεται. στὴ δεύτερη ματάφρασί του στὸ Ἆισμα (Ἀμὼς - Μιχαίας - Ἆισμα - Θρῆνοι - Ἐκκλησιαστής, μετάφρασις ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου μετὰ κριτικὴν ἀποκατάστασιν, Ἀθῆναι 1971· 1975²) δείχνει ὅτι δὲν ἤξερε τί θὰ πῇ γοητεία. στὸ στίχο 7,6, ὅπου ἀντὶ τοῦ ἐν παραδρομαῖς τῶν Ο΄ ὁ Ἀκύλας καὶ τὸ μασοριτικὸ ἔχουν βε ρεθιμ (= ἐν ποτίστραις· βλ. Γε 30, 38), ὁ Χαστούπης, ἀφοῦ ΄΄ἀποκαθιστᾷ΄΄ ὁ ἴδιος τάχα, βε λεθιμ, μεταφράζει, πάλι ὁ ἴδιος τάχα, ΄΄ἐν γοητείαις΄΄. τὸ βάζει καὶ μὲ ἀραμαϊκὰ γράμματα, ἔτσι γιὰ νὰ φοβερίξῃ κάθε μὴ εἰδήμονα. ὅπως φαίνεται στὴν Ἔξοδο (7,11), τὸ ἑβραϊκὸ λεθιμ σημαίνει ἐπαοιδαὶ καὶ φαρμακεῖαι, καὶ μ’ αὐτὴ τὴ σημασία ἐννοεῖ φυσικὰ τὴ λέξι γοητεῖαι (= γητεῖαι, γητέματα) ὁ λεξικογράφος, τοῦ ὁποίου τὸ λεξικὸ κύτταξε ὁ Χαστούπης, χωρὶς καὶ νὰ τὸ καταλάβῃ· θὰ τὸ καταλάβαινε, μόνο ἂν ἤξερε ἑλληνικά. νόμισε λοιπὸν ὁ Θανάσης ὁ Χαστούπης ὅτι τὸ γοητεῖαι σημαίνει, ὅπως λέμε τὴ λέξι στὴ δημοτική, ὅταν λέμε ΄΄ὁ γόης καὶ ἡ γόησσα μὲ τὴ γοητεία τους΄΄· καὶ μεταφράζει μ’ αὐτὴ τὴ σημασία ὅτι ἡ κοπέλλα τοῦ Ἄισματος ἔθελξε τὸ βασιλέα μὲ τὴ γοητεία (΄΄διὰ γοητείας΄΄) τῆς ὀμορφιᾶς της καὶ τοῦ λάγνου ἐρωτισμοῦ της· καὶ παρέσυρε καὶ τὸν Τρεμπέλα, ποὺ πίστεψε ὅτι ὁ μέγας ἑβραιολόγος Χαστούπης ξέρει ἑβραϊκὰ ξέρει κι ἑλληνικά. ΄΄Βάλ’ τον μάγειρα, νὰ σοῦ μαγειρέψῃ ὅ,τι δὲν τρώγεται΄΄, ὅπως περίπου λέει καὶ ἡ λαϊκὴ παροιμία.
      Στὴ σελ. 18 τῆς Εἰσαγωγῆς του γράφει ὅτι ΄΄Ὁ ὅρος Βίβλος προέρχεται ἐκ τοῦ λατινικοῦ Biblia΄΄! κι ἂς λέγεται Βίβλος τόσο τὸ ἕνα βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, καὶ στὴν ἴδια τὴ Βίβλο (Γε 5, 1· Ἰη 1, 8· Μθ 1, 1) καὶ στὸν Κλήμεντα Ῥώμης (Α΄ Κορινθ. 43, 1) καὶ στὸν Ὠριγένη (Εἰς Ἰερ., ὁμ. 10, 4 PG 13, 361c) καὶ στὸ Μεθόδιο Πατάρων (Συμπ. 7, 4 PG 18, 129d), ὅσο καὶ ἡ ὅλη Ἁγία Γραφὴ στὸν Ὠριγένη πάλι (Εἰς Ἰωάνν. 1, 22 PG 14, 61a) καὶ στὸ Γρηγόριο Νύσσης (Εὐνόμ., 12 PG 45, 1000d) καὶ στὸν Προκόπιο Γαζαῖο (Εἰς Γέν. 15, 8 PG 87, 345 a) καὶ στὸ Λεόντιο Ἰεροσολυμίτη (Μονοφυσ., PG 86, 1816 d), καὶ σὲ πάρα πολλοὺς ἄλλους· καὶ ἦταν τόσο μὰ τόσο εὔκολο νὰ τὸ βρῇ! ὁ Χαστούπης ὅμως ἀπὸ τὰ γερμανικὰ βοηθήματά του —θὰ δοῦμε τί βοηθήματα— αὐτὰ ξέρει κι αὐτὰ λέει· ΄΄κουκιὰ ἔφαγε, κουκιὰ μαρτυράει΄΄ κατὰ τὴν παροιμία. ὄχι ὅμως καὶ νὰ μᾶς κάνῃ καὶ τὴν ἄγνοιά του δόγμα! ἀλλ’ ἔτσι εἶναι αὐτοὶ οἱ θαυμασταὶ καὶ μιμηταὶ καὶ ὀπαδοὶ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς· ὅταν αὐτοὶ λὲν ἀκόμη καὶ μιὰ κοτσάνα, οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ θεωροῦν τὴν κοτσάνα τους θέσφατο· ὅπως λέει κι ἡ παροιμία τῆς Λέσβου ΄΄Πίνω, Ἅγιε μ’ , τὸ πορδέλι σ’΄΄.
      Στὴ σελ. 70 μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ΄΄Τὸ πρὸς δήλωσιν τῆς πορφύρας ἑλληνικὸν ὄνομα εἶναι φοῖνιξ΄΄! (ἔτσι καὶ μὲ περισπωμένη). σὰν τὸ γῦπα ποὺ ἀντὶ γιὰ λαγὸ ἅρπαξε κατὰ λάθος γάτο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν κατασπάραξε στὸν ἀέρα, εἶδε κι ὁ Χαστούπης κάτι σὲ κάποια ξενόγλωσση σελίδα, καὶ χωρὶς νὰ τὴν καλοδιαβάσῃ ἢ νὰ τὴν καταλάβῃ, ἔσπευσε καὶ ξεσήκωσε τὸ φοίνικα. σίγουρα ἦταν γερμανικὴ σελίδα, ὅπου γράφονται μὲ κεφαλαῖο Phκαὶ τὰ κύρια ὀνόματα καὶ τὰ κοινὰ προσηγορικά, ὥστε ὁ Χαστούπης νὰ τὸ περάσῃ γιὰ κοινό, καὶ νὰ μεταγράψῃ φοῖνιξ.πορφύρα στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ λέγεται πορφύρα· ἀλλ’ οἱ Χαναναῖοι ἐκεῖνοι ποὺ στοὺς Ἕλληνες πωλοῦσαν τὴν ἀπὸ πορφύρα προερχόμενη κόκκινη (φοινικεία) χρωστικὴ οὐσία, τὸ φοινικοῦν χρῶμα, ὡς ἔμποροι αὐτοῦ τοῦ χρώματος, ὠνομάζονταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Φοίνικες. ὁ Χαστούπης κατὰ τὸ ξεσήκωμα καὶ τὴν ἀδήλωτη λῆψι τοῦ ξένου ὑλικοῦ δὲν πρόσεξε ὅτι ΄΄ἄλλα εἶν’ τὰ μάτια τοῦ λαγοῦ κι ἄλλα τοῦ γάτου΄΄. εἶναι ἡ ἐπιστημονική του μέθοδος.
      Στὴ σελ. 372 γράφει ὅτι ΄΄Τὸ ὄνομα (Ἰὼβ) ἀπαντᾷ ἔν τε τῷ ἐμμέτρῳ ποιήματι (κεφ. 3 - 42) καὶ ἐν τῷ πεζῷ τοῦ βιβλίου πλαισίῳ, ὅπερ προέρχεται ἐκ παλαιᾶς λατινικῆς ἀφηγήσεως΄΄! θὰ μᾶς τρελλάνῃ.
      Στὴ σελ. 407 γράφει· ΄΄Τὴν Ἐσθήρ, ἀνεψιὰν καὶ θετὴν θυγατέρα τοῦ Μαρδοχαίου΄΄. ἀναφέρεται στὸ Ἐσθὴρ 2,7, ὅπου κατὰ τὸ μασοριτικὸ λέγεται· Καὶ (ὁ Μαρδοχαῖος) ἔτρεφε τὴν Ἁδασὰ (= δσε) αὐτὴ (εἶναι) ἡ Ἐσθὴρ (= Αστρ), θυγατέρα τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ πατέρα του, διότι ἐκείνη δὲν εἶχε πατέρα καὶ μητέρα. καὶ ἡ κοπέλλα ἦταν ὡραία στὴν ὄψι, καὶ ὄμορφη στὴ θωριά· καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα της καὶ τῆς μητέρας της τὴν πῆρε ὁ Μαρδοχαῖος γιὰ μνηστή (= βτ) του. κατὰ δὲ τὴν ἐπὶ Πτολεμαίου καὶ Κλεοπάτρας (51 - 44 π.Χ.· βλ. Ἐσθὴρ 10,3λ) ἑλληνικὴ μετάφρασι λέγεται· Καὶ ἦν τούτῳ παῖς θρεπτή, θυγάτηρ Ἀμιναδὰβ ἀδελφοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνομα αὐτῇ Ἐσθήρ· ἐν δὲ τῷ μεταλλάξαι αὐτῆς τοὺς γονεῖς, ἐπαίδευσεν αὐτὴν ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα· καὶ ἦν τὸ κοράσιον καλὸν τῷ εἴδει. ἀπὸ τοὺς μεταφραστὰς τῆς ἀγγλικῆς καὶ τῆς γερμανικῆς μεταφράσεως τοῦ μασοριτικοῦ ὁ Βάμβας ἔχει ΄΄θυγατέρα τοῦ θείου αὐτοῦ … ἀνέλαβε διὰ θυγατέρα αὐτοῦ΄΄, ὁ Βέλλας καὶ οἱ ἁπλουστευταί του ἔχουν ΄΄κόρης τοῦ θείου του Ἀμιναδάβ… τὴν υἱοθέτησε αὐτός΄΄, ὁ Χαστούπης στὴ δική του μετάφρασι τοῦ 1960, ἂν τὴν ἔκανε ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ὁ ἴδιος βέβαια, ἔχει ΄΄θυγατέρα τοῦ θείου του… παρέλαβεν αὐτὴν ὡς θυγατέρα του΄΄, καὶ ἀπὸ τοὺς μεταφραστὰς τῆς ἑλληνιστικῆς μεταφράσεως ὁ Τρεμπέλας ἔχει ΄΄θυγάτηρ τοῦ Ἀμιναδάβ, ἀδελφοῦ τοῦ πατρός του,… πρώτη ἐξαδέλφη του λοιπόν,… τὴν ἐξεπαίδευσε διὰ τὸν ἑαυτόν του ὡς θυγατέρα΄΄, κι ὁ Γιαννακόπουλος ἔχει τὸ σωστὸ ΄΄θυγατέρα τοῦ Ἀμιναδὰβ τοῦ θείου του… ἀνέλαβε ταύτην, ἵνα λάβῃ ταύτην ὡς σύζυγόν του΄΄. ἔτσι οἱ ἄλλοι πλὴν τοῦ Γιαννακοπούλου, λίγο ποὺ εἶναι σεμνοὶ καὶ ντροπαλοί, λίγο ποὺ ποτέ τους δὲν κατάλαβαν μιὰ ἰδιάζουσα σημασία τῆς λέξεως θυγάτηρ (βτ) στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκή, λίγο ποὺ ἔχουν μεσάνυχτα καὶ γιὰ τὸ ὅτι κατὰ τὸ μωσαϊκὸ Νόμο ἐπιτρέπεται νὰ παντρευτῇ κανεὶς τὴν πρώτη ἐξαδέρφη του, κι αὐτὸ ἔγινε πολλὲς φορὲς καὶ στὴν πρᾶξι, ὅπως ὅταν λ.χ. ὁ κριτὴς Γοθονιὴλ παντρεύτηκε τὴν πρώτη ἐξαδέρφη του (Κρ 1, 12 - 13), ὅλοι τους οἱ λεβέντες τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν, καθηγηταὶ πανεπιστημίου —νὰ μὴ βασκαθοῦν—, τὴν ἔκαναν τὴν Ἐσθὴρ υἱοθετημένη κόρη τοῦ Μαρδοχαίου. ἔχουν ὅμως τὸ ἐλαφρυντικὸ ὅτι τοὺς παρέσυραν καὶ οἱ ἐπάρατοι ξένοι, οἱ ἀγγλικανοὶ καὶ οἱ προτεστάντες, ποὺ κι ἐκεῖνοι δὲν πῆραν εἴδησι γιὰ ὅλ’ αὐτά. στὸ μασοριτικὸ λέγεται ὅτι ὁ Μαρδοχαῖος τὴν Ἐσθὴρ τὴ μεγάλωσε εἰς θυγατέρα (= βτ = μνηστή) του, δηλαδὴ ΄΄γιὰ νὰ γίνῃ γυναίκα του΄΄, στὴν ἑλληνόγλωσση μετάφρασι εἰς γυναῖκα. τὰ δύο κείμενα συμφωνοῦν. θυγάτηρ (βτ) καὶ στὸ μασοριτικὸ καὶ στοὺς Ο΄ καὶ στὴν ἑλληνιστικὴ μετάφρασι τῆς Ἐσθὴρ εἶναι πρῶτα ἡ θυγατέρα, κι ἔπειτα κατὰ συνεκδοχὴν καὶ ἡ κοπέλλα γενικῶς, καὶ ἡ κοπέλλα κάποιου εἰδικῶς, καὶ ἡ γυναίκα ἁπλῶς, καὶ ἡ νύμφη τοῦ νυμφίου, καὶ ἡ γυναίκα σύζυγος κάποιου ἀντρός. ἡ σημασία τῆς μνηστῆς ἢ συζύγου φαίνεται λ.χ. σαφῶς στὸν ψαλμὸ 44,14 Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως, καὶ στὸ Ἆισμα 7,2 θύγατερ ναδὰβ (= νύμφη τοῦ ἡγεμόνος), καὶ στὸ Ζαχαρία 9,9 Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών,… ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία. ἀλλ’ ὅπως εἶπα, τὴ σημασία αὐτὴ οἱ βιβλικοὶ μεταφρασταὶ κι ἑρμηνευταί, σχεδὸν ὅλοι, ἀπ’ ὅτι ξέρω, δὲν τὴν ἔχουν ἀντιληφτῆ ἀκόμη. θὰ ἦταν σκληρὸ νὰ τὴν ἀπαιτήσω ἀπὸ τὸ Χαστούπη. εἶναι ὅμως ἀσυγχώρητος ποὺ τὴν κόρη τοῦ πατραδέλφου του, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, δηλαδὴ τὴν ΄΄πρώτη ἐξαδέρφη΄΄ του, ὅπως τὸ τονίζει κι ὁ Τρεμπέλας μὲ σκοπὸ νὰ παρερμηνεύσῃ τὸ ἀρχαῖο ἑβραΐζον ἑλληνικὸ ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα καὶ νὰ τὸ κάνῃ ΄΄διὰ τὸν ἑαυτόν του ὡς θυγατέρα΄΄ (ντροπὲς πράματα δηλαδή, ἂν διανοοῦνταν κανεὶς ὅτι γιὰ σύζυγό του τὴ μεγάλωνε), καὶ τὴν ἔκανε —ὁ Χαστούπης— ΄΄ἀνεψιὰν΄΄ τοῦ Μαρδοχαίου· τί ἤθελε δηλαδὴ ὁ Χαστούπης, κάνοντας πιὸ στενὴ τὴ συγγένεια, ν’ ἀσφαλίσῃ ἀκόμη περισσότερο τὸ ὅτι δὲν τὴ μεγάλωνε γιὰ γυναῖκα του; ἢ ἁπλῶς εἶχε μεσάνυχτα καὶ δὲν ἤξερε τί λέει;
Στὴ σελ. 545 ὁ Χαστούπης γράφει· ΄΄… Ἡ Κ. Διαθήκη παραθέτει … χωρία ἐξ ἀποκρύφων βιβλίων΄΄· καὶ σὰν τέτοια ἀραδιάζει τὰ ἑξῆς·
στὸ Α΄ Κο 2,9 ἀπὸ τὸ ΄΄Ἀποκάλυψις Ἠλία΄΄
στὸ Ἰδ, 15 ἀπὸ τὸ ΄΄Ἐνὼχ΄΄ τὸ 1,9
στὰ Λκ 11,49· Ἰω 7,38· Ἐφ 5,14· Ἰα 4,5 ἀπὸ ἄγνωστα ἀπόκρυφα
στὰ Β΄ Τι 3,8 καὶ Ἑβ 11,37 ἀπὸ ἄγνωστες γραπτὲς καὶ προφορικὲς παραδόσεις.
ἔτσι νομίζει· ἐπειδὴ ἔχει ἄγνοια· ὁ Χαστούπης ἢ ὁ Eissfeldt, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντιγράφει τὸ 92% τῆς Εἰσαγωγῆς του. ἡ Εἰσαγωγὴ τοῦ Χαστούπη δηλαδὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ Εἰσαγωγὴ τοῦ Eissfeldt μὲ ΄΄βαμμένα΄΄ μερικὰ σημάδια της τὸ κατὰ δύναμιν, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται. καὶ δὲν καταλαβαίνει, ὁ Χαστούπης ἢ ὁ Eissfeldt, ὅτι μὲ τὰ χωρία τῆς Κ. Διαθήκης, ποὺ ἀναφέρει ὡς παραθέματα ἀπὸ ἀπόκρυφα, συμβαίνουν τὰ ἑξῆς τέσσερα.
1. Ἄλλα εἶναι χωρία τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ χάθηκαν λόγῳ τῆς μεγάλης φθορᾶς τοῦ κειμένου της.
2. Ἄλλα εἶναι χωρία ἄλλων βιβλίων, χαμένων σήμερα, ὄχι ἀποκρύφων, ἀλλ’ ἁπλῶς σοβαρῶν ἱστορικῶν βιβλίων, ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τὸ Β΄ Μακκαβαίων, ἀπὸ τὸ ὁποῖο —ἢ ἀπὸ τὴν Ἱστορία τοῦ Ἰάσονος του Κυρηναίου τῆς ὁποίας τὸ Β΄ Μακκαβαίων εἶναι ἐπιτομή (βλ. Β΄ Μακκ. 2,23)— εἶναι πιθανῶς παρμένο τὸ ἐτυμπανίσθησαν τῆς Πρὸς Ἑβραίους (11,35).
3. Ἄλλα εἶναι ἁπλῶς σύνοψι καὶ συνισταμένη πολλῶν μαζὶ χωρίων τῆς Π. Διαθήκης.
4. Κι ἄλλα εἶναι χωρία τῆς Π. Διαθήκης ποὺ δὲν κατάλαβαν ὁ Χαστούπης κι ὁ κάθε Χαστούπης· ποὺ ἀπ’ αὐτοὺς περιμένει τὸ κοινὸ νὰ τὰ βροῦν καὶ νὰ τὰ καταλάβουν, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν μποροῦν, κι ἀντὶ γι’ αὐτὸ ξαμολᾶνε πανταχόθεν θέσφατα φανατισμένης προκαταλήψεως εἰς βάρος τῆς Βίβλου· ἐπειδὴ αὐτὸ τοὺς ἔρχεται βολικώτερο· ἢ ἐπειδὴ αὐτὸ βρίσκουν ν’ ἀντιγράψουν ἀπὸ τοὺς ξένους ποὺ ἀντιγράφουν, ὅπως ὁ Χαστούπης ἀπὸ τὸν Eissfeldt. καὶ θέλουν καὶ νὰ τοὺς παίρνῃ ὁ κόσμος στὰ σοβαρὰ καὶ νὰ τοὺς ἔχῃ περὶ πολλοῦ, σὰν γκουροὺ τῆς ἐπιστήμης. τέτοιο παράθεμα λ.χ., ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη καὶ ὄχι ἀπὸ κανένα ἀπόκρυφο, εἶναι τό, ὑπὸ Χαστούπη νομιζόμενο ὡς ἀπόκρυφο, παράθεμα στὸ Β΄ Τι 3,8 Ἰαννῆς καὶ Ἰαμβρῆς, ποὺ εἶναι τὰ ὀνόματα τῆς Π. Διαθήκης Ἰαμινὶ καὶ Ζαμβρί (Ἀρ 25,14· 26,12), τὰ ὁποῖα ὁ Παῦλος ἐξελληνίζει στὴν προφορὰ καὶ στὴν κατάληξι, ὅπως κάνει κι ὁ Ἰώσηπος τόσο μ’ αὐτὰ ἀκριβῶς ὅσο καὶ μὲ ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς Π. Διαθήκης.
      Κι ἀφοῦ ἔδειξε τὴν ἄγνοιά του καὶ τὴν ἀκρισία του μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Χαστούπης —ἢ ὁ Eissfeldt εἴπαμε—, μετὰ 6 σελίδες γράφει ἀντιφατικὰ στὴ σελ. 551· ΄΄Τὸ Ἰούδα στ. 14 εἶναι τὸ μόνον χωρίον τῆς Κ. Διαθήκης, ὅπερ δύναται νὰ σχετισθῇ πρὸς ἀπόκρυφον βιβλίον, τὸ τοῦ Ἐνώχ΄΄. ἔλα ὅμως ποὺ οὔτε κι αὐτὸ εἶναι, ὅπως ἔδειξα ἄλλοτε. ὁ ἀποκρυφογράφος τοῦ ΄΄Ἐνὼχ΄΄ κατὰ τὰ ἔτη 130 - 135 μ.Χ. παίρνει ἀπὸ τὸν Ἰούδα μὲ τρόπο ποὺ νὰ δημιουργῇ τὴν ἐντύπωσι ὅτι συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. ὁ Χαστούπης ὤφειλε νὰ τὸ πάρῃ εἴδησι· τί ΄΄ἐπιστήμων΄΄ καὶ ΄΄κριτικὸς΄΄ ἦταν;
Βούτηξα κι ἔδωσα μιὰ πρέζα μόνο ἀπὸ τὰ φρικτὰ λάθη ἀγνοίας τοῦ Χαστούπη, ποσότητα κατάλληλη γιὰ τὸ παρὸν ἄρθρο. δὲν θὰ γράφουμε καὶ βιβλία γιὰ τὶς ἀρλοῦμπες αὐτωνῶν. τοῦ Χαστούπη τὰ τέτοια λάθη καλύπτουν πάνω ἀπὸ τὴ μισὴ ἔκτασι τῆς Εἰσαγωγῆς του (σελίδες 671). ἀρκεῖ ἡ πρέζα αὐτή, γιὰ νἄχετε ἐπαρκῆ γεῦσι τῆς ἀγνοίας του καὶ τῆς ἀκρισίας του.
      Ὅσο γιὰ τὸ τί ἑβραϊκὰ ἤξερε ὁ Χαστούπης, ὄχι μόνο στὸ νὰ καταλάβῃ ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς στὸ νὰ διαβάσῃ, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι τὰ ὀνόματα λ.χ. Ἑλλὴλ καὶ Σαμαΐας στὶς μὲν μεταφράσεις του τῆς Π. Διαθήκης ΄΄ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ΄΄ τὰ γράφει ἔτσι Ἑλλὴλ καὶ Σαμαΐας, στὴ δὲ μετάφρασι τοῦ Πιρκὲ ἀβὼθ τὰ γράφει Χιλλὲλ καὶ Σιαμμάγ, καὶ στὶς λοιπὲς ἐργασίες του πότε ἔτσι καὶ πότε ἔτσι, ἐνῷ πρόκειται γιὰ τὰ ἴδια ὀνόματα μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς γραφὴ στὰ ἴδια κείμενα· καὶ πρόκειται ὄχι γιὰ μετάφρασι βέβαια ἢ ἑρμηνεία, ἀλλὰ γιὰ ἁπλῆ ἀνάγνωσι. μπορεῖτε νὰ κάνετε τὸ ἑξῆς· πάρτε ἕνα στίχο ἀπ’ ὁποιοδήποτε βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης, ἀπὸ τὸ μασοριτικό, πᾶτε σὲ 3 ἢ 4 καθηγητὰς τῆς Π. Διαθήκης ἐν ἐνεργείᾳ ἢ συνταξιούχους, καὶ ζητήστε τους νὰ σᾶς τὸν διαβάσουν· ὄχι καὶ νὰ τὸν καταλάβουν. ἂν τὸν διαβάσουν δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἢ ὁ ἴδιος σὲ δυὸ καιροὺς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἐγὼ θὰ φορέσω σκουλαρίκια στὰ ῥουθούνια μου. εἶμαι δὲ σίγουρος ὅτι οὔτε καὶ ἁπλῶς νὰ σᾶς τὸν διαβάσουν ὅπως ὅπως θὰ μπορέσουν οἱ διακεκριμένοι ἑβραιολόγοι καὶ σημιτολόγοι καὶ ἀνατολισταί. ἀπίστευτο ἀλλ’ ἀληθινό· δοκιμάστε το. διότι ἐγὼ ἔβαλα ἀνθρώπους μου καὶ τὸ δοκίμασαν.
      Κι ὅμως αὐτὸς ὁ Χαστούπης εἶχε καὶ ΄΄ἀπόψεις΄΄. ἀπόψεις νὰ δῆτε! (καὶ δὲν ὑπάρχει βέβαια Χαστούπης ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ ἀπόψεις). καὶ δείχνει ὅτι δὲν ἤθελε καθόλου νὰ λέγεται θεολόγος οὔτε νὰ φαίνεται Χριστιανός. τὸ δεύτερο βέβαια ἦταν δικαίωμά του· τὸ πρῶτο ὅμως, ἤθελε δὲν ἤθελε, εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἦταν. ἤθελε νὰ ἐμφανίζεται σὰν ἑβραιολόγος, σημιτολόγος, ἀνατολιστής. ἔλα ντέ! σὰν τὸν ἄλλο στὴ Θεσσαλονίκη ποὺ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι διαβάζει κι ἑρμηνεύει σφηνοειδεῖς γραφές! καὶ φαντάζεται κι ὅτι οἱ ἄλλοι τὄχαψαν.
      Μὲ στὺλ εἰδικοῦ ὁ Χαστούπης ταξινομεῖ κι ἐξετάζει τὰ βιβλία τῆς Π. Διαθήκης ὄχι μὲ τὴ σειρὰ τῶν Ο΄, ποὺ ἦταν κάποτε καὶ σειρὰ τοῦ ἑβραϊκοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴ σειρὰ Νόμος (Τωρά), Προφῆται πρότεροι (Νεβιὶμ ρισιωνίμ), Προφῆται ὕστεροι (Νεβιὶμ ἀχαρωνίμ), Ἁγιόγραφα (Κεθουβίμ), καὶ κόβει τὸ τελευταῖο κομμάτι τῆς μασοριτικῆς τράπουλας σὲ Ἁγιόγραφα πρότερα (Κεθουβὶμ ρισιωνίμ), Πέντε κυλίνδρους (Χαμὲς μεγιλώθ), καὶ Ἁγιόγραφα ὕστερα (Κεθουβὶμ αχαρωνίμ). μὲ ὕφος σὰν ἐκεῖνο ποὺ παίρνει ὁ φακίρης, ὅταν, γιὰ ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν προσοχὴ τῶν ἀκροατῶν του, ὥστε νὰ μὴν παρατηροῦν τὶς καλπουζανιές του, ἀναφωνῇ πρὸς αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ μεγαλεπήβολο καὶ τελεστικὸ ΄΄Φόκος μόκος παπαρόκος!΄΄. χάσατε τὰ τρία τρίτα τῆς ζωῆς σας καὶ βάρεσε πίσω ἡ βιβλικὴ ἐπιστήμη, ἂν δὲν ξέρετε τί εἶναι οἱ πέντε μεγιλώθ. εἶναι πέντε βιβλία ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι ῥαββῖνοι τῶν ὀψίμων βυζαντινῶν χρόνων τὰ διάβαζαν στὴ χάβρα ἀπὸ ἕνα κάθε φορὰ σὲ πέντε πανηγύρια τους. εἶναι σὰ νὰ μὴν ξέρετε ποιοί ΄΄Ἀπόστολοι΄΄ διαβάζονται τὴ Σαρακοστὴ στὴν αἰθιοπικὴ ἐκκλησία. γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ παραπάνω διαίρεσι· ἡ λειτουργικὴ κατανομὴ τῆς Π. Διαθήκης σὲ τόσα ἀναγνωσματάρια τῆς ἐνιαύσιας χρήσεως ἀπὸ τοὺς ῥαββίνους τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς ἐποχῆς. δὲν ἔχει καμμιὰ ἀπολύτως σημασία γιὰ τὴν κανονικότητα ἢ τὴ θεοπνευστία ἢ τὴν πατρότητα ἢ τὴν ἡλικία ἢ τὴ θεματολογικὴ ταξινόμησι τῶν σχετικῶν βιβλίων. κι ὅμως ὁ ἑβραιολόγος Χαστούπης, καὶ κάθε Χαστούπης καὶ Eissfeldt βέβαια, ἐννοεῖ νὰ θαμπώσῃ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ χάφτουν μὲ ἔμφοβο θαυμασμὸ τὶς μπαροῦφες ποὺ τοὺς ξαμολάει σὰ θέσφατα· εἶναι τὰ ΄΄Παπαρόκος΄΄ μὲ τὰ ὁποῖα ὅλοι οἱ τέτοιοι καμουφλάρουν κι ἀποκρύβουν τὴν ἄγνοιά τους καὶ τὴν ἀδυναμία τους στὴν ἔρευνα, στὴν προβληματική, καὶ στὸ συμπερασμό.
      Ἄλλες περισπούδαστες ΄΄ἀπόψεις΄΄ τοῦ Χαστούπη εἶναι οἱ βλακεῖες τῶν ἀπίστων τοῦ προτεσταντισμοῦ οἱ ξαμολημένες σὰ σκουπίδια ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ 200 χρόνια περὶ διαστρωματώσεων τῆς Πεντατεύχου καὶ ἄλλων βιβλίων, ποὺ δὲν βαριοῦνται νὰ τὶς πιπιλίζουν καὶ νὰ τὶς παπαγαλίζουν, ἐπειδὴ τοὺς εἶναι χρήσιμες γιὰ τὴ μεταχρονολόγησι τῶν βιβλίων καὶ τὴν καταστροφὴ κάθε τεκμηρίου τῆς πραγματικῆς των ἡλικίας καὶ πατρότητος. πρόκειται γιὰ μιὰ ἐπαναληπτικὴ μαγκιὰ - κλισσὲ ὑψηλῆς καὶ ποιοτικῆς φαιδρότητος. ἔχετε διαβάσει ἢ παρακολουθήσει τὸν Ἀρχοντοχωριάτη τοῦ Μολιέρου; θυμᾶστε τὴν ἔκφρασι ΄΄πεζὸς λόγος΄΄ καὶ πόσο θαύμαζε ὁ γουστόζικος ὀψιμαθὴς καὶ ἀνεπίδεκτος μαθήσεως ἀρχοντοχωριάτης, ποὺ πρωταγωνιστεῖ, ὅταν τὸν δασκάλευαν πὼς ὁτιδήποτε λέει, εἶναι ΄΄πεζός λόγος΄΄, καὶ προσπαθοῦσε νὰ καταπλήξῃ τὴν ὑπηρέτριά του; κάτι τέτοιο συμβαίνει στοὺς θεολόγους ποὺ κορδώνονται γιὰ σημιτολόγοι καὶ ἀνατολισταὶ μ’ αὐτὲς τὶς ἀρλοῦμπες. κι αὐτὲς τὶς ἀρλοῦμπες ὁ Χαστούπης τὶς θαύμαζε μὲ θρησκευτικὸ δέος καὶ τὶς υἱοθετοῦσε. εἶχε ἀπόψεις ὁ ἄνθρωπος.
      Τὸ ἄκρως ἀστεῖο εἶναι ὅτι κι αὐτὸς καὶ πολλοὶ ἄλλοι βιβλικοὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν φαντάζονται ὅτι μὲ τόση ἄγνοια μποροῦν νὰ ἔχουν ἀπόψεις.
 
Μελέτες 3 (2008)
 
 
 

 


 

 10. ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ
 
      Ἀστραφτερὰ μαργαριτάρια τοῦ Σάββα Ἀγουρίδου ἀπὸ τὸ βιβλίο του γιὰ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ. σ̉ αὐτὸ ὑποτίθεται ὅτι ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. σ̉ αὐτὴ ὅμως ἡ σχέσι τοῦ Ἰσραὴλ μὲ τὸ θεὸ δὲν λέγεται ποτὲ θρησκεία.
   1. Στὴ σ. 24 λέει ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος ἔβαλε τέλος στὴν περσικὴ κυριαρχία τὸ 300 π.Χ.. τότε ὅμως ἤδη εἶχε διαλυθῆ καὶ τὸ κράτος τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἦταν πεθαμένος πρὸ 24 ἐτῶν. κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος φαντάζεται γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι μπορεῖ νὰ χρονολογῇ καὶ νὰ μεταχρονολογῇ τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ ἔχῃ γι̉ αὐτὰ ἀπόψεις.
   2. Στὴ σ. 27 λέει ὅτι ὁ Μωϋσῆς ὡδήγησε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴν Παλαιστίνη «κάποιες ἑβραϊκὲς φυλές», ἐννοώντας ὅτι ὄχι ὅλες. κι αὐτὸ τὸ βγάζει «ἀπὸ μιὰ αἰγυπτιακὴ ἐπιγραφή», τὴν ὁποία κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό του κρυφὸ θησαυρὸ καὶ μὴ ἀνακοινώσιμο˙ οὔτε παραπομπή, οὔτε τίτλο, οὔτε φωτογραφία, οὔτε ἔκδοσι. καὶ φαντάζεται ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐπιστήμη.
   3. Ἡ περιτομὴ κατὰ τὸν Ἀγουρίδη δὲν ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν ἱστορία τῶν πατριαρχῶν (σ. 28). γιατί; ἐπειδὴ αὐτὸ ἐμποδίζει τὸ Σάββα στὸ φτιάξιμο τῶν «ἀπόψεών του». ἀνάποδοι καὶ δύσχρηστοι αὐτοὶ οἱ συντάκτες τῆς Βίβλου˙ δὲν ῥώτησαν τὸν Ἀγουρίδη τί νὰ γράψουν καὶ ποῦ νὰ τὸ γράψουν. μήπως ὁ ἄνθρωπος ἤθελε τὸν Ἀβραὰμ ἔγγονο τοῦ Ἠλία; μήπως ἤθελε τὸ Δαυῒδ προτεστάντη ἢ μουσουλμᾶνο; δὲν τὸν ῥωτοῦν ποτέ τους.
   4. Στὸ Γε 12,6 λέγεται˙ Ἕως τοῦ τόπου Συχὲμ ἐπὶ τὴν δρῦν τὴν ὑψηλήν. γιὰ δρῦν μιλάει καὶ τὸ μασοριτικό. ὁ Ἀγουρίδης ὅμως στὶς ἐν λόγῳ Τσαπατσουλιές του (σ. 33) λέει ὅτι ἦταν «μία Τερέβινθος». ξέρει καὶ τὴν Τερέβινθο! ἔτσι μὲ κεφαλαῖο παίρνει τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου, προφανῶς ἐπειδὴ τὸ ξεσηκώνει ἀπὸ βιβλίο ἢ λεξικὸ γερμανικό, νομίζοντας ὅτι ὁ Γερμανὸς τὴν «Τερέβινθον» τὴν εἶδε στὸ ἐν λόγῳ χωρίο τῆς Γενέσεως. ἡ μέθοδός του εἶναι˙ «Πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ σύνθεσι βιβλίου - κουρελοῦς». καταπληκτικὴ μέθοδος, πατέντα Σάββα Ἀγουρίδου. πάντα ἔτσι γράφει, ὅ,τι κι ἂν γράφῃ. εἶναι δὲ ὁλοφάνερο ἐδῶ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβῃ ὅτι καὶ στὸ χωρίο αὐτὸ καὶ σ̉ ἄλλα χωρία τῆς Π. Διαθήκης μὲ τ̉ ὄνομα τοῦ δέντρου ἐννοεῖται δάσος τέτοιων δέντρων.
   5. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης, χωρὶς καμμιὰ παραπομπὴ στὴ Βίβλο, ὅπως συνήθως (σ. 63)˙ «Ὁ προφήτης Ἠλίας ἐκτελεῖ ἐπὶ τοῦ Καρμήλου 400 προφῆτες τοῦ Βάαλ…ἡ «τεχνικὴ δολοφονιῶν» ἐφαρμόζεται…». δολοφόνε καὶ τρομοκράτη Ἠλία! σὲ τσάκωσε ὁ Σάββας Ἀγουρίδης. στὴν ἴδια σελίδα του τσακώνει κι ἄλλους δολοφόνους νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἴδια «τεχνικὴ δολοφονιῶν», τὸ Μωϋσῆ, τὸ Σαμουήλ, τὸν Ἰού, κλπ… ὄχι θὰ τοὺς ἀφήσει νὰ τρομοκρατοῦν καὶ νὰ δολοφονοῦν! ὅμως ὁ Ἠλίας δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔσφαξε 400. ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἔσφαξε 850 (Γ’ Βα 18,19). καὶ δὲν ἦταν δολοφονία. ἦταν δίκη καὶ ἐκτέλεσι, ποὺ ἔγινε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ βασιλέως Ἀχαάβ, ποὺ μέχρι τότε ἦταν μὲ τὸ μέρος τῶν ἀντιδίκων τοῦ Ἠλία καὶ σκληρὸς διώκτης τοῦ Ἠλία. στοίχημα ζωῆς καὶ θανάτου ἔβαλε ὁ Ἠλίας μὲ τοὺς 850 κιναίδους ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, τοῦ τελεστικοῦ κιναιδισμοῦ, ποὺ μαγάριζαν τὸ λαὸ ὡς βακούφικοι κίναιδοι τῶν τελεστηρίων κι ἐπὶ πλέον τὸν ἔπειθαν νὰ θυσιάζῃ τὰ κάτω τῶν 12 ἐτῶν παιδιά του καίγοντάς τα ζωντανὰ στὴν πυρὰ τοῦ Μολόχ. δὲν ἦταν καθηγητὴς θεολογικῆς σχολῆς νὰ τρώῃ ἀπὸ τὴ Βίβλο σ̉ ὅλη τὴ ζωή του πλουσιοπάροχα, γιὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἄνεσι νὰ βγάζῃ γλῶσσα ἐναντίον τῆς Βίβλου, ὅτι προβάλλει δολοφόνους σὰν τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸ Σαμουήλ. ὁ Ἠλίας ἦταν ἕνα τριαντάχρονο μόλις παλληκάρι ποὺ ἔβαλε στοίχημα τὸ κεφάλι του, γιὰ νὰ σταματήσῃ ἡ παιδοκτονία καὶ τὸ κιναιδικὸ μαγάρισμα. κι ὁ Κύριος στὴ φοβερὴ ἐκείνη δίκη τοῦ ἔδωσε τὴ νίκη. γι̉ αὐτὸ τὸν τιμᾷ ἡ Βίβλος, ἐπειδὴ τὸ κεφάλι του ἔβαλε στοίχημα. ὁ Ἀγουρίδης παραλείπει τὸ ὑπερφυσικὸ σημεῖο, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ θεὸς ἔστειλε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φωτιὰ στὸ θυσιαστήριο τοῦ Ἠλία, παραλείπει καὶ τὴ δολοφονία τῶν παιδιῶν, ποὺ γιὰ νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἔβαλε ὁ Ἠλίας τὸ κεφάλι του στοίχημα. καὶ δὲν δίνει καμμία παραπομπὴ στὴ Βίβλο˙ γιὰ νὰ μὴν μπορῇ ὁ ἁπλὸς Χριστιανὸς νὰ ἐλέγξῃ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀγουρίδης ἂν εἶναι ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια ἢ ἀπάτη. καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνέντιμα κι ἀντεπιστημονικὰ τὰ κάνει, γιὰ νὰ βγάλῃ τὸν προφήτη Ἠλία δολοφόνο καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴ διαβολὴ καὶ στὸ Μωϋσῆ καὶ στὸ Σαμουὴλ καὶ στὸν Ἰού. θεὲ καὶ Κύριε! οὔτε ἡ γειτόνισσά μου ἡ Κατίνα δὲν συκοφαντεῖ τὶς γειτόνισσές της, ποὺ φθονεῖ, μὲ τόση μαστοριὰ καὶ τόση κακεντρέχεια. καὶ συνήγορος τῶν κιναίδων ὁ Ἀγουρίδης, στρεφόμενος ἐναντίον τοῦ βιβλικοῦ προφήτου! τόσο πολὺ τὸν καίει γι̉ αὐτοὺς ποὺ ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ! τί θὰ δοῦν ἀκόμη τὰ μάτια μας!
Πάντως πιστεύει ὁ Ἀγουρίδης ὅτι ἡ σφαγὴ τῶν κιναίδων μάντεων ἔγινε. ἄρα πρέπει νὰ παραδεχτῇ ὅτι καὶ τὸ σημεῖο ἔγινε, γιατὶ χωρὶς αὐτὸ ἡ σφαγή τους δὲν θὰ γινόταν. δὲν θ̉ ἀνεχόταν νὰ γίνῃ ὁ μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη προστάτης τους βασιλεὺς Ἀχαάβ. τοῦ Ἠλία τὸ κεφάλι θὰ ἔπεφτε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ, ἂν τὸ σημεῖο δὲν γινόταν. γιὰ κάτι τέτοιους ἀντιρρησίες σὰν τὸν Ἀγουρίδη καὶ ὁ Χριστός, ὅταν θεράπευε λεπρούς, γιὰ νὰ μὴ τοῦ ἀμφισβητοῦν ἀργότερα οἱ ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων τὰ σημεῖα αὐτά, διέταζε τοὺς θεραπευομένους, ὅταν παίρνουν πιστοποιητικὸ ὑγείας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, νὰ τοὺς δίνουν καὶ τὸ ἀρνὶ ποὺ ὥρισε ὁ Μωϋσῆς, ὥστε νὰ εἶναι εἰς μαρτύριον αὐτοῖς (Μθ 8,4˙ Λκ 5,14˙ Μρ 1,44). ὥστε, ὅταν ποῦν σὰν τὸν Ἀγουρίδη, ὅτι «Κολοκύθια, δὲν ἔγινε κανένα σημεῖο θεραπείας», νὰ τοὺς λὲν ὁ Χριστὸς καὶ οἱ πρώην λεπροί˙ «Καὶ τὸ ἀρνὶ ἀπὸ ποῦ τὸ φάγατε καὶ σεῖς καὶ οἱ γυναῖκες σας καὶ τὰ παιδιά σας;». ἔχει φάει κι ὁ Ἀγουρίδης κοψίδια ἀπὸ κεῖνα τ̉ ἀρνιὰ ποὺ προκάλεσαν τὰ σημεῖα τῆς Βίβλου. ὅ,τι ἔχει φάει σ̉ ὅλη τὴ ζωή του, κοψίδια ἀπὸ κεῖνα τ̉ ἀρνιὰ ἦταν προκύψαντα ἀπὸ τὰ σημεῖα τῆς Βίβλου. ἢ ἐργάστηκε ὁ Ἀγουρίδης ὡς χημικὸς ἢ ταξιτζῆς, καὶ δὲν τὸ ξέρουμε; ἀλλὰ στὸν Ἀγουρίδη γιὰ σημεῖα τῆς Βίβλου μὴ λέτε ποτέ. δὲν ἀνέχεται ν̉ ἀκούῃ γι̉ αὐτά. ἄλλο ὅτι αὐτὸς στὴ ζωή του ἀπὸ τὰ σημεῖα τῆς Βίβλου μόνο ἔφαγε˙ κι ἔφαγε καλά. αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι εἶναι τόσο καταδεκτικός, ποὺ καταδέχεται νὰ τρώῃ ἀπὸ κεῖ ποὺ διαβάλλει. αὐτὸ θὰ πῇ ἀρχοντιὰ κι ἀξιοπρέπεια. ὄχι σὰν τὴ γυφτιὰ τοῦ Ἠλία, ποὺ ἀπὸ τὴν ὑπόθεσι τῆς Βίβλου δὲν ἔφαγε ποτέ, παρὰ μόνο τὸ κεφάλι του ἔβαλε στοίχημα. κι ἂν ὁ Ἀγουρίδης δὲν ἔτρωγε καλὰ ἰσοβίως ἀπὸ τὴ Βίβλο, ποῦ θὰ ἔβρισκε ὁ γύφτος ὁ Ἠλίας τὴν εὐκαιρία νὰ ποντάρῃ τὸ κεφάλι του;
   6. Ὁ περίφημος Χάλεβ, ὁ πιστὸς σύντροφος τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ στὴν κατασκόπευσι τῆς γῆς Χαναὰν ἐπὶ Μωϋσέως, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ ἐκείνους ποὺ αὐτοὶ μόνοι βγῆκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὑπερεικοσαετεῖς καὶ ἔφτασαν στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, χωρὶς νὰ πέσουν τὰ κῶλα αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ (Ἀρ 14,28-33˙ Ἑβ 3,17), στὸ βιβλίο Ἰησοῦς Ναυὴ ἱστορεῖται (Ἰη 14,6-15˙ 15,13-20˙ 21,12) νὰ εἰσβάλλῃ στὴν Παλαιστίνη μαζὶ μὲ τοὺς γιούς του καὶ ὅλο τὸν Ἰσραήλ, νὰ πολεμάῃ περισσότερο ἀπ̉ ὅλους, νὰ κυριεύῃ τὴ Χεβρὼν καὶ τὴ Δαβὶρ καὶ πολλὲς ἄλλες σπουδαῖες καὶ πολὺ ὀχυρὲς πόλεις τοῦ μετέπειτα ἐδάφους τῆς φυλῆς Ἰούδα. καὶ βραβεύεται γι̉ αὐτὸ παίρνοντας κλῆρο γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς γιούς του τὴ Χεβρών. ἀργότερα παντρεύει τὴν κόρη του μὲ τὸ Γοθονιήλ, τὸν πρῶτο κριτή, καὶ τῆς δίνει προῖκα μερικὰ κτήματα (Ἰη 15,13-20˙ Κρ 1,8-15), ἀπὸ κεῖνα ποὺ εἶχε πάρει ὡς ἔπαθλο γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ συμβολή του στὴν κατάκτησι τῆς Παλαιστίνης. δῆτε τώρα τί βγάζει ἀπ̉ ὅλ̉ αὐτὰ ὁ Ἀγουρίδης (σ.69), χωρὶς νὰ δίνῃ βέβαια καμμία παραπομπή, ἐπειδὴ διάβασε, κι ὄχι ἀπὸ τὴ Βίβλο, μόνο τὸν πρῶτο στίχο τῆς πρώτης ἀπὸ τὶς τέσσερες περικοπὲς ποὺ σημείωσα, χωρὶς νὰ τὸν καταλάβῃ κιόλας, καὶ λέει μάλιστα τὸν Χάλεβ Κάλεβ, ἐπειδὴ οὔτε κἂν ἄνοιξε τὴ Βίβλο, ἀλλὰ καὶ τ̉ ὄνομα αὐτὸ καὶ ὅλη τὴν ἱστορία καὶ τὶς μπαροῦφες ποὺ διατυπώνει ὡς «ἄποψί του» τὰ ξεσηκώνει ἀπὸ κάποια ξενόγλωσση ἐφημερίδα ἢ περιοδικὸ τῆς ξάπλας. γράφει ὁ Σάββας˙ «Γι̉ αὐτὸ δὲν ἐκπλήσσεται κανεὶς ἀπὸ τὸ ὅτι, κατὰ τὴν Π. Διαθήκη, ὁ Κάλεβ καὶ οἱ γιοί του δὲν εἰσέβαλαν στὴ Χαναὰν γιὰ πολιτικοθρησκευτικοὺς λόγους, ἔμειναν στὴν ἔρημο». θὰ μᾶς τρελλάνῃ ὁ Σάββας.
   7. Αὐτὴ ποὺ λέμε σήμερα ἐμεῖς Μ. Ἀσία ἢ Τουρκία, οἱ ξένοι τὴ λὲν Ἀνατολία˙ καὶ φυσικὰ τὸ λατινόγραφο Anatolia προπαροξύνεται. ἔτσι «Ἀνατόλια» τὸ γράφει κατ̉ ἐξακολούθησι κι ὁ Ἀγουρίδης (σ.90˙ 94 κλπ.), ἐπειδὴ δὲν ξέρει πῶς κάνει στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. αὐτὸ γιὰ νὰ δῆτε τὴ μόρφωσί του καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη του καὶ τὰ ἑλληνικά του. πῆρε πτυχίο ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, μέχρι τότε δὲν εἶχε πάει στὸ ἐξωτερικό, καὶ στὴ ζωή του ἦταν καθηγητὴς ἀρχαίων ἑλληνογλώσσων κειμένων. δὲν ἦταν ἀλλοδαπὸς μετανάστης στὴν Ἑλλάδα.
   8. Κυττάξτε τώρα πῶς μεταφράζει ὁ Ἀγουρίδης Βίβλο (σ.181). λέει ὁ Ἠσαΐας (9,10) κατὰ τοὺς Ο’˙ Ἐκκόψωμεν συκαμίνους καὶ κέδρους καὶ οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πύργον. βλέπετε πουθενὰ δεντροφύτευσι; καὶ στὸ μασοριτικὸ (Ἠσ 9,9) κατὰ τὴ μετάφρασι τοῦ Βέλλα καὶ τῶν ἁπλουστευτῶν του ἡ ἴδια φράσι λέγεται˙ «Σπάσανε τὰ δοκάρια ποὺ ἦταν ἀπὸ συκομουριά, μὰ ἐμεῖς κέδρινα θὰ βάλουμε στὴ θέσι τους». βλέπετε πουθενὰ δεντροφύτευσι; ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασι μεταφράζουν. κι ὁ Ἀγουρίδης μεταφράζει (ἀπὸ κάποια ἀγγλόγλωσση παράθεσι τοῦ χωρίου)˙ «Συκομουριὲς ἀποκόπησαν, ἐμεῖς ὅμως, κέδρους θὰ φυτέψουμε». ἰδοὺ ἡ δεντροφύτευσι, παρ̉ ὅλο ποὺ οἱ κέδροι τῆς Βίβλου εἶναι πάντοτε αὐτοφυεῖς καὶ δὲν προέρχονται ποτὲ ἀπὸ δεντροφύτευσι. ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει ἑλληνικά, δὲν ξέρει ἑβραϊκά, δὲν ξέρει καὶ ἀγγλικά˙ ἢ εἶναι αὐτὸ καρπὸς «ἐπιστημονικῆς» καὶ «κριτικῆς» ἀκρισίας καὶ τσαπατσουλιᾶς; ῥωτᾶτε ποιό κείμενο μεταφράζει ἔτσι; μὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει μὲς στὸ κρανίο του˙ καὶ λέει ὅ,τι τοῦ καπνίσει ἀπὸ κεῖ. τὴν τέχνη τοῦ νὰ φτιάχνῃ κείμενα φαντασιωτικὰ τὴ θεωρεῖ ἀνώτερη ἀπὸ τὸ νὰ καταλαβαίνῃ τὰ ὑπαρκτὰ κείμενα. ὅταν δὲν ἔχῃ κείμενα, γιὰ νὰ βγάλῃ τὰ συμπεράσματα ποὺ θέλει, φτιάχνει μόνος του κείμενα δικά του. ὄχι θὰ κάτσῃ νὰ σκάσῃ! κι αἰγυπτιακὲς ἱερογλυφικὲς ἐπιγραφὲς φτιάχνει, καὶ βαβυλωνιακὰ σφηνοειδῆ κείμενα φτιάχνει ὁ Ἀγουρίδης. εἶναι μεγάλος φτιάχτης.
   9. Μεταφράζοντας ὁ ἴδιος (σ.186) ἀγγλόγλωσσο βιβλικὸ παράθεμα, ποὺ βρῆκε καὶ ξεσηκώνει ἀπὸ βιβλίο ἄλλου, τὸ Ἠσ 10,1, γράφει˙ «Στοὺς γραφιᾶδες ποὺ καταχωροῦν…». θέλει νὰ πῇ «καταχωρίζουν». σοῦ λέει τί «προχωροῦν» τί «καταχωροῦν»˙ τί Λωζάνη τί Κοζάνη. αὐτὸ γιὰ νὰ ξαναδῆτε τὰ ἑλληνικά του. καθηγητὴς ἑρμηνείας ἀρχαίων ἑλληνογλώσσων κειμένων, εἴπαμε, καὶ Ἕλληνας ἐκ γενετῆς.
   10. Λέει ὁ Ἠσαΐας (1,9)˙ Ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμορρα ἂν ὡμοιώθημεν. καὶ τὸ μασοριτικὸ καὶ ὅλες οἱ ἀρχαῖες καὶ σημερινὲς μεταφράσεις λὲν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. κι ὁ Ἀγουρίδης ἀποδίδει καὶ παραθέτει (σ.188)˙ ‘’Ὡς τὰ Σόδομα θὰ ἐγενόμεθα, πρὸς τὰ Γόμορα θὰ ὡμοιάζαμε’’. ἀφήστε τὰ δύο ρρ στὴ Γόμορρα, γιατὶ θὰ νυχτωθοῦμε. δῆτε μόνον ὅτι ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει ὅτι στὴ Βίβλο, Παλαιὰ καὶ Καινή, λέγεται πάντα τὰ Σόδομα καὶ ἡ Γόμορρα˙ ἔχω καταλάβει ὅτι ὁ «βιβλικὸς» τὴ Βίβλο δὲν τὴν ἔχει διαβάσει στὴ ζωή του οὔτε μία ἁπλῆ ἀνάγνωσι˙ τσιμπολογάει μόνον ὅ,τι θέλει νὰ παραποιήσῃ, νὰ διαβάλλῃ, νὰ εἰρωνευτῇ˙ καὶ τὰ τσιμπολογάει ὄχι ἀπὸ τὴ Βίβλο, ἀλλ̉ ἀπὸ βιβλία ἄλλων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξεσηκώνει καὶ πηγαῖα παραθέματα καὶ σχόλια καὶ «ἀπόψεις», ποὺ ὅλα τὰ παρουσιάζει γιὰ δικά του. καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δὲν τσιμπολογάει ἀπὸ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα καὶ μελέτες, ἀλλ̉ ἀπὸ δημοσιογραφίστικα ῥεπορτὰζ σ̉ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς ξάπλας. μυρίζομαι ὅτι ἔχει καὶ συλλογὴ ἀποκομμάτων. νομίζει λοιπὸν ὅτι εἶναι «τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα», ὅπως τὰ λέει ἡ κυρὰ Σαββούλα ἡ ψιλικατζοῦ τῆς γειτονιᾶς μου. ἴδιο μορφωτικὸ ἐπίπεδο. πάλι καλὰ δηλαδὴ ποὺ δὲν λέει «τὰ Γόμαρρα» ὅπως τὰ λέει ὁ Βάγγος ὁ γκαραζιέρης ἐτυμολογώντας τα προφανῶς ἀπὸ τὰ γομάρια. ἀλλ̉ ἐκεῖνος δὲν ἔβγαλε παρθεναγωγεῖο καὶ γυμνάσιο, ὅπως ἔβγαλαν ἡ Σαββούλα κι ὁ Σάββας ἀντιστοίχως.
   11. Τὸ ὅτι ὁ Ἐζεκίας ἐξωλόθρευσε…καὶ τὸν ὄφιν τὸν χαλκοῦν, ὃν ἐποίησε Μωϋσῆς (Δ’ Βα 18,4) ὁ Ἀγουρίδης τὸ «καταλαβαίνει» ὅτι «τὸν ἔκανε κομμάτια» (σ.199). αὐτὸ γιὰ νὰ δῆτε καὶ τὴν ἀντίληψί του. διότι καὶ τὰ φυσικὰ προσόντα ἔχουν σημασία. δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ ἐπακολουθοῦσα ἐπιστημονικὴ κατάρτισι, ποὺ θεμελιώνεται πάνω στὰ φυσικὰ προσόντα, κατὰ τὸ μέτρο τους ἀσφαλῶς.
   12. Γιὰ τὸ Δευτερονόμιο ποὺ βρῆκε ἐπὶ Ἰωσίου ὁ ἀρχιερεὺς Χελκίας στὸ ναὸ τῆς Ἰερουσαλὴμ (Δ’ Βα 22,8) ὁ Ἀγουρίδης φαντάζεται ὅτι μπορεῖ νὰ τὸ βρῆκαν καὶ «στὰ ὑπόγεια τοῦ ναοῦ» (σ.202). φαντάζεται ὅτι ὁ ναὸς εἶχε καὶ ὑπόγεια. πολὺ ἐμβριθὴς στὴ γνῶσι τῆς Βίβλου ὁ Σάββας. σιγὰ σιγὰ θὰ μᾶς πῇ καὶ ὅτι τὰ ὑπόγεια εἶχαν καὶ ποντίκια. ἐκεῖ ἔβαζαν οἱ ἱερεῖς τὰ κακὰ παιδιὰ ποὺ δὲν ἤξεραν τὴ Βίβλο, κι ἔλεγαν ἀρλοῦμπες, γιὰ νὰ τοὺς δαγκώσουν τὰ ποντίκια. αὐτὸ γιὰ νὰ δῆτε πόσο διάβασε τὴ Βίβλο ὁ βιβλικὸς Ἀγουρίδης καὶ πόσο ξέρει νὰ κινῆται ἀνάμεσα στὶς σελίδες της. ἀνθολογῶ ἀπὸ τὸ βιβλίο του κομμάτια ἐνδεικτικὰ τῶν φυσικῶν κι ἐπικτήτων προσόντων του.
   13. Τὴν ἐγκύκλιο μόρφωσί του μᾶς τὴ δείχνει, ὅταν γράφῃ (σ.204) τὸ ἀμίμητο ἐκεῖνο, ὅτι, ὅταν συντάχθηκε τὸ Δευτερονόμιο καὶ δρομολογήθηκε, ἔτσι κατὰ τὴν «ἄποψί του» ἡ σύνταξι τῆς Π. Διαθήκης, κατὰ τὴν «ἄποψί του» ἐπὶ Ἰωσίου (Ζ’ π.Χ. αἰ.), τὸ γεγονὸς ὅτι «γιὰ πρώτη φορά», ὅπως τὸ τονίζει, μιὰ προϋπάρχουσα «θρησκεία» γίνεται διδαχὴ μιᾶς Βίβλου, εἶναι, λέει, ἕνα «πολὺ σημαντικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς θρησκείας στὸ Δυτικὸ Ἡμισφαίριο»! ἐννοεῖ τὸ δικό μας ἡμισφαίριο ποὺ ἔγραψε μακραίωνα ἱστορία˙ τὸ ἀνατολικό. καὶ φυσικὰ δὲν ξέρει ὅτι, ἂν τὸ Δευτερονόμιο γράφτηκε τὸν Ζ’ π.Χ. αἰῶνα, ὅπως εἶναι ἡ «ἄποψί του», τότε τὴν πρωτιὰ ἔχει ἡ πολὺ ἀρχαιότερη Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου. ἔπρεπε νὰ τὸ ξέρῃ, διότι ἔβγαλε γυμνάσιο˙ δὲν εἶναι Κογκολέζος συλλέκτης καρπῶν. ἀλλὰ τί ζητᾶτε ἀπὸ ἕνα ἄτομο ποὺ δὲν ξέρει σὲ ποιό ἡμισφαίριο τῆς γῆς βρίσκεται; προφανῶς ὁ Ἀμερικανός, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου ξεσηκώνει, ἄκριτα καὶ χωρὶς παραπομπή, τὸ ὑλικό του ὁ Ἀγουρίδης, ἔλεγε περίπου «τὸ ἄλλο ἡμισφαίριο» ἢ «τὸ ἀπὸ κεῖθε ἡμισφαίριο», κι ὁ Ἀγουρίδης ἐπεξήγησε˙ «τὸ Δυτικό». καὶ εἴδατε τί φανατικὸς ποὺ εἶναι ὑπὲρ τῆς Βίβλου; μέχρι καὶ μεροληψία κάνει εἰς βάρος τοῦ Ἡσιόδου, γιὰ νὰ τῆς δώσῃ τὴν πρωτιά. εἴπαμε, Σάββα, νὰ εἶσαι βιβλικός, ἀλλ̉ ὄχι καὶ νὰ κάνῃς στὴ Βίβλο ῥουσφέτια!
   14. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.271)˙ «Εἶναι φανερὸ…πὼς ὁ Δευτεροησαΐας γύρω στὸ 540 – 583 π.Χ. στηρίζει τὴν αἰσιοδοξία του…». θεέ μου! δὲν ξέρει ὅτι τὶς πρὸ Χριστοῦ χρονολογίες, τὶς τρέχουμε καὶ τὶς γράφουμε ἀνάστροφα˙ αὐτὴ ἐδῶ λ.χ. «583 - 540 π.Χ.». καὶ «βάλε τὸ Σάββα μάγειρα, νὰ σοῦ μαγειρέψῃ ἀπόψεις γιὰ Δευτεροησαΐα»! δὲν συμβουλεύτηκε τὸν Καϊμάκη τοὐλάχιστο! ἐκτὸς ἂν αὐτὴ εἰδικὰ τὴ «χρονολογία του» ὁ Ἀγουρίδης τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ μυαλό του μὲ τὴν ὄπισθεν˙ ὅπως καὶ τὰ νεογνὰ ἔρχονται καμμιὰ φορὰ μὲ τὴν ὄπισθεν, καὶ φέρνουν τοὺς μαιευτῆρες σὲ ἀμηχανία.
   15. Τάδε λέγει Σάββας ὁ Ἀγουρίδης (σ.324)˙ «Ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας ἦταν ἀρχικὰ γιὰ Χαναναίους καὶ Ἑβραίους». ψέμματα λοιπὸν λέει ἡ Βίβλος, ποὺ λέει ὅτι ἦταν μόνο τῶν Ἑβραίων˙ ἀπατεώνας κι ὁ Μωϋσῆς ποὺ γράφει ὅτι αὐτὸς τὴ θέσπισε καὶ μόνο γιὰ τοὺς Ἑβραίους. ῥωτᾶτε ποῦ βρίσκει ὁ Ἀγουρίδης τὸ «γιὰ Χαναναίους»; εἴπαμε˙ στὸ ἀρχεῖο κειμένων ποὺ ἔχει μέσα στὴ φαντασία του˙ λέει ὅ,τι τοῦ καπνίσει. θὰ πῆτε˙ Μὰ ὁ Ἀγουρίδης δέχεται ὅτι δὲν ἔγραψε τὸ Νόμο ὁ Μωϋσῆς. τὸ ἔχει διαβάσει σὲ πολλὲς φυλλάδες - πατσιαβοῦρες καὶ μάλιστα καὶ σὲ φανταστικὲς ἱερογλυφικὲς ἐπιγραφές. ναί, ἀλλὰ προηγουμένως (σ.63) δέχεται τὴν ὕπαρξι καὶ κάποια δρᾶσι τοῦ Μωϋσῆ. πότε τὸν δέχεται λοιπὸν καὶ πότε δὲν τὸν δέχεται; νὰ σᾶς πῶ˙ ἂν προσέξετε λίγο τὴ φυλλάδα του, θὰ καταλάβετε. ὅταν εἶναι νὰ τὸν δεχτῇ ὡς συντάκτη τοῦ Νόμου ἢ ὡς ποιοῦντα σημεῖα, δὲν τὸν δέχεται˙ ὅταν εἶναι νὰ τὸν βγάλῃ δολοφόνο σὰν τὸν Ἠλία καὶ τὸ Σαμουήλ, ἢ στριμμένο, τὸν δέχεται. δὲν ἀστειεύομαι. προσέξτε, καὶ θὰ τὸ διαπιστώσετε. μόνον ὁ Ἀγουρίδης μπορεῖ νὰ κάνῃ σπουδαῖα πράγματα καὶ νὰ παρακολουθῇ καὶ σχολιάζῃ τοὺς ἄλλους ἀφ̉ ὑψηλοῦ καὶ μὲ εἰρωνεία, οὐδέποτε ὁ Μωϋσῆς ἢ κάποιος προφήτης ἢ κάποιος ἀπόστολος. ὁ Μωϋσῆς, οἱ προφῆτες, ὁ Χριστός, κι οἱ ἀπόστολοι, ὅλοι τους «μονήρεις» καὶ sui generis, κάνουν μόνο δολοφονίες, ψευδοπροφητεῖες, ἀπάτες, ζαβολιές, καλπουζανιές, καὶ ζευζεκιές, πράγματα ποὺ ὁ Ἀγουρίδης, ὁ νορμὰλ αὐτὸς ἄνθρωπος, δὲν τὰ κάνει ποτὲ μὰ ποτέ. δὲν μποροῦν ἐκεῖνοι νὰ εἶναι σὰν τὸν Ἀγουρίδη, οὔτε ὁ Ἀγουρίδης κατεβαίνει ποτὲ στὸ χαμηλό τους ἐπίπεδο. εἶναι προσωπικὸ ἰδίωμα τοῦ Ἀγουρίδου καὶ τῶν ὁμοίων του αὐτό. παρατηρήστε το μὲς στὰ γραπτὰ τοῦ Ἀγουρίδου καὶ τῶν ἄλλων, καὶ θὰ τὸ διαπιστώσετε. γι̉ αὐτὸ σᾶς λέω, τὸ ἄτομο αὐτὸ εἶναι ἀνεπανάληπτο. ἀντιπροσωπευτικὸ δεῖγμα τοῦ εἴδους του. κι αὐτὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του εἶναι παιδιὰ ποὺ μεγάλωσαν ὑπὸ εἰδικὴ ἀγωγή. αὐτὸ γιὰ νὰ παρακολουθῆτε μὲς στὰ γραπτά τους καὶ τὴν ἀγωγή τους καὶ τὸ ἦθος τους. μετριόφρονα πνεύματα καὶ νορμὰλ χαρακτῆρες, ψυχολογικὰ δηλαδὴ ἀκέραια ἄτομα κι ἀχτύπητα˙ ὄχι σὰν τὰ ψυχικῶς ἐγωπαθῆ κι ἀρρωστημένα βιβλικὰ πρόσωπα.
   16. Ἡ λατινικὴ φράσι vaticinium ex eventu –καὶ ποιός ἀπόφοιτος γυμνασίου δὲν τὴν ξέρει αὐτὴ τὴ φράσι! – θὰ πῇ «μαντεία μετὰ τὴν ἔκβασι», δηλαδὴ «προφητεία μετὰ τὰ γεγονότα ποὺ προφητεύονται»˙ νὰ γράφῃ δηλαδὴ κανεὶς τὸ ἔτος 2000 καὶ νὰ προφητεύῃ γεγονότα ποὺ ἔγιναν τὸ 1900, προσποιούμενος ὅτι ζῇ καὶ γράφει τὸ 1800 γιὰ ὅσα «θὰ» γίνουν τὸ 1900. δῆτε τώρα τί θὰ πῇ vaticinium ex eventu κατὰ τὸν Ἀγουρίδη. Σοφία! Πρόσσχωμεν! λαλεῖ κι ἐξηγεῖ ὁ Ἀγουρίδης (σ.366)˙ «Ἡ λογικὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀφοῦ ἤξερε τόσο καλὰ τί ἔγινε πρὶν ἀπὸ μᾶς, σίγουρα ξέρει τὸ ἴδιο καλὰ κι αὐτὰ ποὺ θὰ γίνουν στὰ χρόνια μας καὶ στὸ μέλλον. ἡ μέθοδος αὐτὴ καλεῖται vaticinium ex eventu». εἰλικρινὰ σᾶς λέω, ἔτσι «καταλαβαίνει» ὁ Ἀγουρίδης αὐτὴ τὴ φράσι κι ἔτσι γράφει στὴ σελίδα του 366. ἂν δὲν μὲ πιστεύετε, ἀνοίξτε καὶ διαβάστε. μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μάλιστα «καταλαβαίνει» αὐτὴ τὴ φράσι καὶ στὴν ἑρμηνεία του στὴν Ἀποκάλυψι τρεῖς φορὲς τοὐλάχιστο.
   17. Ξέρετε τὸ ζῷο λεόπαρδις; τὸ ἀνακάλυψε ὁ Ἀγουρίδης (σ.372). φυσικὰ τὸ βιβλικὸ κείμενο λέει πάρδαλις, ὅπως καὶ ὅλα τ̉ ἀρχαῖα κείμενα ποὺ τὸ ἀναφέρουν, καὶ τὸ βοήθημα, ἀπ̉ ὅπου ξεσηκώνει τὸ ξένο ὑλικὸ χωρὶς παραπομπὴ ὁ Ἀγουρίδης, ἐξηγοῦσε λεόπαρδος. ὁ Σάββας πῆρε τὴ μισὴ λέξι ἀπὸ τὸ βοήθημα καὶ τὴ μισὴ ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο παράθεμα (Δα 7,6), τὸ χτύπησε στὸ μίξερ Πληκάξξυ Γισυβίκου (= πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ σύνθεσι βιβλίου - κουρελοῦς), καὶ – ὢ τοῦ θαύματος! – ἔβγαλε λεόπαρδις, ὅπως κάθε ὁμότεχνός του βγάζει κουνέλι ἀπὸ τὸ καπέλλο καὶ περιστέρι ἀπὸ τὸ μαντήλι. εἴδατε; κι ἐκεῖνοι ζῷα βγάζουν, ὅπως ὁ Ἀγουρίδης.
Δὲν ἐξήτασα τὶς «θεμελιώδεις» μπαροῦφες τοῦ Ἀγουρίδου γιὰ τὴν Π. Διαθήκη καὶ γιὰ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ὅλες τὶς παίρνει φυσικὰ ἀπὸ βιβλία ἄλλων – στὴ ζωή του ὅλη μόνο αὐτὸ κάνει –, καὶ ἄρα ἡ κριτική μου θ̉ ἀπευθυνόταν σ̉ ἐκείνους, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἦταν σκοπός μου. ἂν ἤθελα νὰ κριτικάρω τὶς μπαροῦφες ἐκεῖνες, θὰ τὶς ἔπαιρνα μία μία ἀπὸ τὰ βιβλία ἐκείνων ποὺ τὶς διατύπωσαν, καὶ ὄχι φυσικὰ ἀπὸ τὰ τσιμπολογήματα τοῦ Ἀγουρίδου, στὰ ὁποῖα τὶς ἔχει κουρελιασμένες καὶ παραποιμένες, ἀφοῦ δὲν τὶς καταλαβαίνει καὶ πολύ. ἔμεινα στὶς αὐθεντικές του μπαροῦφες καὶ ἀρλοῦμπες, γιὰ νὰ παρακολουθήσετε τὸ νοητικὸ καὶ μορφωτικό του ἐπίπεδο καί γε τὸ ἦθος του, ποὺ εἶναι ὑπέροχα˙ δὲν ἐνδιαφέρθηκα γιὰ τὶς «ἀπόψεις του» τὶς δανεισμένες. ἐνδιαφέρθηκα γιὰ μερικὰ ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τοῦ ἐπιπέδου του καὶ τῆς ποιότητός του, ποὺ εἶναι ὑπέροχα. γιὰ τὰ μεγέθη του. γιὰ νὰ σᾶς παρουσιάσω τὸ ἄτομο ποὺ ἀνέλαβε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ καὶ νὰ μᾶς χειραγωγήσῃ στὰ τῆς Βίβλου. σκουντουφλάει λιγάκι βέβαια, ἀλλὰ δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὴν προσπάθεια. κάνει ὅ,τι μπορεῖ, γιὰ ν̉ ἀξιοποιήσῃ τὸ ταλέντο του.
Μελέτες 3 (2008)
 
 
 
 

 


 

 

11. ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

 
      Ἡ ἐναντίον τῆς Βίβλου ἀρνητικὴ κριτικὴ ἄρχισε ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Λουθήρου, ἂν καὶ ὄχι ἀπ᾽ αὐτόν· ἀλλ᾽ ἀπὸ κάποιον συνεργάτη του. ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπόρριψι βιβλίων ποὺ εἶναι ἢ φέρονται ὡς κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἑνὸς ἢ ὡρισμένων, καὶ ὄχι τοῦ συνόλου, ἀκόμη κι ὅταν εἶναι ἄστοχη καὶ ἀστήρικτη, εἶναι μόνο συζήτησι γύρω ἀπὸ τὸν Κανόνα, καὶ ὄχι ἀκριβῶς ἀρνητικὴ κριτική· καὶ τέτοια συζήτησι ἔγινε πολλὴ στὸ βαθὺ παρελθὸν καὶ ἀπὸ Ἰουδαίους ῥαββίνους καὶ ἀπὸ Χριστιανούς. ἐπίσης ὁποιαδήποτε ἀπόρριψι τῆς Βίβλου ὅλης, ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης μόνο, ἀπὸ Ἰουδαίους ἢ εἰδωλολάτρες ἢ αἱρετικοὺς νικολαϊτικοῦ τύπου, δὲν εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λέμε σήμερα ἀρνητικὴ κριτική. ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι ὅταν ἀπὸ τέως Χριστιανοὺς ἢ ἐμφανιζομένους καὶ βιοποριζομένους ὡς Χριστιανοὺς ἀπορρίπτονται ὡς κώδικας ὅλα γενικῶς τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς πρὸς τὸ χρόνο τῆς συντάξεώς των καὶ ὡς πρὸς τὸ συντάκτη τους, ὅταν αὐτὸς δηλώνεται στὸ κείμενό τους, ὅπως οἱ προφῆτες καὶ οἱ ἐπιστολογράφοι ἀπόστολοι, ἢ παραδίδεται ἰσχυρῶς, ὅπως ὁ Μωϋσῆς ὁ Δαυΐδ καὶ οἱ εὐαγγελισταί.
      Πολλὲς φορὲς ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ δὲν εἶναι σαφὴς καὶ παλληκαρήσια ἀπόρριψι τῶν βιβλικῶν κειμένων καὶ μάλιστα οὔτε ἀμφισβήτησι τοῦ βιβλικοῦ Κανόνος ὡς κάποιου «ἐργαλείου» τῆς ἐκκλησίας, μὲ τὸ ὁποῖο αὐτὴ «κάνει τὴ δουλειά της», δηλαδὴ κατὰ τοὺς ἀρνητὰς ἀνομολογήτως «…τὴν παλιοδουλειά της», ἀλλὰ θρασύδειλη καὶ κουτοπόνηρη προσπάθεια κλονισμοῦ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Χριστιανῶν στὴν ἐσωτερικῶς δηλούμενη ἢ ἐκκλησιαστικῶς παραδιδόμενη ἡλικία πατρότητα ἀκεραιότητα κι ἑνότητα τῶν βιβλίων, γιὰ νὰ μειωθῇ τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀξιοπιστία τους, ὥστε νὰ μὴν τὴν παίρνουν καὶ πολὺ στὰ σοβαρὰ ὡς διαθήκη, ὡς συμβόλαιο δηλαδὴ αἰωνίου ζωῆς μεταξὺ τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Χριστιανῶν· γιὰ νὰ φύγῃ ὡς ὑποτιθέμενος βραχνᾶς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν ἢ ὡς πραγματικὸς βραχνᾶς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν θιασωτῶν τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ Βίβλος εἶναι τὸ μόνο στὸν κόσμο βιβλίο —ἢ βιβλιοθήκη—, ποὺ δὲν ἔχει οὐδέτερο παρατηρητή· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ. ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος ὁποιασδήποτε χώρας ἢ ἐποχῆς διαβάσῃ τὴ Βίβλο, μετὰ τὴν ἀνάγνωσί της δὲν εἶναι ὁ πρὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ εἶναι ἢ θερμὸς φίλος της ἢ πυρακτωμένος ἐχθρός της. αὐτὸ εἶναι ἰδίωμα μόνο τοῦ θείου Κανόνος τῆς Βίβλου, ὁμόλογο τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ συμβαλλομένους στὸ Συμβόλαιο αὐτό· καὶ εἶναι ἰδίωμα ποὺ δὲν ἀντέχεται ἀπὸ ἀπίστους ἢ πεπτωκότες ἀπὸ τὴν πίστι ἐμφανῶς ἢ ἀφανῶς· ὅπως τὰ δαιμόνια δὲν ἄντεχαν τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κραύγαζαν. διότι καὶ ἡ Βίβλος εἶναι ὁ ἴδιος λόγος τοῦ Κυρίου, ὁ ἀπὸ τὸ θεὸ ἐμπνευσμένος στοὺς συντάκτες της· εἶναι τὸ σκῆπτρο γιὰ τὸ ὁποῖο στὸ δεύτερο ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ καὶ στὴν Ἀποκάλυψι λέγεται·
Ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ,
ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς.
 
      Ὡς τέτοια ῥάβδος σιδηρᾶ ἡ Βίβλος εἶναι γιὰ τοὺς ἐχθρούς της τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ νὰ συλλάβῃ ἀνθρώπινη διάνοια, κι ἔχει σπάσει στοὺς αἰῶνες πολλὰ κρανία. καὶ οἱ ἐγκέφαλοι, τῶν ὁποίων τὸ περίβλημα ἔχει σπάσει, πονοῦν πάρα πολὺ κι ὠρύονται ἀπὸ τὸν πόνο, κι αὐτὸς ὁ ὀλολυγμὸς τῶν ὠρυομένων εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀρνητικὴ κριτική. ἔτσι σὰν τὸν ὀλολυγμὸ «Τί ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» τὴν ἀκούω ἐγὼ τὴν ὅλη ἀρνητικὴ κριτική· αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψί της καὶ ἡ οὐσία της, τὸ summarium ἢ summary. κανένα «ἱερὸ βιβλίο» θρησκεύματος καὶ κανένα γενικῶς βιβλίο τῆς γῆς δὲν ἔχει τὸ προνόμιο νὰ ἔχῃ ἀρνητικὴ κριτικὴ ὅπως ἔχει ἡ Βίβλος. γιατὶ κανένα δὲν εἶναι σιδερένιο ματσούκι τόσο ἄγριο ποὺ νὰ σπάζῃ κρανία σὰ μπαρντάκια. ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου, ἐκτὸς ἀπὸ κείνους ποὺ τὰ δέχονται ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ μαλλώνουν κιόλας, ἔχουν καὶ τοὺς οὐδετέρους παρατηρητὰς καὶ ἀναγνῶστες των. καὶ εἶναι δυνατὸν γιὰ τὸν Ὅμηρο ἢ τὸ Θουκυδίδη νὰ ἔχουν τὴν ἴδια σωστὴ γνώμη ἕνας ἁγνὸς κι ἕνας ἀκάθαρτος, κι ἄλλος ἕνας ἀκάθαρτος μαζὶ μ᾽ ἄλλον ἕναν ἁγνὸ νὰ ἔχουν γι᾽ αὐτοὺς τὴν ἴδια σφαλερὴ γνώμη· γιὰ τὴ Βίβλο ὅμως αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ συμβῇ. καὶ κανένα ἄλλο βιβλίο δὲν διχοτομεῖ τὴν ἀνθρωπότητα σὲ δύο μόνο τεμάχια, πιστοὺς μέχρι θανάτου κι ἐχθροὺς μέχρι τὸ θάνατό τους. αὐτὸ εἶναι γνώρισμα καὶ πατέντα μόνο τῆς Βίβλου.
Ἀταλάντευτα μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι τὸ ὡραιότερο κόσμημα τῆς Βίβλου, τὸ ἀποκλειστικό της κι ἀνεπανάληπτο στολίδι. γιὰ κανένα ἄλλο βιβλίο οἱ ἐχθροί του δὲν κατανάλωσαν τὴ ζωή τους, δὲν ἔχασαν τὴν ἀξιοπρέπειά τους, καὶ δὲν δαπάνησαν τόσα ταλέντα τόσο κόπο καὶ τόσα χρήματα, παρὰ μόνο γιὰ τὴ Βίβλο· πονάει πάρα πολὺ τὸ κατακέφαλο χτύπημα τῆς ῥάβδου τῆς σιδηρᾶς. καὶ τὸ σκούξιμο καὶ ἡ λύσσα τῶν θυμάτων της εἶναι σὲ δύναμι ἐφάμιλλα τῆς πίστεως τῶν πιστῶν της. ἐξ αἰτίας κανενὸς βιβλίου ἡ δειλὴ ὑποκρισία τῶν ἀπ᾽ αὐτὸ βιοποριζομένων ἐχθρῶν του, εἴτε τοῦ φαρισαϊκοῦ καὶ τοῦ παπικοῦ καὶ ἱεροεξεταστικοῦ εἴδους εἴτε τοῦ σαδδουκαϊκοῦ καὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ, δὲν ἔφτασε ποτὲ στὰ βάθη ποὺ ἔφτασε ἡ γύρω ἀπὸ τὰ κράσπεδα τῆς Βίβλου ὑποκρισία. κι ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ὄψι της κι ἀπὸ τὴν προειρημένη ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι ὄντως τὸ ὀμορφότερο κι ἀστραφτερότερο κόσμημα τῆς Βίβλου. ποτὲ οἱ ἐχθροὶ τῆς Βίβλου δὲν μποροῦν νὰ ποῦν «Μὰ γιατί ν᾽ ἀσχολούμαστε μ᾽ αὐτή;» ἢ «Mὰ γιατί ὑποκρινόμαστε γιὰ χάρι της σὰν παλιάτσοι;». τοὺς ἔχει ἀφαιρέσει ἡ Βίβλος ἀπὸ τὰ μηνίγγια τους αὐτὸν τὸ ῥυθμιστή, ὅταν τοὺς τσάκισε τὰ κεφάλια σὰν κεραμιδένια τσανάκια· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν παραληροῦν ἀρνητικὴ κριτικὴ ἀπὸ τὸν πολὺ τὸν πόνο· πονάει πολὺ αὐτὴ ἡ ῥάβδος, ὅταν τοὺς τὴν κατεβάζῃ ὁ Κύριος.
      Ὁ ὑποφαινόμενος θὰ λυπόμουν, ἂν ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ σταματοῦσε· εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος· βάζω στοίχημα καὶ μὲ τοὺς ἴδιους, ἂν θέλετε· ὁποιοδήποτε στοίχημα· ἀκόμη καὶ τὴ σωτηρία μου. κι αἰσθάνομαι πολὺ καμάρι γιὰ τὴν ὕπαρξι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ἐν Κυρίῳ καυχώμενος θέλω νὰ πῶ. καὶ τὴν ἀπολαμβάνω τὴν ἀρνητικὴ κριτικὴ πολὺ ἡδονικά. γιὰ νἆμαι εἰλικρινής, κάπου κάπου γιὰ μιὰ μόνο στιγμὴ τοὺς λυποῦμαι τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς κι ἀνατριχιάζω γιὰ τὴ δύσκολη θέσι τους, στὴν ὁποία εἶναι μπλεγμένοι· ἀλλ᾽ ἀμέσως θυμοῦμαι ὅτι μόνοι τους ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, καὶ παύω νὰ τοὺς λυποῦμαι, κι ἐπανέρχομαι στὴν ἀπόλαυσι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς των καὶ στὸ ἀνέκφραστο κι ἀνεκλάλητο καμάρι μου γιὰ τὴν ὕπαρξί της καὶ γιὰ τὴ λύσσα της ἐναντίον τῆς Βίβλου, ποὺ τὴ στολίζει τόσο ὄμορφα αὐτὸ τὸ σκὰλπ τῶν θιασωτῶν τῆς λυσσασμένης. νιώθω σὰν Ἀπάτσι κυνηγὸς κεφαλῶν ποὺ πρόσθεσα στὸ ζωνάρι μου ἄλλο ἕνα σπασμένο κρανίο· εἰλικρινὰ εἶναι πολὺ ὄμορφο συναίσθημα.
      Ἡ κατὰ τῆς Π. Διαθήκης σύγχρονη ἀρνητικὴ κριτική, ἡ μετατυπογραφική, ἄρχισε τὸ 1520 ἀπὸ ἕναν ὀπαδὸ καὶ συνεργάτη τοῦ Λουθήρου· πῆρε τὴν περίπου σημερινή της μορφὴ - ἄποψι γύρω στὸ 1900· καὶ συνεχίζεται μὲ μικρὲς τροποποιήσεις μέχρι σήμερα. ἡ κατὰ τῆς Κ. Διαθήκης ἀρνητικὴ κριτικὴ ἄρχισε γύρω στὸ 1580 ἀπὸ ἕνα μαθητὴ τοῦ Λουθήρου, ποὺ ἦταν καὶ πολιτικὸς ὁ ὁποῖος ἔφτασε μέχρι τὸ ἀξίωμα τοῦ πρωθυπουργοῦ· πῆρε τὴν περίπου σημερινή της μορφὴ - ἄποψι γύρω στὸ 1920 - 30· συνεχίζεται μέχρι σήμερα μὲ μικρὲς τροποποιήσεις. στὴν Ἑλλάδα εἰσήγαγαν τὴν ἀρνητικὴ κριτικὴ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ κατὰ τὴ δεκαετία 1952 - 62 οἱ Χαστούπης καὶ Ἀγουρίδης. πιὸ μπροστὰ τὴν εἶχαν εἰσαγάγει ἄθελά τους καὶ ἀποσπασματικά, μὲ τὴν περιττὴ τότε κι ἀσθενικὴ καὶ καχεκτικὴ καταπολέμησί της, κάποιοι συντηρητικοί, ὅπως οἱ Π. Μπρατσιώτης, Β. Ἰωαννίδης, καὶ Μ. Σιώτης. ὁ Χαστούπης κι ὁ Ἀγουρίδης ὅμως τοὺς γονάτισαν. ἔπειτα ὁ μὲν Χαστούπης ἦταν ἄτομο, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργήσῃ σχολή, ὁ Ἀγουρίδης ὅμως, ὁ καὶ στενὸς φίλος τοῦ πρωθιερέως τῶν ἀνακτόρων κι ἔπειτα κι ἀρχιεπισκόπου, εἶχε καὶ τὸ τεμπεραμέντο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες προϋποθέσεις νὰ δημιουργήσῃ κάτι τέτοιο· κι ἔφτιαξε τὴ λέσχη τῶν μετὰ τὸ 1960 ἐν Ἑλλάδι δικῶν του βιβλικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τέλει κατέλαβαν κατ᾽ ἀποκλειστικότητα τὶς θέσεις τῶν βιβλικῶν καθηγητῶν στὶς δυὸ θεολογικὲς σχολὲς Θεσσαλονίκης καὶ Ἀθηνῶν, στὶς ὁποῖες θήτευσε κι ὁ Ἀγουρίδης, κάτι ποὺ ὁ Χαστούπης δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὸ κάνῃ· ὁ Χαστούπης ἦταν ἁπλὸς ἀρωγός του, ποὺ ἔλεγε ὅ,τι καὶ ὁ προλαλήσας, παρ᾽ ὅλο ποὺ καὶ στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν ἀρχαιότερος τοῦ Ἀγουρίδου καὶ στὴν Ἀθήνα ἦταν πάλι ἀρχαιότερός του, διότι ὁ Χαστούπης μετατέθηκε ἐκεῖ σχεδὸν ἕνα χρόνο πρὶν ὁ πρωθιερεὺς γίνῃ ἀρχιεπίσκοπος ἀμέσως μετὰ τὴν περιβόητη 21η Ἀπριλίου 1967, ἐνῷ ὁ Ἀγουρίδης μετετέθηκε σχεδὸν ἕνα χρόνο μετὰ τὴν 21η Ἀπριλίου 1967, ἀφ᾽ ὅτου δηλαδὴ ὁ ἄλλος ἔγινε ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ἐμφαίνονται ὅλ᾽ αὐτὰ στὸ Ἡμερολόγιο τῆς ἐκκλησίας. κατέλαβε δὲ τότε ὁ Ἀγουρίδης καὶ ἄλλες πέντε θέσεις ταυτόχρονα, δύο κυβερνητικὲς καὶ τρεῖς ἐκκλησιαστικές. σήμερα ὁ Ἀγουρίδης ἀρθρογραφεῖ στὴν κομμουνιστικὴ ἐφημερίδα Αὐγή, ἀλλ᾽ αὐτὸ μετὰ τὸ 1974 εἶναι ἀπαραίτητο καμουφλὰζ γιὰ πιστοποιητικὸ δημοκρατικότητος. στὴ δὲ ἡλικία οἱ δυὸ αὐτοί, Χαστούπης καὶ Ἀγουρίδης, εἶναι γεννημένοι τὴν ἴδια χρονιά, ὅπως ἐμφαίνεται στὴ ΘΗΕ.
      Ὁ Χαστούπης κι ὁ Ἀγουρίδης δὲν εἶναι μέλη τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. μέλη της θὰ ἔλεγα ἐκείνους ποὺ μέσα στὸ πλαίσιο τῆς γενικῆς ἀπόψεως τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς διατύπωσαν μία τοὐλάχιστο ἐπὶ μέρους ἄποψι ἢ τροποποίησι ἀπόψεως δική τους, μία δηλαδὴ δική τους ἐξυπνάδα· ὅπως τὶς διατυπώνουν βέβαια, ἔτσι σκέτες ἐξυπνάδες καὶ παρλαπίπες, χωρὶς ἔρευνα καὶ τεκμήρια. ὁ Ἀγουρίδης κι ὁ Χαστούπης οὐδέποτε διατύπωσαν μία δικῆς των παραγωγῆς ἄποψι, οὔτε αὐτοὶ οὔτε οἱ μαθηταί τους, τὰ μέλη τῆς λέσχης των. εἶναι ὅλοι τους μόνο ἀναγνῶστες θαυμασταὶ εἰσαγωγεῖς διερμηνεῖς καὶ σερβιτόροι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς τῶν ξένων, ἰδίως «προτεσταντῶν», καὶ ὄχι μέλη της. δὲν εἶχαν αὐτὴ τὴν τσαχπινιά. οἱ «ἀπόψεις» τους εἶναι ὅλες ὑλικὸ φερτὸ καὶ κουβαλητό.
      Ἡ ὅλη ἄποψι τῆς κατὰ τῆς Π. Διαθήκης ἀρνητικῆς κριτικῆς εἶναι ἡ ἀκόλουθη.
      Αὐθαίρετη καὶ ἀναπόδεικτη μεταχρονολόγησι ὅλων τῶν βιβλίων της ἀπὸ 1 μέχρι 12 αἰῶνες.
      Ὅτι τὰ πάντα ἄρχισαν τὸ 980 καὶ τελείωσαν τὸ 70 π.Χ.
      Ὅτι ὅλα τὰ βιβλία εἶναι σωρεῖτες ἀδεσπότων ἀφηγήσεων, ποιημάτων, καὶ «προφητειῶν».
      Ὅτι στὴν ἑλληνικὴ (Ο’) ἡ Πεντάτευχος μεταφράστηκε γύρω στὸ 210 π.Χ. καὶ τὰ λοιπὰ βιβλία γύρω στὸ 140 - 130 π.Χ.
      Ὅτι ὁ Κανὼν τῆς Π. Διαθήκης ἔκλεισε περίπου τὸ 100 μ.Χ. κατὰ τὴ «σύνοδο τῆς Ἰαμνείας». τὸ Συνέδριον τὸ ἔκαναν «σύνοδον». τί Κοζάνη τί Λωζάνη.
      Ὅτι ὅλες οἱ «προφητεῖες» λέχθηκαν σὰν ἐξυμνήσεις καὶ κολακεῖες γιὰ διαφόρους βασιλεῖς ἢ ἄλλα ἰσχυρὰ πρόσωπα τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ἀλλ᾽ ἡ πονεμένη κι ἐξωργισμένη παρέα κάποιου θανατωμένου μὲ καταδίκη καὶ μὴ ἀναστημένου Ἰησοῦ, ποὺ προβαλλόταν ὡς «Χριστός», τὶς ταίριαξε ὅπως ὅπως στὸ πρόσωπό του.
Ὡς πρὸς τὴ μεταχρονολόγησι τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως (Ο’) ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ ἦταν βέβαια πρόθυμη νὰ τὴν κατεβάσῃ μέχρι καὶ τὴ «σύνοδο τῆς Ἰαμνείας» (100 μ.Χ.!), καὶ νὰ ἡσυχάσῃ ἔτσι ἀπὸ τὶς ὀχληρὲς προφητεῖες ὁριστικά, ἴσως καὶ μέχρι τὸ 325 μ.Χ. —αὐτὸ θὰ ἦταν πιὸ βολικό—, ἀλλὰ στάθηκαν ἐμπόδιο οἱ ἑλληνιστικοὶ πάπυροι μὲ κείμενα τῶν Ο’, οἱ ὁποῖοι —ἀλίμονο γιὰ τοὺς ἀρνητὰς— ἀνεβαίνουν μέχρι τὸ Β’ π.Χ. αἰῶνα, καθὼς καὶ μερικὰ σπαράγματα ἑβραϊκῶν βιβλικῶν χειρογράφων τῆς ἴδιας ἡλικίας, τὰ ὁποῖα βρέθηκαν στὰ σπήλαια τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης. τώρα δὲ τελευταία βρέθηκε καὶ χειρόγραφο τῶν Ἀριθμῶν τοῦ Ζ’π.Χ. αἰῶνος.
Ἡ δὲ ὅλη ἄποψι τῆς κατὰ τῆς Κ. Διαθήκης ἀρνητικῆς κριτικῆς εἶναι ἡ ἀκόλουθη.
      Χρονολόγησι τοῦ Κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα τρία Εὐαγγέλια καὶ ἀποδοχὴ ὡς αὐθεντικοῦ μόνο τοῦ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἀποτεθειμένου ὡς ἐλαττωματικοῦ ἀλεξανδρινοῦ χειρογράφου τῆς παπυρικῆς καὶ χασματικῆς παραδόσεως κειμένου, τὸ ὁποῖο εἶναι περγαμηνὸ καὶ φυλάσσεται στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ ὡς βατικανὸ ἑλληνικὸ 1209 ἢ ἁπλῶς βατικανὸ χειρόγραφο λεγόμενο ἢ Β ἢ 02, καὶ στὸ ὁποῖο ὁ γραφεὺς δὲν πρόλαβε νὰ γράψῃ —ἂν καὶ ἄφησε γι᾽ αὐτὸ ἐπαρκῆ λευκὸ χῶρο— τὸ κομμάτι Μρ 16,9 - 20, ὅπου ἱστορεῖται ἡ ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου σὲ ἄντρες, ὥστε νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ θεωρία ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, ἀφοῦ… τὸ ἀρχαιότερο Εὐαγγέλιο δὲν ἀφηγεῖται καμμιὰ ἐμφάνισί του ὡς ἀναστάντος σὲ ἄντρες, ἀλλὰ μόνο ἀναφέρει τὴν ἀνάστασί του (Μρ 16,6) καὶ ὅτι τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος σὲ ἄντρες τὶς ἱστοροῦν μόνο τὰ ἄλλα τρία Εὐαγγέλια τὰ «νεώτερα τοῦ Κατὰ Μάρκον» καὶ ἄρα μὴ αὐθεντικά, καὶ μόνο τὰ ἄλλα 2.000 χειρόγραφα τοῦ Κατὰ Μάρκον! πολὺ πονάει τέλος πάντων αὐτὴ ἡ ἀνάστασι τοῦ Κυρίου· τοὺς ἔχει τρελλάνει τοὺς ἀνθρώπους τὸ χτύπημά της στὰ κεφάλια τους καὶ λὲν παλαβομάρες. Κύριε, εἶσαι πολὺ σκληρὸς γι᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. ἐσὺ εἶσαι ὁ οἰκτίρμων; ποῦ εἶναι ὁ οἰκτιρμός σου;
      Μεταχρονολόγησι ὅλων τῶν βιβλίων ἀπὸ 2 μέχρι 26 χρόνια.
      Ὅτι ὅλα γράφτηκαν ὁριστικῶς μεταξὺ 52 καὶ 95 μ.Χ.
      Ὅτι τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ Πράξεις εἶναι σωρεῖτες ἀδεσπότων ἀφηγήσεων καὶ διδαχῶν ποὺ ἐξελίχτηκαν μέσα σὲ 60 χρόνια (35 - 95 μ.Χ.) ὅσο ἐξελίχτηκαν κατὰ τὸ Δαρβῖνο τὰ ζῷα μέσα σὲ 60 ἑκατομμύρια χρόνια —ἢ δισεκατομμύρια, δὲν θυμοῦμαι—, ἀπὸ ἁπλᾶ κύτταρα μέχρι μαϊμοῦδες καὶ γιγανθρώπους.
      Ὅτι οἱ 21 Ἐπιστολὲς εἶναι βλήματα πολεμικῆς μεταξὺ τῶν πρώτων κηρύκων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ποὺ τρώγονταν σὰν τοὺς πάστωρες τῆς Ἀμερικῆς ἢ τῆς Γερμανίας γιὰ τὸ ποιός καὶ ποῦ θὰ στήσῃ τὸν εἰσπρακτικὸ ἱστό του, ἢ ὅπως τρώγονται οἱ κεραμιδόγατες τέλος πάντων· (ἔχουν γόνιμα προσωπικὰ βιώματα οἱ θιασῶτες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς).
      Ὅτι ἡ Ἀποκάλυψι εἶναι προϊὸν τῆς ψυχοπαθολογικῆς «ἀποκαλυπτικῆς» παραφιλολογίας τοῦ στεναγμοῦ τοῦ ὑποδούλου Ἰσραὴλ τῶν ἑλληνορρωμαϊκῶν χρόνων (Α’π.Χ. - Α’ μ.Χ. αἰ.). (ἔχουν δηλαδὴ οἱ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς καὶ τέτοια βιώματα. τὸ διαπιστώνει αὐτὸ κανεὶς καὶ σὲ κινηματογραφικὰ ἔργα ἢ ντοκυμαντὲρ γιὰ πάστωρες καὶ παστωρᾶτα τῆς προτεσταντικῆς Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς).
      Ὅτι τὰ λεγόμενα στὴν Κ. Διαθήκη γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ὑπαρκτοῦ ἢ μὴ ὑπαρκτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένα καὶ παραφουσκωμένα παραληρήματα ἀγανακτήσεως τῶν ὀπαδῶν κάποιου ἀκτιβιστοῦ ἢ συνδικαλιστοῦ ἢ ἀντιστασιακοῦ ποὺ θανατώθηκε ὡς καταδικασμένος, κι ἐκεῖνοι τὸν «ἀνέστησαν» μὲ τὴ φαντασία τους, μὲ τὰ τραγούδια τους, καὶ μὲ τὰ λαϊκὰ παραμύθια τους.
      Κάθε ἐπιθυμία τους οἱ ἀρνηταὶ τὴν κάνουν ἄποψί τους· σὰ νὰ εἶναι δημοσιογράφοι· καὶ στὴν οὐσία εἶναι τέτοιοι ἢ καὶ μυθιστοριογράφοι.
      Ἂν κανεὶς τὶς παραπάνω «ἀπόψεις» τὶς γαρνίρῃ καὶ μὲ λίγη εἰρωνεία καὶ καζούρα εἰς βάρος τῶν βιβλικῶν προσώπων, ὅπως κάνει λ.χ. γιὰ τὸ Δανιὴλ καὶ γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν εὐαγγελιστὴ ὁ Ἀγουρίδης στὴν ἑρμηνεία του στὴν Ἀποκάλυψι, ἐνδέχεται, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκφέρει ποτὲ δική του πρωτότυπη ἐξυπνάδα ὡς «ἄποψι», νὰ προαχθῇ ἀπὸ θαυμαστὴς σὲ μέλος τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς· ἂν καὶ γιὰ τὸν Ἀγουρίδη δὲν ἐλπίζω πλέον μιὰ τέτοια προαγωγή. οὔτε καὶ γιὰ τὸν Χαστούπη ἐλπίζω παρ᾽ ὅλη τὴν ἄτεγκτη σοβαροφάνεια ποὺ διάλεξε αὐτὸς γιὰ προσωπικό του στύλ, διότι αὐτὸς πέθανε κιόλας. ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ θέλει «ἀπόψεις»· καινούργιες «ἀπόψεις» ποὺ νὰ προάγουν τὴν ἐξέλιξι τῶν μοτίβων της καὶ νὰ πετυχαίνουν μεταλλάξεις. μὲ καζούρα ἢ μὲ σοβαροφανῆ πόζα δὲν…προάγεται ἡ ἀρνητικὴ κριτική.
      Ἐλάχιστοι παράγοντες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ὅπως ὁ μαθητὴς τοῦ Λουθήρου ποὺ ὑπῆρξε καὶ πρωθυπουργός (1583-1645), ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος ποὺ ἔζησε σὰ φτωχὸς τεχνίτης ὀπτικῶν (1632-1677), ὁ γιατρὸς τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ’ (1684-1756), καὶ οἱ δύο Γάλλοι λόγιοι ποὺ ἔζησαν κι ἔδρασαν τὸ ΙΗ’ (1694-1778) καὶ τὸ ΙΘ’ αἰῶνα (1823-1892), εἶχαν τὴν ἀντρειὰ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια νὰ μὴν καταδεχθοῦν ποτὲ νὰ φᾶν καὶ νὰ βιοποριστοῦν ἀπὸ τὴ Βίβλο ποὺ πολέμησαν καὶ νὰ μὴν ἀσκήσουν θεοκαπηλεία σὲ καμμιά της μορφὴ καὶ μὲ κανένα πρόσχημα. οἱ πλεῖστοι ὅμως ὑπῆρξαν πάστωρες καὶ κληρικοὶ καὶ καθηγηταὶ θεολογικῶν σχολῶν ἢ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος στὴν μέση ἐκπαίδευσι, ποὺ ἔφαγαν στὴ ζωή τους καὶ βιοπορίστηκαν καὶ προβλήθηκαν ἀπὸ τὴ Βίβλο. αὐτοὶ δὲν ἀνακοίνωσαν ποτὲ καὶ δὲν κήρυξαν ἀναφανδὸν τὴν ἀθεΐα τους, ἐπειδὴ στὴν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ βασίζεται ὁ βιοπορισμός τους. ἔχοντας πάρει τὸ σχετικὸ μάθημα ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους καὶ τὸν ἀργυροκόπο Δημήτριο, περιωρίστηκαν κουτοπόνηρα μόνο στὸ νὰ ὑποσκάψουν, ὅσον τὸ ἐπ᾽ αὐτοῖς, τὴ Βίβλο καὶ τὸ Χριστό. τὸ μειονέκτημά τους αὐτό, ὅτι ἀπὸ τὴ Βίβλο, ποὺ πολεμοῦν, βιοπορίζονται, εἶναι τὸ ἕτερο στοιχεῖο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀμάθειά τους, τὸ ὁποῖο τοὺς ἀφαιρεῖ τὸ κῦρος νὰ ἔχουν ἄποψι γιὰ τὴ Βίβλο καὶ νὰ τὴν ἐκφέρουν. οἱ ἄνθρωποι καὶ ὡς ὄχλος μπορεῖ ν᾽ ἀρέσκωνται καμμιὰ φορὰ στὸ ν᾽ ἀκοῦν αἰχμηρὰ ἐναντίον τῆς Βίβλου, ἀλλὰ στὸ βάθος δὲν ἐκτιμοῦν τοὺς φορεῖς αὐτῆς τῆς γυφτιᾶς· οἱ δὲ κάπως ἐγγράμματοι ἀντιλαμβάνονται καὶ τὴν ἀμάθειά τους, ὅταν διαβάζουν ἢ ἀκοῦν τὶς «ἀπόψεις» των. μόνον οἱ ἴδιοι φαντάζονται ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὴ γυφτιά τους ἢ τὴν ἀμάθειά τους.
 
 
Μελέτες 3 (2008)
 
 
 

 

 

12. ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
 
Τρία πουλάκια κάθονταν στῆς ἄγνοιας τὸ κάστρο˙
τό ̉να τηράει τὴ θέσι του, τ̉ ἄλλο τὴ βόλεψί του,
τὸ τρίτο κυνικώτερο μπουρδολογάει καὶ λέει˙
Ἀφῆστε τὶς κοτσάνες σας, ἄστε τὶς παρλαπίπες,
μιὰ ἀλήθεια ἔχω νὰ σᾶς πῶ γυμνὴ καὶ ψωμωμένη.                   5
Ἀπὸ τὴ Βίβλο πίνουμε, ἀπὸ τὴ Βίβλο τρῶμε,
τὴ Βίβλο διασύρουμε, τὴ Βίβλο πολεμᾶμε.
ὁλημερὶς γκρεμίζουμε, βράδυ γιὰ ὕπνο πᾶμε,
τὴν ἄλλη συνεχίζουμε καὶ πάλι νὰ γκρεμᾶμε.
τὸ κάνουμ̉ ἀπὸ ἀρχοντιὰ κι ἀπ̉ ἀντρειὰ περίσσια                     10
νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε ἀπ̉ ὅ,τι πολεμᾶμε.
κομπογιανῖτες εἴμαστε, κλόουν καὶ τσαρλατάνοι,
μὲ ὕφος ἐπιστήμονος, μὲ ὕφος διδασκάλου,
μὲ Ναπολέοντος θωριά, μὲ τέχνη σαλτιμπάγκου.
ἔχουμ̉ ἀπόψεις μπόλικες καὶ λέμε σαχλαμάρες,                        15
γιατὶ μᾶς καίει, μᾶς πονεῖ, μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ Βίβλος,
καὶ σπάζει σὰν κεραμικὰ τὰ δόλια μας κεφάλια         Ψα 2,9˙ Ἀπ 2,27
ἡ ῥάβδος της ἡ σιδηρᾶ, ὁποὺ κρατεῖ στὸ χέρι.
αὐτὸ τὸ σαχλολόγημα, ποὺ ὅλοι φλυαροῦμε,
εἶν̉ ἡ φωνὴ τοῦ πόνου μας, τὸ παραμιλητό μας,                        20
τοῦ πυρετοῦ μας βογγητό, τὸ παραλήρημά μας,
τοῦ πόνου μας ὀλολυγμός, τοῦ πόνου μας τὸ κλάμα.
 
Δημοτικό
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Μελέτες 3 (2008)

 

 

 


 
 13. Δ Α Ι Μ Ο Ν Ι Α
 
       Λιγώτερα ἀπὸ μιὰ λεγεῶνα βέβαια ἀλλὰ πάντως πολλὰ εἶναι τὰ «δαιμόνια», τὰ φανταστικὰ κι ἐκ τοῦ μηδενὸς φτιαγμένα, τὰ ὁποῖα ἀμολάει ὁ Σάββας Ἀγουρίδης στὶς Τσαπατσουλιές του γιὰ τὴ «θρησκεία» τοῦ ἀρχαίου Ἰσραὴλ καὶ τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν κατὰ τὴ «γνώμη του» ἕναν «πολυδαιμονισμό», ποὺ ἦταν δῆθεν ἡ «θρησκεία» τοῦ βιβλικοῦ Ἰσραήλ (σελ. 33 καὶ 325). ἀκριβέστερα τὰ δαιμόνια αὐτὰ δὲν τὰ παρασκευάζει ὁ ἴδιος, διότι οὐδέποτε στὴν καριέρα του βρῆκε ἢ ἐξήγησε κάτι ὁ ἴδιος, ἀλλὰ τὰ παίρνει ἀπὸ ἄλλους. καὶ σὰν ὀρυχεῖα τῆς ἀμμοληψίας ἢ ἐδῶ δαιμονοληψίας του αὐτῆς βρίσκει πάντα τοὺς χειροτέρους, καὶ ἀπ̉ αὐτοὺς ξεσηκώνει, πάντα βιαστικὰ καὶ τσαπατσούλικα καὶ χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνῃ κιόλας, ὅλα τὰ «ἐρευνητικὰ ὑλικά του». καὶ τὰ ξεσηκώνει, σχεδὸν πάντα χωρὶς νὰ παραπέμπῃ ἐκεῖ ἀπ̉ ὅπου τὰ ξεσηκώνει, ἀλλὰ παραπέμποντας παραπλανητικὰ σὲ κάποιον ἄλλον ἀσήμαντο, ποὺ δὲν ἔχει καὶ πολλὴ σχέσι μὲ τὸ ξεσηκωμένο ὑλικό, εἴτε καλὸ εἴτε καὶ κακῆς ποιότητος. εἰδικὰ τὰ δαιμόνιά του ὅλα τὰ ἔχει ξεσηκωμένα μὲ «πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ συρραφὴ βιβλίου -κουρελοῦς» (συντομογραφικῶς «Πληκάξξυ Γισυβίκου»), τὴ μόνη μέθοδο ποὺ ξέρει καὶ μὲ τὴν ὁποία παρασκευάζει βιβλία γεμάτα παρανοήσεις καὶ ἀνακρίβειες, πολὺ προδοτικὰ δὲ γιὰ τὸ τί δὲν ξέρει καὶ τί δὲν καταλαβαίνει.
       1. Στὴ σελ. 325, κελαηδώντας γιὰ τὴν ἰσραηλιτικὴ ἑορτὴ τοῦ ἱλασμοῦ, ποὺ θεσπίζει ὁ Μωϋσῆς στὸ Νόμο (Λε 16), καὶ γιὰ τὸν ἀποπομπαῖον χίμαρον (= ἀποδιοπομπαῖο τράγο), γράφει˙
«Ὁ ἀρχιερεὺς …ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ ἱερό, τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ τὴν ἀκαθαρσία γιὰ ὅλη τὴ χρονιά, ἀφοῦ ἡ γιορτὴ συνέπιπτε μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ἰνδίκτου (Λε 16,1-28). ἡ ἀπομάκρυνσι τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸ δαίμονα τῆς ἐρήμου Azazel εἶναι, ὅπως φαίνεται, λείψανο τοῦ ἀρχαίου πολυδαιμονισμοῦ…».
       Ὁ Ἀγουρίδης νομίζει ὅτι τὸ ἴνδικτον (edictum, δόγμα Λκ 2,1) εἶναι ἰσραηλιτικὸς θεσμὸς καὶ ὅρος ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. παρ̉ ὅλο ποὺ χρημάτισε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης, δὲν ξέρει ὅτι εἶναι λέξι λατινικὴ καὶ θεσμὸς ῥωμαϊκὸς -βυζαντινός, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. ὅπως λέει τὴ φράσι «ἀρχὴ τῆς ἰνδίκτου», δείχνει ὅτι τὴν παίρνει ἀπὸ τὴ σημερινὴ ψαλτικὴ ὁρολογία καὶ εἶναι σίγουρος ὅτι εἶναι ἰσραηλιτικὴ κληρονομιὰ ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει γράμματα˙ ἁπλῶς μπερδεύεται μὲ γράμματα, γιὰ νὰ κάνῃ φιγούρα, καὶ τὰ κάνει στραπάτσο. ἔτσι ἔκανε καὶ ἡ μαντὰμ Σουσού, ποὺ πετοῦσε ἑλληνικοῦρες.
       Ἀσφαλῶς ῥωτᾶτε ποῦ τὸν βρῆκε ὁ Ἀγουρίδης αὐτὸν «τὸν δαίμονα τῆς ἐρήμου», ποὺ ἔχει στὸ μυαλό του, καὶ τὸν ἀναφέρει στὶς Τσαπατσουλιές του ἐπανειλημμένα. διότι βέβαια ὁ Ἀζαζὴλ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὸ βιβλικὸ κείμενο. εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δικά του δαιμόνια, ποὺ τἄχει δηλαδὴ σ̉ ἕνα ἀσκὶ καὶ τ̉ ἀμολάει στὶς φυλλάδες του. δῶστε τώρα προσοχὴ νὰ παρακολουθήσετε μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ τσίφτικες μαγκιὲς τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ποὺ μιμεῖται παπαγαλίζοντας κι ὁ Ἀγουρίδης. θεσπίζει ὁ Μωϋσῆς στὸ Νόμο (Λε 16,7-10˙ ἰδίως 8)˙ «Κάθε χρόνο ὁ ἀρχιερεὺς θὰ παίρνῃ δύο τράγους (χιμάρους), καὶ θὰ τοὺς κληρώνετε. ἐκεῖνον ποὺ θὰ κληρώνεται γιὰ τὸν Κύριο, θὰ τὸν θυσιάζετε στὸν Κύριο˙ τὸν ἄλλο θὰ τὸν κάνετε ἀποπομπαῖον, δηλαδὴ θὰ τὸν ἀποπέμπετε, θὰ τὸν διώχνετε στὴν ὕπαιθρο (εἰς τὴν ἔρημονἀφήσει αὐτὸν εἰς τὴν ἔρημον˙ θὰ τὸν «ἀφήνῃ» νὰ φύγῃ στὴν ὕπαιθρο». ἀπ̉ αὐτὸ τὸ ἀφήσει λέγεται «τῆς ἀφέσεως», δηλαδὴ τοῦ διωξίματος, τῆς «ἀποπομπῆς»˙ κι ἀπὸ τὴν ἀποπομπὴν καὶ τὸ ἀποπέμπω λέγεται ἀποπομπαῖος (σήμερα λέγεται καὶ ἀποδιοπομπαῖος τράγος), διωγμένος, κυνηγημένος. στὸ στίχο Λε 16,8 λέει κατὰ λέξι˙
Ο΄
κλῆρον ἕνα τῷ Κυρίῳ καὶ κλῆρον ἕνα τῷ ἀποπομπαίῳ
μασοριτικό˙
γυρλ ατδ λ Ιευε υ γυρλ ατδ λ οζ αζλ
 
κλῆρον ἕνα τῷ Κυρίῳ καὶ κλῆρον ἕνα τῷ τράγῳ ἀποπομπαίῳ
Θεοδοτίων
……………………….…………………. ἀπολελυμένον (αζλ)
Σύμμαχος
…………………………………………. ἀπερχόμενον (αζλ)
vulgata
ἕνανκλῆρογιὰτὸνΚύριοκιἄλλονγιὰτὸντράγοἀφέσεως (capro emissario)
συριακή˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο κι ἄλλον γιὰ τὸν ἂζ ἀζαήλ
αἰθιοπική˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο κι ἄλλον γιὰ τὸν τράγο ἀφέσεως
ἀραβική˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο, ἄλλον γιὰ τὸ ὄρος Ἂζ Ἂζ
Βάμβας˙
ἕνα κλῆρον διὰ τὸν Κύριον, καὶ ἕνα κλῆρον διὰ (τὸν τράγον) τὸν ἀπολυτέον
Βέλλας κλπ˙
ἕναν κλῆρο γιὰ νὰ ὁριστῇ ὁ τράγος γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Ἀζαζὴλ
γερμανική˙
………….Asasel
γαλλική˙
………….Azazel
ἱσπανική˙
………….Azazel
ἰταλική˙
………….Azazel
ἀγγλική˙
…………..scapegoat (= φεύγοντα τράγον).
       Οἱ δυὸ τελευταῖες λέξεις οζ αζλ (δύο εἶναι, κι ὄχι μία ὅπως τὶς πρεσσάρουν καὶ τὶς κολλοῦν οἱ ἄλλοι ἀπὸ ἀμάθεια ἢ κι ἀπὸ κακοήθεια), τὶς ὁποῖες οἱ μασορῖτες ῥαββῖνοι τῶν ὀψίμων βυζαντινῶν χρόνων πρόφεραν καὶ φωνηέντιζαν μὲ τὰ νεοεβραϊκὰ στιγμικὰ φωνήεντά τους ὡς ἂζ ἀζήλ, σημαίνουν τράγος ἀφέσεως, ἤτοι «τράγος ἀφημένος, ἐγκαταλειμμένος, διωγμένος, ἀποδιοπομπαῖος». ἡ πρώτη λέξι οζ χρησιμοποιεῖται στὴ Βίβλο πολλὲς φορές, λ.χ. στὰ χωρία Γε 15,9 καὶ Λε 3,12 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται αἲξ (γίδα), στὰ χωρία Ἀρ 7,87 καὶ Β’ Πα 29,21 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται χίμαρος (τράγος), καὶ στὰ χωρία Γε 27,9 καὶ Ἔξ 11,5 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται ἔριφος (κατσικάκι)˙ καὶ σὲ πάρα πολλὰ ἄλλα χωρία. ἡ δεύτερη λέξι αζλ εἶναι ῥηματικὸ ἐπίθετο τοῦ ῥήματος οζβ (ὅπως στὴν ἑλληνικὴ τὸ ἀποπομπαῖος εἶναι τοῦ ῥήματος ἀποπέμπω), τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸ ἀποπέμπω, διώχνω, ἀποδιώχνω, ἀφίημι, λ.χ. στὰ χωρία Ἔξ 9,21 (Ο’ ἀφῆκε), Β’ Βα 15,16 (Ο’ ἀφῆκεν), Β’ Πα 28,14 (Ο’ ἀφῆκαν), καὶ Ἰβ 39,14 (Ο’ ἀφήσει)˙ καὶ σὲ πάρα πολλὰ ἄλλα χωρία ὅλα ἁπλᾶ καὶ σαφῆ καὶ σὲ ἄφθονη καὶ κοινὴ χρῆσι, τίποτε τὸ σπάνιο τὸ σκοτεινὸ τὸ μυστηριῶδες τὸ περίεργο τὸ «δαιμονικό». ἔτσι ἔχουν καὶ οἱ Ο’ καὶ τὸ μασοριτικὸ χωρὶς καμμιὰ διαφωνία, ἔτσι καὶ οἱ ἑλληνόγλωσσοι Ἰουδαῖοι τοῦ Β’ αἰῶνος Θεοδοτίων (=ἄλλος) καὶ Σύμμαχος ποὺ μεταφράζουν τὴ δεύτερη λέξι ἀπολελυμένος καὶ ἀπερχόμενος, δηλαδὴ «διωγμένος», «ξαμολημένος», «ἀποδιοπομπαῖος», ἔτσι τὸν Δ’ αἰῶνα κι ὁ ῥαββῖνος Βαρανίνα ποὺ μετέφραζε στὴ vulgata γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Ἱερωνύμου καὶ ποὺ ἔχει caproemissario, τὰ ἴδια καὶ ἡ ἀρχαία αἰθιοπικὴ μετάφρασι, τὰ ἴδια καὶ ἡ ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ τοῦ 1611, τὰ ἴδια καὶ οἱ Leeves - Lowndes - Τυπάλδος - Βάμβας ποὺ μεταφράζουν ἀπ̉ αὐτή. τὰ συριακὰ μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου τοὐλάχιστο ἦταν πολὺ ὅμοια μὲ τὰ ἑβραϊκά, κι ὁ Χρυσόστομος, ποὺ μᾶς τὸ λέει αὐτό, ἤξερε καλὰ καὶ τὶς δύο γλῶσσες˙ στὴ συριακὴ λοιπὸν μετάφρασι ὑπάρχουν οἱ ἴδιες δύο λέξεις οζ αζλ, τὶς ὁποῖες ὁ Walton τὸν ΙΖ’ αἰῶνα διάβασε καὶ μετέγραψε – ἀντὶ νὰ μεταφράσῃ– σφαλερῶς ὡς Azazael˙ στὴ δὲ παραπλήσια ἀραβικὴ μετάφρασι ὑπῆρχε ἡ βραχυγραφία ἢ τὸ κάποτε ὡς μία λέξι οζαζ καὶ διαβάστηκε ὡς (ὄρος) Ἀζάζ. ἀπὸ κακὴ ἀνάγνωσι καὶ μεταγραφὴ τοῦ μασοριτικοῦ ὁ Λούθηρος πρῶτος μετέγραψε Asasel (Ἀζαζὴλ) κι ἔπειτα οἱ προτεσταντικὲς μεταφράσεις γαλλικὴ ἱσπανικὴ ἰταλικὴ Azazel. οἱ Ἄγγλοι ὅμως κατάλαβαν τὴ φράσι καὶ μετέφρασαν σωστὰ scapegoat (=φεύγων τράγος). ὁ Βέλλας ἢ οἱ ἁπλουστευταί του Οἰκονόμου, Παπαδόπουλος, Σιμωτᾶς, Τσάκωνας, Κωνσταντίνου, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ δὲν ξέρουν τὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ τόσο, ὥστε νὰ τὰ καταλάβουν ὅλ̉ αὐτά, «μετέφρασαν» ἐδῶ περισσότερο ἀπὸ τὴ γερμανικὴ μετάφρασι τοῦ Λουθήρου καὶ μετέγραψαν κι αὐτοὶ σφαλερὰ Ἀζαζήλ. ἂν δὲν ἔκανε λάθος ὁ Λούθηρος, δὲν θἄκαναν λάθος κι αὐτοὶ βέβαια. πάντως ὅμως τὸ λάθος ἐκείνων βολεύει μιὰ χαρὰ τὶς ἀρλοῦμπες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. ὁ Ἀγουρίδης, ἂν καὶ εἶναι ἀμερικανοτραφὴς σπῆκερ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, καὶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ παίρνῃ ἀπὸ τὴ σωστὴ ἐδῶ ἀγγλικὴ μετάφρασι, στὸ χωρίο αὐτὸ ἔχει γερμανικὴ-λουθηρανικὴ ἐξάρτησι. νὰ σᾶς πῶ τί ἀκριβῶς τοῦ συνέβη, σὰ νὰ ἤμουν δίπλα του ὅταν ἔκοβε κι ἔρραβε˙ ἀπὸ κάποιο ἄρθρο ἢ λῆμμα ἐγκυκλοπαιδείας ἢ δημοσιογραφικὸ ῥεπορτὰζ τὰ πῆρε αὐτὰ ποὺ πλασσάρει ἐδῶ. Πληκάξξυ Γισυβίκου εἴπαμε, ἡ περίφημη μέθοδός του. καὶ τὸν βολεύει μιὰ χαρὰ στὸ ν̉ ἀμολήσῃ αὐτὲς τὶς μποῦρδες του περὶ «πολυδαιμονισμοῦ» τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ. αὐτὸ τοῦ ἦταν μιὰ εὔκολη (ῥᾳδία) ἐξυπνάδα, δηλαδὴ ῥᾳδιουργία, εἰς βάρος τῆς Βίβλου. τὄχανε αὐτὸς τέτοιο κελεπούρι; δὲν ἐννοῶ φυσικὰ ὅτι αὐτὸς ὁ «δαίμονας τῆς ἐρήμου», ποὺ λέει, βρέθηκε ἐξ ἀρχῆς στὴ σκέψι του˙ ὁ Ἀγουρίδης δὲν ἔχει ποτὲ νὰ πῇ κάτι δικό του, ἕνα εὕρημά του, ἕνα ἐπιστημονικὸ συμπέρασμά του, μιὰ ἑρμηνεία του. μὲ μετάγγισι τοῦ μεταδόθηκε «ὁ δαίμονας» αὐτὸς καὶ πάντα μὲ τὴ μοναδική του μέθοδο Πληκάξξυ Γισυβίκου. μ̉ αὐτὴ τὴ μέθοδο ἔγινε ἡ εἰσπήδησι τοῦ «δαίμονος τῆς ἐρήμου» μέσα στὶς ἀρλοῦμπες του. ῥᾳδία καὶ φτηνὴ ἐξυπνάδα˙ καὶ πολὺ γουστόζικη βέβαια γιὰ ὅσους δὲν ἀγοράζουν ἐκεῖνα ποὺ πουλάει στοὺς πελάτες του. ἔχει ἀκόρεστη ὄρεξι γιὰ γκάφες. ὅταν παίρνῃ φόρα, δὲν τὸν σταματάει τίποτε. ἔχει μιὰ δυσκαταγώνιστη σιγουριὰ γιὰ τὴν ἐξυπνάδα του καὶ τὴν ἐπιστημονική του κατάρτισι. κι ὅταν, παίρνοντας φόρα, βάζῃ καὶ τὰ δυνατά του, πάει καὶ βρίσκει, ὅπως βλέπετε, καὶ πολλοὺς «δαίμονες τῆς ἐρήμου». μέχρι ἐκεῖ φτάνει. κι ἔτσι ὁ Ἀγουρίδης στὸ προεκτεθειμένο ἀπόσπασμά του στέλνει «τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο». αὐτὸ σημαίνει ἡ φράσι του «τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸν [δαίμονα τῆς ἐρήμου] Azazel», τὴν ὁποία δὲν καταλαβαίνει οὔτε ὁ ἴδιος˙ δηλαδὴ ἀκριβῶς δὲν ξέρει τί λέει˙ κι αὐτὸ ποὺ ἔβαλα σὲ ἀγκύλες εἶναι ἡ ἀπὸ τὴν ἄγνοιά του ξεφυτρωμένη φαντασίωσί του. ἂζ ἀζὴλ (azazel) σημαίνει στὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ κείμενο «ἀποδιοπομπαῖος τράγος»˙ ἀλλ̉ ὁ Σάββας τὸν κάνει καὶ [δαίμονα τῆς ἐρήμου]! δὲν φταίει αὐτός˙ φταῖν οἱ Γερμανοὶ ποὺ γράφουν τὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸ ἀρχικὸ γράμμα κεφαλαῖο, ὥστε ὁ Ἀγουρίδης νὰ περάσῃ τὸ Azazel γιὰ κύριο ὄνομα δαίμονος. γελάστηκε κι ἀπὸ τὸ ὅτι ἀκούγεται λίγο σὰ «ζιζάνιο», σὰ «ζερζεβούλης» καὶ σὰ «τζίνι».
       Γιὰ νὰ κάνω σαφέστερη τὴν προεκτεθειμένη διολίσθησι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς προσθέσω ἕνα παράδειγμα. ἂς ποῦμε ὅτι ξέρω λίγα λατινικὰ καί, θέλοντας νὰ πουλήσω μούρη μαγκιὰ καὶ τσιφτιὰ σὲ σᾶς, πού, ὑποτίθεται, δὲν ξέρετε, σᾶς πλασσάρω πρῶτα τὸ σκωπτικὸ ἀπόφθεγμα ποὺ εἶπε ὁ Ἰουβενάλις γιὰ ἕνα βλᾶκα αὐτοκρατορικὸ σωματοφύλακα - φουσκωτὸ - γορίλα τῶν 200 κιλῶν˙ Μenssanaincorporesano = Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ˙ ἔτσι μεταφράζουμε τὸν περίφημο στίχο του. ἀλλὰ τὸ τελευταῖο σώματι ὑγιεῖ (corporesano), ἐπειδὴ δὲν ξέρω τί σημαίνει, καὶ γιὰ νὰ σᾶς κάνω καὶ τὸν καμπόσο, ἀντὶ νὰ τὸ μεταφράσω, σᾶς τὸ πλασσάρω ἀμετάφραστο, καὶ κολλητὸ σὲ μία λέξι, ἐπειδὴ δὲν παίρνω εἴδησι ὅτι εἶναι δύο λέξεις, καὶ μὲ κεφαλαῖο τὸ πρῶτο γράμμα, ἐπειδή, ὅ,τι δὲν καταλαβαίνω, τὸ κάνω κύριο ὄνομα, σᾶς τὸ πλασσάρω ὡς Corporesano˙ ἔτσι γιὰ νὰ κάνω καὶ τὸ φακιρικό μου καὶ νὰ σᾶς πουλήσω καὶ τὴ μαγκιὰ ὅτι τὸ σωματοφύλακα τὸν ἔλεγαν Κορπορεζάνο. καὶ μὲ ἀγουρίδειο ὕφος «ἐπιστήμονος» σᾶς «ἐξηγῶ» ὅτι αὐτὸς ὁ Κορπορεζάνος εἶναι πανάρχαιο τευτονικὸ ὄνομα ποὺ σημαίνει «Διάτανος»! καὶ σᾶς ἔχω καταπλήξει καὶ σᾶς ἔχω πείσει ὅτι εἶμαι καθηγήταρος καὶ ἐπιστημόναρος ποὺ ἀνακάλυψα ὅτι τὸν αὐτοκράτορα τὸν φρουροῦσαν «δαίμονες τοῦ Βορρᾶ». τέτοια ἐξυπνάδα εἶναι κι αὐτὴ ἡ μπούρδα ποὺ ἀμολάει στὶς Τσαπατσουλιές του ὁ Σάββας Ἀγουρίδης˙ Ἀζαζὴλ ὁ Κορπορεζάνος! φόκος μόκος παπαρόκος! ὅπως ἐκφωνοῦν μὲ τελεστικὸ στόμφο ὅλοι οἱ φακίρηδες. κι ἀκούγεται ὅπως εἶπα, καὶ λίγο ζερζεβούλικο αὐτὸ τὸ Ἀζαζήλ. ἀνεπανάληπτο κελεπούρι γιὰ τὸν Ἀγουρίδη.
       Αὐτὸς ὅμως ὁ Ἀζαζὴλ τὸν γαργαλάει τὸν Ἀγουρίδη τόσο πολύ, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἄντεξε νὰ μὴν ἀσχοληθῇ μ̉ αὐτὸν καὶ δυὸ φορὲς στὸ ἴδιο βιβλίο˙ κι ἄλλη μιὰ τοὐλάχιστο στὸ ἄρθρο του «Ἡ θυσία στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη» στὴν ἐφημερίδα Καθημερινὴ (συνοδὸ περιοδικὸ «Ἑπτὰ Ἡμέρες», τεῦχος 24 - 4 - 2005, σελ. 19, στήλη γ’). τὸν Ἀγουρίδη τώρα τελευταία τὸν ἀπασχολεῖ πολὺ ὁ δικός του δαίμονας Ἀζαζήλ. λέει λοιπὸν καὶ σ̉ ἄλλη σελίδα τοῦ ἐδῶ σχολιαζομένου βιβλίου του (σ.33) ὁ Σάββας γιὰ ὅλη τὴ λεγεῶνα τῶν προσφιλῶν του «δαιμόνων» καὶ γιὰ τὸν Ἀζαζήλ.
«Ἡ πίστι σὲ πνεύματα (El) ἦταν γενικὴ στοὺς Σημῖτες. οἱ χῶροι βοσκῆς εἶχαν τέτοια πνεύματα, καλὰ καὶ κακά. ὁ Ἀζαζὲλ μὲ τὴ μορφὴ τράγου π.χ. (βλ. Λε 16,8) ἦταν ἀπὸ τὰ πνεύματα αὐτά. ἐπίσης μεγάλοι λίθοι, ποὺ ἔκαναν σκιὰ στὴν ἔρημο, πηγάδια ἢ πηγές, δένδρα μὲ σκιά, ὅλα αὐτὰ ἦσαν δῶρα πνευμάτων (El), τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῶν ἄλλων κάτω ἀπὸ μιὰ π.χ. Τερέβινθο, ὅπως ἐκείνη τῆς Συχέμ (Γε 12,6˙ Κρ 9,37), ἔδιναν χρησμούς. κατὰ τὸ Κρ 20,23 κύριος ἑνὸς φοινικόδενδρου ἦταν ὁ δαίμονας Baal Tamar. στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας. στὴ Γένεσι 14,7 ὀνομάζεται «πηγὴ κρίσεως», γιατὶ ἐκεῖ κρίνονταν ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ. στὴ Γένεσι 16,14 ὁ δαίμονας τοῦ πηγαδιοῦ ἐμφανίζεται στὴν Ἄγαρ μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ 19,8 τὸ ὄνομα Baalath Beer ἀναφέρεται σὲ θηλυκὸ δαίμονα, ἰδιοκτήτη τῆς πηγῆς. ὅπως τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες εἶναι εἴτε φιλικοὶ εἴτε ἐχθρικοὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. γιὰ τὴ σχέσι θεῶν καὶ ἀνθρώπων πρὸς τὰ φυσικὰ πράγματα, ἱεροὺς τόπους, πνεύματα κλπ. βλ. W.R. Smith, Lectures on the Religion on the Semites, London 1914, νέα ἔκδοσι, σελ. 84-212. τὸ El παρηγορεῖ τὴν Ἄγαρ στὴ σκληρὴ πορεία της, ἐνῷ τὸ Εl στὴν Panuel παλεύει μὲ τὸν Ἰακώβ (Γε 32,25 ἑξ.). τὰ πνεύματα ἢ οἱ δαίμονες παρουσιάζονται μὲ διάφορες μορφὲς ζῴων (π.χ. φιδιοῦ) ἢ ἀνθρώπων. ὅπως αὐτὸ λέγεται συνήθως στὴ θρησκειολογικὴ γλῶσσα, ἡ θρησκεία τῆς ἐρήμου εἶναι θρησκεία σὲ πνεύματα, ἢ πολυδαιμονισμός».
       Γιὰ τὰ περισσότερα δαιμόνιά του ὁ Σάββας παραπέμπει ἢ ἀναφέρεται χωρὶς παραπομπὴ στὴ Γένεσι˙ καὶ τὰ παίρνω ἕνα ἕνα.
       2. Ὅταν χωρὶς καμμιὰ παραπομπὴ λέῃ ὅτι «τὰ πνεύματα ἢ οἱ δαίμονες παρουσιάζονται μὲ διάφορες μορφὲς ζῴων (π.χ. φιδιοῦ) ἢ ἀνθρώπων», ἀφ̉ ἑνὸς μὲν ἐννοεῖ ὅλες τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἐκφράσεις γιὰ τὸ θεὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους του, λὲς καὶ λέει τὴν ἀξεπέραστη ἐξυπνάδα, ἀφ̉ ἑτέρου δὲ ἴσως νὰ ἐννοῇ καὶ τὸν ὄφι ποὺ ἐξαπάτησε τὴν Εὔα στὸν παράδεισο (Γε 3,1-7). ἴσως ἐννοεῖ (τὸ βιβλίο ἀπ̉ ὅπου ξεσηκώνει τὸ «ὑλικό του» βέβαια, κι ὄχι ὁ ἴδιος) καὶ τοὺς ὀφιομόρφους θεοὺς καὶ δαίμονες τῆς εἰδωλολατρίας σὰν τὸν Πύθωνα τῶν Δελφῶν νὰ ποῦμε ἢ τὸν Ἐριχθόνιον ἢ τὸν Κέκροπα τῶν Ἀθηνῶν.
       3. Ὅταν λέῃ γιὰ «τὰ πνεύματα El, τὰ ὁποῖα κάτω ἀπὸ μιὰ Τερέβινθο, ὅπως ἐκείνη τῆς Συχὲμ (Γε 12,6˙ Κρ 9,37) ἔδιναν χρησμούς» (γράφει τὴν «Τερέβινθο» μὲ κεφαλαῖο πάλι, λὲς καὶ εἶναι κύριο ὄνομα, ἐπειδὴ τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του» κατάγεται ἀπὸ βιβλίο πάλι γερμανικό), ὁ Ἀγουρίδης εἶναι βαλτωμένος σὲ σύγχυσι, στὴν ὁποία τὸν ῥίχνει τὸ φευγαλέο του ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ καὶ ἡ τσαπατσουλιά του. ἡ παραπομπὴ Κρ 9,37 εἶναι ἄσχετη˙ ἢ εἶναι ἀντιγραφικὸ λάθος ἢ εἶναι βιαστικὰ ξεσηκωμένο ἀριστερὸ μόνο τσόκαρο τελείως ἄχρηστο γιὰ τὸ σκοπό του. στὴ δὲ ἄλλη παραπομπὴ Γε 12,6 δὲν εἶναι ἡ τερέβινθος πού, ὅπως θὰ δοῦμε, εἶναι παρακάτω, ἀλλ̉ ἡ δρῦς, δηλαδὴ τὸ δάσος τῶν δρυῶν, ποὺ ἀναφέρεται στὴ Γένεσι ὡς ἑξῆς˙ στὸ Γε 12,6-7 λέγεται ὅτι «ὁ Ἄβραμ διώδευσεν ὅλη τὴ χώρα (τὴν Παλαιστίνη) κατὰ μῆκος μέχρι τὸ δάσος τῶν δρυῶν (ἐπὶ τὴν δρῦν) κοντὰ στὴ Συχέμ, κι ἐκεῖ ὤφθη Κύριος τῷ Ἄβραμ καὶ εἶπεν αὐτῷ˙ Τῷ σπέρματί σου δώσω τὴν γῆν ταύτην. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἄβραμ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ τῷ ὀφθέντι αὐτῷ». ποῦ βλέπει ὁ Ἀγουρίδης στὸ χωρίο αὐτὸ «τὰ πνεύματα El, τὰ ὁποῖα ἔδιναν χρησμούς», εἶναι ἀνεξήγητο˙ καὶ ποῦ τὰ βλέπει αὐτὰ τὰ «δαιμόνιά» του νὰ φωλιάζουν μάλιστα «κάτω ἀπὸ τὴν τερέβινθο», ποὺ φύτεψε αὐτὸς (ὁ Ἀγουρίδης) κατὰ λάθος ἐδῶ, ἢ ἔστω «κάτω ἀπὸ τὴν δρῦν», ἢ ποῦ βλέπει ἔστω τὴν ὀνομασία El, εἶναι ἐπίσης ἀνεξήγητο. τὸ ἒλ βέβαια ὅπως καὶ τὸ ἐλωῒμ στὸ μασοριτικὸ σημαίνει θεός, κι ἐννοεῖται ὁ θεὸς τῆς Π. Διαθήκης, ὁ Κύριος. δὲν ἐννοεῖται κανένα δαιμόνιο. ἐπὶ πλέον στὸ χωρίο αὐτὸ τόσο κατὰ τὸ μασοριτικὸ ὅσο καὶ κατὰ τοὺς Ο’ δὲν ἀναφέρεται κἂν ὁ ἒλ =θεός. ῥωτᾶτε ποῦ τὰ βρίσκει αὐτὰ ὁ Σάββας; κάτι ἄλλο ἔλεγε τὸ βιβλίο, ἀπ̉ ὅπου τὰ ξεσήκωσε, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάλαβε κιόλας. τὰ ξεσήκωσε χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνῃ. ῥωτᾶτε καὶ γιατί ὁ ἔλ =θεὸς εἶναι «δαίμονας» κι ὄχι ὁ θεός, ὅπως τόσες χιλιάδες φορὲς λέγεται ἔτσι στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο ὅλης τῆς Π. Διαθήκης; ἁπλῶς ὁ Σάββας, καθὼς ἔχει ἄγνοια καὶ εἶναι βαλτωμένος σὲ σύγχυσι, δὲν ξέρει τί λέει.
       4. Στὸ Γε 14, 5-7 λέγεται ὅτι ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ ἄλλοι βασιλεῖς τῆς Ἀνατολῆς ἦρθαν κι ἐπέβαλαν τὴν ἐξουσία τους στὴν Παλαιστίνη, φτάνοντας ἕως τῆς τερεβίνθου τῆς Φαρὰν (= μέχρι τὸ δάσος τῆς τερεβίνθου στὴ Φαράν)˙ νάτη ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ τερέβινθος, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Σάββας παραπέμπει στὸ Γε 12,6 ὅπου εἶναι ἡ δρῦς. ῥωτᾶτε ποῦ βλέπει κι ἐδῶ ὁ Σάββας δαίμονα ἢ δαίμονες νὰ φωλιάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τερέβινθο καὶ νὰ δίνουν χρησμούς; ἁπλῶς «βλέπει» ἀνύπαρκτα πράγματα.
       5. Λέει ὁ Ἀγουρίδης ὅτι «στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας. στὴ Γένεσι 14,7 ὀνομάζεται πηγὴ κρίσεως, γιατὶ ἐκεῖ κρίνονταν ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ». λέει λοιπόν στὸ Γε 14,7, στὸ ἴδιο προηγούμενο χωρίο δηλαδὴ κι ἐν συνεχείᾳ ἐκείνου˙ «Ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ ἄλλοι βασιλεῖς ἔφτασαν ἕως τῆς τερεβίνθου τῆς Φαράν, ἥ ἐστιν ἐν τῇ ἐρήμῳ. κι ἔπειτα, ἀφοῦ γύρισαν πίσω, ἦλθον ἐπὶ τὴν πηγὴν τῆς κρίσεως (αὕτη ἐστὶ Κάδης), κι ἐκεῖ κατέσφαξαν ὅλους τοὺς ἄρχοντες τῶν Ἀμορραίων, τῶν Ἀμαληκιτῶν, καὶ τῶν κατοίκων τῆς Ἁσασὸν Θαμὰρ (῾ν Τμρ =Ἁσασὸν Θαμὰρ καὶ κατὰ τὸ μασοριτικό, ἢ BaalTamarκατὰ τὸν Ἀγουρίδη ‒ποιός ξέρει ποῦ τὸ ψάρεψε πάλι αὐτό!‒ ).ἡ πόλι αὐτὴ ἀναφέρεται καὶ στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 20,2) καὶ σὲ σχετικὸ σχόλιο τῆς ᾤας ταυτίζεται μὲ τὴν Ἐγγαδί. ἡ Κάδης (ἢ Kadeshκατὰ τὸν Ἀγουρίδη, ποὺ δὲν μπορεῖ ν̉ ἀφομοιώσῃ τὸ ξενόγλωσσο ὑλικὸ ποὺ ξεσηκώνει ἀπὸ ξενόγλωσσα κείμενα, μὴ ἑλληνικὰ μήτε ἑβραϊκὰ) ἦταν μιὰ μεγάλη ὄασι -πόλι στὰ νότια τῆς Παλαιστίνης, ὅπου ἀργότερα ὁ Μωϋσῆς μὲ τὸν Ἰσραὴλ ἔκαναν τὴ μεγάλη τελικὴ στάσι τους, πρὶν ἐφορμήσουν κατὰ τῆς Παλαιστίνης. ἀσφαλῶς σὲ μιὰ μεγάλη πόλι ὑπάρχουν ἱερά, καὶ λατρεία θεοῦ ἢ θεῶν στὰ ἱερά, καὶ πηγὲς νεροῦ, καὶ δίπλα στὶς πηγὲς ὑπάρχουν πάντα καὶ ἱερὰ ἢ εἰκονοστάσια. ὁ Ἀγουρίδης ὅμως μᾶς τὸ λέει αὐτὸ γιὰ εὕρημα˙ ὅτι «στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας». σώπα! κι ἀσφαλῶς σὲ εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ λατρεύονται καὶ θεοὶ καὶ δαίμονες τόσο ἀρσενικοὶ (σάτυροι) ὅσο καὶ θηλυκὲς (νύμφαι). ῥωτᾶτε τί σχέσι ἔχει αὐτὸ μὲ τὴ λατρεία τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν Κάδης 400 χρόνια μετὰ τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορά της; ὁ Ἀγουρίδης ἐφαρμόζει τὴν παροιμία «Βρῆκε ἡ νύφη τὸ ὑνὶ πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα». διότι ἐκεῖ τὸ κρεμοῦσαν οἱ ἀγρότες πάντα τὸ ὑνὶ τοῦ ἀρότρου. «Φταρνίστηκε ἡ φοράδα στ̉ ἁλώνι», γιὰ νὰ πῶ κι ἄλλη μιὰ παροιμία. ὁ Ἀγουρίδης στὶς «ἐπιστημονικές του ἔρευνες» σιγὰ σιγὰ θὰ βρῇ κι ὅτι ἡ μάννα τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἦταν γυναίκα. ἐν τούτοις στὸ κείμενο δὲν λέγεται αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀγουρίδης, ἢ μᾶλλον τὸ βιβλίο ποὺ ἀπομυζάει βιαστικὰ καὶ ἀπρόσεκτα. διότι τὴ Βίβλο δὲν τὴν ἄνοιξε˙ ἂν τὴν ἄνοιγε καὶ τῆς ἔρριχνε μιὰ ματιὰ μόνο, δὲν θὰ ἔλεγε τὶς ἀρλοῦμπες ποὺ λέει. στὸ κείμενο λέει ὅτι στὴν Κάδης ἦταν ἡ Πηγὴ τῆς Κρίσεως. ἡ φράσι σημαίνει ἢ ἕνα πηγάδι γιὰ τὴν κατοχὴ τοῦ ὁποίου ἔγινε ἕνας καυγᾶς ἢ μιὰ μάχη (κρίσις) ἢ μιὰ πηγὴ - πηγάδι - κρήνη μὲ πλατεῖα γύρω της, ποὺ γιὰ τοὺς κτηνοτρόφους τῆς πέριξ ἐρήμου ἦταν ὄασι καὶ τόπος συγκεντρώσεως, ἀγορὰ συναντήσεων καὶ ἐμπορίας (παζάρι), ὅπου ἦταν φυσικό, μιὰ ποὺ μαζεύονταν, νὰ λύνουν καὶ τὶς διαφορές των σὲ κάποιο δικαστήριο (κρίσις). ἔτσι γινόταν πάντα καὶ στὴν ἄγρια Δύσι καὶ στὴν πρωτόγονη Ἀνατολή. ὁ Σάββας ὅμως βλέπει πάλι νὰ φωλιάζουν «δαίμονες». ἐγὼ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ δὲν λέγεται κάτι τέτοιο. καὶ βλέπει τὸ ἀμάρτυρο νὰ «κρίνωνται ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ». κι αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ λέω πράγματα ποὺ δὲν λέγονται στὸ κείμενο, μόνο ἐπειδὴ τὰ φαντάζομαι ἐγώ. μὲ τόση φαντασία ποὺ ἔχει ὁ Σάββας, θὰ εὐδοκιμοῦσε ἴσως, ἂν ἔγραφε καουμπόικα μυθιστορήματα. δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλείψω κι ὅτι Κάδης στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ θὰ πῇ Ἁγία, Ἱερά, Ἀφιερωμένη, Ἡγιασμένη, Ἱεράπολις, ἢ κατὰ τὸν Ὅμηρο Ἱερὸν Πτολίεθρον. πάρα πολλὲς πόλεις σ̉ ὅλη τὴ γῆ εἶχαν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τέτοια ὀνόματα, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλα κέντρα λατρείας καὶ προσκυνήματος καὶ πανηγύρεων. τέτοια εἶναι καὶ τὰ ὀνόματα Ἀθῆναι, Μυκῆναι-Μυκήνη, Μύκονος, Μυκάλη, Ποτνιαί, Καδμεία, Θῆβαι, Φέραι, Βέροια, καὶ σήμερα Ἅγιος Νικόλαος, Ἁγία Παρασκευή, Ἅγιοι Σαράντα, Σαράντα Ἐκκλησιές, Μεγάλη Παναγία, Σαντορίνη (=SantaIrine = Ἁγία Εἰρήνη), κλπ.. κι ὅμως ὁ Ἀγουρίδης βλέπει σ̉ αὐτὸ ν̉ ἀνακαλύπτῃ κάτι σπουδαῖο˙ καὶ καμαρώνει ὅτι ἀπ̉ αὐτὸν θὰ τὸ μάθουμε. καὶ φυσικὰ αὐτὸ τὸ κελεπούρι του εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ.
       6. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Κατὰ τὸ Κρ 20,23 κύριος ἑνὸς φοινικόδενδρου ἦταν ὁ δαίμονας Baal Tamar». πάλι ἀνακατεύεται μὲ πράγματα ποὺ δὲν καταλαβαίνει, καθὼς «κουνάει ὁ λαγὸς τὴ φτέρη, κακὸ τῆς κεφαλῆς του». κατ̉ ἀρχὴν ἡ παραπομπὴ Κρ 20,23 εἶναι ἢ λάθος ἢ ἄσχετο ξεσήκωμα δεξιᾶς μόνο παντόφλας. βρῆκα ὅτι αὐτὰ περίπου ποὺ λέει λέγονται σὲ δυὸ ἄλλα χωρία˙ περίπου μόνον ὅμως. στὸ Γε 14,7, ποὺ σχολίασα μόλις προηγουμένως, λέει ὅτι ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ δικοί του ἔσφαξαν καὶ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἁσασὸν Θαμὰρ (στὸ μασοριτικὸ ῾ν Τμρ = Ἁσασὸν Θαμάρ, κατ̉ Ἀγουρίδην BaalTamar). τίποτε ἄλλο. ὁ «δαίμονας» εἶναι τοῦ Ἀγουρίδου. παντοῦ «δαίμονες» βλέπει, λὲς καὶ τὸν κυνηγᾶνε. στὸ Κρ 4,5 λέει ὅτι, ὅταν ἔκρινε τὸν Ἰσραὴλ ἡ Δεβώρα, ἐκάθητο , δηλαδὴ κατοικοῦσε κι ἔστηνε καὶ τὴ δικαστικὴ ἕδρα της, ὑπὸ φοίνικα ἀνὰ μέσον Ῥαμὰ καὶ ἀνὰ μέσον Βεθήλ, ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ, ποὺ θὰ πῇ «κάτω ἀπὸ ἕνα δάσος φοινίκων», τὸ ὁποῖο εἶχε προφανῶς ξέφωτα καὶ πλατεῖες καὶ καλὲς σκιὲς καὶ πηγές, κατάλληλες γιὰ συγκεντρώσεις, γιὰ πρόχειρη διαμονὴ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, καὶ γιὰ δίκες. καὶ ἀνέβαινον πρὸς αὐτὴν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς κρίσιν (= γιὰ νὰ δικάζωνται)». ὁ Ἀγουρίδης ὅμως πάλι τὸ «δαίμονά» του βρίσκει κι ἐδῶ «τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ φοινικόδενδρου». παντοῦ «δαίμονες» βλέπει. τοὺς ἔβλεπε ἆραγε κι ἀπὸ νέος ἢ μόνο τώρα στὰ γεράματα; ἐκτὸς ἂν κάνει «δαίμονα» τὴ Δεβώρα ἢ τὸ «Δεβώρα» τὸ διαβάζει «Δαιμόνα». εἶναι σὰ νὰ μᾶς λέῃ ὅτι στὸ μυστικὸ δεῖπνο ἔτρωγαν ὁ διάβολος μὲ δώδεκα δαίμονες τῆς λαιμαργίας ἢ ὅτι στὸ σταυρὸ καρφώθηκε ὁ δαίμονας τῆς αἱμορραγίας. καραγκιοζλίκια.
       7. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Στὴ Γένεσι 16,14 ὁ δαίμονας τοῦ πηγαδιοῦ ἐμφανίζεται στὴν Ἄγαρ μὲ ἀνθρώπινη μορφή». ἔτσι ἐννοεῖ ὁ Σάββας τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἐκφράσεις τῆς Βίβλου γιὰ τὸ θεό. παραθέτω τὸ χωρίο Γε 16,7-14 σὲ μετάφρασι μὲ τὶς ἐπίμαχες φράσεις στὸ ἀρχαῖο κείμενο τόσο τῶν Ο’ ὅσο καὶ τοῦ μασοριτικοῦ γιὰ νὰ ἔχετε ἄμεση ἀντίληψι. «­ 7 Βρῆκε ἄγγελος Κυρίου τὴν Ἄγαρ ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ἐρήμῳ, στὴν πηγὴ ποὺ εἶναι πάνω στὸν δρόμο γιὰ τὴ Σούρ. 8 καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου˙ Ἄγαρ,……… 13καὶ ἡ Ἄγαρ ἔδωσε τὸ ἑξῆς ὄνομα στὸν Κύριον τὸν λαλοῦντα πρὸς αὐτήν˙ ῾Σὺ θεὸς ὁ ἐπιδών με᾽˙ ἐξηγώντας˙ ῾Διότι εἶδα πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὸν ὀφθέντα μοι᾽. 14 γι̉ αὐτὸ καὶ ὠνόμασε καὶ τὸ πηγάδι ῾Φρέαρ μπροστὰ στὸ ὁποῖο εἶδον᾽. αὐτὸ βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν Κάδης καὶ στὴ Βαράδ». ἀπολύτως σύμφωνα μὲ τοὺς Ο’ τὸ μασοριτικὸ τὴ φράσι Φρέαρ οὗ ἐνώπιον εἶδον τὴν ἔχει Βαρ λ῾ ι ραϊ (= Φρέαρ παρ̉ ᾧ εἶδον). ἔτσι μεταφράζουν καὶ ἡ συριακὴ πεσσίτα, καὶ ἡ λατινικὴ βουλγάτα, καὶ οἱ μητρικὲς εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις γερμανικὴ ἱσπανικὴ ἰταλική, ἐνῷ ἡ γαλλικὴ τὴ δεύτερη λέξι (λ῾ι = παρ̉ ᾧ) τὴ μεταγράφει ἀμετάφραστη σὰν κύριο ὄνομα Lahai, ἡ ἀγγλικὴ μεταγράφει ἀμετάφραστη ὁλόκληρη τὴ φράσι σὰν κύριο ὄνομα Beer-la-hai-roi, οἱ δὲ Leeves-Lowndes-Τυπάλδος-Βάμβας μεταφράζουν καὶ μεταγράφουν «Φρέαρ Λαχαῒ-ῥοΐ». πολλὲς φορὲς τέτοιες ἐλλιπεῖς κι ἐλαττωματικὲς μεταφράσεις, ποὺ μεταγράφουν ἀμετάφραστες ἑβραϊκὲς κοινὲς λέξεις, τὶς ὁποῖες οἱ μεταφρασταὶ δὲν καταλαβαίνουν, δημιουργοῦν σὲ ἀμαθεῖς τὴ φαντασίωσι ὅτι βλέπουν κύρια ὀνόματα. ἀλλὰ καὶ πάλι ἐδῶ μόνο τὸ «δαίμονα» τοῦ Ἀγουρίδου δὲν τὸν βρίσκω οὔτε σὲ κανένα κείμενο οὔτε σὲ καμμιὰ μετάφρασι. λέτε νὰ λέῃ «δαίμονα» τὸν ἄγγελον Κυρίου ἢ τὸν Κύριον; ναί, αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει. ὅλους «δαίμονες» τοὺς βλέπει ὁ Ἀγουρίδης. τόσο πολὺ τοὺς φοβᾶται λοιπόν; κι ἀπὸ τώρα; ἀκόμη κι ἂν σὲ μιὰ ἐποχὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξι τοῦ Ἰσραὴλ ἡ Αἰγύπτια δούλη Ἄγαρ «ἔβλεπε» ἕνα «δαίμονα», αὐτὸ δὲν θὰ εἶχε ἀσφαλῶς καμμία σχέσι μὲ τὴ μετὰ 500 χρόνια «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ˙ παρὰ ταῦτα οὔτε καὶ κάτι τέτοιο λέγεται γιὰ τὴν Ἄγαρ.
       8. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Τὸ El παρηγορεῖ τὴν Ἄγαρ στὴ σκληρὴ πορεία της». δὲν παραπέμπει πουθενὰ στὴ Βίβλο, διότι δὲν ξέρει ποῦ βρίσκεται αὐτό˙ ἢ δὲν μποροῦσε νὰ βρῇ ποῦ ἔχει καταχωνιασμένη τὴ σχετικὴ βιβλικὴ παραπομπὴ ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεσηκώνει τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του». δὲν πειράζει, τοῦ τὴ βρῆκα πάλι ἐγώ˙ εἶναι τὸ Γε 21,17-20. ἐκεῖ τὸ κείμενο τῶν Ο’, μὲ τὸ ὁποῖο συμφωνεῖ ἀπόλυτα καὶ τὸ μασοριτικό, λέει˙ «17 Εἰσάκουσε δὲ ὁ θεὸς τὸ κλάμα τοῦ παιδιοῦ (=τοῦ νηπίου Ἰσμαὴλ τοῦ γιοῦ τῆς Ἄγαρ, ὁ ὁποῖος ἔκλαιγε πεθαίνοντας ἀπὸ τὴ δίψα), καὶ ἄγγελος θεοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φώναξε τὴν Ἄγαρ καὶ τῆς εἶπε˙ Ἄγαρ τί συμβαίνει; μὴ φοβᾶσαι˙ ὁ θεὸς ἄκουσε ἀπὸ ψηλὰ τὸ κλάμα τοῦ παιδιοῦ…». τὸ θεός, ποὺ ἀναφέρεται δύο φορές, στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο γράφεται αλεϊμ (=ἐλωΐμ, ἐλωχίμ). καὶ τὸ ἄγγελος θεοῦ γράφεται μλακ αλεϊμ (=μαλαχὶ ἐλωΐμ). ὁ Σάββας ὅμως κάνει κι ἐδῶ τὸ θάμα του καὶ βλέπει τὸ ἒλ El. πρόκειται γιὰ φαντασίωσι δική του ἢ ἐκείνου ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου ξεσηκώνει τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του», πιστεύοντας τυφλὰ σὲ ὅ,τι ξεσηκώνει ἀπὸ κεῖ. ἀλλὰ κι ἂν ἔλεγε κάπου ἒλ (El), θὰ ἦταν ὁ θεός, δηλαδὴ ἡ βραχύτερη μορφὴ τοῦ ὀνόματος ἐλωΐμ (=θεός). ὁ Ἀγουρίδης βέβαια καὶ «τὸ Εl» καὶ «τὰ Εl» τὰ λέει οὐδέτερα, σὰ νὰ λέῃ «τὸ τζίνι» ἢ «τὰ τζίνια», παρ̉ ὅλο ποὺ ἡ ἑβραϊκὴ γλῶσσα δὲν ἔχει κἂν οὐδέτερο γένος. (ἔτσι κι ἄλλοι κακῶς ἐθισμένοι λένε «τὸ Ταλμοὺδ» καὶ «τὸ Ταργούμ», ἐνῷ καὶ στὴν ἑβραϊκὴ εἶναι θηλυκὰ «ἡ Ταλμοὺδ» καὶ «ἡ Ταργοὺμ» καὶ στὴν ἑλληνικὴ εἶναι πάλι θηλυκὰ «ἡ Σπουδὴ» καὶ «ἡ Παράφρασι». πολλὴ ἀγραμματωσύνη ὑπάρχει στοὺς Ἕλληνες βιβλικούς). καὶ «τὸ El» εἶναι πάλι «δαίμονας» καὶ ὄχι ὁ θεός. πολλὴ ἔλλειψι γνώσεων κι ἐπιστημοσύνης, πολλὴ βία ἐπὶ τῶν κειμένων, πολλὴ αὐθαιρεσία, πολλὴ πλαστογραφία, πολὺ «ἔτσι μοῦ ἀρέσει, ἔτσι τὸ θέλω, ἔτσι τὸ φτιάχνω». καὶ ἡ ἀμάθεια περνιέται γιὰ προσὸν καὶ ἡ τσαπατσουλιὰ γιὰ ἐπιστημονικὴ μέθοδος. τὸ συνηθίζουν κι ὁ Ἀγουρίδης καὶ οἱ μαθηταί του˙ τὰ μειονεκτήματά τους τὰ θεωροῦν πλεονεκτήματα. φυσικὰ ἐγὼ κι αὐτὸ τὸ χρεώνω στὸ συγγραφέα, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου ξεσηκώνει ὁ Ἀγουρίδης τὸ ὑλικό του ὅπως ὅπως καὶ φύρδην μίγδην. αὐτὸς τί ξέρει; «κουκιὰ ἔφαγε, κουκιὰ μαρτυράει». ἁπλῶς μπῆκε κάπου, τσέπωσε σὰν Τσετσένος κομμάτια πλουτωνίου, γιὰ νὰ τὰ πουλήσῃ, καὶ τώρα καίγονται τὰ χέρια του, καίγεται ὁλόκληρος. δὲν εἶναι σὲ θέσι οὔτε τὶς συνέπειες νὰ καταλάβῃ οὔτε τί πιάνει στὰ χέρια του ν̉ ἀντιληφτῇ. δὲν ξέρει ἀπὸ τέτοια.
       9. Γράφει πάλι ὁ Ἀγουρίδης στὴ συνέχεια˙ «Τὸ El στὴν Panuel παλεύει μὲ τὸν Ἰακώβ (Γε 32,25 ἑξ.)». ἡ σωστὴ παραπομπὴ εἶναι Γε 32,22-30˙ ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει τὴ Βίβλο, δὲν μπορεῖ νὰ κινηθῇ ἀνάμεσα στὶς σελίδες της, τοῦ εἶναι terra incognita˙ γι̉ αὐτὸ δὲν τὴν ἄνοιξε νὰ δῇ τί γράφει. δὲν εἶχε κάποιον νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ τὸ βρῇ ἢ νὰ τοῦ μάθῃ πῶς τὸ βρίσκει κανείς. οἱ Ο’ καὶ τὸ μασοριτικό, ποὺ ἐδῶ συμφωνοῦν ἀπόλυτα, λένε γιὰ τὴ γνωστὴ πάλη τοῦ θεοῦ μὲ τὸν Ἰακώβ, ὅταν περνοῦσε τὸν ποταμὸ Ἰαβόκ. στὴν περικοπὴ αὐτὴ ὁ θεὸς στὸ ἑβραϊκὸ γράφεται αλεϊμ (=ἐλωΐμ, ἐλωχίμ), τὸ δὲ νέο τοπωνύμιο, ποὺ ἔδωσε στὸ μέρος ὁ Ἰακώβ, Εἶδος Θεοῦ, γράφεται Πνι Αλ (=Πενοὺ Ἔλ, Πανοὺ Ἔλ, Φανοὺ Ἤλ, Φανουήλ). κι ὁ Ἀγουρίδης εἶδε καὶ πῆρε «τὸ El», κάποιο δαιμόνιο, κατὰ τὴν ἀντίληψί του, τὴ δανεισμένη βέβαια.
       10. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ 19,8 τὸ ὄνομα Baalath Beer ἀναφέρεται σὲ θηλυκὸ δαίμονα, ἰδιοκτήτη τῆς πηγῆς». λέει στὸ κείμενο τῶν Ο’˙ Αἱ κῶμαι αὐτῶν κύκλῳ τῶν πόλεων αὐτῶν ἕως Βαρὲκ πορευομένων Βαμὼθ κατὰ λίβα. τὰ ἴδια λέει καὶ τὸ μασοριτικὸ ἀλλὰ μὲ διαφορετικὰ τοπωνύμια. ἀντὶ Βαρὲκ (Βὰρ Ἔκ =Πηγὴ Ἔκ) ἔχει Βολτ Βαρ (=Βααλὰθ Βὰρ= Πηγὴ τῆς Βάαλ) ἢ ἔστω BaalathBeerποὺ παίρνει ὁ Ἀγουρίδης ἀπὸ κεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀφαιρεῖ ὑλικό, κι ἀντὶ Βαμὼθ ἔχει Ρμτ (=Ραμάθ, λαθεμένη ἀντιγραφὴ τῶν μασοριτῶν ἀπὸ τοὺς Ο’, Βαμὼθ-Ραμάθ). ἐδῶ συμβαίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ ἀκόλουθα. 1) πολλὲς φορὲς στὴν Π. Διαθήκη καὶ ἰδίως στοὺς προφῆτες ὁ Βάαλ λέγεται ἡ Βάαλ (Ὠσ 2,10˙ 13,1˙ Σφν 1,4˙ Ἰε 2,8˙ 7,9˙ 11,13)˙ τὸ ἐβραϊκὸ ἔχει θηλυκὴ τὴν κατάληξι (-άθ), οἱ Ο’ ἔχουν θηλυκὸ τὸ ἄρθρο (ἡ)˙ ἐπειδὴ εἶναι ὄνομα ξενικὸ καὶ ἄκλιτο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα˙ ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ τὴ θηλυπρεπῆ παραλλαγὴ τοῦ Βάαλ, τὸν κίναιδο Βάαλ, ποὺ λέγεται ἀλλιῶς καὶ Βάαλ Μολὸχ (=Βάαλ Ἄναξ) ἢ ἁπλῶς Μολὸχ Ἀνημέλεχ (=Ἁβρὸς Μολόχ, Θηλυπρεπὴς Μολόχ), σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν ἀρρενωπὴ παραλλαγή του Ἀδραμέλεχ (= Βαρβᾶτος Μολόχ, Ἰθυφαλλικὸς Μολόχ, Πριαπικὸς Μολόχ). τὰ ἱερὰ τοῦ Βάαλ αὐτῆς τῆς κοπῆς ἦταν κιναιδικὰ τελεστήρια, δηλαδὴ βακούφικα κιναιδαριά, ὅπου οἱ ἱερόδουλοι κίναιδοι ἱερεῖς, οἱ λεγόμενοι καὶ τελισκόμενοι, τετελεσμένοι, κύνες, καδησίμ, ἐκδίδονταν τελεστικῶς καὶ ὀργιαστικῶς στοὺς προσκυνητὰς ἐπὶ χρήμασιν ὑπὲρ τοῦ ναοῦ (βλ. Δε 23,18˙ Ὠσ 4,14). καὶ τὸ Βαμώθ, ποὺ λέγεται στοὺς Ο’, σημαίνει Φαλλοί. τὰ τοπωνύμια (πρώην εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ) Βαμὰ-Βαμὼθ στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ σημαίνουν Φαλλὸς-Φαλλοί. ἦταν εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ ὀργιαστικῆς λατρείας μὲ στημένους μπροστά τους πολλοὺς λίθινους πανύψηλους φαλλούς, γιὰ τοὺς ὁποίους λέει πάρα πολλὰ καὶ εἰδεχθῆ ὁ Λουκιανὸς στὸ ἔργο του Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς φαλλοβάτας στυλοβάτας στυλίτας ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι φαλλοὶ ἀνευρίσκονται σήμερα ἀνασκαφικῶς καὶ λέγονται στὴ σημερινὴ γλῶσσα τῶν Παλαιστινῶν μενὶρ (=μιναρές)˙ ὁ ἰσλαμικὸς μιναρὲς κατάγεται ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ τελεστικὸ φαλλὸ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. κι ὁ ἀκάθαρτος μάντις Βαλαὰμ ἦταν ἕνας στυλίτης ποὺ ἀνέβαινε σὲ στῦλον, γιὰ νὰ ξαμολύσῃ θέσφατα (Ἀρ 22,41˙ 23,14˙ 28). 2) τὸ Βααλὰθ Βὰρ ἐνδέχεται νὰ εἶναι ὄνομα πόλεως ἢ ἄλλο τοπωνύμιο ποὺ σημαίνει κάποια πόλι ἐπώνυμη τοῦ Βάαλ ἢ κάποιο ἱερὸ ἐπώνυμο τοῦ Βάαλ. νά, λ.χ. στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 8,5) ἀναφέρεται ἡ φοινικικὴ πόλι Βααλάθ, ἡ ὁποία ἐπὶ Σολομῶντος προσαρτήθηκε στὸν Ἰσραήλ. κι ἂν εἶναι θηλυκό, δὲν σημαίνει «θηλυκὸ δαίμονα» ὅπως λέει ἡ ὀνείρωξι τοῦ Ἀγουρίδου ἢ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου παίρνει τὸ «ὑλικό του» ἄκριτα καὶ τσαπατσούλικα. σχεδὸν πάντοτε τὰ ὀνόματα τῶν πόλεων εἶναι θηλυκά, σπανίως οὐδέτερα (Πέργαμον, Ῥήγιον), καὶ σπανιώτερα ἀρσενικὰ (Πειραιεύς, Ἀταρνεύς). τὸ νὰ λέγεται μιὰ πόλι θηλυκῶς Ἀπολλωνία Ποσειδωνία ὡς ἐπώνυμη τοῦ Ἀπόλλωνος ἢ τοῦ Ποσειδῶνος, δὲν σημαίνει ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ μυθολογοῦνταν ὡς θηλυκοὶ καὶ δαίμονες. φυσικὰ στὴ Βίβλο ἀναφέρονταν μόνον ὡς προϊσραηλιτικὰ τοπωνύμια, ποὺ δὲν ἔχουν καμμία σχέσι μὲ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως τὴ λέει καταχρηστικῶς ὁ Ἀγουρίδης. ἀντίθετα ὁ Μωϋσῆς προστάζει ἐπανειλημμένως νὰ κομματιαστοῦν αὐτὲς αἱ στῆλαι (=φαλλοί), ὅταν ὁ Ἰσραὴλ κυριεύσῃ τὴν Παλαιστίνη, νὰ ξεπατωθοῦν καὶ κατακαοῦν τὰ ἱερὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ νὰ μὴν ἀποκτήσουν οἱ Ἰσραηλῖτες τέτοια. καὶ σὲ κάποια σχετικὴ παρεκτροπὴ κάποιων Ἰσραηλιτῶν ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Φινεὲς διέταξαν σφαγὴ τῶν ἐκτραπέντων, καὶ σφάχτηκαν ὅλοι (Ἀρ 25,1-9). ὁ Ἀγουρίδης βέβαια ἀπ̉ αὐτὰ δὲν σκαμπάζει γρῦ. κινεῖται στὴ γραμματομάθεια καὶ στὴν ἐπιστημοσύνη τῆς κυρα-Κανελλίτσας τῆς μοδίστρας καὶ τοῦ μπαρμπα-Νώτη ποὺ πουλάει σαλέπι. ἀλλὰ κι ἂν τὸ βιβλικὸ (δηλαδὴ τὸ μασοριτικὸ) ὄνομα σήμαινε τὸ «θηλυκὸ δαίμονα» τοῦ Ἀγουρίδου, αὐτὸ ἦταν θεότης (νύμφη) καὶ τοπωνύμιο τῶν εἰδωλολατρῶν Χαναναίων, πρὶν φτάσουν στὴ χώρα τους γιὰ πρώτη φορὰ οἱ Ἰσραηλῖτες. αὐτὰ ποὺ κελαηδεῖ ὁ Ἀγουρίδης εἶναι ἀκριβῶς σὰ νὰ λέῃ ὅτι, ἀφοῦ στὶς Πράξεις (17,1) λέγεται ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνία, ἄρα κήρυττε τὸ «θηλυκὸ δαίμονα Ἀπόλλωνα». φαντάζεται ὅτι τὸ στοιχεῖο αὐτὸ στοιχειοθετεῖ μιὰ «πολυδαιμονικὴ θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ. ὁ «πολυδαιμονισμὸς» αὐτὸς ὅμως εἶναι ὅλος προϊὸν τῆς φαντασίας του.
       11. Λέει τέλος ὁ Ἀγουρίδης˙ «Ἐπίσης μεγάλοι λίθοι, ποὺ ἔκαναν σκιὰ στὴν ἔρημο, πηγάδια ἢ πηγές, δένδρα μὲ σκιά, ὅλα αὐτὰ ἦσαν δῶρα πνευμάτων (El)». πάλι τὰ οὐδέτερα el˙ καὶ εἴπαμε, οὐδέτερο γένος δὲν ὑπάρχει στὴν ἑβραϊκὴ οὔτε γενικὰ στὶς σημιτικὲς γλῶσσες. καὶ ἒλ εἶναι ἁπλῶς βραχύτερος τύπος τοῦ ἐλωῒμ-ἐλωχὶμ =θεὸς˙ ὅπως λ.χ. στὴν ἑλληνικὴ λέγεται καὶ Δημήτηρ καὶ Δηώ. στοὺς Ο’ γράφεται ἒλ καὶ ἢλ καὶ συναντᾶται σὰν πρῶτο συνθετικὸ τῶν ὀνομάτων Ἐλιμέλεχ Ἐλισαιὲ Ἐλισάβετ Ἠλιοὺ ἢ σὰ δεύτερο τῶν ὀνομάτων Γοθονιὴλ Ἰεζεκιὴλ Δανιὴλ Μιχαὴλ Γαβριὴλ Ἰεζραὲλ κλπ., σὰ νὰ λέμε Θεόφιλος Θεόκλητος Θεοφύλακτος Φιλόθεος Δωροθέα Λευκοθέα κλπ.. κι ἐκεῖνο τὸ «πηγάδια ἢ πηγές», ποὺ λέει τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ δύο τρόπους, ἢ «τὰ Eℓ», σὰ νὰ πρόκηται γιὰ πολλὰ καὶ οὐδέτερα, ἢ «τὰ φυσικὰ πράγματα, ἱεροὺς τόπους, πνεύματα», ποὺ λέει συνεχῶς, πάντα τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ πολλοὺς τρόπους, τὸ κάνει ὁ Ἀγουρίδης, ἐπειδὴ πασχίζει μὲ κάθε τρόπο νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ «δαιμόνιά» του καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν «πολυδαιμονισμό» του. σὰ νὰ λέῃ ὅτι «στὴ Μίλητο ἦταν τρεῖς σοφοί, ὁ Θαλῆς, ὁ Μιλήσιος, καὶ ὁ σοφός». θὰ πῆτε˙ Καὶ ποῦ βρῆκε στὴ Βίβλο «μεγάλο λίθο μὲ σκιὰ στὴν ἔρημο»; νὰ σᾶς πῶ˙ τὸ βιβλίο μὲς στὸ ὁποῖο κάνει τὶς ἔρευνές του, εἶναι θρησκειολογία, ὄχι ἑρμηνεία τῆς Βίβλου˙ θρησκειολογία γενικὴ μάλιστα, καὶ κακῆς ποιότητος, ἀναφερόμενη καὶ στὴν προϊσλαμικὴ εἰδωλολατρία τῶν Σημιτῶν-Ἀράβων, καὶ συγκεκριμένα στὴν περιβόητη πέτρα Καάβα, ποὺ ἔμεινε στὸ ἰσλὰμ σὰν εἰδωλολατρικὸ κατάλοιπο ἐνσωματωμένο σ̉ αὐτὴ τὴ θρησκεία, ἀναφερόμενη καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία μὲ τοὺς ὀφιομόρφους θεοὺς καὶ δαίμονες, γιὰ κάποιους παραλληλισμούς˙ καὶ φυσικὰ ἀναφερόμενη κυρίως στὴν εἰδωλολατρία τῶν κατοίκων τῆς Παλαιστίνης, τῶν πρὶν ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἰσραήλ, τῶν ἐναπομεινάντων καὶ μετὰ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἰσραὴλ ὡς εἰδωλολατρικῶν μειονοτήτων, καὶ κάποιων ἀποστατούντων πρὸς τὰ εἴδωλα Ἰσραηλιτῶν. κι ὁ Ἀγουρίδης ὅλ̉ αὐτὰ τὰ βλέπει ὡς «θρησκεία τοῦ Ἰσραήλ». πολλὲς φορὲς ἀναφέρεται σὲ τοπωνύμια προϊσραηλιτικῆς προελεύσεως. παγκόσμιο φαινόμενο αὐτό. καὶ σήμερα λέμε Ἀθῆναι καὶ Μυκῆναι, κι αὐτὰ σημαίνουν «πόλι μὲ πολλὰς Ἀθήνας» δηλαδὴ εἴδωλα τῆς θεᾶς Ἀθήνης καὶ «πόλι μὲ πολλὰς Μυκήνας» δηλαδὴ εἴδωλα τῆς θεᾶς Μυκήνης (=ἱερῆς Ἀγελάδος), χωρὶς φυσικὰ νὰ σημαίνουν σήμερα ὅτι ὁ «ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν» κι ὁ «παπᾶς τῶν Μυκηνῶν» εἶναι ἱερεῖς τῶν θεῶν ἢ δαιμόνων Ἀθήνης καὶ Μυκήνης.
       Ἀπελπιστικῆς ἀγνοίας ἐκδηλώματα εἶναι αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ Ἀγουρίδης. τὸ δὲ ἀντιβιβλικὸ κι ἀντιχριστιανικό του μένος, ποὺ τὸν ὠθεῖ μέχρι τοῦ νὰ λέῃ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία «δολοφόνους», τὸν ἔχει κυλίσει πολὺ χαμηλά˙ κι ὅσο πάει χειροτερεύει. εἶναι ἔκδηλο ὅτι, ὅταν γράφῃ αὐτὰ ποὺ γράφει, θέλει νὰ πείσῃ κυρίως τὸν ἑαυτό του. καὶ τὸ ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ σπουδάσῃ μιὰ ἄλλη ἐπιστήμη καὶ νὰ βιοποριστῇ ἀπὸ κάτι ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Βίβλο, διώγκωσε καὶ ἀτσάλωσε τὸ γινάτι του ἐναντίον τοῦ ἀντικειμένου ποὺ τὸν ἔθρεψε καὶ τὸν τρέφει. καὶ τώρα στὸ κατώφλι τῆς ἀπελπισίας του δείχνει ἀφ̉ ἑνὸς πανικόβλητος κι ἀφ̉ ἑτέρου ἀποφασισμένος νὰ κρατήσῃ τὸ γινάτι του ἀχτύπητο μέχρι τέλους. αὐτοῦ τοῦ βιώματος ἔκφρασι εἶναι αὐτὸ τὸ τσαπατσούλικο ἐράνισμά του.
 
Μελέτες 4 (2008)
 
 
 

 
14. Ο ΔΙΑΤΡΕΦΟΜΕΝΟΣ
 
       Ἤμουν δεκαεννιάχρονο παιδί, δευτεροετὴς τῆς φιλολογίας. εἶχα φίλους καὶ συμπατριῶτες φοιτητὰς τῆς θεολογίας. τὶς Κυριακὲς συζητούσαμε διάφορα. λέγαμε τί ἀκοῦμε ἀπὸ τοὺς καθηγητάς μας. νιώθαμε εὐτυχεῖς ποὺ τοὺς ἀκούγαμε. τοὺς εἶπα γιὰ ἕναν ποὺ μᾶς δίδασκε ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα καὶ μᾶς μυοῦσε στὴν κριτικὴ κειμένου. μοῦ εἶπαν κι ἐκεῖνοι γιὰ ἕναν καθηγητή τους τῆς Κ. Διαθήκης ΄΄ἄσσο΄΄ καὶ ΄΄φαινόμενο΄΄. συμφωνήσαμε νἀρθοῦν ἐκεῖνοι ν̉ ἀκούσουν μιὰ ὥρα τὸν καθηγητή μου, ἔπειτα νὰ πάω κι ἐγὼ ν̉ ἀκούσω τὸν δικό τους πάλι μιὰ ὥρα˙ κι ἔπειτα, τὴν ἄλλη Κυριακή, νὰ συναντηθοῦμε πάλι καὶ νὰ συζητήσουμε γιὰ τοὺς καθηγητάς μας, ὅπως συζητούσαμε κι ἐκείνη τὴν ὥρα. ὑπῆρχαν φοιτηταὶ μερακλῆδες τότε, πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰῶνα˙ ὁ συνδικαλισμὸς ἡ πολιτικοποίησι καὶ τὰ ἄλλα πάρεργα τῶν φοιτητῶν, ποὺ παρεμποδίζουν τὴν ἐπιστημονική τους κατάρτισι, δὲν ὑπῆρχαν τότε. τώρα ὑπάρχει ἡ νοοτροπία ὅτι τὸ ἔμβρυο, ἀντὶ νὰ τρέφεται καὶ ν̉ ἀναπτύσσεται, εἶναι καλλίτερα νὰ παίζῃ τάβλι ἢ νὰ βουρτσίζῃ τὰ παπούτσια τῶν πολιτικάντηδων, διότι δὲν εἶναι ἀπαραίτητο ν̉ ἀναπτυχθῇ.
       Ὁ δικός μου καθηγητὴς ἦταν δυνατὸς ἐπιστήμων καὶ μεθοδικὸς δάσκαλος, ἀλλὰ δὲν ἦταν καθόλου εὐφραδής. ὅταν μοῦ τὸν κριτικάρησαν δυσμενῶς γι̉ αὐτό, προσπάθησα νὰ τὸν ὑπερασπιστῶ, λέγοντας ὅτι αὐτὸ κι αὐτὸ εἶναι ἐπιστήμη, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶναι τέχνη δασκάλου, μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς μαθητάς του στὴν ἐπιστήμη, ὅτι τὰ δυὸ αὐτὰ ἐνδέχεται νὰ μὴ συνυπάρχουν, κι ὅτι τρίτο καὶ τελείως ἄλλο εἶναι ἡ εὐφράδεια, ἡ ὁποία ἄριστο μὲν εἶναι νὰ συνυπάρχῃ μὲ τ̉ ἄλλα δύο, ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ συνυπάρχῃ καὶ μὲ τὰ δύο ἢ ἔστω μὲ τὸ ἕνα ἀπ̉ αὐτά. δὲν φαινόταν νὰ τοὺς πείθω, ἢ μᾶλλον δὲν φαίνονταν ἐκεῖνοι νὰ μὲ καταλαβαίνουν. ἔπειτα ἦρθε ἡ σειρά μου νὰ σχολιάσω τὸν δικό τους.
       Τοὺς εἶπα ἤδη στὸ προοίμιο˙ ΄΄Ὁ καθηγητής σας, παρ̉ ὅλο ποὺ εἶναι εὐφραδὴς καὶ μεταδοτικός, δὲν εἶναι καθόλου ἐπιστήμων΄΄. ἀντέδρασαν ἔντονα. τοὺς λέω˙ ΄΄Περιμένετε˙ πρῶτον˙ ὁ καθηγητής σας ἑρμήνευσε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ ἔχῃς εἰδικὲς γνώσεις, γιὰ νὰ τὸ καταλάβῃς. καὶ δὲν εἶπε τίποτε, ποὺ δὲν θὰ τὸ ξέρατε ἢ δὲν θὰ μπορούσατε νὰ τὸ καταλάβετε καὶ μόνοι σας, χωρὶς αὐτόν. μπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε τί δὲν θὰ ξέρατε καὶ τί δὲν θὰ καταλαβαίνατε μόνοι σας χωρὶς τὸ μάθημά του; (τότε γενικῶς οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ ἑξαταξίου γυμνασίου, καὶ πιὸ πολὺ οἱ δευτεροετεῖς φοιτηταί, ἀκόμη κι ὅσοι σπούδαζαν θετικὲς ἐπιστῆμες, ἤξεραν πολὺ καλὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἕναν σημερινὸ πτυχιοῦχο φιλόλογο. διότι ὁ τότε ἀπόφοιτος γυμνασίου στὰ ἓξ χρόνια τοῦ σχολείου ἐκείνου εἶχε ἀκροαστῆ 1600 ὧρες ἀρχαῖα ἑλληνικά˙ ἐνῷ τώρα ὁ πτυχιοῦχος φιλόλογος στὰ δέκα χρόνια γυμνασίου λυκείου καὶ πανεπιστημίου ἀκροάζεται συνολικῶς 1200 ὧρες˙ καὶ οἱ ὧρες τῶν τριῶν χρόνων τοῦ γυμνασίου τώρα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἑρμηνεία ἀρχαίων ἑλληνικῶν κειμένων. τὸ μάθημα αὐτὸ εἶναι μάθημα ἐθισμοῦ, ὅπως ὅλα τὰ γλωσσικά.) μπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε τί ἀπ̉ ὅλα ὅσα εἶπε ὁ καθηγητής σας εἶναι ἐπιστημονικὸ καὶ ἐπιστήμη;΄΄. πῆγαν κάτι νὰ ποῦν ψάχνοντας νοερῶς νὰ ποῦν τί τὸ καινούργιο καὶ τὸ ἐπιστημονικὸ ἔμαθαν σ̉ ἐκεῖνο τὸ μάθημα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τίποτε ἀπολύτως. καὶ συνέχισα. ΄΄Καὶ δεύτερον˙ τὸ μόνο καινούργιο ποὺ ἀκούσατε εἶναι ὅτι ὁ καθηγητής σας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μιλοῦσε συνεχῶς σὰν ἐχθρὸς τοῦ κειμένου ποὺ ΄΄ἑρμήνευε΄΄ καὶ ὅλης τῆς Βίβλου, λὲς καὶ τὸν εἶχαν μαχαιρώσει ὁ Χριστὸς ἢ ὁ συντάκτης τοῦ κειμένου, ἐπὶ πλέον ἔκανε καὶ πολλὰ χοντρὰ λάθη ὄχι μόνο στὴν περιοχὴ ποὺ ΄΄ἑρμήνευε΄΄ ἀλλὰ καὶ σ̉ ἄλλα σημεῖα τῆς Βίβλου, καθὼς πηδοῦσε συνεχῶς καὶ ἀναιτιολόγητα σὲ διάφορα σημεῖα της καὶ φύτρωνε κι ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν ἔσπερναν. δὲν κατακρίνω τὸ ὅτι ἀναφερόταν σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Βίβλου, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἐπιπηδοῦσε στὰ σημεῖα ἐκεῖνα, μόνο γιὰ νὰ σᾶς κάνῃ τὸν ἔξυπνο, εἰρωνευόμενος τὴ Βίβλο, καὶ πετοῦσε συνεχῶς ἀρλοῦμπες΄΄. διαμαρτυρήθηκαν πάλι ἔντονα. ἐγὼ ὅμως συνέχισα.
       1. ΄΄Εἰρωνεύτηκε τὸ Μάρκο ἐπειδὴ ἱστόρησε ὅτι οἱ μεταφορεῖς τοῦ παραλυτικοῦ, γιὰ νὰ τὸν κατεβάσουν μπροστὰ στὸ Χριστό, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην (Μρ 2, 4) τοῦ σπιτιοῦ ὅπου δίδασκε. καὶ ἀφοῦ γέλασε τὸ χαρακτηριστικό του εἰρωνικὸ καὶ κουτσομπόλικο ναζιάρικο γελάκι, ποὺ μᾶς τὄδειξε φιλάρεσκα πάνω ἀπὸ δέκα φορὲς σὲ τρία τέταρτα, εἶπε˙ ΄΄Καλά, τὴ στέγη τὴν ἄνοιξαν˙ καὶ τὸ ταβάνι; τί γίνεται μὲ τὸ ταβάνι; ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ ξέχασε΄΄. καὶ κούνησε εἰρωνικὰ κι ἀποδοκιμαστικὰ καὶ τάχαμου συγκαταβατικὰ τὸ χέρι του, ὅπως ὅταν λέμε˙ ΄΄Δὲ βαριέσαι! θέλεις τώρα καὶ παπᾶ μὲ γένεια;΄΄. κι ἀφοῦ τὸ παραδέχτηκαν καὶ οἱ τρεῖς συζητηταί μου, ὅτι πράγματι ἔτσι εἶπε κι ἔκανε ὁ καθηγητής των, λέω στὸν ἕνα˙ ΄΄Δὲν μοῦ λές, ἐσὺ ποὺ εἶσαι χωριάτης, σὰν ἐμένα, τὸ σπίτι σου στὸ χωριὸ ἔχει παντοῦ ταβάνι; ἢ ἔχει κάπου μόνο στέγη;΄΄. ΄΄Ναί΄΄, μοῦ λέει, ΄΄ἔχει ταβάνι μόνο στὰ ὑπνοδωμάτια˙ στὸ χαγιάτι (= σαλόνι), στὸ κελλάρι, καὶ στὴν κουζίνα δὲν ἔχει ταβάνι˙ βλέπουμε κατ̉ εὐθεῖαν τὴ στέγη΄΄. ΄΄Καὶ εἶναι κι ἄλλα σπίτια ἔτσι στὸ χωριό σου, ἢ μόνο τὸ δικό σου;΄΄. ΄΄Ὅλα ἔτσι εἶναι, χωρὶς ταβάνι στὸ μισὸ ἐμβαδόν τους΄΄. ΄΄Καὶ τὸ δικό μου σπίτι στὸ χωριὸ ἔτσι εἶναι΄΄, συνεχίζω, ΄΄καὶ ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ μου ἔτσι εἶναι. δὲν εἶναι σὰν τὰ σπίτια τοῦ Πειραιῶς, ποὺ ἔχουν ταβάνι ὅλα καὶ ὁλόκληρα, καὶ μάλιστα ταβάνι τσιμεντένιο, ταράτσα. τὰ δικά σας σπίτια πῶς εἶναι;΄΄, ῥώτησα τοὺς ἄλλους δυό, ποὺ ἦταν κι ἐκεῖνοι χωριάτες˙ ὅλοι χωριάτες ἤμασταν. ΄΄Καὶ τὰ δικά μας ἔτσι εἶναι΄΄, μοῦ ἀπάντησαν, ΄΄ὅλα τὰ σπίτια τῶν χωριῶν μας ἔτσι εἶναι΄΄. ΄΄Ἔ τότε΄΄, λέω, ΄΄τί σᾶς τσαμπουνάει αὐτὸς ὁ πρωτευουσιάνος τόσο ἐπίμονα καὶ σᾶς εἰρωνεύεται τὸν εὐαγγελιστὴ γιὰ κάτι ποὺ αὐτὸς δὲν ξέρει, καὶ σᾶς κάνει ἔτσι τὸν ἔξυπνο, καὶ σεῖς τὸν θαυμάζετε;΄΄.
       2. ΄΄Χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη, πήδηξε γιὰ μιὰ στιγμὴ μὲ κάποια ἀνόητη ἀφορμή, ποὺ μόνος του δημιούργησε, καὶ σ̉ ἄλλο Εὐαγγέλιο, σὲ ἄσχετο χωρίο, καὶ εἰρωνεύτηκε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, λὲς κι ἐκεῖνος τοῦ ἔσφαξε τὸν πατέρα του, ἐπειδὴ σὲ μιὰ παραβολὴ λέει γιὰ τρία σάτα ἀλεύρου, ποὺ ζύμωσε μιὰ γυναίκα (Μθ 13, 33), λέγοντας˙ ΄΄Τρία σάτα ἀλεύρου! ξέρετε πόσο εἶναι; 40 κιλά! τόσο ἀλεύρι ζυμώνει ποτὲ κανείς;΄΄ κι ἔκανε μορφασμὸ εἰρωνείας συμπεθέρας εἰς βάρος τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ εὐαγγελιστοῦ. ἦταν φανερὸ ὅτι μνημόνευσε τὸ χωρίο, μόνο γιὰ νὰ τὸ εἰρωνευτῇ˙ καὶ ἦταν ὁλοφάνερο ὅτι τὸ ὅλο σχῆμα του ἦταν πολυμεταχειρισμένο κλισὲ φιγούρας. πές μου ἐσύ΄΄, ἀπευθύνθηκα στὸν ἕνα, ΄΄ποὺ εἶσαι χωριάτης, πόσα κιλὰ ἀλεύρι ζυμώνει ἡ μάννα σου κάθε ἑβδομάδα ποὺ ζυμώνει; ζυμώνει 200 γραμμάρια ἀλεύρι, ποὺ ψωνίζει ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖο, ὅπως κάνει ἡ μαμὰ αὐτουνοῦ τοῦ πρωτευουσιάνου, γιὰ νὰ κάνῃ μιὰ λειτουργιὰ γιὰ τὸν παπᾶ τῆς ἐνορίας της, ἢ βγάζει ἀπὸ τὸ ξυλοβάρελο τοῦ κελλαριοῦ σας τρεῖς τενεκέδες πατημένους ἀλεύρι, ἀκριβῶς 40 κιλά, καὶ κάνει 15 τρίκιλα καρβέλια γιὰ μιὰ ἑβδομάδα;΄΄. ΄΄Ναί΄΄, μοῦ λέει, ΄΄τόσο ζυμώνει ἡ μάννα μου΄΄. ΄΄Καὶ οἱ δικές σας μάννες;΄΄, λέω στοὺς ἄλλους δυὸ χωριάτες, ΄΄πόσο ζυμώνουν;΄΄. ΄΄Τόσο΄΄, μοῦ λέν. ΄΄Ἔ τότε πῶς ἀνέχεστε αὐτὸν τὸ μῖμο νὰ λέῃ αὐτὰ ποὺ φλυαρεῖ; εἶναι ἐπιστήμη αὐτό; γιατί ἀποφαίνεται γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ξέρει;΄΄.
       3. ΄΄Πῶς πετάχτηκε ἔπειτα ἀλλοῦ μὲ φαρμακερὴ κακεντρέχεια καὶ εἰρωνεύτηκε τὸν Κύριο ἢ τὸν εὐαγγελιστή, ἐπειδὴ εἶπε ὅτι ὁ Κύριος νήστευσε 40 μέρες ἄσιτος (Μθ 4, 2) καὶ εἰρωνεύτηκε καὶ τὸ Μωϋσῆ (Ἔξ 34, 28) καὶ τὸν Ἠλία (Γ΄ Βα 19, 8) γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα; νήστευσε κι αὐτὸς 40 μέρες, γιὰ νὰ ξέρῃ ἂν αὐτὸ γίνεται ἢ ὄχι; μπορεῖ ὁ ἐγωκεντρικὸς αὐτὸς νὰ παραδεχτῇ κάποιον ἀνώτερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἢ τὸν ἑαυτό του κατώτερον ἀπὸ κάποιον;΄΄. καὶ στὴ συνέχεια τοὺς ἀνέφερα γιὰ τὸ Νεοϋορκέζο ἐργάτη ποὺ γύρω στὸ 1900 ἔμεινε 40 μέρες ἄσιτος ὑπὸ παρακολούθησι, χωρὶς νὰ πάθῃ τίποτε, γιὰ ν̉ ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγεται στὰ Εὐαγγέλια γιὰ τὸν Κύριο εἶναι πραγματοποιήσιμο.
       4. ΄΄Γιατί εἰρωνεύτηκε τὴ στάσι τοῦ ἡλίου μὲ ἐντολὴ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή (Ἰη 10, 12 - 14), μιὰ ἀναφορά του ποὺ ἦταν τελείως ξεκάρφωτη στὸ μάθημά του, καὶ τὴν ἔκανε, μόνο γιὰ νὰ εἰρωνευτῇ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴ Βίβλο, κάνοντας τὸν ἔξυπνο σὲ σᾶς; εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἔχει στὸ νοῦ του μιὰ λίστα μὲ βιβλικὰ χωρία ποὺ νομίζει ὅτι μπορεῖ νὰ εἰρωνευτῇ, γιὰ νὰ σᾶς πουλήσῃ φτηνιάρικη μαγκιά. εἶναι ἐπιστήμη αὐτό; πῆτε μου ἐσεῖς˙ ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ θεὸς δημιούργησε τὸ σύμπαν, τί τὸ ἀπίθανο στὸ ὅτι μπορεῖ νὰ κάνῃ κι ἕνα σημεῖο τόσο μόνο; ξέρετε ὅτι ἡ ἴδια στάσι τοῦ ἡλίου, ποὺ ἀσφαλῶς τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἔγινε ἀντιληπτὴ σ̉ ὅλο τὸ ἴδιο ἡμισφαίριο τῆς γῆς ἢ καὶ σ̉ ὅλη τὴ γῆ, μνημονεύεται καὶ στὴν Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις (στίχ. 616 - 7) τοῦ Εὐριπίδου; καὶ κατεβαίνει ἡ πληροφορία αὐτὴ στὴν ἑλληνικὴ μνήμη ἀπὸ τὰ προϊστορικὰ γιὰ τοὺς Ἕλληνες χρόνια μέχρι τὸν Εὐριπίδη. τὸ ξέρει αὐτὸ ὁ δικός σας ΄΄καθηγητὴς΄΄ ποὺ σᾶς παριστάνει τὸν ἐπιστήμονα;΄΄.
       5. ΄΄Γιατί πήδησε ἐντελῶς ἀναιτιολόγητα στὴν ἱστορία τοῦ Ἰωνᾶ καὶ εἰρωνεύτηκε τὸ ὅτι τὸν κατάπιε τὸ κῆτος (Ἰν 2, 1 - 2) καὶ τὸν κράτησε ζωντανὸ τρεῖς μέρες στὴν κοιλιά του, ἀποφαινόμενος εἰρωνικὰ ὅτι ΄΄Μόνο φάλαινα θὰ μποροῦσε νὰ καταπιῇ ἄνθρωπο ὁλόκληρο κι ἀμάσητο, καὶ φάλαινες στὴ Μεσόγειο δὲν ὑπάρχουν΄΄; πῶς ξέρει ὁ προχειρολόγος αὐτὸς ὅτι κι ἐκεῖνα τὰ χρόνια, πρὶν ἀπὸ 30 αἰῶνες, δὲν ὑπῆρχαν στὴ Μεσόγειο φάλαινες; πῶς ἀνέχεστε νὰ σᾶς ἀμολάῃ τέτοιες ἠχηρὲς τσαρλατανιές;΄΄.
       ΄΄Καὶ γιατί σᾶς τἄλεγε ὅλ̉ αὐτά; τί σχέσι εἶχαν αὐτὰ μὲ τὸ μάθημά του; ἐπιστήμη κάνει; δὲν καταλαβαίνετε ὅτι αὐτὰ φωνάζουν ὅτι ἕνα μόνο σκοπὸ ἔχει αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος, πῶς νὰ κλονίσῃ τὴν πίστι σας στὴν Κ. Διαθήκη, ποὺ τὴ διδάσκει μόνο γιὰ νὰ τὴ διαβάλῃ; δὲν βλέπετε πόσο τὸν ἐνοχλεῖ ὁ Χριστὸς ἡ θεότητά του κι ἡ ἀνάστασί του; ξέρει ὅτι πολλοὶ ἀπὸ σᾶς διαλέξατε τὴν ἐπιστήμη, ποὺ διαλέξατε, ἀπὸ πίστι. αὐτὸ τὸν τρελλαίνει, καὶ θέλει νὰ σᾶς πείσῃ μὲ τὶς μαγκιές του νὰ κόψετε καὶ σεῖς τὴν οὐρά σας. νιώθει ἄβολα χωρὶς ὁμοιοπαθεῖς. προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὸν ἑαυτό του ὅτι δὲν εἶναι μόνος στὴν καταπακτὴ τῆς ἐπιλογῆς του. σᾶς θέλει στὴ δύσκολη θέσι του. τὸ χρειάζεται αὐτὸ ὅσο τίποτε ἄλλο. ἀγαπάει αὐτὸς ὁ ΄΄καθηγητής΄΄ σας τὸ κείμενο, ποὺ διδάσκει, ὅπως ἀγαπάει ὁ δικός μου ὁ ἄπιστος καὶ κοσμικὸς τὸ κείμενο ποὺ διδάσκει; τοὺς ἀκούσατε καὶ τοὺς δυό. εἴδατε μὲ τί ἀγάπη στὸ κείμενο, ποὺ διδάσκει, δίδασκε ὁ δικός μου. εἴδατε ὅτι δὲν εἶχε ἀντίρρησι ὅτι τὸ κείμενο εἶναι μυθικό, ἕνας ψεύτικος μῦθος, ποὺ φυσικὰ ὁ ἴδιος δὲν τὸν πιστεύει˙ δὲν ἔκρινε ὅμως ὅτι πρέπει νὰ τὸ εἰρωνεύεται καὶ μάλιστα ὅλη τὴν ὥρα, δὲν ἔδειχνε τέτοια κάψα, τέτοιο κόμπλεξ, ποὺ ἔδειχνε ὁ δικός σας, χωρὶς νὰ κάνῃ καὶ τίποτ̉ ἄλλο. τὸ ἔβλεπε τὸ κείμενο σὰν κείμενο ἁπλῶς, σὰν ἀντικείμενο ἐπιστήμης, κι ἔκανε ἐπιστήμη μὲ πολὺ μεράκι καὶ μὲ γνῶσι. δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ τὸ ἴδιο κι ὁ δικός σας ὁ ταλαίπωρος; καὶ γιατί ἀλήθεια ὁ δικός σας διάλεξε ὡς ἐπιστήμη του τὴν κατὰ τὴ γνώμη του ἄξια εἰρωνείας Κ. Διαθήκη, καὶ δὲν διάλεξε τὰ κείμενα ποὺ διδάσκει ὁ δικός μου; εἶχε τὰ κότσια νὰ κάνῃ τέτοια ἐπιλογή; ἢ διάλεξε τὴν περίπτωσι ὅπου μπορεῖ νὰ τὴ βγάζῃ μόνο μὲ εἰρωνεῖες καὶ μαγκιές; λοιπὸν ὁ καθηγητής σας δὲν εἶναι ἐπιστήμων˙ εἶναι μόνο ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔβαλε σκοπὸ στὴ ζωή του νὰ διαβάλλῃ τὴ Βίβλο. νὰ τὸν χαίρεστε΄΄.
       Ἦταν καὶ οἱ τρεῖς τους σὰ βρεγμένες γάτες. μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἦταν καὶ οἱ τρεῖς ἐναντίον του. κι ἔλεγαν γι̉ αὐτὸν τρομερὰ πράγματα. ἦταν ἐξωργισμένοι ποὺ τὸν εἶχαν στὸ κεφάλι τους. χάρηκα, ὅταν τοὺς ἄκουσα νὰ τὸ λένε. ἔνιωσα νικητής˙ ὄχι τῶν φίλων μου, ἀλλὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ παρίστανε τὸν ἐπιστήμονα, κι ἀκόμη ζῇ καὶ τὸν παριστάνει. ἐκεῖνος πήγαινε νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ φθείρῃ τὴν πίστι τους στὴ Βίβλο, κι ἐγὼ τὸν πρόλαβα καὶ κλόνισα τὴν πίστι τους σ̉ ἐκεῖνον˙ στὸν ἄνθρωπο ποὺ τὄχει αὐτὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς του.
       Τρία πράγματα μόνο παρέλειψα τότε νὰ τοὺς πῶ˙ τὰ δυὸ ἐπειδὴ δὲν τὰ ἤξερα, ἢ δὲν ὑπῆρχαν τότε, τὸ τρίτο ἐπειδὴ ἀπὸ νεανικὴ ἀπειρία δὲν μποροῦσα νὰ τὸ σκεφτῶ. ἤμουν, εἶπα, μόλις 19 ἐτῶν, χωρὶς πολλὲς γνώσεις, χωρὶς πεῖρα. γι̉ αὐτὸ ἔγραψα αὐτὸ τὸ ἄρθρο˙ γιὰ νὰ τὰ συμπληρώσω τώρα.
       1. Τὸ 1981 στὶς ἀγγλικὲς φυλακὲς 16 Ἰρλανδοὶ ἀπεργοὶ πείνας ἔμειναν τελείως ἄσιτοι περισσότερες ἀπὸ 40 μέρες, μέχρι ποὺ ἄλλοι πέθαναν κι ἄλλοι ἔφαγαν κι ἐπέζησαν. ἔφτασαν μέχρι 73 ἡμέρες. οἱ γιατροί, ποὺ τοὺς παρακολουθοῦσαν, ἀνακοίνωσαν ὅτι ὅλοι τους μέχρι τὶς 50 - 55 μέρες ἦταν ὑγιεῖς, ἀλλὰ μετὰ τὶς 55 πάθαιναν τέτοιες βλάβες, πού, κι ἂν ἔτρωγαν κι ἐπιζοῦσαν, ἐκεῖνες θὰ τοὺς ἔμεναν γιὰ πάντα ἀθεράπευτες. καὶ κυρίως ἔχαναν τὴν ὅρασί τους. στὰ πρωτοσέλιδα ὅλων τῶν ἐφημερίδων τῆς ὑφηλίου παρακολουθούσαμε ὅλη ἡ ἀνθρωπότης τὰ γινόμενα μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι 3 Ὀκτωβρίου τοῦ 1981˙ τόσο διήρκεσαν. γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ἔγιναν δηλώσεις κυβερνήσεων, βουλευτηρίων, κι ἐπισήμων, καὶ διαδηλώσεις λαῶν. ἀναστατώθηκε ὅλη ἡ γῆ. ἤμουν τότε 40 ἐτῶν. οἱ 10 ἀπεργοὶ πέθαναν, ἐνῷ οἱ 6, ποὺ πείσθηκαν μετὰ τὴν τεσσαρακοστὴ μέρα νὰ σταματήσουν τὴν ἀσιτία, ἐπέζησαν, καὶ εἶναι σήμερα περίπου 50 ἐτῶν. σημείωσα ἰδιαίτερα ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότης διαπίστωσε μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο καὶ δημοσίως καταγραμμένο τρόπο ὅτι ὁ ἄνθρωπος, κάποιοι ἄνθρωποι, χωρὶς κίνδυνο τῆς ζωῆς του μπορεῖ νὰ μείνῃ ἄσιτος πάνω ἀπὸ 40 μέρες, μὲ κίνδυνο δὲ καὶ ἀπώλεια τῆς ζωῆς του μέχρι 73 ἡμέρες. στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς καλοζωΐας. στὴν προϊστορικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀρχαιότητα τῶν σκληραγωγημένων ἀσφαλῶς ἄντεχε πολὺ περισσότερο. δίνω κατάλογο τῶν Ἰρλανδῶν ἀπεργῶν πείνας μὲ τὰ ὀνόματά τους, τὴν ἡλικία τους, καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἡμερῶν τῆς ἀσιτίας των, ἀντλώντας τον ἀπὸ τὴ μνήμη μου, κι ἀπὸ τὰ πρωτοσέλιδα τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων τοῦ ἑφταμήνου ἐκείνου, κι ἀπὸ τὸ ΄΄Ἱστορικὸ Λεύκωμα τοῦ 1981΄΄ τῆς ἐφημερίδος ΄΄Καθημερινή΄΄ (σελ. 18˙ 51 - 59).
 
 
α/α
ὀνοματεπώνυμο
ἡλικία
ἡμέρες
ἀσιτίας
1
Ῥόμπερτ Σὰντς (1 Μαρτίου - 5 Μαΐου 1981)
27
66
2
Φράνσις Χιοὺζ
25
59
3
Πάτσι Ο’ Χάρα
26
61
4
Ῥέιμοντ Μακ Κρὶς
24
61
5
Τζόζεφ Μακ Ντόνελ
30
61
6
Μάρτιν Χάρσον
24
46
7
Κέβιν Λίντς
25
71
8
Κίραν Ντόχερτι
25
73
9
Τόμας Μακ Ἄιλγουι
23
62
10
Μάικλ Ντέβιν
27
60
11-16
ἓξ διακόψαντες μετὰ τὴν 40η ἡμέρα κι ἐπιζήσαντες
24 - 30
40⁺
 
       Ἄλλοι τόσοι καὶ μὲ τόσες πάλι ἡμέρες ἀπόλυτης ἀσιτίας ὁ καθένας πέθαναν μετὰ 15 χρόνια. στὰ τέλη Ἰουλίου τοῦ 1996, στὶς τουρκικὲς φυλακές, ἔκαναν ἀπεργία πείνης πάνω ἀπὸ 30 Κοῦρδοι πολιτικοὶ κρατούμενοι. ἀπ̉ αὐτοὺς 12 πέθαναν καὶ 18, ὅταν στὶς 30 - 7 - 1996 δημοσιευόταν ἡ σχετικὴ εἴδησι στὸν κόσμο, νοσηλεύονταν μὲ ἀνήκεστη καὶ μὴ ἀναστρέψιμη βλάβη τῆς ὑγείας των, ἐπειδὴ καὶ οἱ 30 εἶχαν περάσει τὶς 60 ἡμέρες ἀπόλυτης ἀσιτίας. ἓξ ἡμέρες πιὸ μπροστά, στὶς 24 - 7 - 1996, εἶχε δημοσιευτῆ ἡ εἴδησι ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς 12 παραπάνω, ὁ Κοῦρδος Ἰλεγκὶν Ὀσκεζίν, πέθανε τὴν προηγουμένη τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδὴ στὶς 23 - 7 - 1996, ἀφοῦ συμπλήρωσε 66 ἡμέρες ἀπόλυτης ἀσιτίας. ὁ ἴδιος ἄκουσα τὶς εἰδήσεις ἀπὸ τὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ ΄΄Ἀντένα΄΄ Θεσσαλονίκης στὶς 24 καὶ 30 Ἰουλίου 1996, στὶς 8.30΄ τὸ πρωΐ, καὶ μέχρι τὸ μεσημέρι τῶν ἴδιων ἡμερῶν τὶς διάβασα καὶ σὲ πολλὲς ἡμερήσιες ἐφημερίδες. οἱ εἰδήσεις αὐτὲς ἀκούστηκαν καὶ διαβάστηκαν σ̉ ὅλη τὴ γῆ καὶ συγκλόνισαν τὸ καλοκαίρι ἐκεῖνο ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
       Ἀγγλία καὶ Τουρκία λοιπὸν μᾶς προσέφεραν μιὰ ἀναντίρρητη ἐπαλήθευσι τῶν βιβλικῶν τεσσαρακονθημέρων νηστειῶν τοῦ Μωϋσέως, τοῦ Ἠλία, καὶ τοῦ Χριστοῦ.
       2. Κατὰ τὴν εἰκοσαετία 1981 - 2000 συνέλεξα ἀποκόμματα ἐφημερίδων μὲ εἰδησεογραφικὸ καὶ μάλιστα καὶ φωτογραφικὸ ῥεπορτὰζ γιὰ φάλαινες, καὶ κυρίως γιὰ γαλάζιες φάλαινες, τὶς μεγαλείτερες ποὺ ὑπάρχουν καὶ ὑπῆρξαν ποτὲ πάνω στὴ γῆ, οἱ ὁποῖες ἐξώκειλαν κι ἔπεσαν σ̉ ἑλληνικὲς παραλίες τόσο τοῦ Αἰγαίου ὅσο καὶ τοῦ Ἰονίου πελάγους. καὶ στὸ τέλος ἕνα ἐπιστημονικὸ ῥεπορτὰζ σὲ ΄΄σαλόνι΄΄ μεγάλης ἐφημερίδος γιὰ τὸ ὅτι οἱ περιοχὲς Βορείων Σποράδων, Κυκλάδων, Σάμου, Δωδεκανήσων, καὶ ὁ περίγυρος τῆς Κρήτης μέχρι τὰ Κύθηρα ὁλόκληρος εἶναι ἡ κοιτίδα τῶν φαλαινῶν τοῦ Ἀτλαντικοῦ ὠκεανοῦ ἢ καὶ ὅλης τῆς γῆς. τὸ Αἰγαῖο πέλαγος εἶναι ὅπως ἡ Θάλασσα τῶν Σαργασῶν κοντὰ στὴν Ἀμερική, ποὺ εἶναι τὸ μοναδικὸ μέρος τῆς γῆς, ὅπου πηγαίνουν ἅπαξ μόνο στὴ ζωή τους καὶ γεννοῦν τὰ χέλια τῆς γῆς. οἱ φάλαινες, γιὰ νὰ ἔχουν τὰ μικρά τους προστατευμένα, δὲν γεννοῦν στοὺς βαθεῖς καὶ ἀχανεῖς ὠκεανούς, ἀλλ̉ ἔρχονται καὶ γεννοῦν στὸ ἀβαθὲς Αἰγαῖο μὲ τὰ μεταξὺ τῶν νήσων στενά. κι ὅταν τὰ μικρά τους μεγαλώσουν, τότε ἀνοίγονται πάλι στοὺς ὠκεανοὺς μαζὶ μ̉ ἐκεῖνα. τὸ δὲ μέρος αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, στὴν περιοχὴ ἀκριβῶς ποὺ ῥίχτηκε καὶ καταπόθηκε ὁ Ἰωνᾶς.
       Δίνω τὸ ἡμερολόγιο ἐμφανίσεως φαλαινῶν στὶς ἑλληνικὲς θάλασσες ἢ παραλίες, στὶς ὁποῖες ἐξώκειλαν, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα τῶν ἐφημερίδων ποὺ ἀρχειοθέτησα˙ εἶναι τὸ ἀκόλουθο.
 
ἡμερομηνία
τόπος
ἐφημερίδα ἢ τηλεόρασι
12 - 10 - 1948
Παλαιὸ Φάληρο
Καθημερινὴ 12 - 10 - 1997
12 - 8 - 1981
Λῆμνος
Θεσσαλονίκη
19 - 3 - 1982
Ῥόδος
Μακεδονία
10 - 7 - 1990
Ἰόνιον
Ἐλεύθερος Τύπος
20 - 5 - 1992
Σαντορίνη
Ἐλεύθερος Τύπος
25 - 5 - 1992
Κύνθος
Ἐλεύθερος Τύπος
27 - 5 - 1992
Κύνθος
Ἐλεύθερος Τύπος
15 - 5 - 1993
Κεφαλληνία
Καθημερινὴ
26 - 5 - 1994
Ἱσπανία καὶ Μαγιόρκα
ΑΝΤΕΝΑ Τ.V. (δελτίο 2.30 μ.μ.)
28 - 7 - 1995
Νάξος
Μακεδονία
28 -11 -1995
Εὐβοϊκὸς κόλπος
Μακεδονία
29 - 8 - 1997
Παγασητικὸς κόλπος
Ἀδέσμευτος Τύπος
29 -12 -1997
Καβάλα
Ἀδέσμ. Τύπος - Ἀγγελιοφόρος
18 - 1 - 1999
Παλαιὸ Φάληρο
Τὰ Νέα
9 - 7 - 1999
Καβάλα - Στρυμονικὸς
(ἀπόκομμα ἀπαρασήμαντο)
 
καὶ στὶς 23 - 7 - 1999 στὴν ἐφημερίδα ΄΄Τὰ Νέα΄΄ δημοσιεύτηκε τὸ ῥεπορτάζ, ποὺ μνημόνευσα, ὅπου λέγεται ὅτι στὴν Ἑλλάδα συναντῶνται 14 εἴδη φαλαινῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συχνότερα συναντῶνται τὰ 10, ἤτοι Γαλάζια φάλαινα, Φυσητήρ, Ὄρκα, Ψευδόρκα, Ζιφιός, Φαλιανός, Γράμπος, Ῥυγχοφάλαινα, Ῥαμφοφάλαινα, Πετροφάλαινα.
       3. Καὶ τὸ τρίτο, ποὺ δὲν μποροῦσα τότε τόσο νέος νὰ τὸ σκεφτῶ καὶ νὰ τὸ πῶ στοὺς φίλους μου, εἶναι τὸ ἑξῆς. ἔπρεπε νὰ τοὺς ῥωτήσω˙ ΄΄Ὁ καθηγητής μου ὁ φιλόλογος κάνει τὴ δουλειά του μὲ ζῆλο, καὶ πληρώνεται. ὁ δικός σας γιατί καταδέχεται καὶ πληρώνεται γιὰ κάτι ποὺ δὲν πιστεύει, δὲν ἀγαπάει, καὶ τὸ ἀπεχθάνεται; γιατί καταδέχεται καὶ διατρέφεται ἀπ̉ αὐτὸ ποὺ εἰρωνεύεται καὶ διαβάλλει; ἀπὸ ἀρχοντιά; ἀπὸ ἀξιοπρέπεια; ἢ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη;΄΄.
       Νὰ σᾶς πῶ τώρα καὶ γιατί, παρ̉ ὅλο ποὺ ἀπεχθάνεται τὴ θεολογία τόσο πολὺ καὶ τόσο κομπλεξικά, ἐν τούτοις σπούδασε θεολογία καὶ ὄχι φιλολογία. ἐπειδὴ ἔδωσε εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις στὴ φιλολογία τρεῖς φορές, καὶ δὲν πέτυχε. τὴν τρίτη φορὰ ὅμως εἶχε δώσει καὶ στὴ θεολογία, καὶ πέτυχε σ̉ αὐτή˙ στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 μάλιστα, ὅταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸ πανεπιστήμιο ἦταν πολὺ εὔκολη.
 
Μελέτες 4 (2008)
 

 
15. ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ
 
       Οἱ Τοῦρκοι σουλτάνοι, ὅταν ἔκαναν παιδομάζωμα, ὅταν ἅρπαζαν δηλαδὴ τ’ ἀνήλικα ὀγλὰν (=παιδιὰ) τῶν Χριστιανῶν, γιὰ νὰ τὰ κάνουν Τούρκους καὶ μουσουλμάνους, στρατιῶτες ἀγάμους κι ἀφωσιωμένους ἰσοβίως στὸν πόλεμο καὶ στὴ στήριξι τῆς αὐτοκρατορίας των, πρὶν τὰ κατατάξουν καὶ τὰ ἐκπαιδεύσουν, διάλεγαν λίγα ἀπ’ αὐτὰ ἰδιαιτέρως ὄμορφα, καὶ τὰ ἔβαζαν εὐνουχισμένα στὰ χαρέμια τους, ὅπου τὰ ἔκαναν ἲτς ὀγλὰν (ἢ τσογλάνια, ὅπως ἔμεινε ὁ ὅρος στὴ νεοελληνική), δηλαδὴ ἀντικείμενα καὶ δέκτες τῶν σοδομιτικῶν ὀρέξεων ὁρμῶν καὶ ἡδονῶν τους. στὰ χρόνια μας κάποιοι στὴν Ἀμερική, θεολόγοι αὐτοί, ἐπινόησαν μέθοδο νὰ καθιστοῦν τοὺς γενιτσάρους των καὶ στρατευμένα μάχιμα ὀγλὰν καὶ ἲτς ὀγλὰν ταυτόχρονα. διότι ἔκριναν ὅτι γιὰ τὴ στρατεία ποὺ τοὺς θέλουν τοὺς δικούς των γενιτσάρους, τὰ ὀγλὰν γίνονται πιὸ μάχιμα καὶ πιὸ φανατικὰ ὀγλάν, ἂν εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἲτς ὀγλάν, ὡλοκληρωμένοι γενίτσαροι καὶ ἀμφίπλευροι δηλαδή.
       Βγαλμένος ἀπὸ τὰ κατηχητικά, φανατικὸ κατηχητόπαιδο μὲ τὸ τραγούδι καὶ τὸ γέλιο στὸ στόμα, σὰν ἔφηβος, γιὰ νὰ καταπολεμῇ τοὺς ΄΄σαρκικοὺς πειρασμοὺς΄΄ μέσα στὸ ἀστικὸ λεωφορεῖο ἢ στὸν ἠλεκτρικὸ σιδηρόδρομο, πιπίλιζε ἀντιπυρίνες πικρὲς σὰ φαρμάκι, ποὺ κουβαλοῦσε πάντα στὴν τσέπη του σὰν ἐφόδιο ἁγνότητος, ὅπως τὸν συμβούλευε ὁ ἐξομολόγος του. ἀργότερα τὸ εἰρωνευόταν αὐτό, δικαίως βέβαια. εἰρωνευόταν ὅμως ἀστόχως καὶ ἀδίκως καὶ ἄλλα πολλά, ποὺ δὲν ἦταν ἀντιπυρίνες οὔτε θέσφατα τοῦ ἐξομολόγου του. καὶ σπούδασε˙ τί ἄλλο; θεολόγος. εἶχε ἀποπειραθῆ νὰ εἰσαχθῇ καὶ στὴ νομικὴ καὶ στὴ φιλολογία, ἀλλὰ δὲν τὰ εἶχε καταφέρει. ὡς πτυχιοῦχος θεολόγος μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὑποαπασχόλησι πῆγε στὴν Ἀμερικὴ γιὰ μεταπτυχιακὲς σπουδές˙ χωρὶς ἀντιπυρίνες˙ ἄνοιξε πανιὰ γιὰ ὑψηλὲς θέσεις. καὶ τὶς ἔφτασε, ὅταν γύρισε.
       Ἐκεῖ στὴν Ἀμερικὴ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν ἁπλότητά τους, τὴν εὐγένειά τους, τὴν καταδεκτικότητά τους. τὸν ὑποδέχτηκε στὸ λιμάνι ὁ ἴδιος ὁ καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου, κοντὰ στὸν ὁποῖο κυρίως θὰ ἐκπαιδευόταν˙ ὁλόκληρος καθηγητὴς πανεπιστημίου μιᾶς πανίσχυρης καὶ ζάπλουτης χώρας τὸν ἁπλὸ πτυχιοῦχο ἀπὸ μιὰ φτωχὴ χώρα˙ καὶ τοῦ κουβάλησε καὶ τὴ βαλίτσα του μάλιστα. σάστισε ὁ νεαρός. τέτοια ἀνθρωπιά! δὲν τὴν περίμενε, δὲν τὴ φανταζόταν. ἀργότερα στὴν Ἑλλάδα ἀντιμετώπισε βέβαια πολὺ μεγαλείτερη ἀνθρωπιὰ καὶ πολὺ μεγαλείτερες καὶ ἁγνότερες εὐεργεσίες, ἀλλ’ αὐτὲς δὲν τὸν ἐντυπωσίασαν ποτὲ ὅσο ἐκείνη ἡ ἀμερικάνικη. φαίνεται ὅτι ἐκείνη ἦταν ἡ παρθενική του γεῦσι ἀνθρωπιᾶς καὶ τοῦ κάθισε ὅσο ὁ παρθενικὸς ἄντρας σὲ μιὰ γυναῖκα, ἀκόμη κι ἂν εἶναι κατώτερος τῶν ἑπομένων ἢ καὶ βάναυσος.
       Ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, κοτζὰμ καθηγητὴς πανεπιστημίου εἴπαμε, τοῦ προσέφερε καὶ κάθε ἄλλη ἐξυπηρέτησι γιὰ τὴν τακτοποίησί του, αὐτοπροσώπως καὶ ἰδιοχείρως. ἀπὸ ἔκπληξι σὲ ἔκπληξι ὁ νεαρὸς Ἕλληνας καὶ ἀπὸ θαυμασμὸ σὲ θαυμασμό. καὶ τὸν εἶχε καὶ πολὺ εὐνοούμενό του ὁ καθηγητὴς στὴ συνέχεια. οὐδέποτε καθηγητὴς στὴν Ἑλλάδα τοῦ εἶχε δώσει τόση σημασία, παρ’ ὅλο ποὺ καὶ στὴν Ἑλλάδα ἦταν εὐνοούμενος κάποιων καθηγητῶν του. ἔνιωθε μὲ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητή του σὰ νὰ ἦταν δυὸ καλοὶ φίλοι˙ ὁ ἴδιος ὁ καθηγητὴς τοῦ εἶχε δώσει αὐτὸν τὸν ἀέρα. τί ἀνθρωπιά! εἶναι νὰ μὴν ἐντυπωσιαστῇς; εἶναι νὰ μὴ σοῦ χαράξῃ τὴν ψυχή; εἶναι νὰ μὴ σὲ κάνῃ ἐθολοντὴ γενίτσαρο;
Δὲν εἶχαν περάσει οὔτε δύο μῆνες, καὶ ὁ καθηγητής του, κοτζὰμ καθηγητὴς πανεπιστημίου εἴπαμε, τὸν κάλεσε καὶ σ’ ἕνα πάρτυ του. ἦταν ἐκεῖ κάποιοι, ἦταν κι ἕνας Κύπριος, ποὺ ἀπ’ αὐτὸν μετὰ πολλὰ χρόνια διέρρευσαν μερικὰ ἀπὸ τὰ δρώμενα στὸ πάρτυ ἐκεῖνο. κυνικὸς ἄνθρωπος ὁ Κύπριος, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν κι ἐκεῖνος θεολόγος˙ δὲν ζῇ σήμερα, πέθανε ἀπὸ ἔμφραγμα γύρω στὰ ἑξήντα του ἀπὸ τὸ πολὺ τὸ κάπνισμα. τότε λοιπὸν σ’ ἐκεῖνο τὸ πάρτυ γλέντησαν ὅλοι τους ὅλη τὴ νύχτα, χωρὶς διακρίσεις. τί καθηγηταὶ καὶ τί φοιτηταί, τί Ἀμερικανοὶ καὶ τί ἀλλοδαποί, τί ἄντρες καὶ τί γυναῖκες˙ ὅλοι σὰν ἴσοι καὶ κοινωνικῶς καὶ φυλετικῶς˙ ἐννοοῦσαν δὲ τὸ ΄΄φυλετικῶς΄΄ ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ ΄΄φυλὴ΄΄ ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ΄΄φῦλον΄΄. ὠργίασαν οἱ ἄντρες μὲ τὶς γυναῖκες, γευόμενοι ὁποιοσδήποτε ὁποιανδήποτε, σὰν τοὺς μεζέδες, ὠργίασαν πρὸς τὸ τέλος καὶ οἱ ἄντρες μὲ τοὺς ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες μὲ τὶς γυναῖκες. συμβαίνουν αὐτὰ μερικὲς φορὲς στὴν Ἀμερική. τὸ νεαρὸ Ἕλληνα τὸν γεύτηκε καὶ ὁ καθηγητής του, ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εἶχε κουβαλήσει καὶ τὴ βαλίτσα του μὲ τόση ἁπλότητα καὶ ἀνθρωπιά, τὸν γεύτηκε κι ὁ Κύπριος, ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀμερικὴ ἀπὸ πιὸ παλιὰ καὶ ἦταν σ’ αὐτὰ μυημένος καὶ βετερᾶνος.
       Δὲν τοῦ συνέβη ἄλλη φορὰ αὐτὸ στὴν Ἀμερικὴ τοῦ νεαροῦ Ἕλληνος, καθὼς φαίνεται. ἔτσι γίνεται στὴν Ἀμερική. δὲν εἶναι ὅλοι τους τέτοιοι κατ’ ἐθισμόν, ἀλλὰ μιὰ φορὰ τοὐλάχιστο στὴ ζωή τους τὸ δοκιμάζουν. ΄΄γιὰ νὰ μὴν τοὺς λείπῃ καμμία ἐμπειρία΄΄, αὐτὸ εἶναι τὸ αἰτιολογικό τους σλόγκαν. ἕνα ὄνειρο φαίνεται πὼς ἦταν μόνο τῆς βραδιᾶς ἐκείνης. ἂν καί, δῶ ποὺ τὰ λέμε, καὶ τοὺς τέτοιους πάλι τοὺς λείπουν πολλὲς ἐμπειρίες˙ ἔφαγαν ποτέ τους κόπρια; χρημάτισαν πεθαμένοι; ὠργίασαν μὲ τὴ μάνα τους; πυροβόλησαν ἄνθρωπο; ἔφαγαν ἀνθρώπινο κρέας; ὅμως ὁ νεαρὸς τὴ νύχτα ἐκείνη ἔγινε γενίτσαρος κατ’ ἄμφω καὶ στρατευμένο ὀγλὰν καὶ χρησιμοποιημένο ἲτς ὀγλάν, κάτι ποὺ τὸ σκέφτηκαν οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλ’ ὄχι καὶ οἱ Ὀθωμανοί. προηγμένη τεχνολογία στὴν Ἀμερική. ἔτσι ὁ κατ’ ἄμφω γενίτσαρος γίνεται πιὸ ζηλωτὴς γενίτσαρος, πιὸ λυσσασμένος πολέμιος τῆς Ἁγίας Γραφῆς θέλω νὰ πῶ, πιὸ φανατισμένος πολέμιος κατὰ τῆς γενετείρας του πίστεως, ὡπλισμένος μὲ πιὸ ΄΄ἰσχυρὰ τεκμήρια΄΄ ἐναντίον τῆς Βίβλου, ζαγάρι πιὸ ἄγριο τῆς ἐναντίον της ἀρνητικῆς κριτικῆς, πιὸ γυμνασμένο, γυμνασμένο σ’ ἕνα τέτοιο ἀμερικάνικο νυχτερινὸ πάρτυ. τί σοῦ εἶναι τέλος πάντων αὐτοὶ οἱ Ἀμερικανοί! οὐδέποτε δεύτεροι στὴν τεχνολογία, σὲ καμμία τεχνολογία.
       Ἡ Βίβλος εἶναι τὸ μόνο βιβλίο στὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει οὐδέτερο παρατηρητή˙ δὲν γίνεται νὰ ἔχῃ. καὶ οἱ ἐχθροί της τὸ διαισθάνονται αὐτό, γι’ αὐτὸ ξέρουν νὰ χύνουν στὶς ψυχὲς τῶν γενιτσάρων τους ἀνεξίτηλα καὶ ἐγκαιροφλεγῆ ΄΄τεκμήρια΄΄ κι ΄΄ἐπιχειρήματα΄΄ ἐναντίον της, σὰν ἐκεῖνα ἐκείνης τῆς ἀμερικάνικης βραδιᾶς.
       Ἔτσι ὁ νεαρὸς θεολόγος ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα κατηχητόπουλο καὶ γύρισε γενίτσαρος, χωρὶς τὶς ἀντιπυρίνες του˙ καὶ μετὰ τὸ γυρισμό του ἀνεδείχθη. φυσιολογικὸς ἴσως στὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς του. μόνο ποὺ ἡ λαλιά του μοιάζει μὲ λαλιὰ ναζιάρας καὶ παραπονιάρας κυρίας. δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ τὸ ἀπέκτησε μετὰ τὸ πάρτυ ἐκεῖνο τὸ ἀμερικάνικο, ἢ τὸ εἶχε ἀπὸ προτήτερα, καὶ αὐτὸ ἔβαλε σὲ πειρασμὸ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητὴ μὲ τὴν τόση ἀνθρωπιά. ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ Κύπριος ἦταν πολὺ κυνικὸς καὶ πολὺ ἄφιλος˙ δὲν ἤξερε νὰ σέβεται φιλικὰ μυστικά.
       Ἐφ’ ὅσον στὴν ὑπόλοιπη ζωή του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βραδιὰ ἐκείνη μὲ τὸ ἀμερικάνικο πάρτυ, ὁ θεολόγος τῆς ἐξιστορήσεώς μας ἴσως δὲν ὑπῆρξε κίναιδος, καὶ μάλιστα καὶ παντρεύτηκε κι ἔκανε καὶ παιδιά, θὰ περίμενε κανεὶς νὰ μισῇ τὴ βραδιὰ ἐκείνη καὶ τὰ δυὸ πρόσωπα ποὺ τὸν ἔμπλεξαν στὴν ἀτίμωσι ἐκείνη καὶ ἀσέλγησαν ἐπάνω του, καὶ νὰ μὴ θέλῃ οὔτε ν’ ἀκούσῃ γι’ αὐτά. ἀντίθετα αὐτός, ὅταν ἀκούῃ γιὰ τὸν Ἀμερικανὸ καθηγητή του ἢ γιὰ τὸν Κύπριο συμφοιτητή του, σκιρτάει ἀπὸ εὐφορία καὶ δὲν κουράζεται νὰ τοὺς ἐγκωμιάζῃ μὲ ἕνα πάθος ἐμφανῶς ἐρωτικό. εἶναι ν’ ἀπορῇ κανείς. τέτοιες ῥίζες τοῦ ἄφησαν μέσα του οἱ δυό τους· κάτι τὸ ἀνεξάλειπτο. ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἱστορούμενος θεολόγος μισεῖ καταχθόνια τὴ Βίβλο, ποὺ δὲν τοῦ ἔκανε κανένα κακό, ἀντίθετα μάλιστα αὐτὴ τὸν ἔθρεψε σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ δὴ καὶ τὸν πλούτισε· τὴ μισεῖ θανάσιμα, ἐπειδὴ αὐτὴ πρώτη στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος καταδίκασε τὸν κιναιδισμὸ καὶ τὸν καταπολέμησε˙ καὶ ὅ,τι ἄλλο καταπολεμεῖ τὸν κιναιδισμό, ἀπ’ αὐτὴν ἀποκλειστικὰ ἐκπήγασε καὶ στὸ Χριστιανισμὸ ἀποκλειστικὰ ἀνήκει. ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη μισεῖ ἰδιαίτερα τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ τὴν Ἀποκάλυψι, ἐπειδὴ στὰ κείμενα αὐτὰ ὁ κιναιδισμὸς καταδικάζεται ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, καὶ πολλὰ φλυαρεῖ εἰς βάρος τῶν κειμένων αὐτῶν. ξέρουν λοιπὸν οἱ Ἀμερικανοὶ θεολόγοι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου πόσο ἀποτελεσματικὴ μέθοδος γιὰ τὴν ἐναντίον της πολεμικὴ εἶναι τὸ νὰ κάνουν τοὺς γενιτσάρους των ὄχι μόνο ἐχθρικὰ πρὸς αὐτὴν ὀγλὰν ἀλλὰ καὶ ἲτς ὀγλάν· κάτι ποὺ οἱ Ὀθωμανοὶ τὸ ἀγνοοῦσαν. εἴπαμε· πιὸ προηγμένοι οἱ Ἀμερικανοί. τοὺς τὸ βάζουν πολὺ βαθιὰ καὶ πολὺ σκληρὸ τὸ κίνητρο καὶ τὸ ἐλατήριο κατὰ τῆς Βίβλου, γιὰ νὰ γρυλίζουν ἐναντίον της σ’ ὅλη τους τὴ ζωή. τέτοιο κούρντισμα, τέτοια μπαταρία, τέτοιο ἐλατήριο, δὲν τὸ φαντάστηκε ποτὲ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς ποὺ ἔχουν προχωρημένη τεχνολογία.
       Αὐτὰ μοῦ ἀποκάλυψε γιὰ τὴν ἀμερικάνικη παιδεία τοῦ ἲτς ὀγλὰν ἕνας ἀπὸ τὰ ἔμπιστα παλληκάρια τοῦ κυνικοῦ Κυπρίου. κατὰ τὰ ἄλλα γνώριζα αὐτὸ τὸ ἲτς ὀγλὰν καὶ τὴν ἱστορία του πρὸ πολλοῦ. κι ἀπὸ τότε ἑρμηνεύω καλλίτερα αὐτὸ τὸ ἲτς ὀγλάν.
 
Μελέτες 4 (2008)

 

 

 

 

16. «Ἡ δράκων θάλασσα»
 
 
         Ὁ Ἀγουρίδης, καθηγητὴς ὢν τῆς Κ. Διαθήκης, μετὰ τὴ συνταξιοδότησί του ὥρμησε καὶ στὴν Π. Διαθήκη. πόσο καλὰ τὴν ξέρει φαίνεται στὸ ἄρθρο του «Ἡ δράκων θάλασσα», στὴν Καθημερινὴ - Ἑπτὰ Ἡμέρες, τῆς Κυριακῆς 17 Αὐγούστου 2003, σελ. 10-13. αὐτὸ τὸ «Ἡ δράκων …», ὅπως τὸ βάζει καὶ σὲ εἰσαγωγικά, δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσι ὅτι εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀνόητες ἐκφράσεις τῆς Π. Διαθήκης˙ εἶναι φράσι δική του˙ φαντασίωσί του. μὲ τὰ εἰσαγωγικὰ θέλει νὰ τὴν καρφιτσώσῃ στὴ ῥάχι τῆς Π. Διαθήκης˙ τοῦ ἀρέσει αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη μέθοδος. τὴν καμαρώνει ὡς πολὺ τσαχπίνικη ἐξυπνάδα του. στὴ σελίδα 12, στήλη δ’, ὁ Ἀγουρίδης γράφει εἰρωνικά˙ «Στὸν ναὸ τῶν Ἰεροσολύμων, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται καὶ χυτὴ θάλασσα, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε βέβαιοι σχετικὰ μὲ τὸ τί ἐξυπηρετοῦσε». δὲν εἶναι βέβαιος αὐτὸς μόνο, δηλαδὴ δὲν ξέρει, ἀλλὰ λέει «Δὲν εἴμαστε βέβαιοι»˙ ἐννοεῖ «Ἐμεῖς οἱ ἐπιστήμονες». φαντάζεται τοὺς πάντες νὰ ἔχουν τὴ δική του ἄγνοια. ἕνα κεφάλαιο ὑπάρχει στὶς Βασιλεῖες (Γ’ Βα 7,10-13) κι ἄλλο ἕνα στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 4,2-5˙ 10), ποὺ περιγράφουν τὴν κατασκευὴ καὶ τὸ σκοπὸ αὐτῆς τῆς χάλκινης χυτῆς κεντρικῆς δεξαμενῆς νεροῦ στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ, μπροστὰ στὸ ναὸ καὶ τὸ θυσιαστήριο, στὸ χῶρο ἐκδοροσφαγῆς καὶ πλύσεως τῶν ἱερῶν σφαγίων τῶν θυσιῶν, τὰ ὁποῖα κάποτε ἔφτασαν μέχρι 22.000 βόδια καὶ 120.000 γιδοπρόβατα (Γ’ Βα 8,63), κι ὁ Ἀγουρίδης ἀκόμα «δὲν εἶναι βέβαιος» τί ἦταν καὶ σὲ τί χρησίμευε. ὄχι ἐκδοροσφαγὴ καὶ πλύσι 142.000 ζῴων νὰ ἔκαναν, ἀλλὰ τὸ μουστάκι τους νὰ ξύριζαν μόνο τόσοι θῦτες ἱερεῖς, θὰ τὸ χρειάζονταν αὐτὸ τὸ νερό. καὶ βάζει ὁ Ἀγουρίδης κι ὅλους τοὺς ἄλλους ἀλληλέγγυους καὶ μετόχους τῆς ἀγνοίας του καὶ τῆς ἀδυναμίας του νὰ καταλάβῃ˙ «Δὲν εἴμαστε βέβαιοι»! δὲν μπορεῖ νὰ φανταστῇ οὔτε κάποιον νοημονέστερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του οὔτε τὸν ἑαυτό του κατώτερο ἀπὸ κάποιον. ἡ θάλασσα ἡ χυτὴ ἦταν ἡ θάλασσα εἰς τὸ νίπτεσθαι τοὺς ἱερεῖς ἐν αὐτῇ (Β’ Πα 4,6), λέει τέσσερες στίχους παρακάτω ἀπὸ κεῖ ποὺ διάβασε τὸ χυτὴ θάλασσα ὁ Ἀγουρίδης, ἂν τὸ διάβασε ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη βέβαια καὶ ὄχι σὲ καμμιὰ ἐφημερίδα˙ διότι κάτι τέτοιο φαίνεται. ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλες δυὸ ἀναφορὲς αὐτῆς τῆς θαλάσσης τῆς χαλκῆς (Β’ Βα 8,8˙ Α’ Πα 18,8), ὅπου λέγεται καὶ ὅτι ὁ πολὺς χαλκὸς γι̉ αὐτὴ τὴν κατασκευὴ τοῦ Σολομῶντος ἦταν λάφυρο τοῦ Δαυῒδ ἀπὸ τοὺς Σύρους ποὺ ὑπέταξε, καὶ ἄλλη μιὰ ἀναφορά (Δ’ Βα 25,13), ὅπου λέγεται ὅτι αὐτὴν τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ Κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι καὶ ᾖραν τὸν χαλκὸν αὐτῆς εἰς Βαβυλῶνα˙ ἀλλ̉ ὁ ἀγνοῶν Ἀγουρίδης οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι. βαρέθηκε νὰ τὰ διαβάσῃ; ἢ τὰ διάβασε καὶ δὲν κατάλαβε; ἢ δὲν βρῆκε μιὰ πρόχειρη μετάφρασι νὰ καταλάβῃ; καὶ γιατί, ἀφοῦ τὴ Βίβλο δὲν τὴν καταλαβαίνει, δὲν ἄνοιξε ἕνα εἰδικὸ λεξικὸ στὸ σχετικὸ λῆμμα, γιὰ νὰ μάθῃ κάτι ποὺ δὲν ξέρει; ἔ, δὲν εἶμαι καὶ καρδιογνώστης, γιὰ νὰ ξέρω τί ἀπ̉ ὅλ̉ αὐτὰ τοῦ συμβαίνει. κι ὅπως ἀναφέρει τὸ πρᾶγμα στὸ ἄρθρο του, ἔτσι σκέτο καὶ ξεκάρφωτο χυτὴ θάλασσα, δίνει στὸν ἀναγνώστη τὴν ἐντύπωσι, ἀλλὰ δείχνει ὅτι κι ὁ ἴδιος φαντάζεται, ὅτι ἦταν μιὰ λακκούβα μὲ νερὸ «χυμένο» κατὰ γῆς! τίποτα γιὰ χαλκὸ χυτὸ ποὺ χαλκεύτηκε ἀπὸ μεταλλουργό. ἐκτὸς ἂν τὸ κάνῃ ἐπίτηδες, γιὰ νὰ διαβάλλῃ ἔντεχνα τὴ Βίβλο, ὑπολογίζοντας ὅτι ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ ἐμπιστοσύνη στὴν Αὐτοῦ Ὑψηλὴ Ἐπιστημοσύνη κι ἀπὸ δέος ἐνώπιον Αὐτῆς δὲν θ̉ ἀνοίξῃ τὴ Βίβλο νὰ τὸ ἐλέγξῃ˙ διότι τὰ κάνει συχνὰ κάτι τέτοια. ἔχει ἔκδηλη ἀντιπάθεια πρὸς τὴ Βίβλο, ἐπειδὴ ἀπ̉ αὐτὴ εἰδικὰ αὐτὸς ἔφαγε καλὰ στὴ ζωή του καὶ ἔγινε καὶ κάτι. καὶ καθὼς μετὰ τὴ διατύπωσι αὐτῆς τῆς χοντρῆς κοτσάνας αἰσθάνεται πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν πανέξυπνο ἑαυτό του κι ἀπὸ τὸ πνευματῶδες τῆς εἰρωνείας του, κάνει καζούρα καὶ περαιτέρω, λέγοντας χαριτωμένα στὴ συνέχεια˙ «Πάντως παρ̉ ὅλες τὶς ὅποιες κάπως καθησυχαστικὲς διαβεβαιώσεις περὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ θεοῦ ἐπὶ τοῦ ὑγροῦ στοιχείου, ἡ θάλασσα - ἄβυσσος δὲν παύει ποτὲ νὰ ἀποτελῇ ἀνησυχαστικὸ στοιχεῖο. ‘Σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου, ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν (ὁ Ἀγουρίδης γράφει ‘ὕλην’) βυθοῦ καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις˙ ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με’ (Ψα 68,2-3). παντοῦ ὅμως ὁ θεὸς καὶ ἡ σχέσι του πρὸς τὴ θάλασσα εἶναι σχέσι μὲ ὑπάρχοντα κίνδυνο μιᾶς πρωταρχικῆς πάλης (Ἠσ 51,9 κ.ἑ. Ἰβ 38,8-11)». ἀτρόμητος στὶς θαλασσινὲς περιπέτειες ὁ Ἀγουρίδης, μπροστὰ στοὺς φοβητσιάρηδες ψαλμῳδοὺς καὶ προφῆτες μὲ τὴν ὑδροφοβία τους, οὔτε τὴ μεταφορικὴ χρῆσι τῆς θαλάσσης καὶ τῶν ὑδάτων στὸν ψαλμὸ καταλαβαίνει, οὔτε στὸ χωρίο τοῦ φοβιτσιάρη Ἠσαΐου ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὡς Ἰερουσαλὴμ ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν ἐννοεῖται ὁ ἐν αὐτῇ Ἰσραὴλ ποὺ πάτησε κάποτε σὰ στεγνὴ ἔρημο τὸν πυθμένα τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, οὔτε στοὺς στίχους τοῦ Ἰὼβ παίρνει μυρουδιὰ ὅτι εἶναι μιὰ ὄμορφη ποιητικὴ περιγραφὴ τοῦ φλοίσβου τῆς θαλάσσης καὶ τῆς ὁμίχλης ποὺ τὴ ντύνει (ἀμφιέννυσι) τὸ πρωΐ. τέτοιατσαπατσουλιὰ καὶ τέτοια ἀρλουμποσύνη δὲν ἔχω ξαναδῆ. ὅπως δείχνει μὲ τὰ λεγόμενά του, δὲν καταλαβαίνει τίποτε˙ ἔχει ὅμως ἀπόψεις˙ καὶ σκληρὲς ὁ ἀτρόμητος. κι ἐκεῖνα τὰ «καθησυχαστικὲς - ἀνησυχαστικό» του τί σᾶς λένε; ἔ, σοῦ λέει, ἀφοῦ εἶναι «καθησυχαστικό», δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι καὶ «ἀνησυχαστικό»˙ τὸ «ἀνησυχητικὸ» τί τὸ θέλεις; δὲν εἶναι καὶ ὁμοιόμορφο. ἀκριβῶς ἔτσι κι ὁ Βάγγος ὁ μηχανουργὸς τῆς γειτονιᾶς μου, ὅταν τοῦ εἶπα, γιατί γράφει στὴν ταμπέλα του «Σφυριλατήσεις» καὶ ὄχι «Σφυρηλατήσεις», μοῦ ἀπάντησε˙ «Δάσκαλε, δὲν μᾶς τὰ λὲς καλά˙ τὸ σφυρὶ μὲ ἰῶτα δὲν γράφεται; ἄραγες τὸ λοιπὸν καὶ οἱ σφυριλατήσεις μὲ ἰῶτα γράφονται»! ἴδιο μορφωτικὸ ἐπίπεδο. κι ὁ Ἀγουρίδης εἶναι «ἐπιστήμων» ἀρχαίων ἑλληνογλώσσων κειμένων βέβαια. ἀλλὰ στὸ κάτω κάτω τὸ ὅτι εἶναι καθηγητὴς ἀρχαιογλώσσων κειμένων σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴ στοιχειώδη κατάρτισι νὰ ξεχωρίζῃ ἀνάμεσα στὰ παράγωγα τῶν ῥημάτων (καθ)ἡσυχάζω καὶ (ἀν)ησυχῶ, ἢ ἔστω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ψυλλιάζεται τὴ διαφορά τους, ἢ τέλος πάντων νὰ ξέρῃ νὰ μιλάῃ καὶ νὰ γράφῃ σωστὰ νεοελληνικά; ἔ,ὄχι δά! ὁμολογῶ ὅτι ἀδυνατεῖ ἡ φαντασία μου νὰ συλλάβῃ τί δὲν ξέρει καὶ τί δὲν καταλαβαίνει ὁ Ἀγουρίδης. ἔχει ὅμως «ἀπόψεις» ἐπ̉ αὐτῶν ποὺ δὲν ξέρει καὶ δὲν καταλαβαίνει. τολμηρὸς καὶ ἄφοβος. τὰ ἄρθρα του γιὰ τὴ Βίβλο καὶ τὰ «ἐπιστημονικά» του βιβλία βέβαια τὰ κατ̉ ἐξοχὴν μαργαριτοφόρα, τὰ καταστόλιστα καὶ μὲ «ἀπόψεις» του, «ἀπόψεις» εἰσηγμένες ἀκριβέστερα – ὁ ἴδιος σ̉ ὁλόκληρη τὴν καριέρα του δὲν παρουσίασε ποτὲ κάτι δικό του, ἔστω καὶ λαθεμένο‏‏‏–, εἶναι πολὺ γουστόζικες, περίπου σὰν τὰ καλαμπούρια τοῦ Γιωρίκα. νὰ δῆτε καὶ πῶς παίρνει ὕφος εἰδήμονος καὶ διατυπώνει τὶς «ἀπόψεις του» καὶ πῶς συχνοπετάει τὶς λεπτεπίλεπτες καὶ «πνευματώδεις» φράσεις τῆς καζούρας του εἰς βάρος τῆς Βίβλου! εἶναι πολὺ ἀπολαυστικές. σᾶς συνιστῶ σὲ ὧρες ἀκεφιᾶς νὰ διαβάζετε γραπτὰ τοῦ Ἀγουρίδου˙ εἶναι διασκεδαστικώτερα κι ἀπὸ τὰ παραμύθια τῆς Χαλιμᾶς ἢ τοῦ Μυνχάουζεν.
 
Μελέτες 5 (2008)
 
 
 
 

 
17. ΡΙΖΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
 
 
         Ἦταν συμφοιτητής μου, δύο χρόνια ἀρχαιότερός μου, ἐκεῖνος στὴ θεολογία, ἐγὼ στὴ φιλολογία. ἦταν ἔξυπνος, σπιρτόζος, κινητικώτατος, διαλεκτικός. ἡ σπιρτάδα του ὅμως κι ἡ διαλεκτικότητά του ὅλη κι ὅλη ἦταν ὅτι δὲν ἄφηνε ποτὲ τίποτε ἀναπάντητο˙ ἀπαντοῦσε πάντοτε, κι ἀκαριαία μάλιστα, λέγοντας ἔστω καὶ μιὰ ἀστειότητα, ἀρκεῖ ν̉ ἀπαντοῦσε. ἦταν κι εὐνοούμενος ἑνὸς βιβλικοῦ καθηγητοῦ, ποὺ τὸν εἶχε καὶ τότε κι ἀργότερα καμάρι του˙ ἐπίδοξο διάδοχό του˙ καὶ alter ego του. οὔτε ὁ καθηγητής του οὔτε αὐτὸς ἦταν ποτὲ ἐπιστήμονες μὲ τὴ σοβαρὴ σημασία τοῦ ὅρου καὶ μὲ τὰ κοινὰ μέτρα. εἶχαν δικά τους μέτρα μετρήσεως, δικά τους κριτήρια ἐπιστημοσύνης, δική τους φαντασίωσι περὶ τοῦ τί εἶναι ἐπιστήμη, κι ὅταν μετροῦσαν τ̉ ἀναστήματά τους, μόνοι τους ἔβρισκαν ὅτι εἶναι πολὺ ψηλοὶ ἐπιστήμονες.
         Ἦταν ἀμφιβάλλοντες˙ ἀπὸ κείνους πού, ὅπου βρίσκουν τὰ λέν, στοὺς δὲ ἄλλους τὰ μισολέν. διότι ἀπὸ κεῖ, ποὺ δαγκάνουν, πληρώνονται, κι ἀπὸ κεῖ, ποὺ εἰρωνεύονται, μισθοδοτοῦνται καὶ κερδίζουν˙ δὲν εἶναι δὰ καὶ χαζοί, ὥστε νὰ χάσουν τὸ παιχνίδι˙ γιατὶ στὸ κάτω κάτω δὲν θὰ μποροῦσαν καὶ νὰ κάνουν τίποτε ἄλλο στὴ ζωή τους ἢ νὰ προκόψουν σὲ κάτι ἄλλο. πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν θὰ ἐπιβίωναν.
         Ἤξερε ὅτι πιστεύω, ὅσο ἤξερα ὅτι δὲν πιστεύει. καὶ ἤξερε ὅτι ἤξερα γιὰ κεῖνον, ὅπως ἤξερα κι ἐγὼ ὅτι ἤξερε γιὰ μένα. μοῦ ἔκανε τὸ φίλο˙ λυκοφιλία δηλαδή˙ κι ἐγὼ φυσικὰ μόνο ἔτσι τὸν ἔβλεπα, ὅταν μὲ πλησίαζε, ἀλλὰ χωρὶς ἐπικίνδυνα δόντια˙ μὲ δόντια μάλλινα ἢ βαμπακερά. προσπαθοῦσε πολλὲς φορὲς νὰ μὲ εἰρωνευτῇ ἢ νὰ μὲ ‘’δουλέψῃ’’, τοῦ ἔδειχνα κάθε φορὰ ὅτι δὲν τὰ κατάφερε˙ ὅσο μποροῦσα ἀξιοπρεπέστερα.
         Λίγες φορὲς ἦταν κατὰ ἕνα κλὶκ εἰλικρινέστερος. ‘’Ἀμφιβάλλω’’, μοῦ ἔλεγε˙ ‘’γιατὶ πρέπει ν̉ ἀμφιβάλλουμε˙ χωρὶς ἀμφιβολία δὲν γίνεται ἐπιστήμη’’. τοῦ ἔλεγα˙ ‘’Καμμία σχέσι ἀνάμεσα σ̉ ἀμφιβολία καὶ ἀμφιβολία. ἡ ἐπιστήμη ἀμφιβάλλει γιὰ τὰ δικά της προηγούμενα συμπεράσματα, τὰ ἀνθρώπινα, γιὰ νὰ προχωρήσῃ σὲ καλλίτερα, βελτιώνοντας τὸν ἑαυτό της. γιὰ τὰ θεῖα καὶ ἀποκεκαλυμμένα ἀπὸ τὸν Κύριο ν̉ ἀμφιβάλλῃ κανείς, ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴ δύναμι νὰ πιστεύσῃ ἢ ἐπειδὴ κάτι μέσα στὴ συνείδησί του τὸν ἐμποδίζει νὰ πιστεύσῃ, δὲν εἶναι ἐπιστήμη, οὔτε ἔχει καμμία σχέσι ἡ θλιβερὴ αὐτὴ ἀμφιβολία μὲ τὴν ἐποικοδομητικὴ ἀμφιβολία τῆς ἐπιστήμης. ἄλλο ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, τὸ παλιότερο, κι ἐντελῶς ἄλλο ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὸ θεὸ τὸν πάνσοφο, τὸν ἀναλλοίωτο, τὸν πάντα ἴδιο’’. ἡ τσιφτιά του καὶ ἡ τσαχπινιά του ἔρχονταν σὲ ἀμηχανία, καὶ μοῦ ἔλεγε˙ ‘’Ἐσὺ ὅλο κάτι θὰ βρῇς, γιὰ νὰ μπαλωθῇς’’. ‘’Ὄχι’’, τοῦ ἔλεγα, ‘’ἐσὺ μόνο τὸ κάνεις αὐτό˙ τώρα μόλις τὸ ἔκανες μ̉ αὐτὴ τὴν τελευταία σου κουβέντα’’. γιὰ κάτι τέτοια δὲν μὲ συμπαθοῦσε καθόλου˙ ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ παρατοῦσε μιὰ γιὰ πάντα, προφανῶς γιατὶ ἤθελε, ν̉ ἀποσυρθῇ νικητὴς ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, καὶ τότε μόνο νὰ μὴ γυρίσῃ νὰ μὲ ξανακυττάξῃ˙ ἀλλὰ δὲν γινόταν. ὄχι ἐπειδὴ ἤμουν ἐξυπνότερός του, ἀλλ̉ ἐπειδὴ εἶχα τὴν εὔνοια νὰ κρατῶ τὴν ἀλήθεια˙ καὶ ἦταν ὁ ‘’ἄτυχος’’ ποὺ ὑποστήριζε τὸ ψέμμα˙ καὶ τὸ ψέμμα χίλιοι μαζὶ πανέξυπνοι δὲν μποροῦν νὰ τὸ στηρίξουν.
         Μιὰ φορὰ μοῦ εἶπε˙ ‘’Ἔχεις κίνητρο˙ γι̉ αὐτὸ τὰ λὲς αὐτὰ ποὺ λές’’. τοῦ εἶπα˙ ‘’Καὶ σὺ τὸ ἴδιο. ὅλοι κίνητρα ἔχουμε˙ κίνητρα καὶ συμφέροντα. ἐμένα μὲ συμφέρει νὰ ὑπάρχῃ θεὸς καὶ νὰ εἶναι καὶ δικαιοκρίτης, ἐσένα σὲ συμφέρει νὰ μὴν ὑπάρχῃ, κι ἂν ὑπάρχῃ, νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ διαγωγή μας. ὅλοι τὰ συμφέροντά μας ἔχουμε, ποὺ εἶναι καὶ τὰ μόνα κίνητρά μας. ὁ θεὸς ὅμως ὑπάρχει καὶ χωρὶς τὰ συμφέροντά μας, καὶ εἶναι δικαιοκρίτης καὶ χωρὶς τὰ κίνητρά μας. δὲν ἀμφιβάλλω καθόλου γιὰ τὴν πίστι μου˙ ἐσὺ ὅμως, νομίζω, ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν πίστι σου, ἀμφιβάλλεις καὶ γιὰ τὴν ἀπιστία σου’’. ‘’Τὸ παρατραβᾷς’’, μοῦ εἶπε˙ ‘’δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ τὴν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ ἢ γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ διαγωγή μας’’. ‘’Ἀμφιβάλλεις’’, τοῦ λέω˙ ‘’αὐτὴ ἡ κεντρικὴ ἀμφιβολία σου τροφοδοτεῖ καὶ κινεῖ καὶ κάθε ἄλλη ἀμφιβολία σου. ἄλλωστε γύρω ἀπὸ τί τὸ σπουδαῖο στρέφεται ἡ περίφημη ἀμφιβολία σου; μήπως γύρω ἀπὸ τὸ ἂν τὸ φιτίλι τοῦ κεριοῦ πρέπει νὰ γίνεται μὲ τέσσερα ἢ μὲ δύο στριφτὰ νήματα;’’. τὸν στενοχωροῦσα.
         Μιὰ φορά, κάπως ὑψηλόβαθμος, κάπου σὲ μιὰ διάλεξί του ὑποστήριξε ὅτι ἡ Κ. Διαθήκη πουθενὰ δὲν στρέφεται ἐναντίον τῆς πορνείας! τἄθελε τὸ ἀκροατήριό του τέτοια γαργαλητά˙ γι̉ αὐτὸ ἄλλωστε τὸν κάλεσε ἐκεῖνον εἰδικά˙ κι ἐκεῖνος ἤξερε ποιούς γαργαλάει. σηκώθηκαν ὅμως δύο, ποὺ δὲν γαργαλιοῦνταν, καὶ τοῦ ἀνέφεραν πολλὰ καὶ βροντερὰ χωρία τῆς Κ. Διαθήκης κατὰ τῆς πορνείας˙ φοβερὰ χωρία˙ ἀναντίρρητα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἔστω καὶ λίγο μυαλό. τοὺς ἀπάντησε ὅτι αὐτὰ τὰ χωρία εἶναι ὅλα νόθα˙ ἔτσι ἐπειδὴ τὸ ἤθελε αὐτὸς νὰ εἶναι. ἐκεῖνοι ἔμειναν ἄναυδοι˙ δὲν μποροῦσαν νὰ συζητήσουν σὲ τόσο γλιστερὸ ἔδαφος. εἶχαν κάνει δὲ κι ἕνα λάθος˙ τιποτένιο δηλαδή˙ ἀνάμεσα στὰ χωρία, ποὺ τοῦ ἀνέφεραν, εἶχαν κι ἕνα ποὺ στρεφόταν ἐναντίον τῆς μοιχείας. κι ἐκεῖνος θριαμβολόγησε˙ ‘’Αὐτὸ τὸ χωρίο δὲν στρέφεται ἐναντίον τῆς πορνείας, ἀλλ̉ ἐναντίον τῆς μοιχείας˙ δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε διάκρισι; βρίσκεστε σὲ σύγχυσι. ἡ μοιχεία μάλιστα˙ ἀπαγορεύεται στὴν Κ. Διαθήκη˙ σαφῶς καὶ ῥητῶς καὶ κατ̉ ἐπανάληψιν. ὄχι ὅμως καὶ ἡ πορνεία’’. οἱ ἄνθρωποι δὲν μπόρεσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν. ἦρθαν καὶ μοῦ τὰ εἶπαν. τὸν βρίσκω καὶ τοῦ τὰ λέω. μοῦ λέει˙ ‘’Δηλαδὴ ἐσὺ πιστεύεις ὅτι τὰ ἐναντίον τῆς πορνείας χωρία εἶναι γνήσια; καὶ ποῦ τὸ στηρίζεις;’’. ‘’Ὄχι’’, τοῦ λέω, ‘’μὴ βιάζεσαι˙ ἄλλο θέλω νὰ σοῦ πῶ˙ καὶ τὰ ἐναντίον τῆς μοιχείας χωρία εἶναι κι ἐκεῖνα νόθα˙ ἡ Κ. Διαθήκη δὲν στρέφεται οὔτε ἐναντίον τῆς μοιχείας’’. τἄχασε. δὲν περίμενε ἀπὸ μένα νὰ τοῦ πῶ κάτι τέτοιο. ψυλλιάστηκε βέβαια ὅτι κάτι τοῦ σκαρώνω, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ προσδιορίσῃ. ὁπότε, καθὼς βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ φανῇ κι αὐτὸς μιὰ φορὰ στὴ ζωή του σώφρων καὶ συντηρητικός, ἀρκέστηκε νὰ πῇ σεμνά˙ ‘’Ἒ ὄχι καὶ νόθα τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας! ποῦ πᾶμε ἔπειτα;’’. ‘’Γιατί’’, τοῦ λέω, ‘’ἐσὺ ποῦ τὸ στηρίζεις ὅτι τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας εἶναι γνήσια;’’. ‘’ Ἆ! ξέρω’’, μοῦ λέει, ‘’ποῦ τὸ πᾷς…’’. ‘’Ὄχι, δὲν ξέρεις’’, τὸν διακόπτω, ‘’ἀκόμα. δὲν τὸ πάω ἐκεῖ ποὺ νομίζεις˙ μὴ βιάζεσαι. δὲν θὰ καταλάβῃς ποτὲ ποῦ τὸ πάω, ἂν δὲν σ̉ ἀφήσω νὰ τὸ καταλάβῃς’’. ‘’Δηλαδή;’’, μοῦ λέει, μὲ ἀνυπόκριτη πλέον ἀπορία. ‘’Δηλαδή’’, τοῦ λέω, ‘’ἔχεις κίνητρα, καὶ ὑποστηρίζεις ὅτι τὰ κατὰ τῆς μοιχείας χωρία εἶναι γνήσια˙ κίνητρα πονηρά’’. ‘’Ἒ δὲν εἶσαι καλά’’, μοῦ λέει˙ ‘’κίνητρα ἐγώ; καὶ πονηρὰ μάλιστα! ποιά;’’. ‘’Τὰ χωρία κατὰ τῆς μοιχείας’’, τοῦ λέω, ‘’εἶναι γνήσια, ἐπειδὴ ἀπὸ πέρυσι εἶσαι παντρεμένος˙ τὰ χωρία κατὰ τῆς πορνείας εἶναι νόθα, ἐπειδὴ μέχρι πέρυσι ἤσουν ἀνύπαντρος’’. χλώμιασε˙ ἔτρεμε. ἔφυγε, μία φορὰ μόνον, αὐτή, χωρίς ν̉ ἀπαντήσῃ.
         Γι̉ ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τότε μὲ ἀπέφευγε. ἤξερα ὅτι δὲν ἤθελε οὔτε νὰ μὲ βλέπῃ μπροστά του. μετὰ ἀπὸ χρόνια, τὸ καλοκαίρι τοῦ χίλια ἐνιακόσια ὀγδοντατόσο ἦταν, νομίζω, τὸν εἶδα˙ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ μονὴ Ἰβήρων. ἦταν στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ πολὺν καιρό˙ στὴν Ἰβήρων εἶχε κατεβῆ μόνο ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα. εἶχε χάσει πολλὰ κιλά, ἦταν πάλι λεπτός˙ γιατὶ τελευταία εἶχε γίνει ἐπικίνδυνα παχύσαρκος. δὲν μποροῦσε νὰ μ̉ ἀποφύγῃ. κουβεντιάσαμε. προσπαθοῦσε νὰ βρῇ λαβὴ νὰ μὲ εἰρωνευτῇ. δὲν τοῦ ἔδωσα˙ οὔτε κι ἄφησα νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἀντιλήφτηκα τὴν ἀναζήτησι λαβῆς ἐκ μέρους του. φάνηκα ἁπλὸς καὶ ἀπονήρευτος. ἤξερα καλὰ ν̉ ἀποφεύγω τὶς λαβές του ὄχι μόνο μὲ ἀποκρούσεις ἀλλὰ καὶ μὲ προσποίησι ὅτι δὲν πιάνω τὶς σπόντες του. ἕνα μόνο δὲν ἤξερα τὴν ὥρα ἐκείνη γιὰ τὸν καθηγητὴ ἐκεῖνον˙ ὅτι γιὰ τελευταία φορὰ τὸν ἔβλεπα. στὸ τέλος τῆς μακρᾶς καὶ ‘’φιλικῆς’’ μας συζητήσεως, δὲν ξέρω πῶς μοῦ ἦρθε, τοῦ λέω˙ ‘’Καὶ μὴν κάθεσαι τόσο πολὺ ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος˙ μὴν ξεχνᾷς ὅτι ὑπάρχουν στὴν πόλι καὶ ἐργένηδες ποὺ φρονοῦν ἐντελῶς ἀναπόδεικτα ὅτι τὰ κατὰ τῆς μοιχείας χωρία τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι νόθα, τόσο νόθα, ὅσο κι ἐκεῖνα τὰ κατὰ τῆς πορνείας’’. ‘’Εἶσαι σκληρός’’, μοῦ λέει. ‘’Μ̉ ἔκανες σκληρό’’, τοῦ ἀπάντησα. εἴπαμε λίγα ἀκόμη φιλικώτερα, καὶ χωριστήκαμε.
         Ἀργότερα πῆγε νὰ κάνῃ μιὰ διάλεξι κάπου μακριά, στὴ θεολογικὴ σχολὴ μιᾶς πόλεως, ποὺ εἶναι ἡ μεγαλείτερη σφηκοφωλιὰ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Κ. Διαθήκης, καί γε τῆς Παλαιᾶς, στὴ σχολὴ ὅπου ἔκανε νέος τὶς μεταπτυχιακές του σπουδές. ἐκεῖ τὸν εἶχε στείλει ὁ καθηγητὴς ποὺ τὸν εὐνοοῦσε˙ τὸν εἶχε στείλει σὰ γενίτσαρό του, γιὰ νὰ ἐμπεδωθῇ ἐκεῖ στὸ γενιτσαρισμό του. καὶ γύρισε στὴν κατάστασι ποὺ γύρισε. κι ἔγινε μεγάλος˙ τώρα τακτοποιημένος καὶ μὲ ἀρκετὰ προ- χωρημένα τὰ χρόνια του πιά, πήγαινε ἐκεῖ, στὸ καπιτώλιο τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, νὰ κάνῃ τὴ διάλεξί του, τόσο γιὰ ν̉ ἀποδώσῃ τὰ πνευματικὰ τροφεῖα καὶ δίδακτρα στὴ μητέρα σχολή, ὅσο καὶ γιὰ νὰ δώσῃ ἐξετάσεις καὶ τὲστ νομιμοφροσύνης πιὰ στὴ γραμμὴ τῆς τροφοῦ σχολῆς ἐκείνης. καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τέστ ἦταν τὸ ἀπροσδόκητο˙ ἐξέπληξε τοὺς πάντες, κι ἐμένα ἀκόμη˙ διότι μέσα σ̉ ἕνα λεπτὸ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, τῆς Κ. Διαθήκης, τοῦ ἔφυγαν ὅλες οἱ ἀμφιβολίες του μιὰ γιὰ πάντα, βεβαιώθηκε καὶ πιστεύει ἀταλάντευτα πλέον, καὶ θὰ πιστεύῃ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ὅτι καὶ τὰ κατὰ τῆς μοιχείας καὶ τὰ κατὰ τῆς πορνείας χωρία τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι ὅλα γνήσια. διότι τὴν ὥρα ποὺ ἑτοιμαζόταν ν̉ ἀνεβῇ στὸ βῆμα, γιὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴ διάλεξί του, πέθανε.
 
 
Μελέτες 5 (2008)
 
 
 
 
 

 
18. ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΚΡΑΜΑ
 
 
         Ἀπὸ τὸ 1936 κι ἐδῶθε, τὶς χρονιὲς ποὺ μπῆκαν σὲ θεολογικὲς σχολὲς οἱ 100 κυριώτεροι πανεπιστημιακοὶ βιβλικοί, ὁ κάθε μετέπειτα πανεπιστημιακὸς βιβλικὸς μπῆκε σὲ θεολογικὴ σχολὴ μὲ βαθμὸ κατώτερο ἀπὸ τὸ βαθμὸ τοῦ τελευταίου εἰσαχθέντος τὴν ἴδια χρονιὰ σὲ φιλολογικὴ σχολή. ἡ ταξινόμησι αὐτή, ἐδῶ καὶ 40 περίπου χρόνια, φαίνεται ἀπὸ τὴν κοινὴ βαθμολογία τῶν ὑποψηφίων ὅλων τῶν σχολῶν τοῦ ἴδιου κλάδου. πιὸ μπροστὰ εἶναι τεκμαρτὴ ἀναντίρρητα ἀπὸ τὸ ὅτι ἀφ᾽ ἑνὸς σχεδὸν ὅλοι οἱ ὑποψήφιοι τῶν θεολογικῶν σχολῶν ἔδιναν εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις καὶ στὶς φιλολογικές, ὅπου οἱ προειρημένοι βιβλικοὶ ἢ δὲν ἐπέτυχαν ἢ σπανιώτατα ἐπέτυχαν ἀλλ᾽ ἦταν οἱ τελευταῖοι. κι ἂν κανεὶς ἀπὸ τοὺς μετέπειτα βιβλικοὺς δὲν ἔδωσε ἐξετάσεις σὲ φιλολογικὴ σχολή, πάλι φαίνεται ἀπὸ τοὺς διπλανούς του στὴ βαθμολογικὴ κλίμακα τῶν θεολογικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δώσει σὲ φιλολογικὲς σχολὲς καὶ ἢ δὲν εἶχαν ἐπιτύχει ἢ ἦρθαν σ᾽ ἐκεῖνες τελευταῖοι. μιλάω μόνο γιὰ τοὺς 100 κυριώτερους πανεπιστημιακοὺς βιβλικοὺς ποὺ μπῆκαν στὶς θεολογικὲς σχολὲς ἀπὸ τὸ 1936 κι ἔπειτα.
         Οἱ γραμματεῖς τῶν σχολῶν ὅπου ἔγινε ἡ σχετικὴ ἔρευνα, καθὼς κουράστηκαν καὶ σκονίστηκαν σ᾽ αὐτὴ πολύ, ἔλεγαν στὸ βουλευτὴ ποὺ τὴν ἔκανε˙ ‘’Κύριε βουλευτά, τί θὰ βγῇ ἀπὸ μιὰ ἔρευνα χωρὶς ἐνδιαφέρον καὶ τελείως ἄκαρπη;’’. ἔλεγαν ἔτσι, ἐπειδὴ δὲν ἤξεραν τί ἀξία ἔχει γιὰ τὴ Βίβλο μιὰ τέτοια ἔρευνα. κι ἐγὼ κουράστηκα πολὺ νὰ πείσω τὸ φίλο μου βουλευτὴ νὰ κάνῃ αὐτὴ τὴν ἔρευνα. ἦταν τὸ μόνο ποὺ ἔχω ζητήσει στὴ ζωή μου ἀπὸ βουλευτή. ὅταν ὅμως τοῦ ἐξήγησα, πείσθηκε. ὁ ἴδιος ἐπὶ πλέον ἐρεύνησα ὅλες τὶς ἐφημερίδες ἀπὸ τὸ 1936 κι ἐδῶθε, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀποτελέσματα εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων στὶς φιλολογικὲς καὶ στὶς θεολογικὲς σχολὲς τῆς Ἑλλάδος. ἡ ἔρευνα αὐτὴ ἔγινε, γιὰ νὰ ξέρουν ὅλοι τόσο τὸ πρωτογενὲς ὑλικὸ τοῦ 100% τῶν ἐν Ἑλλάδι βιβλικῶν - σερβιτόρων τῆς ξένης ἀρνητικῆς κριτικῆς γιὰ τὴ Βίβλο, δηλαδὴ τὶς φυσικὲς δυνατότητές των, ὅσο καὶ τὸ δευτερογενές, δηλαδὴ τὴν ἐπιστημονική τους κατάρτισι.
         Αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς κρίνετε τόσο στὸ κατ᾽ ἀρχὴν ἐπίπεδό τους ὅσο καὶ στὸ ἐν τέλει μαθησιακό τους κρᾶμα. μὴν τοὺς ἐλέγχετε γιὰ τὶς ‘’ἀπόψεις των’’˙ δὲν εἶναι δικές των. ὅταν θέλετε νὰ ἐλέγχετε ἀπόψεις, ἀναζητήστε τις στὰ βιβλία τῶν ξένων, ποὺ εἶναι οἱ πηγὲς καὶ οἱ τυφλοσῦρτες αὐτωνῶν. ἐκεῖ θὰ τὶς βρῆτε στὴν ἀκριβῆ διατύπωσί τους. οἱ δικοί μας δὲν τὶς καταλαβαίνουν πάντοτε.
         Οἱ ἴδιοι βέβαια δὲν νομίζω ὅτι μποροῦν νὰ καταλάβουν ὅτι δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα καὶ τὸ κῦρος νὰ ἔχουν γιὰ τὴ Βίβλο ἀπόψεις, ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. σημασία ἔχει ὅτι θὰ καταλάβουν οἱ ἄλλοι. οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη, οὔτε ἕνας ἕνας οὔτε σὲ κοινὴ προσπάθεια, ὅτι γιὰ ὁποιοδήποτε κείμενο δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἀπόψεις ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουν. οὔτε, νομίζω, μποροῦν κι αὐτὸ νὰ τὸ καταλάβουν. ἀφήστε τους ὅμως νὰ χαίρωνται. ὁ κάθε τέτοιος μπορεῖ νὰ νιώθῃ εὐτυχισμένος, ὅταν κολυμπάῃ στὸ πέλαγος τῶν περὶ ἑαυτοῦ φαντασιώσεών του.
 

 

Μελέτες 5 (2008)

 

 
 
19. Εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν
 
       Σάββα Ἀγουρίδου, Ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ ἐπίδρασί της στὴ ζωὴ τῆς ἀρχικῆς ἐκκλησίας, ἐφημ. “Αὐγή - Πρωϊνὴ ἐφημερίδα τῆς ἀριστερᾶς”, Κυριακῆς 14 - 8 - 2005, σελ. 22 - 23.
       Ὁ δεσπότης, οἱ συγγενεῖς του, καὶ οἱ ἀνεψιοί του. (μὴ βιάζεστε· θὰ δῆτε γιὰ ποιό δεσπότη πρόκειται καὶ γιὰ ποιοῦ ἀκριβῶς συνειρμοῦ τῶν ἡμερῶν μας “ἀνεπίληπτη” κι “ἐκκλησιαστικὴ” ἀξιοποίησι πρόκειται).  
       Ἀποσπασμάτων Άγουρίδου τὸ ἀνάγνωσμα
1. Πέραν τῆς συγγένειας πρὸς τὸν Ἰησοῦ.
2. Γίνεται λόγος περὶ συγγενῶν τοῦ Ἰησοῦ.
3. Συγγενεῖς τοῦ “δεσπότη” Ἰησοῦ.
4. Δύο ἀνεψιοὺς τοῦ Ἰησοῦ.
5. Τοῦ Ἰούδα, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰησοῦ.
6. Συγγενεῖς τοῦ Ἰησοῦ.
7. Περὶ συγγενῶν τοῦ Ἰησοῦ.
8. Τῶν συγγενῶν δηλαδὴ τοῦ δεσπότη Ἰησοῦ.
9. Ὁ Ἰησοῦς, ὅποιος κι ἂν ἦταν αὐτός.
10. Τὴν οὐσία τῆς παράδοσης τοῦ Ἰησοῦ.
       Αὐτὲς εἶναι αὐτολεξεὶ οἱ δέκα φορὲς ποὺ ἀναφέρει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ στὸ ἄνωθι σημειούμενο ἄρθρο του ὁ Σάββας Ἀγουρίδης, βαφτισμένος Χριστιανός τὸ 1921, ἐφ᾿ ᾧ καὶ πτυχιοῦχος θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, καθηγητὴς τῆς ἴδιας Σχολῆς, καθὼς παλιότερα καὶ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀμειφθεὶς γιὰ τὶς θέσεις του αὐτὲς μέχρι σήμερα μὲ ἕνα περίπου δισεκατομμύριο δραχμές, ἤτοι κοντὰ τρία ἑκατομμύρια €, καὶ ἀμειβόμενος ἀκόμη ὡς συνταξιοῦχος γιὰ ὅσα χρόνια τοῦ χαρίσῃ ἀκόμη ὁ ἄνωθι προειρημένος δεσπότης Ἰησοῦς, καὶ μεταφραστὴς καὶ ὁμαδάρχης τῶν μεταφραστῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης κατὰ τὴ μετάφρασι τῆς λεγομένης Βιβλικῆς Ἑταιρίας.
        Οὐδέποτε στὰ γραπτά του καὶ στὴν προφορική του διδασκαλία καὶ σ᾿ ὁποιαδήποτε ἀπὸ χειρογράφου ἢ ἀπὸ στήθους παρουσίασί του ὁ Ἀγουρίδης λέει Κύριος Ἰησοῦς ΧριστὸςΚύριος Ἰησοῦς Ἰησοῦς ΧριστὸςΚύριοςΧριστός· λέει πάντοτε ἐπιμελῶς καὶ προσεκτικὰ μόνον ὁ Ἰησοῦς· ὅπως λέμε “ὁ Σάββας”. κι ἐνῷ στὰ γραπτά του κυριαρχεῖ τσαπατσουλιὰ προχειρολογία ἀσυνέπεια κι ἀνευθυνότης, στὴν τέτοια χρῆσι τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ὑπάρχει ἀπόλυτη συνέπεια. εἶναι τὸ μόνο συνεπὲς πρᾶγμα ποὺ ἀνευρίσκεται στὰ γραπτὰ καὶ προφορικὰ μπλὰ μπλὰ μπλὰ μπλὰ τοῦ Ἀγουρίδου.
       Ἴσως διερωτᾶσθε· “Γιατί;”. σᾶς ἀπαντάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α’ Κο 12,3)· Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν πνεύματι ἁγίῳ. μόνο ἂν πῆρε κανεὶς πνεῦμα ἅγιο καὶ ἔχῃ ἐπάνω του αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιο, ποὺ πῆρε ἀμέσως μετὰ τὸ βάπτισμά του, μόνο δηλαδὴ ἂν ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι Χριστιανός, μπορεῖ νὰ πῇ Κύριον τὸν Ἰησοῦν. ἕνας εἰδωλολάτρης λ.χ. ἢ ἕνας μουσουλμάνος ἢ ἕνας Ἰουδαῖος ἢ ἕνας τῆς σατανιστικῆς θρησκείας τοῦ Μοὺν δὲν μπορεῖ νὰ πῇ ποτὲ Κύριον τὸν Ἰησοῦ· οὔτε καὶ Χριστὸν μπορεῖ νὰ τὸν πῇ. δὲν τοῦ ἔρχεται μὲ κανέναν τρόπο. προτιμάει νὰ καταπιῇ μία τούφα τρίχες ἢ ἕνα μαγκάλι ἀναμμένα κάρβουνα, παρὰ νὰ πῇ τὸν Ἰησοῦ Κύριον ἢ καὶ Χριστόν. σὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἔχει ἐντάξει τὸν ἑαυτό του κι ὁ Σάββας Ἀγουρίδης.
        Συμβαίνει δὲ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς καὶ μὲ πολλοὺς μαθητὰς τοῦ Ἀγουρίδου, βιβλικοὺς καθηγητὰς στὶς δυὸ θεολογικὲς σχολές. τὸ ὄνομα Κύριος γιὰ τὸν Ἰησοῦ δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους μὲ τίποτε. τὴ μύτη τους νὰ τοὺς κόψῃς, πάλι χωρὶς τὸ Κύριος θὰ λὲν τὸν Ἰησοῦ καὶ χωρὶς τὸ Χριστός. ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς χιλιαστὰς ἢ μὲ τὰ προειρημένα θρησκεύματα. οἱ ἄλλοι θεολόγοι καὶ οἱ ἄλλοι καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν λένε Ἰησοῦς ΧριστὸςΚύριος Ἰησοῦς Χριστὸς Κύριος Χριστός. οἱ βιβλικοὶ ὅμως οὐδέποτε· οἱ μαθηταὶ καὶ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀγουρίδου δηλαδή. καὶ οἱ ἄθεοι ἀκόμη λὲν μερικὲς φορὲς ὁ Χριστός· ὁ Ἀγουρίδης ὅμως καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ οὐδέποτε. ἀνοίξτε τὰ γραπτά τους καὶ κάντε τὴ διαπίστωσι μόνοι σας.
       Θὰ μοῦ πῆτε· Ὁ Ἀγουρίδης δηλαδὴ δὲν ἔχει μέσα του πνεῦμα; σᾶς ἀπαντῶ· Κάθε ἄλλο· ἔχει μέσα του πνεῦμα· γιατί, ἂν δὲν εἶχε, δὲν θὰ εἶχε τόση συνέπεια στὴν τέτοια χρῆσι τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ Ἀγουρίδης ἔχει μέσα του πνεῦμα· ἀλλὰ δὲν ξέρω ποιό.
        Ὅσο γιὰ τὰ ἄλλα ποὺ γράφει ὁ Ἀγουρίδης στὸ ἐν λόγῳ ἄρθρο του, ἀρλοῦμπες καὶ φαντασιοκοπήματά του ὅλα βέβαια, εἶναι ἀκριβῶς ὅσα θὰ εἶχε νὰ ξεστομίσῃ γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ἕνα ἄτομο ποὺ τοῦ εἶναι ἀδύνατο νὰ πῇ τὸν Ἰησοῦν Κύριον Χριστόν. διότι τὸ πρόσωπο αὐτὸ καὶ τὸν Ἀγουρίδη καὶ τοὺς δικούς του τοὺς βασανίζει πολύ· καὶ τοὺς βασανίζει πρὸ καιροῦ· διότι οἱ ἄνθρωποι δὲν πέθαναν ἀκόμη.
                          
Μελέτες 6 (2010)
 

 
20. Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο - Κ Α Ϊ Μ Α Κ Η Σ
 
      Δ. Καϊμάκη, Θέματα προφητικῆς ἐσχατολογίας, Θεσσαλονίκη 1987.
     Στὴν ἐπιστήμη του ὁ Καϊμάκης μετὰ τὴ βασικὴ καὶ θεμελιώδη κατάρτισί του καὶ προσφορά του προχώρησε μ᾽ αὐτὸ τὸ συγγραμμά του καὶ σὲ ἄκρως ἐξειδικευμένες θεολογικὲς πτήσεις. μὲ βάσι τὴν ἀνοησία τῆς προτεσταντικῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου γιὰ «Πρωτο - Ἠσαΐα», «Δευτερο - Ἠσαΐα» κλπ., τὴν ὁποία ὁ Καϊμάκης σέβεται ὡς θέσφατο, στὴ σελίδα του 7, προκειμένου νὰ παραθέσῃ τὸ Ἠσ 2,12-17 κατὰ τοὺς Ο’, ἕνα κείμενο 8 ἐντύπων σειρῶν, γιὰ νὰ τὸ «ἐξετάσῃ ἐσχατολογικῶς» καὶ νὰ φτερουγίσῃ σὲ θεολογικὰ ὕψη, κόβει τὸ κομμάτι μὲ ξυράφι ἢ ψαλίδι ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ Rahlfs, τὸ φωτογραφίζει, καὶ βάζει τὸ φὶλμ ἀνάποδα, κολλημένο μὲ κολλητικὴ ταινία, ὁπότε τὸ κείμενο βγαίνει τυπωμένο ἀνάποδα κι ἀριστερόστροφα! ἀπὸ τὰ πολλὰ ἑβραϊκά, ποὺ ξέρει, γυρίζει ἀριστερόστροφα καὶ τὰ ἑλληνικά!
      Αὐτὸ ὅμως τὸ μέρος τῆς φυλλάδας του, μέχρι τὴ σελίδα 55, εἶναι Πρωτο - Καϊμάκης, ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἴδια σελίδα ἀρχίζει ὁ Δευτερο - Καϊμάκης, ποὺ ἐξετάζει θεολογικῶς τὸν «Δευτερο - Ἠσαΐα». ὁ Πρωτο - Καϊμάκης παραδίδεται γραμμένος μὲ γράμματα παλιᾶς γραφομηχανῆς, ἐνῷ ὁ Δευτερο - Καϊμάκης εἶναι τυπωμένος μὲ τυπογραφικὰ στοιχεῖα. ἡ τελευταία σελίδα τοῦ Πρωτο - Καϊμάκη, περίπου μισή, ψαλιδισμένη κι αὐτή, τοποθετεῖται στὸ πάνω μέρος τῆς σελίδος τοῦ τελικοῦ διαστρωματικοῦ παρασκευάσματος, ἐνῷ ἡ πρώτη σελίδα τοῦ Δευτερο - Καϊμάκη ἐμφανίζεται ὡς κάτω μέρος τῆς ἴδιας σελίδος τοῦ διαστρωματικοῦ σκευάσματος. τόσο ὁ Πρωτο - Καϊμάκης ὅσο κι ὁ Δευτερο - Καϊμάκης φαντάζονται καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ κοινοῦ ὅτι ὁ «Πρωτο - Ἠσαΐας» εἶναι συντάκτης διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν «Δευτερο - Ἠσαΐα», δηλαδὴ δύο συντάκτες, ἀκριβῶς σὰν τοὺς δυὸ Καϊμάκες, τὸν Πρωτο -Καϊμάκη καὶ τὸν Δευτερο - Καϊμάκη. πολὺ συμβάλλουν στὴν κοινή τους φαντασίωσι οἱ μπαροῦφες τῶν ξένων, προτεσταντῶν κυρίως, γαυγισταρίων τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς.
    Γι᾽ αὐτὸ πιθανολογῶ ὅτι ὁ «Πρωτο - Ἠσαΐας» εἶχε γράψει ἀρχικὰ τὸ κείμενό του κι αὐτὸς ἀνάποδα, δηλαδὴ γιὰ τοὺς Ἑβραίους δεξιόστροφα, σὰν Ἕλληνας νὰ ποῦμε (ἂν καί, γιὰ ν᾽ ἀκριβολογήσουμε, τὸν καιρὸ τοῦ Ἠσαΐου, ὅπως δείχνει ἡ ἐπιγραφὴ τῆς οἰνοχόης τοῦ Διπύλου καὶ οἱ λίγες ἄλλες ἀπὸ τότε σῳζόμενες ἐπιγραφές, καὶ οἱ Ἕλληνες ἔγραφαν ἀριστερόστροφα), κι ὁ «Δευτερο - Ἠσαΐας» δὲν φρόντισε καθόλου νὰ γυρίσῃ ὀρθὰ ―ἀριστερόστροφα γιὰ τοὺς Ἑβραίους― τὸ φὶλμ τοῦ «Πρωτο - Ἠσαΐου» , ποὺ τὸ εἶχε βάλει ἐκεῖνος ἀνάποδα, ὅπως κι ὁ Δευτερο - Καϊμάκης δὲν φρόντισε κατὰ τὴν ἀναθεώρησι καὶ συμπίλησι τῆς φυλλάδας του νὰ γυρίσῃ ὀρθὰ τὸ φὶλμ τοῦ Πρωτο - Καϊμάκη.
      Μὲ μιὰ Δευτερο - Καϊμάκεια θεολογικὴ πτῆσι μποροῦμε νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ δυὸ Ἠσαΐες δὲν χωνεύονταν μεταξύ τους καὶ γι᾽ αὐτὸ «ἔχουν ὑφολογικὲς καὶ θεολογικὲς διαφορές», ὅπως ἀκριβῶς, καὶ σύμφωνα μὲ τὶς σύγχρονες θεολογικὲς τάσεις, δὲν χωνεύονται καὶ οἱ δυὸ Καϊμάκες˙ διότι ἂν χωνεύονταν, ὁ Δευτερο - Καϊμάκης σίγουρα θὰ γύριζε ἀπὸ τὴν ὀρθὴ τὸ ἀνάποδο φὶλμ τοῦ Πρωτο - Καϊμάκη.
       Πάντως στὴ διαστρωματικὴ αὐτὴ φυλλάδα τῶν δύο Καϊμάκων νὰ δῆτε «ἀπόψεις», νὰ δῆτε ἐπιστημονικὸ ὕφος, νὰ δῆτε…! κι ἔπειτα ἰσχυρίζονται μερικοὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν διαστρωματώσεις! πῶς ἔχουμε δύο Καϊμάκες; γιατί νὰ μὴν ἔχουμε καὶ δυὸ Ἠσαΐες;
      Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ὅμως ἔχουμε καὶ Τριτο - Καϊμάκη, ὅπως κατὰ τὴν ἄποψι τοῦ Τριτο - Καϊμάκη, ποὺ τὴν ψάρεψε ἀπὸ βιβλία ἄλλων, ὑπάρχει καὶ Τριτο - Ἠσαΐας. διότι οἱ δύο πρῶτοι Καϊμάκες, ὁ Γιαχβικώτερος Πρωτο - Καϊμάκης κι ὁ Ἐλωχιμικώτερος καὶ ἀλχημικώτερος Δευτερο - Καϊμάκης, συμπιλήθηκαν σὲ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν Δευτερονομικώτερο καὶ Ἱερατικώτερο Καϊμάκη, Διασκευαστὴ ἤτοι Redactora, ὁ ὁποῖος στὸ ἐξώφυλλο τῆς φυλλάδας φέρεται ὡς «λέκτορας». αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ Τριτο - Καϊμάκης, ὁ ὁποῖος φαίνεται σαφῶς ὅτι ἔχει τὴν ἄποψι, ὅτι ἡ ἑβραϊκὴ γραφὴ κατὰ τὰ χρόνια τοῦ Ἠσαΐου ἦταν ἀνάποδη, δηλαδὴ δεξιόστροφη, διότι ἐπιμένει ― ὁ Τριτο - Καϊμάκης― ν᾽ ἀποδέχεται τὸ ἀνάποδα γυρισμένο φὶλμ τοῦ Πρωτο - Καϊμάκη ὅπως εἶναι. θεολογικὲς διαφοροποιήσεις μεταξὺ Πρωτο - Καϊμάκη, Δευτερο - Καϊμάκη, καὶ Τριτο - Καϊμάκη, διαστρωματωμένες ἀνάμεσα σὲ λίγους κοινοὺς θεολογικοὺς τόπους, ποὺ ἀνήκουν πιθανώτατα σ᾽ ἕνα μεταγενέστερο ἀναθεωρητή˙ πιθανώτατα στὸ στοιχειοθέτη ἢ στὸ μονταριστὴ τοῦ τυπογραφείου. ὁ κοινὸς θεολογικὸς τόπος εἶναι ὅτι καὶ οἱ τρεῖς Καϊμάκες φαντάζονται τὸν προφήτη Ἠσαΐα ἀκριβῶς σὰν τοὺς ἑαυτούς των. αὐτὸ εἶναι γνωστὸ σύνδρομο τῶν συγχρόνων μας ἐν Ἑλλάδι «βιβλικῶν»˙ δὲν μποροῦν νὰ φανταστοῦν οὔτε τοὺς βιβλικοὺς συγγραφεῖς, προφῆτες δηλαδὴ καὶ ἀποστόλους, ἀνώτερους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, οὔτε τὸν ἑαυτό τους κατώτερο ἀπὸ τοὺς βιβλικοὺς συγγραφεῖς. κατ᾽ αὐτὴν τὴν τόσο μετριόφρονα ἄποψί τους, δυνάμει τοῦ ψυχολογικοῦ νόμου τῆς προβολῆς, τὰ βιβλικὰ κείμενα πρέπει νὰ ἔχουν τὴν τσαπατσουλιὰ καὶ τὴ χαμηλὴ σκέψι τῶν φυλλάδων τῶν ἐν Ἑλλάδι συγχρόνων «βιβλικῶν». καὶ γιατί δηλαδή; ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τρεῖς μαζὶ Καϊμάκες; μπορεῖτε νὰ τὸ ἀποδείξετε;
 
Μελέτες 6 (2010)

 

 


 

 21.  Ρ Ε Β Ι Ζ Ι Ο Ν Ι Σ Τ Η Σ
 
 
      Ὁ Μιλ. Κωνσταντίνου, καθηγητὴς στὴ θεολογικὴ Θεσσαλονίκης, ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὴν ἐπιτηδειότητα, μὲ δυὸ κιλὰ κατάλληλα τσιτάτα καὶ σὲ μιὰ λαϊκὴ μάζωξι, νὰ κατατροπώσῃ κάθε φασίστα ἢ φραξιονιστὴ ἢ ῥεβιζιονιστὴ ἢ ὀππορτουνιστή. τώρα πιὰ στοὺς φοιτητάκους τῆς θεολογίας, ποὺ βαθμολογοῦνται καὶ παίρνουν τὸ πτυχίο τους ἀπ᾽ αὐτόν, καὶ σὲ μιὰ φυλλάδα του, διδάσκει ὅτι ἡ Π. Διαθήκη εἶναι μυθολογία καὶ ὄχι ἱστορία, καὶ ἔμμεσα διδάσκει ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος στὰ Εὐαγγέλια δέχεται ὡς ἱστορία ὅσα ἱστοροῦνται στὴ Γένεσι καὶ τὴ λοιπὴ Πεντάτευχο κι ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ Δανιὴλ τὸ ἔγραψε πράγματι ὁ προφήτης τοῦ Ζ’ καὶ F’ π.Χ. αἰῶνος Δανιήλ, αὐτὸς ὁ Χριστὸς εἶναι ἢ βλάκας ἢ ἀπατεώνας ἢ ἀνύπαρκτος, ἕνα ἀπὸ τὰ τρία ὁπωσδήποτε. γιατὶ τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὴ μὴ ῥεβιζιονιστικὴ λογικὴ τοῦ Κωνσταντίνου; αὐτὸ ἄλλωστε τὸ «ἀπέδειξε» κι ὁ Ἀγουρίδης, ὁ μέγας διδάσκαλος ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι «βιβλικῶν». διότι στοὺς βιβλικοὺς τομεῖς τῶν θεολογικῶν σχολῶν γίνεται τῆς θεολογίας τους τὸ κάγκελλο. ὁ Κωνσταντίνου λοιπὸν σὲ μία μάζωξι θὰ μποροῦσε νὰ κατατροπώσῃ καὶ τὸ Χριστὸ ὡς διαφωνοῦντα σεκταριστή, ἔτσι πλέρια ἐξωπλισμένος μὲ δυὸ κιλὰ τσιτάτα. δὲν τὸ κάνει ὅμως, γιατὶ εἶναι διωρισμένος σὲ θεολογικὴ σχολή˙ οὔτε θὰ πῇ ποτὲ σαφῶς τί τὸν θεωρεῖ τὸ Χριστό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο βιοπορίζεται. δὲν κάνει τέτοιες κουτουράδες.
      Γιὰ νὰ πᾷς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη στὴ Βέροια, ἕνας τρόπος καὶ δρόμος εἶναι νὰ πᾷς μὲ αὐτοκίνητο σὲ μία ὥρα, κι ἄλλος ἕνας εἶναι νὰ πᾷς μὲ διαδοχικὰ ἀεροπλάνα μέσῳ Λονδίνου, Νέας Ὑόρκης, Χαβάης, Σιγκαπούρης, Μελβούρνης, Ναϊρόμπι, Καΐρου, Μόσχας, Μαδρίτης, Ἀθηνῶν, Ἰωαννίνων, συμπληρώνοντας τὴ διαδρομὴ μεταξὺ Ἰωαννίνων καὶ Βεροίας μὲ γάιδαρο, σὲ δώδεκα μέρες. ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ μέθοδό του, ὁ Κωνσταντίνου θὰ διάλεγε ἀσυζητητεὶ τὸ δεύτερο τρόπο καὶ δρόμο. καὶ ἐξηγοῦμαι.
   Στὸ βιβλίο τοῦ προφήτου Ἀμὼς ὑπάρχει μιὰ ὕστερη κι ἐκτενὴς ἐπιγραφὴ (Ἀμ 1,1), γραμμένη ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀλλ᾽ ἀπὸ ἄλλον, ἡ ὁποία λέει˙ ΛόγοιἈμώς, οἳἐγένοντοἐνἈκκαρίμ, ἐκΘεκουέ, οὓςεἶδενὑπὲρἸερουσαλήμ,… κατ᾽ ἀρχὴν ἡ κοινὴ λογικὴ λέει ὅτι αὐτὸ κάποτε στὰ χειρόγραφα ἦταν˙
 
                                       ΛΟΓΟΙ ΑΜΩΣ     ΕΚΘΕΚΟΥΕ
                         οἳ ἐγένοντο ἐν Ἀκκαρίμ,    οὓς εἶδεν ὑπὲρ Ἰερουσαλήμ,…
 
κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὅμως κάποιος γραφεὺς αὐτὸ τὸ πέρασε γιὰ δίστηλο καὶ τὸ ἀντέγραψε διαβάζοντάς το σὰ δίστηλο, ὁπότε προέκυψε τὸ παραπάνω ἀκατάστατο καὶ σόλοικο κείμενο. τὸ σωστὸ καὶ ἀρχικὸ ἀσφαλῶς εἶναι˙ ΛόγοιἈμὼςἐκΘεκουέ, οἳἐγένοντοἐνἈκκαρίμ, οὓςεἶδενὑπὲρἸερουσαλήμ,… ὄχι ὁ «βιβλικὸς» Κωνσταντίνου βέβαια, ποὺ ἀπὸ παλαιογραφία καὶ ἀρχαῖα χειρόγραφα καὶ τὰ συναφῆ ἔχει ἄγρια μεσάνυχτα, ἀλλὰ τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι, «κριτικοὶ» ἐκδότες τάχα, μεγάλα καὶ φουσκωτὰ ὀνόματα καὶ παραφουσκωμένα ἀπὸ τοὺς λάτρεις των, De Wette, Tischendorf, Ess, Swete, Rahlfs, Ziegler, καὶ ἄλλοι τέτοιοι, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ καὶ ν᾽ ἀποκαταστήσουν τὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ἐπαναλαμβάνω, ὅπως αὐτὸ τὸ ἴδιο φωνάζει, δὲν εἶναι κείμενο τοῦ Ἀμώς, ἀλλὰ κάποιου ἀρχαίου ἐκδότου μιᾶς χειρογράφου ἐκδόσεως εἴτε τῶν Ο’ εἴτε καὶ τοῦ ἀρχικοῦ ἑβραϊκοῦ. ἀλλὰ ποῦ τόση νοημοσύνη καὶ ποῦ τόση ἐπιστημοσύνη! τὸ μυαλό τους, στουπωμένο ἀπὸ τὶς ἀλλόκοτες «ἀπόψεις» καὶ θεωρίες τῆς ἀρνητικῆς γιὰ τὴ Βίβλο κριτικῆς, δὲν μπόρεσε νὰ φτάσῃ οὔτε τόσο μόνο. ὁ Κωνσταντίνου φυσικὰ δὲν εὐθύνεται γι᾽ αὐτὸ καθόλου. ἐδῶ καράβια τσακίζονται, κι ἀπὸ τὶς βαρκοῦλες τί νὰ περιμένῃς;
        Τὸ ἐμπρόθετο ἐνἈκκαρὶμ (ΛόγοιἈμώς, … οἳἐγένοντοἐνἈκκαρίμ…= Λόγοι τοῦ Ἀμὼς…ποὺ ἐκφωνήθηκαν στὴν Ἀκκαρίμ…) ὅλ᾽ ἀνεξαιρέτως τ᾽ ἀρχαῖα χειρόγραφα τὸ ἔχουν ἔτσι ἐνἈκκαρὶμ (ΕΝΑΚΚΑΡΙΜστὴν κεφαλαιογράμματη γραφή, στὴν ὁποία οἱ λέξεις ἀκόμη δὲν χωρίζονται, ἀφοῦ τὸ κενὸ μεταξὺ τῶν λέξεων ἐπινοήθηκε μόλις τὸν Θ΄ αἰῶνα). οἱ κριτικοὶ ἐκδότες Εss (1908) καὶ Swete (1912) τὸ ἔχουν φυσικὰ ἔτσι ἐνἈκκαρίμ˙Rahlfs (1928) ὅμως τὸ ἔχει ἐννακκαρίμ˙ καὶ στὸ κριτικὸ ὑπόμνημα σημειώνει˙ «νακκαριμRa.]ν > BAQ: post εν»˙ ποὺ σημαίνει˙ «Αὐτὸ τὸ νακκαρὶμ τὸ φαντάζομαι καὶ τὸ φτιάχνω ἐγὼ ὁ Ralhfs˙ τὰ μεγαλογράμματα χειρόγραφα BAQ (= Βατικανό, Ἀλεξανδρινό, Μαρχαλιανό), ἀπὸ τὰ ὁποῖα βγάζω τὸ κείμενο, δὲν ἔχουν κανένα ν μετὰ τὴν πρόθεσι εν, δὲν ἔχουν δηλαδὴ τὸ δεύτερο ν ποὺ βάζω ἐγὼ πρὶν ἀπὸ τὸ ἀκκαρὶμ (Ἀκκαρὶμ) καὶ τὸ κάνω νακκαρίμ». ὁ δὲ Ziegler (1967) στὴν ἔκδοσί του ἔχει κι αὐτὸς ἐννακκαρὶμκαὶ στὸ κριτικό του ὑπόμνημα ὑποσημειώνει˙ «νακκαρὶμ scripsi cum Ralhfs»˙ ἤτοι˙ «Παραβλέποντας καὶ μὴ λογαριάζοντας τὸ τί παραδίδουν τ᾽ ἀρχαῖα χειρόγραφα, θεωρῶ τὴ φαντασίωσι τοῦ Ralhfs ὡς αὐθεντικώτερη παράδοσι κι ἀκολουθῶ τυφλὰ αὐτὸν τὸν προλαλήσαντα Ralhfs». κι ὕστερα λὲν ὅτι οἱ προτεστάντες δὲν ἔχουν «ἱερὰ παράδοσι»! μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν ἀρχικά, ἀλλ᾽ οἱ ἄνθρωποι ἔφτιαξαν «ἱερὰ παράδοσι» ἔπειτα, καὶ δική τους μάλιστα˙ τόσο «καλή», ποὺ τὴν προτιμοῦν καὶ πολλοὶ δικοί μας.
Τὸ ἄστικτο μασοριτικὸ ἔχει˙
Δβρι    Ομυσ   ασρ    ειε         β      νqδιμ   μ    Τqυο
Λόγοι Ἀμὼς   ὃς      ἐγένετο ἐν    νqδιμ   ἐκ   Θεκουέ.
οἱ «κριτικοὶ» Rahlfs καὶ Ziegler, παραποιώντας τὸ κείμενο τῶν Ο’, ποὺ βλέπουν στὰ χειρόγραφα, προσθέτουν ἕνα ν, γιὰ νὰ συμμορφώσουν τὸ Ἀκκαρὶμ πάσῃ θυσίᾳ μὲ τὸ μασοριτικὸ νqδιμ, ἤτοι νοqεδιμ κατὰ τὸ μεταγενεστέρως ἐστιγμένο καὶ ἀλλιῶς φωνηεντισμένο μὲ τὰ νεοεβραϊκὰ στιγμικὰ φωνήεντα κείμενο τῶν βυζαντινῶν χρόνων (F’ - I’ αἰ.). διότι λέξι νακκαρὶμ στὴν ἑβραϊκὴ δὲν ὑπάρχει. πρέπει τὸ σωστὸ ἐν Ἀκκαρὶμ τῶν Ο’ νὰ παραποιηθῇ πρῶτα σὲ λάθος νακκαρὶμ τῆς φαντασίας τοῦ Ralhfs, γιὰ νὰ θεωρηθῇ «λαθεμένη» κι ἀνύπαρκτη «ἑβραϊκὴ» λέξι νqριμ, γιὰ νὰ ξαναδιορθωθῇ ὡς νqδιμ, γιὰ νὰ ἑρμηνευτῇ «κτηνοτρόφοι»˙ ποὺ καὶ δὲν σημαίνει «κτηνοτρόφοι» τὸ νqδιμ στὸ μασοριτικό, ἀλλὰ «ψωμάκια»! τὸ νακκαρὶμ - νqριμ προέκυψε, λέει, ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ δ καὶ τὸ ρ στὴν ἑβραϊκὴ μοιάζουν καὶ συγχέονται. πράγματι μοιάζουν καὶ συγχέονται. δὲν εἶναι ὅμως μόνο τὸ δ = ρ˙ εἶναι καὶ τὸ α, καὶ τὸ δεύτερο α, καὶ τὸ διπλὸ κκ˙ εἶναι ὅλη ἡ λέξι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κατάληξι -ιμ. δὲν γίνεται τὸ ἄλογο σόμπα μὲ τὸ νὰ τοῦ κόψῃς τὴν οὐρά. καὶ σημαίνει, λέει, τὸ μετὰ τόσες περιπέτειες προκῦψαν νqδιμ «κτηνοτρόφος», «ἰδιοκτήτης ποιμνίων». νά π.χ. καὶ κατὰ τὴ μετάφρασι τῶν Ο’ στὸ Δ’ Βα 3,4 λέει˙ καὶ Μωσὰ βασιλεὺς Μωὰβ ἦν νωκήδ (=κτηνοτρόφος). ναί, ἀλλὰ τὸ νqδιμ, ἂν εἶναι πράγματι πληθυντικὸς τοῦ νqδ - νωκήδ, ποὺ γι᾽ αὐτὸ ἀμφιβάλλω, ἀνευρίσκεται κι ἄλλες πέντε φορὲς στὸ μασοριτικὸ καὶ σημαίνει ἄλλα πράγματα. στὸ Ἰη 9,5 σημαίνει «ψωμιὰ μουχλιασμένα» (Ο’ ἄρτος εὐρωτιῶν, καὶ ὅλως παραδόξως βρίσκεται ὄχι στὴν θέσι τοῦ ἄρτος, ἀλλὰ τοῦ εὐρωτιῶν, ἐνῷ γιὰ τὸ ἄρτος ὑπάρχει ἄλλη λέξι, ἑβραϊκή). καὶ στὰ Β’ Βα 13,6˙ 13,8˙ 13,10˙ Γ’ Βα 14,3 σημαίνει «ψωμάκια» (Ο’ κολλυρίδες = κουλουράκια). καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε σημαίνει κάτι ἄλλο ἀπὸ «ψωμιὰ» καὶ «ψωμάκια», διότι οὐδέποτε ἄλλοτε ἀνευρίσκεται˙ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ συζητούμενο χωρίο, ποὺ εἶναι ἐσφαλμένο στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο κείμενα, Ο’ ἢ μασοριτικό. τὸ δὲ νωκὴδ ἀνευρίσκεται στὸ μασοριτικὸ ἄλλες δώδεκα φορὲς καὶ σημαίνει πάλι ἄλλα πράγματα καὶ διαφορετικὰ μεταξύ τους. στὰ Γε 30,39˙ 31,8(δὶς)˙ 31,10˙ 31,12 σημαίνει «παραδαλὸ» (Ο’ ποικίλον)˙ στὰ Γε 30,32˙ 30,33˙ 30,35 σημαίνει «πιτσιλωτὸ» (Ο’ ῥαντὸν)˙ πάλι στὰ ἴδια τὰ Γε 30,32˙ 30,33˙ 30,35, ὅπου ἀνευρίσκεται γιὰ δεύτερη φορά, σημαίνει «μουντὸ» (Ο’ φαιόν)˙ καὶ στὸ Δα 7,9 σημαίνει «λευκὸ» (Ο’ λευκόν). τὸ ὅτι δηλαδὴ σημαίνει τόσα χρώματα δείχνει ὅτι οἱ μασορῖτες τὸν καιρὸ ποὺ μασορίτευαν καὶ μαστόρευαν μὲ ἀλχημεῖες τὸ μεσαιωνικὸ νεοεβραϊκὸ μασοριτικό τους, ποὺ σὲ πολὺ μεγάλο μέρος του εἶναι ἄθλια ἐπαναμετάφρασι τῶν Ο’, δὲν γνώριζαν τὴ σημασία τῶν λέξεων νqδ - νωκὴδ καὶ νqδιμ˙ καὶ πολὺ περισσότερο δὲν τὶς γνωρίζουν οἱ σημερινοὶ  «βιβλικοί», οἱ ὁποῖοι μὲ ἀλχημεία πέντε φάσεων βγάζουν ἀπ᾽ αὐτὲς κι ἀπὸ τὶς συμπληρωματικὲς φαντασιώσεις των ὅτι ὁ προφήτης Ἀμὼς ἦταν «κτηνοτρόφος», μεγαλοκτηνοτρόφος μάλιστα καὶ ἰδιοκτήτης πολλῶν κοπαδιῶν, δηλαδὴ τσέλιγκας. καὶ τὸ οἳ ἐγένοντο ποὺ προηγεῖται; οἱ μασορῖτες τὸ μασορίτευσαν σὲ ὃς ἐγένετο (= ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς τσελιγκάδες). γι᾽ αὐτὸ εἶπα κυρίως γι᾽ αὐτοὺς ὅτι αὐτοὶ διαλέγουν νὰ πᾶν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη στὴ Βέροια ἀεροπορικῶς καὶ μὲ γαϊδούρι μέσῳ Λονδίνου, Νέας Ὑόρκης, Χαβάης, Σιγκαπούρης, Μελβούρνης, Ναϊρόμπι, Καΐρου, Μόσχας, Μαδρίτης, Ἀθηνῶν, καὶ Ἰωαννίνων.
       Περισσότεροι ἀπὸ τέσσερες «μεγάλοι» καὶ φουσκωτοὶ Εὐρωπαῖοι κι Ἀμερικανοὶ «βιβλικοὶ» ἀλχημισταί, κι ἕνας πέμπτος ποὺ τοῦ ἔρριξα μιὰ ματιὰ ἀλλὰ θεώρησα περιττὸ νὰ τὸν μελετήσω, ἔχουν ὅλα τὰ προεκτεθειμένα διανοητικὰ σκουπίδια. ὅπως κι ὁ Ziegler ἔχουν ἀξεπέραστη ἐξάρτησι ἀπὸ τὴ μπαρούφα τοῦ Rahlfs καὶ εἶναι δέσμιοί του. οἱ προτεστάντες, κι ὅταν ἀκόμη εἶναι γαυγιστάριοι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, εἶναι φανατικὰ προσηλωμένοι στὴ δική τους «ἱερὰ παράδοσι». καὶ στὴν ἐν λόγῳ περίπτωσι κάνουν τὰ «χρώματα» καὶ τὰ «ψωμάκια» τσελιγκάδες, γιὰ ν᾽ ἀποδείξουν ἐν τέλει ὅτι ὁ Ἀμὼς ἀπήγγειλε τὶς προφητεῖες του στοὺς τσελιγκάδες, καὶ ἄρα ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τσέλιγκας. ἀπὸ τὴν πόλι ἔρχομαι καὶ στὴν κορφὴ κανέλλα. κι ὅλες αὐτὲς τὶς βλακεῖες τὶς ἀραδιάζουν, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι εἶναι πανέξυπνοι καὶ μεγάλοι ἀνατολισταί, σὰν τὸν Κωνσταντίνου νὰ ποῦμε. ὁ ἀρτηριοσκληρωτικὸς ῥαββινισμός τους καὶ ἡ ἀσύστολη ἀλχημεία τους τοὺς ἀξιώνουν νὰ εἶναι ἀντάξιοι διάδοχοι τῶν μασοριτῶν.
         Ὁ Κωνσταντίνου βέβαια δὲν φταίει. ὁ ἄνθρωπος μάζεψε σὰν παλιαντζῆς αὐτὰ τὰ ἕτοιμα διανοητικὰ σκουπίδια, ποὺ τοῦ γιάλισαν στὸ μάτι, καὶ φιλοτέχνησε σὰν κάδο ἀπορριμμάτων τὴ φυλλάδα του. καὶ ἡ φυλλάδα του δὲν εἶναι «ἑρμηνεία» στὸν Ἀμώς, ἀλλὰ σὲ λίγα ἀποσπάματά του. τῆς μύγας τὸ ξύγκι δηλαδή. τὸ σκουπιδαριὸ αὐτὸ βρῆκε, αὐτὸ βούτηξε. προφανῶς τοῦ φάνηκε ὡς ἡ πιὸ πλουμιστὴ καὶ φιγουράτη ἄποψι, καθὼς μάλιστα τὴν παρουσιάζει καὶ γιὰ δική του «ἄποψι» καὶ «ἔρευνα». ὅτι δὲ τοῦ ἀρέσουν πολὺ τὰ πλουμιστὰ καὶ φιγουράτα μπιχλιμπίδια φαίνεται καὶ στὴν ἔγχρωμη μουσικὴ καὶ κινηματογραφικὴ ἱστοσελίδα του, ἡ ὁποία εἶναι σὰ γύφτικη φούστα γεμάτη πλουμίδια, γιαλιστερὰ πούλια, φοῦντες, κρόσσια, καὶ φραμπαλᾶδες. δῆτε την καὶ ἀκούστε την, γιὰ νὰ διαπιστώσετε ὅτι δὲν γράφω ὑπερβολές. καὶ δῆτε την γρήγορα μήπως διαβάσῃ αὐτὸ ποὺ γράφω καὶ τὴν κουρέψῃ. ἐλπίζω ὅμως νὰ μὴ τὴν κουρέψῃ, διότι τοῦ εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητο καμουφλὰζ γιὰ τὴν κάλυψι μεγάλης κι ἀποκρύψιμης ἐπιστημονικῆς πενίας. θέλω νὰ πῶ ὅτι, κι ἂν ἦταν σωστὰ αὐτὰ ποὺ γράφει, πάλι δικά του δὲν θὰ ἦταν. ὁ ἄνθρωπος εἶδε μιὰ χωματερὴ καὶ σήκωσε ἀπὸ κεῖ ὅ,τι λαχτάρησε ἡ ψυχή του. ἐσεῖς θὰ θέλατε νὰ ξέρῃ καὶ τί σηκώνει; «Θέλετε δηλαδὴ καὶ παπᾶ μὲ γένεια», ὅπως λέει ἡ παροιμία; ἔχετε ἄδικο.
        Τὰ προεκτεθειμένα προτεσταντικὰ σκουπίδια τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς φτάνουν μέχρι καὶ τὴ μετάφρασι τῆς Βίβλου τῆς Βιβλικῆς Ἐταιρίας (1997), τὴν ὁποία ἐμποτίζουν ὅπως τὸ σιρόπι ἐμποτίζει τὸ μπακλαβᾶ ἢ ἡ σαλαμούρα τὸ τουρσί. ἐνδέχεται ὁ μεταφραστὴς τοῦ Ἀμὼς νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς πέντε ὁ Κωνσταντίνου, ἐπειδὴ θεωρήθηκε ὡς «εἰδικὸς» πιὰ στὸν Ἀμώς. ἀλλὰ κι ἂν δὲν εἶναι αὐτός, ἐφ᾽ ὅσον οἱ πέντε μεταφρασταὶ Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδόπουλος, Π. Σιμωτᾶς, Β. Τσάκωνας, καὶ Μ. Κωνσταντίνου, δηλώνουν στὸν πρόλογο συναρμόδιοι ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι, ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν τελευταῖο ὅσα θὰ πῶ στὴ συνέχεια καὶ εἶναι ἄμεση συνέπεια τῶν ὅσων εἶπα.
       Στὸ Ἀμ 7,14, ἕνα χωρίο πολὺ ἁπλό, χωρὶς κανένα πρόβλημα καὶ καμμία δυσκολία, τόσο κατὰ τὸ κείμενο τῶν Ο’ ὅσο καὶ κατὰ τὴ μασοριτικὴ ἐπαναμετάφρασι, ποὺ ἐδῶ συμφωνοῦν ἀπόλυτα, ὁ Ἀμώς, μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του, λέει˙
 
Ο’˙ αἰπόλος ἤμην καὶ κνίζων συκάμινα
 
Μ˙ βυqρ              ανκι   υ        βυλσ       σqμιμ
      γιδοβοσκὸς   ἐγὼ    καὶ    κνίζων    συκάμινα
 
αὐτὸ σημαίνει˙ «Ἤμουν γιδοβοσκὸς κι ἐργάτης ποὺ τρυποῦσα συκάμινα». ἡ συκάμινος εἶναι δέντρο τῆς Παλαιστίνης, ποὺ ὁ καρπός του, γιὰ νὰ γονιμοποιηθῇ καὶ νὰ ὡριμάσῃ, πρέπει νὰ τρυπηθῇ. τὴ δουλειὰ αὐτὴ στὴν ἀκαλλιέργητη φύσι τὴν κάνουν τὰ πουλιά, στὴν καλλιέργεια τὴν ἔκαναν οἱ πιὸ φτωχοὶ ἐργάτες, οἱ ἐποχιακοί. στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ στὴν ἑβραϊκὴ τῆς Βίβλου ὁ γιδοβοσκὸς κι ὁ προβατοβοσκὸς δηλώνονται μὲ διαφορετικὲς λέξεις.
       Ἐδῶ, ἂν ἤθελε κάποιος νὰ κάνῃ «ὑψηλὴ ἐπιστήμη», ἔπρεπε νὰ συμπεράνῃ˙ τὸ αὐθεντικὸ βιογραφικὸ στοιχεῖο τοῦ Ἀμὼς εἶναι αὐτὸ ποὺ δίνει ὁ ἴδιος μέσα στὸ κείμενό του, στὸ 7,14˙ τὰ ἄλλα στοιχεῖα, ποὺ δίνονται στὸν ἀρχαῖο καὶ ἀναλυτικὸ τίτλο τοῦ βιβλίου του (1,1), ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι περιστασιακὰ καὶ δευτερεύοντα, πρέπει νὰ συμφωνοῦν μ᾽ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται ἐντὸς κειμένου˙ ἂν δὲν συμφωνοῦν, εἶναι ὕποπτα.
        Ὁ Κωνσταντίνου, ποὺ αὐτὰ δὲν τὰ καταλαβαίνει κι οὔτε μπορεῖ νὰ φτάσῃ μέχρι αὐτά, ἐξηγεῖ τὸ χωρίο ὡς ἑξῆς˙ «Ἐγὼ κερδίζω τὴ ζωή μου ἀπ᾽ τὰ κοπάδια μου κι ἀπ᾽ τὶς συκομουριές μου». τσέλιγκας μὲ κοπάδια δηλαδὴ ὁ Ἀμὼς καὶ κτηματίας μὲ φυτεῖες - φάρμες˙ μπουρζουᾶς καὶ καπιταλίστας. ἔτσι μεταφράζει ἢ συμμεταφράζει τὴ φράσι ὁ Κωνσταντίνου. ἕνα λεξικὸ τῆς ἑβραϊκῆς ἢ τῆς ἑλληνικῆς ἂν ἄνοιγε, θὰ ἔβρισκε τὰ ἄκρως ἀπαραίτητα στοιχεῖα, γιὰ νὰ καταλάβῃ τί λέει τὸ χωρίο τοῦ Ἀμώς. δὲν κύτταξε οὔτε κείμενα οὔτε λεξικά. κύτταξε τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασι τῆς Π. Διαθήκης, ἀπὸ τὴν ὁποία μεταφράζει τὸ «ἑβραϊκὸ θεῖο ἀρχέτυπο». φυσικὰ δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησι νὰ μπορῇ νὰ βρῇ ὁ Κωνσταντίνου τὰ κείμενα, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν, ἢ νὰ μπορῇ νὰ τὰ καταλάβῃ κιόλας ὁλομόναχος κι ἀπὸ παντοῦ ἀβοήθητος, ἢ ἔστω νὰ ξέρῃ τὴν ὕπαρξι τῶν καταλλήλων λεξικῶν.
      Κατάλαβε ὅμως καὶ μιὰ λέξι τοῦ τε μασοριτικοῦ καὶ τῶν Ἑβδομήκοντα, κι αὐτὸ εἶναι πολὺ παρήγορο κι ἐλπιδοφόρο˙ κατάλαβε τὸ καὶ ἤγουν ἑβραϊστὶ υ. πάλι καλά. δὲν πῆρε εἴδησι ὅτι τὰ δύο κείμενα ἐδῶ συμφωνοῦν ἀπολύτως, δὲν κατάλαβε τί θὰ πῇ αἰπόλος καὶ τί διαφέρει ἀπὸ τὸν ποιμένα, δὲν κατάλαβε γρῦ ἀπὸ τὸ κνίζων συκάμινα, κι ἔκανε τὰ συκάμινα μοῦρα. πάλι καλὰ ποὺ δὲν τὰ ἔκανε βλίτα. γιὰ τὸν αἰπόλον μᾶς τράβηξε ἕνα ἐργατοπατεράδικο ἀνάμικτο μὲ μπουρζουάδικο «κερδίζω τὴ ζωή μου ἀπὸ τὰ κοπάδια μου», ποὺ σημαίνει ζάπλουτο τσέλιγκα καὶ ὄχι μεροκαματιάρη γιδοβοσκό, καὶ γιὰ τὸ κνίζων συκάμινα μᾶς τίναξε ἕνα ῥεβιζιονιστικὸ καὶ καπιταλιστικὸ «ἐγὼ κερδίζω τὴ ζωή μου…ἀπὸ τὶς συκομουριές μου», κάνοντας καὶ τὶς συκαμίνους «συκομουριές», καὶ σχόλασε˙ ἔτσι μπουρζουάδικα καπιταλιστικὰ καὶ ῥεβιζιονιστικά. καὶ τὸ καὶ ἀκόμα –βάζω στοίχημα– τὸ κατάλαβε ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ and τῆς ἰακωβιανῆς ἀγγλικανικῆς μεταφράσεως, μέσῳ τῆς μεταφράσεως τοῦ Βάμβα βέβαια, ὁ ὁποῖος τὸ and τὸ μεταφράζει καί.
       Δὲν ἐπιτρέπεται βέβαια νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνου σκληρὲς ἀπαιτήσεις. ὅταν κανεὶς ἔχῃ τὴ δύναμι νὰ κατατροπώνῃ κάθε ῥεβιζιονιστή, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλαβαίνῃ καὶ τὴν Π. Διαθήκη;  δυὸ καρπούζια σὲ μιὰ μασχάλη; ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπερασμένο ὄν˙ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ξέρῃ ὅλα. τὸ νὰ κάνῃς ὅμως τὸ φτωχὸ ἐργάτη Ἀμὼς τσέλιγκα τσιφλικᾶ καὶ μπουρζουᾶ εἶναι ῥεβιζιονιστικὴ προβοκάτσια, ποὺ δημιουργεῖ φράξια καὶ ἐξωθεῖ πρὸς τὸν σεκταρισμό. τὰ ἑρμηνευόμενα λόγια τὰ εἶπε ὁ μεροκαματιάρης καὶ προλετάριος ἐργάτης Ἀμὼς ἀπαντώντας στὸ βασιλικὸ μπουρζουᾶ Ἀμασία, κι ὁ Κωνσταντίνου μ᾽ ἕναν τρόπο πολὺ προβοκατόρικο γύρισε τὰ πάνω κάτω κι ἔκανε τὸ φτωχὸ προφήτη καπιταλίστα. τὸ νὰ πληρώνεσαι μὲ χριστιανικὸ καὶ ὀρθόδοξο χρῆμα, γιὰ νὰ καταλαβαίνῃς τὴν Π. Διαθήκη καὶ νὰ τὴ διδάσκῃς σωστά, καὶ σὺ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ μπουκώνῃς τοὺς μαθητάς σου μὲ ἀντιβιβλικὰ σκουπίδια προτεσταντικῆς προελεύσεως εἶναι ἀσυζητητεὶ ὀππορτουνιστικό. ἕνας, ποὺ ἔχει τὴ δύναμι νὰ κατατροπώνῃ φασίστες, μπορεῖ τοὐλάχιστον νὰ καταλάβῃ πόσο ἐπικίνδυνα προβοκατόρικο εἶναι νὰ μεταμφιέζῃς μὲ τὸ ζόρι τοὺς ἐργάτες σὲ μπουρζουᾶδες˙ γιατὶ ἂν αὐτοὶ βρεθοῦν ἔτσι μεταμφιεσμένοι σὲ μιὰ λαϊκὴ μάζωξι, οἱ ἄλλοι ἐργάτες, ποὺ δὲν θ᾽ ἀντιληφθοῦν ὅτι κι αὐτοὶ εἶναι σύντροφοί τους, θὰ τοὺς καθαρίσουν μὲ συνοπτικὴ διαδικασία, ἐνῷ οἱ πραγματικοὶ μπουρζουᾶδες θὰ λένε χαιρέκακα˙ «Νά τί κάνει ἡ πάλη τῶν τάξεων!». αὐτὸ κάνει ὁ ῥεβιζιονισμός. ὅταν ἕνας, ποὺ μπορεῖ νὰ κατατροπώνῃ φασίστες, καταντήσῃ νὰ ἔχῃ ἰδιόκτητα ὀρυχεῖα, δυὸ - τρία προτεσταντικὰ ὑπομνήματα τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς στὸν Ἀμώς, κι ἀπὸ κεῖ εὐελπιστῇ νὰ ἐξορύξῃ γιαλιστερὰ στὸ μάτι του μέταλλα καὶ φανταχτερὰ πετράδια, καὶ δὲν καταλαβαίνῃ ὅτι θὰ γεμίσῃ μόνο τὴ φυλλάδα του μὲ μαργαριτάρια, διότι τὰ παλιὰ αὐτὰ ὀρυχεῖα ἔγιναν κάποτε χωματερές, τότε ἀπὸ κεῖ αὐτὸς ἐξορύσσει πλέον μόνο μπάζα καὶ σκουπίδια καὶ πέφτει θῦμα μιᾶς ῥεβιζιονιστικῆς προβοκάτσιας πανομοιότυπης μ᾽ ἐκείνη ποὺ μεταχειρίζεται ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ κάνῃ τὸν ἐργάτη Ἀμὼς μπουρζουᾶ. ἐπικίνδυνο πρᾶγμα ὁ ῥεβιζιονισμός, σύντροφοι.
     Χρησιμοποίησα αὐτὴ τὴν ὀππορτουνιστικὴ καὶ ῥεβιζιονιστικὴ διάλεκτο, ἐπειδὴ ἐλπίζω ὅτι ὁ Κωνσταντίνου αὐτὴ μπορεῖ νὰ τὴν καταλάβῃ. τὴ γλῶσσα τῶν Ο’ καὶ τὴ γλῶσσα τοῦ μασοριτικοῦ δὲν τὶς καταλαβαίνει ἔτσι κι ἀλλιῶς.
 
Μελέτες 6 (2010)
 

 


 

22. Τ Ο Μ Ο Ι

 

    Στὴ  ζωὴ  τῆς  ἐκκλησίας  Τόμος  λέγεται  τὸ  ἐπίτομο  κείμενο,  ὅπου  ἕνας  ἐκκλησιαστικὸς  ἄντρας  διατυπώνει  συνοπτικὰ  τὸ  τί  πιστεύει  καὶ φρονεῖ˙  ἐξ  οὗ  καὶ  τὸ  παράγωγο  ῥῆμα  ὀρθοτομῶ  καὶ  τὸ  ἐπίθετο  ὀρθοτόμος.  Τόμος  δηλαδὴ  εἶναι    Δήλωσι,  τὸ  Μανιφέστο.

 

 

 

Α΄

 

Τόμος  Θανάση  Χαστούπη

 

      Θανάσης    Χαστούπης,  νεκρὸς  τώρα  πιὰ  καὶ  σίγουρος  γιὰ  τὴ  γνησιότητα  τῶν  κειμένων  τῆς  Βίβλου,  χρημάτισε  καθηγητὴς  τῶν θεολογικῶν  σχολῶν  Θεσσαλονίκης  καὶ  Ἀθηνῶν.  τὸ  1981  ἐξέδωκε  τὴν  Εἰσαγωγή  του  στὴν  Π. Διαθήκη,  ποὺ  ὑποτίθεται  ὅτι  δίδασκε  κατὰ  τὴ  θητεία  του,  ἐκτάσεως  671  σελίδων,  ἀπὸ  τὶς  ὁποῖες  οἱ  181  εἶναι  βιβλιογραφικὸς  κατάλογος.  κανονικὰ  ΄΄Βιβλιογραφία΄΄  σ ἕνα  σύγγραμμα  εἶναι    κατάλογος  τοῦ  συνόλου  τῶν  βιβλίων,  τὰ  ὁποῖα    συγγραφεύς  του  συμβουλεύεται  καὶ  στὰ  ὁποῖα  παραπέμπει.    κατάλογος  καταχωρίζεται  στὸ  σύγγραμμα,  κυρίως  γιὰ  νὰ  βλέπῃ    ἀναγνώστης,  σὲ  ἕνα  τοὐλάχιστο  σημεῖο,  ἀκέραιο  τὸν  τίτλο  τοῦ  κάθε  χρησιμοποιουμένου  βιβλίου,  καθὼς  καὶ  τὸν  τόπο  καὶ  χρόνο  ἐκδόσεώς  του,  ὥστε  νὰ  μπορῇ  νὰ  τὸ  βρῇ,  γιὰ  νὰ  ἐλέγξῃ  τὴν  ἐπάρκεια  καὶ  ἀξιοπιστία  τῶν  παραπομπῶν  τοῦ  συγγραφέως  ποὺ  τὰ  χρησιμοποιεῖ.  διότι  στὶς  παραπομπὲς  βλέπει  μόνο  βραχυγραφίες  τῶν  τίτλων  τῶν  βιβλίων.  γιὰ  φιγούρα  καὶ  βιτρίνα  καὶ  καμουφλὰζ  ὅμως  πολλοὶ  συνηθίζουν  νὰ  ἐπικολλοῦν  στὰ  ΄΄συγγράμματά΄΄  τους  πελωρίους  καταλόγους  ΄΄Βιβλιογραφίας΄΄  μὲ  βιβλία  ποὺ  οἱ  ἴδιοι  οὔτε  εἶδαν˙  ἁπλῶς  τὰ  ξεσηκώνουν  ἀπὸ  κονσέρβες  βιβλιογραφίας.    ὁποιαδήποτε  παγκόσμια  βιβλιογραφία  τῶν  φιλολογικῶν  καὶ  θεολογικῶν  ἐπιστημῶν ἀναγράφεται  κάθε  χρόνο  στὴ  διεθνῆ  ἐπετηρίδα  L  Année  Philologique  καὶ  σ ἄλλα  τέτοια  δελτία,  κι  ἀπὸ  κεῖ  μπορεῖ  νὰ  ξεσηκώνῃ  κανεὶς  καταλόγους  ὁποιασδήποτε  ἐκτάσεως˙  ἴσα  μ ἕνα  μπακαλιάρο,  ἴσα  μ ἕνα  προσόψι,  ἴσα  μ ἕνα  τσουβάλι,  ἴσα  μ ἕνα  πάπλωμα,  ἴσα  μ ὁποιαδήποτε  ἐπιφάνεια.  τέτοια  εἶναι  καὶ    Βιβλιογραφία  τοῦ  Θανάση  Χαστούπη,  ποὺ  καταλαμβάνει  περισσότερο  ἀπὸ  τὸ  ἕνα  τέταρτο  τῆς ἐκτάσεως  τῆς  Εἰσαγωγῆς  του.  ῥωτᾶτε  γιατί  τὸ  ἔκανε  αὐτό;  τὸ  ἔκανε    Θανάσης,  γιὰ  νὰ  καμουφλάρῃ  τὸ  γεγονὸς  ὅτι    Εἰσαγωγή  ΄΄του΄΄  εἶναι  σχεδὸν  μετάφρασι  τῆς  Εἰσαγωγῆς  τοῦ  Eissfeldt.  λέω  ΄΄σχεδόν΄΄,  ἐπειδὴ    μετάφρασι  δὲν  εἶναι  πάντοτε  σωστή.  καὶ  γιὰ  τοὺς  δύο  λόγους  λοιπὸν  τοῦ  χρειαζόταν  τοῦ  Θανάση  πολὺ  κλαρὶ  καὶ φουντωτὸ  κλαρί,  γιὰ   νὰ  καμουφλάρῃ  τὴν  προέλευσι  τῆς  Εἰσαγωγῆς  του˙  γιὰ  νὰ  ἔχῃ  μιὰ  χαίτη  λιονταριοῦ,  ποὺ  ὅμως  εἶναι  περούκα  μὲ  ἀκρυλικὲς  τρίχες    ὁποία  σκεπάζει  λαιμὸ  κύκνου.    μετάφρασι  βέβαια  μπορεῖ  νὰ  εἶναι  κρυμμένη  καὶ  ἀδήλωτη,  μπορεῖ  νὰ  εἶναι  ἐλλιπὴς  καὶ  λαθεμένη,  ἀλλὰ  μᾶς  δίνει  σίγουρα  ἐπαρκῶς  κι ἐπακριβῶς  ὅσα  πίστευε    δὲν  πίστευε,  φρονοῦσε,  ἀποδεχόταν,  ἰσχυριζόταν,  οἰκειοποιοῦνταν,  καὶ  πλάσσαρε    Θανάσης.  καὶ  λοιπὸν    Θανάσης    Χαστούπης

    1. Δὲν  πίστευε  ὅτι  τὰ  βιβλία  τῆς  Π. Διαθήκης  εἶναι  γνήσια  βιβλία  τῶν  συγγραφέων  τῶν  ὁποίων  φέρονται  ὅτι  εἶναι,  καὶ  τοὺς  δέχεται    ἐκκλησία,  ἀλλ ὅτι  πρόκειται  γιὰ   ἀπάτη.

    2. Φρονοῦσε    Θανάσης  καὶ  δογμάτιζε  ὅτι    Μωϋσῆς  δὲν  εἶναι  συγγραφεὺς  τῆς  Πεντατεύχου,  ἀλλὰ  τὰ  πέντε  βιβλία  της  γράφτηκαν  πολλοὺς  αἰῶνες  ἀργότερα,  μέχρι  καὶ  τὸ  400  π.Χ.,  δηλαδὴ  μέχρι  καὶ  1100  χρόνια  μετὰ  ἀπὸ  τότε  ποὺ  λέγεται    ἐννοεῖται  στὸ  βιβλικὸ  κείμενο,  κι  ὅτι  γράφτηκαν  κατὰ  καιροὺς  κομμάτι  κομμάτι  ἀπὸ  διαφόρους  ἀνωνύμους  πλαστογράφους  κι  ἀπατεῶνες,  ἱερεῖς  καὶ  μὴ  ἱερεῖς,  οἱ  ὁποῖοι  ψεύδονται,  ἰσχυριζόμενοι  ἀπατεωνικῶς  ὅτι  τὰ  λεγόμενά  τους  εἶναι  τοῦ  Μωϋσέως.    Θανάσης  ἦταν  μινιμαλιστής˙  δεχόταν  δηλαδὴ  τὶς  πιὸ  ἀκραῖες  πρὸς  τὰ  κάτω  μεταχρονολογήσεις  τῶν  βιβλίων  τῆς  Παλαιᾶς  Διαθήκης.

    3. Φρονοῦσε  καὶ θέσπιζε  –ὁ  Θανάσης–  ὅτι  εἶναι  ψεῦτες,  πλαστογράφοι,  κι  ἀθεόφοβοι  ἀπατεῶνες  οἱ  φερόμενοι  ὡς  προφῆτες  Ἰωνᾶς,  Ἀμώς,  Ἠσαΐας,  Ἀββακούμ,  Ἰερεμίας,  Βαρούχ,  Ἰεζεκιήλ,  καὶ  Δανιήλ,  διότι  τάχα  τὰ  φερώνυμα  βιβλία  τους    μεγάλα  μέρη  τῶν βιβλίων  τους  εἶναι  πολὺ  μεταγενέστερα  τῶν  χρόνων,  κατὰ  τοὺς  ὁποίους  δείχνουν  ὅτι  γράφτηκαν,  καὶ  ἄρα  οἱ  προφητεῖες  των  εἶναι  τάχα  μεταγενέστερες  ἀπὸ  τὰ  ΄΄προφητευόμενα΄΄  γεγονότα˙  προφητεῖες  μετὰ  τὴν  ἔκβασι (ex  eventu  δηλαδὴ  ὅτι  πρόκειται  γιὰ  θεομπαῖχτες  ποὺ  ἐμπαίζουν  καὶ  μὲ  τὴν  πίστι  ἑκατομμυρίων  ἀθῴων  καὶ  ἁγνῶν  ἀνθρώπων.  καλὰ  ποὺ  τοὺς  κατάλαβε    Θανάσης  δηλαδή.  

    4. Φρονοῦσε  καὶ  ἀναμετέδιδε  τὸ  φρόνημα  ὅτι    Κύριος  Ἰησοῦς  Χριστὸς  ἦταν  ἐπίσης  ψεύτης,  συναπατεώνας  τῶν  προειρημένων,  καὶ  ἐμπαίκτης  τῶν  πιὸ  ἁγνῶν  καὶ  πιστῶν  ἀνθρώπων,    τοὐλάχιστο  ἕνας  ἠλίθιος  καὶ  ψυχικὰ  ἄρρωστος,  ἂν  μὴ  ἀνύπαρκτος,    ὁποῖος  δεχόταν  τὶς  προφητεῖες  ὡς  ἀληθινὲς  καὶ  ἀρχαιότερες  τῶν  γεγονότων  ποὺ  προφητεύουν,  ὅπως  λ.χ.  ὅταν  ἀναφέρῃ  μιὰ  προφητεία  τοῦ  Δανιὴλ  καὶ  λέῃ  κιόλας  ῥητῶς  ὅτι  εἶναι  τοῦ  Δανιήλ (Δα  12,11˙  Μρ  13,14).  καλὰ  ποὺ  τὸν  πῆρε  εἴδησι    Θανάσης  δηλαδή.  τὸ  ἴδιο  φρονοῦν  καὶ  οἱ  μαθηταὶ  τοῦ  νεκροῦ  Θανάση  Καϊμάκης  καὶ  Κωνσταντίνου,  καθηγηταὶ τῆς  Π. Διαθήκης  στὴ  θεολογικὴ  Θεσσαλονίκης,  οἱ  ὁποῖοι  μεταχρονολογοῦν  τὸ  Δανιὴλ  τὸ  162  π.Χ..  ὄχι  ἀκριβῶς  αὐτοὶ  δηλαδή,  ἀλλ οἱ  προτεστάντες  τῆς  ἀρνητικῆς  κριτικῆς  τοὺς  ὁποίους  αὐτοὶ  θαυμάζουν,  λατρεύουν,  καὶ  ἀντιγράφουν.    πρωτοτυπία  τους  ἔγκειται  στὸ  ὅτι  οἱ  δυὸ  αὐτοὶ  τὰ  λὲν  αὐτὰ  σὲ  δημοτική,  ἐνῷ    Θανάσης  εἰς  αὐστηρὰν  καθαρεύουσαν,  καθότι  εἴχετο  ἀπρὶξ  τῶν  παραδόσεων˙  τῶν  προτεσταντικῶν  τῆς  ἀρνητικῆς  κριτικῆς  δηλαδή.

    5. Ἰσχυριζόταν    Θανάσης  ὅτι   καὶ  οἱ  συντάκτες  τῶν  βιβλίων  Ἰησοῦς,  Κριταί,  Ῥούθ,  Βασιλεία  Δαυΐδ,  Βασιλεῖαι,  καὶ  Παραλειπομένη  ἦταν  διάφοροι  κατὰ  καιροὺς  πολὺ  ὀψίμους  ψεῦτες  καὶ  ἀπατεῶνες,    ὅτι,  σὅσες  περιπτώσεις  δὲν ἦταν  ἀπατεῶνες  οἱ  ἴδιοι,  ἦταν  τὸ  λιγώτερο  ἠλίθιοι,  ἀφοῦ  ἔχαψαν  τὰ  ψέμματα  προγενεστέρων  πλαστογράφων  καὶ  ἀπατεώνων,  ποὺ  ἔπλασαν  τὰ  πλαστὰ  δῆθεν  ἱστορικὰ  στοιχεῖα. 

    6. Φρονοῦσε  ὅτι  τόσο  τὰ  παραπάνω  βιβλία  ὅσο  καὶ  ὅλἀνεξαιρέτως  τὰ  βιβλία  τῆς  Π. Διαθήκης  εἶναι  διαστρωματικά,  σωρεῖτες  δηλαδὴ  πλαστογραφημάτων  καὶ  σκουπιδιῶν  ποὺ  πετοῦσαν  κατὰ  καιροὺς  μέσα  στὸ  ἴδιο  τεφτέρι  διάφοροι  ἀνώνυμοι  ἀπατεῶνες,  ποὺ  μᾶς  παριστάνουν  μέχρι  σήμερα  τοὺς  προφῆτες.

    7. Φρονοῦσε  ὅτι  οἱ  ΄΄Προφῆτες΄΄  ὅλοι,  ἔστω  καὶ  ἔτσι  σὰ  σωρεῖτες  σκουπιδιῶν  παλαβομάρας,  οὐδέποτε  προφητεύουν  γιὰ  τὸ  Χριστό,  διότι  κατὰ  τὴ  γνώμη  του  οὐδέποτε  διανοήθηκαν  κάτι  τέτοιο,  ἀλλὰ  προφητεύουν  γιὰ  ἄλλα  πρόσωπα  καὶ  πράγματα,  καὶ  ὅτι  μόνο  ἔπειτα,  πολὺ  ἔπειτα,  ἄλλοι  παλαβοὶ  καὶ  ψυχικὰ  ἄρρωστοι,  σὰν  τοὺς  συντάκτες  τῶν  Εὐαγγελίων  νὰ  ποῦμε  καὶ  τοὺς  λοιποὺς  συντάκτες  τῆς  Κ. Διαθήκης,  τὰ  θεώρησαν  προφητεῖες  ἀναφερόμενες  στὸ  Χριστό.

    8. Φρονοῦσε  ὅτι    μετάφρασι  τῶν  Ἑβδομήκοντα  ποὺ  χρησιμοποιοῦν  οἱ  συντάκτες  τῆς  Κ. Διαθήκης  καὶ  στὴ  συνέχεια    ἐκκλησία  τῶν  18  πρώτων  αἰώνων  εἶναι  μετάφρασι  κακή.

    9. Φρονοῦσε  ὅτι  ὑπάρχουν  πολλὰ  ἀπόκρυφα  ἀρχαιότερα  ἀπὸ  μερικὰ  βιβλία  τῆς  Π. Διαθήκης. 

    10. Φρονοῦσε  ὅτι  ἡ ἐκκλησία  οὐδέποτε  ἤξερε  τὸ  Βιβλικὸ  Κανόνα  της,  καὶ  μέχρι  σήμερα  στὸ  θέμα αὐτὸ  παραμένει  ἀναποφάσιστη.

    Αὐτὰ    Θανάσης.  εἶχε  παραλείψει  νὰ  μᾶς  διευκρινίσῃ  ἂν  οἱ  προφῆτες  καὶ  οἱ  λοιποὶ  συντάκτες  τῆς  Βίβλου  ἔφαγαν  ψωμὶ  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο,    ἔστω  ἀπὸ  τὸ  βιβλίο    κεφάλαιο  ποὺ  ἔγραψαν  οἱ  ἴδιοι,  κι  ἂν  ντύθηκαν  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  κι  ἂν  στεγάστηκαν  καὶ  βολεύτηκαν  καὶ  προβλήθηκαν  ἀπ αὐτή,  ὅπως  λ.χ.  ἔκανε  στὴ  ζωή  του    ἴδιος,  ποὺ  γιὰ  τὴν  ἰσόβια  πηγὴ  τοῦ  εἰσοδήματός  του  ἔλεγε  αὐτὰ  ποὺ  ἔγραψε,    ἂν  εἶχαν  οἱ  προφῆτες  τὴν  ἀντρειὰ  νὰ  μὴ  φᾶν  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  ποτὲ  τίποτε,  ἀντρειὰ  ποὺ  τὴν  εἶχαν  ἀκόμη  καὶ  μερικοὶ  ἄθεοι  ἐχθροὶ  τῆς  Βίβλου,  οἱ  ὁποῖοι  δὲν  καταδέχτηκαν  ποτὲ  νὰ  φᾶν  ψωμὶ  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  ποὺ  πολεμοῦσαν  φανερὰ  καὶ  ἀντρίκεια.  ἐπίσης  εἶχε  παραλείψει    Θανάσης  νὰ  μᾶς  πῇ  σὲ  ποιό  θρήσκευμα  ἀνῆκε    ἴδιος  — θὰ  ἦταν  σ ὅλους  ἐκπληκτικὸ  νὰ  τὸν  ἄκουγαν  νὰ  λέῃ  ὅτι  ἀνῆκε  στὴν  πίστι  ποὺ  στηρίζεται  σαὐτὰ  γιὰ  τὰ  ὁποῖα    ἴδιος  εἶχε  τὴ  γνώμη  ποὺ  εἶχε—,  καὶ  τί  γνώμη  εἶχε  γιὰ  τὴν  ἠθικὴ  τῆς  Χριστιανικῆς  ἐκκλησίας    γιὰ  τὴν  πίστι  καὶ  γιὰ  τὸ  ὅλο  ἔργο  της  ἐπάνω  στὴ  γῆ.  λέγεται  πάντως  μετ ἐπιτάσεως  ὅτι  τὸ  1921    Θανάσης  εἶχε  βαπτιστῆ  Χριστιανὸς  κι  ὅτι  τὸν  εἶχε  βαπτίστει    μαμά  του  μαζὶ  μὲ  τὸν  παπᾶ  τῆς  ἐνορίας  της  καὶ  ἄλλο  κόσμο,  κι  ἐγὼ  φυσικὰ  δὲν  ἔχω  κανένα  λόγο  ν ἀμφιβάλλω  γι αὐτό.

 

Β’

Τόμος  Σάββα  γουρίδου

 

    Τόμος  ἀκριβῶς  τοῦ  Σάββα  Ἀγουρίδου,  Πειραιώτου  87  ἐτῶν,  εἶναι  τ ἀκόλουθα  τέσσερα  ἄρθρα  σὲ  δύο  τεύχη  τοῦ  κυριακάτικου  περιοδικοῦ  τῆς  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ  τοῦ  λεγομένου  ΕΠΤΑ  ΗΜΕΡΕΣ  καὶ  στὴν  ΑΥΓΗ.

    7 ‑ 8 ‑ 03˙    δράκων  θάλασσα.

    31 ‑ 10 ‑ 04˙    προφητεία  στὴν  Π. Διαθήκη  καὶ  στὸν  ἀρχικὸ  Χριστιανισμό. 

    31 ‑ 10 ‑ 04˙  Τὰ  ἀποκαλυπτικὰ  κείμενα  τοῦ  ἰουδαϊσμοῦ. 

    14 ‑ 8 ‑ 05˙    οἰκογένεια  τοῦ  Ἰησοῦ  καὶ    ἐπίδρασί  της  στὴ  ζωὴ  τῆς  ἀρχικῆς  ἐκκλησίας.

      Ἀγουρίδης  σύμφωνα  μ αὐτὸν  τὸν  Τόμον  του  πιστεύει,  δὲν  πιστεύει,  φρονεῖ,  θεωρεῖ,  καὶ  δέχεται  τ ἀκόλουθα.

    1. Δὲν  πιστεύει  ὅτι    μονοθεΐα  δόθηκε,  ὅπως  λέει    Βίβλος,  ἐξ  ἀρχικῆς  παραδόσεως,  ποὺ  μέχρι  τὸν  Ἀβραάμ  διατηρήθηκε  σὲ  λίγους  ἀνθρώπους,  καὶ  διευκρινίστηκε  μὲ  ὕστερη  συμπληρωματικὴ  ἀποκάλυψι  στὸν  Ἰσραήλ,  γιὰ  νὰ  ἐπεκταθῇ  σ ὅλη  τὴ  γῆ  μὲ  τὴ  Χριστανικὴ  πίστι. 

    2. Δὲν  πιστεύει  ὅτι  ὑπῆρξε  σχέδιο  θείας  οἰκονομίας,  σχέδιο  δηλαδὴ  τοῦ  θεοῦ  τῆς  Παλαιᾶς  καὶ  τῆς  Καινῆς  Διαθήκης  γιὰ  τὴ  διάσωσι  τοῦ  πεπτωκότος  ἀνθρώπου  μὲ  τὴν  ἐνανθρώπησι  τοῦ  ἑνὸς  ἀπὸ  τὰ  τρία  πρόσωπα  τῆς  θεότητος,  τοῦ  υἱοῦ  τοῦ  θεοῦ  καὶ  Κυρίου  Ἰησοῦ  Χριστοῦ. 

    3. Δὲν  πιστεύει  στὴν  ἱστορία  ὅπως  αὐτὴ  ἐκτίθεται  στὴ  Βίβλο,  Παλαιὰ  καὶ  Καινὴ  Διαθήκη.    πραγματικὴ  ἱστορία κατὰ  τὴ  γνώμη  του  εἶναι  ἄλλη. 

    4. Δὲν  πιστεύει  στὴν  ἀπὸ  θεοῦ  προέλευσι  καὶ  στὴν  εἰλικρίνεια  καὶ  στὴν  ἀνιδιοτέλεια  τῆς  βιβλικῆς  προφητείας.

    5.  Δὲν  πιστεύει  στὴ  θεοπνευστία  τῆς  Βίβλου  οὔτε  στὴν  εἰλικρίνεια  τῶν  συντακτῶν  της.

    6. Δὲν  πιστεύει  στὴν  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  διδόμενη πατρότητα  τῶν  βιβλίων  της,  ὅταν  αὐτὴ  δίνεται. 

    7. Δὲν  πιστεύει  στὴν  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  διδόμενη  ἡλικία  τῶν  βιβλίων  της,  ὅταν  καὶ  ὅσο  αὐτὴ  δίνεται  εἴτε  ἀκριβῶς  εἴτε  καὶ  μὲ  κάποια  στενὴ  προσέγγισι. 

    8. Θεωρεῖ  τὴ  Βίβλο  ὡς  ἕνα  ἀπατεωνικὸ  φιάσκο  τῶν  συντακτῶν  της  κι  ἕνα  σκουπιδαριὸ  ἀπὸ  ψευτιὲς  δολίων  ἀνθρώπων  συμπληρωμένες  καὶ  μὲ  ἀνοησίες  ἀνοήτων  ἀνθρώπων.

    9. Θεωρεῖ  τὸν  Ἰησοῦ  Χριστὸ  σὰν  ἕνα  μὴ  ὑπαρκτὸ  πρόσωπο,  ἤ,  στὴν  περίπτωσι  ποὺ  ὑπῆρξε,  σὰν  ἕνα  πρόσωπο  μὴ  σοβαρὸ  καὶ  μὴ  ἄξιο  τῆς  προσοχῆς  σοβαρῶν  ἀνθρώπων,  ποὺ  δὲν  ὑπάρχει  λόγος  νὰ  παίρνῃ  κανεὶς  στὰ  σοβαρὰ  τὰ  λεγόμενά  του˙  γιὰ  καλὸ  καὶ  γιὰ  κακὸ  ἀμφισβητεῖ  καὶ  τὸ  ὅτι,  ὅσα  γράφονται  στὴν  Κ. Διαθήκη,  εἶναι  πράγματι  λεγόμενά  του. 

    10. Πιστεύει  ὅτι    Βίβλος  εἶναι  συρραφὴ  μύθων,  μιὰ  ἰουδαϊκὴ  μυθολογία.  τὸ  εἶπε  ἄλλωστε  κι    Κωνσταντίνου  αὐτό. 

    11. Πιστεύει  ὅτι    καλλίτερη  κοπὴ  θρησκεύματος,  ποὺ  πρέπει  ν ἀσπαστοῦν  σήμερα  οἱ  Χριστιανοί,  εἶναι    δική  του  διδαχή,    ἀγουρίδειος,  αὐτὸ  ποὺ  κρίνει    ἴδιος.

    12. Εἰρωνεύεται  ἐκεῖνα  στὰ  ὁποῖα  δὲν  πιστεύει,  σὰ  νὰ  τὸν  ἔβλαψαν    τὸν  ἐνώχλησαν,  παρ ὅλο  ποὺ  ἀπ αὐτὰ  ἔφαγε  καὶ  ντύθηκε  σ ὅλη  τὴ  ζωή  του  κι  ἀπ αὐτὰ  ἐξακολουθεῖ  νὰ  τρώῃ  καὶ  νὰ  ντύνεται  καὶ νὰ  ζεσταίνεται  καὶ  νὰ  ἔχῃ  καὶ  ἰατροφαρμακευτικὴ  περίθαλψι.

    13. Πιστεύει  γιὰ  τὸν  ἑαυτό  του  ὅ,τι  ἀκριβῶς  πίστευε  γιὰ  τὸν  ἑαυτό  του    Μωάμεθ˙  καὶ  ὁποιοσδήποτε  ἄλλος  ἱδρυτὴς  θρησκεύματος. 

    14. Αὐθεντικὲς  πηγὲς  τῆς  ἱστορίας  καὶ  τῆς  ἀληθείας  εἶναι  κατὰ  τὴ  γνώμη  του  οἱ  ἑξῆς  τρεῖς.     

        α΄. Κάποια  ἀνώνυμα  καὶ  προϊστορικὰ  φαραωνικὰ  αἰγυπτιακὰ ἱερογλυφικὰ  κι  ἀσσυροβαβυλωνιακὰ  σφηνοειδῆ  κείμενα,  στὰ  ὁποῖα ἀναφέρεται  χωρὶς  καμμιὰ  ἀπολύτως  παραπομπή,  χωρὶς  οὔτε  κἂν    ἕναν  ΄΄τίτλο  βιβλίου΄΄    ΄΄τίτλο  εὑρήματος΄΄.

        β΄. Τ ἀπόκρυφα  ὅλα  ποὺ  βομβοῦν  σὰ  μυγάκια  σαπίλας  γύρω  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο,  τὰ  γραμμένα  ἀπὸ  ἀνωνύμους  ἀπατεῶνες  κι  ἀνισορρόπους  εἴτε  Ἰουδαίους  εἴτε  αἱρετικοὺς  ἀπὸ  τὸ  Β΄ αἰῶνα  κι  ἔπειτα,  τὰ  ὁποῖα  χρησιμοποιεῖ  πάντοτε  ὡς  ἀξιοπιστότερα  ἀπὸ  τὴν  Παλαιὰ  καὶ  τὴν  Καινὴ  Διαθήκη,  ὅπως  αὐτὲς  τὶς  ἔχει  στὸ  Βιβλικὸ  Κανόνα  της    ἐκκλησία.

        γ΄. Τὰ  μυθιστορήματα  τοῦ  ἐπιληπτικοῦ  καὶ  ἀλκοολικοῦ  μοιχοῦ  καὶ  χαρτοπαίκτου  Ῥώσου  λογοτέχνου  Ντοστογιέφσκυ.

αὐτὸς  εἶναι    περίφημος  Κανὼν  τοῦ  Ἀγουρίδου,    κατὰ  τὴ  γνώμη  του  ἀξιόπιστος  κι  ἀπαραβίαστος  καὶ  ἀνώτερος  πάσης  κριτικῆς  καὶ  ὑπεράνω  ὁποιασδήποτε  ἀμφισβητήσεως.

    Γιὰ  τοῦ  λόγου  τὸ  ἀληθές,  ὅσοι  θέλετε,  ῥίξτε  μιὰ  ματιὰ  στὰ  τέσσερα  παραπάνω  ἄρθρα,  τὸν  Τόμον  Ἀγουρίδου,  γιὰ  νὰ  διαπιστώσετε  ὅτι  αὐτὰ  ἀκριβῶς  φρονεῖ  καὶ  πιστεύει    Ἀγουρίδης  γιὰ  τὴ  Βίβλο,  γιὰ  τὴ  μονοθεΐα,  γιὰ  τὴ  Χριστιανικὴ  πίστι,  γιὰ  τὸν  ἑαυτό  του,  καὶ  γιὰ  τὸν  Κανόνα  του.

    Τὰ  μόνα  ποὺ  δὲν  βρῆκα  στὸν  Τόμον  του  εἶναι  πῶς  ὀνομάζεται  τὸ  θρήσκευμά  του  καὶ  ἂν    ἴδιος  ὡς  πρῶτος  καὶ  μέγιστος  ἀρχιερεύς  του  καὶ  maximus  pontifex  φοράει  καὶ  ἱερατικὴ  στολή.  μπορῶ  ὅμως  νὰ  σᾶς  πῶ  μὲ  ἀκρίβεια  ὅτι  τὸ  κατὰ  κόσμον  βιοποριστικό  του  ἐπάγγελμα  εἶναι  καθηγητὴς  χριστιανικῆς  θεολογικῆς  σχολῆς  στὸ  μάθημα  τῆς  Κ. Διαθήκης  τῶν  Χριστιανῶν  κερδήσας  στὴ  ζωή  του  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο  τῶν  Χριστιανῶν,  ἐκτὸς  ἀπὸ  τὴ  σχετικὴ  προβολή  του,  καὶ  γύρω  στοὺς  500  μισθοὺς  καὶ  300  συντάξεις,  ἤτοι  συνολικὰ  1.000.000.000 δρχ.  ἤτοι  κάτι  παραπάνω  ἀπὸ  2.000.000 €˙  κι  ἐξακολουθεῖ  βέβαια  νὰ  κερδίζῃ  γιὰ  ὅσα  χρόνια  τοῦ  δώσῃ  ἀκόμη    Κύριος  τῆς  ζωῆς  καὶ  τοῦ  θανάτου  καὶ μόνος  ἀληθινὸς  θεὸς  τῆς  Παλαιᾶς  καὶ  τῆς  Καινῆς  Διαθήκης.  νὰ  μὴν  ξεχάσω,  ἀπὸ  τὴν  κατὰ  κόσμον  ἀσχολία  του ἔχει  καὶ  μερικὰ  χοντρὰ  τυχερά,  λ.χ.  ἀμοιβὲς  ἀπὸ  ἄλλες  δημόσιες    ἐκκλησιαστικὲς  θέσεις  —μέχρι  καὶ  5  ταυτόχρονες—,  ποὺ  κατεῖχε  κατὰ  καιροὺς  καὶ  ἰδίως  ἐπὶ  τοῦ  στρατιωτικοῦ  καθεστῶτος  τοῦ  Γ. Παπαδοπούλου,  ἀμοιβὲς  γιὰ  σχολικὰ  βιβλία  θρησκευτικῶν,  ἀμοιβὲς  τῆς  Βιβλικῆς  Ἑταιρίας,  ἀμοιβὲς  ἀπὸ  τὸ  Παγκόσμιο  Συμβούλιο  Ἐκκλησιῶν,  καὶ  κάτι  ἄλλα  τυχερὰ  ὅλ ἀνεξαιρέτως  ἀπορρέοντα  ἀπὸ  τὴν  ὕπαρξι  τῆς  Βίβλου.  δὲν  γνωρίζω βέβαια  ἂν  αὐτὸ  εἶναι  ποὺ  τὸν  ὤθησε  νὰ  λέῃ  γιὰ  τὴ  Βίβλο  ὅσα  λέει,  οὔτε γνωρίζω  ἂν  αὐτὸ  εἶναι  εὐγνωμοσύνη    εὐγένεια    συνέπεια    ἐντιμότης    ἀντρειὰ    ἀρχοντιά.  πάντως  γυφτιὰ  δὲν  φαίνεται  νὰ  τὸ θεωρῇ. 

    Περιορίζομαι  στὴν  ὡς  ἄνω  ξηρὴ  περιγραφή,  καὶ  δὲν  ἀξιολογῶ  ὅσα  φρονεῖ  καὶ  πιστεύει,  δηλαδὴ  τὸ  θρήσκευμά  του,  ἐπειδὴ  δὲν  γράφω  θρησκειολογία.  ἐνδιαφέρομαι  μόνο  γιὰ  τὴ  Χριστιανικὴ  πίστι,  ὅπως  αὐτὴ  προκύπτει  ἀπὸ  τὴ  Βίβλο,  τὴν  ὁποία  ἀπορρίπτει  καὶ  εἰρωνεύεται    Ἀγουρίδης.  καὶ  φυσικὰ  δὲν  ἐνδιαφέρομαι  νὰ  ἐξακριβώσω  ἂν  αὐτὸ  εἶναι  ἐξυπνάδα    σέβας    εὐλάβεια    σεμνότης.  πάντως  χυδαιότητα  δὲν  φαίνεται  νὰ  τὰ θεωρῇ. 

    Δὲν  ἔχω  ἄμεση  προσωπικὴ  ἀντίληψι,  ἀλλὰ  πιστεύω  στὰ  λεγόμενα  τῶν  ἄλλων,  ὅτι  τὸ  1921    Ἀγουρίδης  εἶχε  βαπτιστῆ  καὶ  Χριστιανός.  εἶμαι  δὲ  σίγουρος  ὅτι  ὡς  ἐνήλικος  καὶ  αὐτεξούσιος  ἔπειτα  ἔνιωσε  τυχερὸς  ποὺ  τὸν  βάπτισαν,  ἀφοῦ  κέρδησε  ἀπὸ  τὸ  βάπτισμά  του  μιὰ  καθηγεσία  τοῦ  ἑνὸς  δισεκατομμυρίου,  ἔφαγε  καλά,  ντύθηκε  ὄμορφα,  ζεστάθηκε,  δροσίστηκε  ἀφ ὅτου  βγῆκε  κι    κλιματισμός,  καὶ  προβλήθηκε,  καὶ  Ντοστογιέφσκυ  διάβασε,  καὶ  βρῆκε  θέμα  γιὰ  τὰ  τόσα  ἄλλα  τυχερά,  ἰδίως  κατὰ  τὴν  ἑπταετία  1967 ‑ 74.

 

*  *  *

 

       πεθαμένος  Χαστούπης  καὶ    ζωντανὸς  Ἀγουρίδης,  οἱ  ἐκφρασταὶ  τῶν  προεκτεθειμένων  Τόμων  ὑπῆρξαν  μέσα  στὴν  ἐκκλησία  οἱ  θαυμασταὶ  καὶ  importexport  τῶν  ἀπόψεων  τῆς  ἀμερικανικῆς  ἀρνητικῆς  κριτικῆς  εἰς  βάρος  τῆς  Βίβλου·  καὶ  ἦταν  ὡς  πρὸς  αὐτὸ  πρωτοπόροι  στὴν  Ἑλλάδα,  ὅπως  κάποιοι  εἰδικῶς  ἐκπαιδευμένοι  ἄντρες,  λεγόμενοι  ΄΄G  men΄΄    λαϊκώτερα  ΄΄τζιμάνια΄΄,  ἦταν  πρωτοπόροι  σὲ  ἄλλα.  καὶ  οἱ  δυό,  Θανάσης  καὶ  Σάββας,  ΄΄ὑποστηρίζουν΄΄  τὶς  ΄΄ἀπόψεις  των΄΄  πολὺ  λεβέντικα,  ἔτσι  σκέτες,  χωρὶς  ἐπιχειρήματα˙  αὐτὰ  ποὺ  ἐμφανίζουν  σπανιώτατα  ὡς  ΄΄ἐπιχειρήματα΄΄  εἶναι  ὅπως  ὅταν  λέῃ  κανεὶς  ὅτι    καμηλοπάρδαλι  ἔχει  τόσο  μακρὺ  λαιμό,  ἐπειδὴ  χρησιμοποίησε  γιὰ  ὀδοντογλυφίδα  μιὰ  κολόνα  τῆς  Δ.Ε.Η.,  καὶ  κατὰ  λάθος  τὴν  κατάπιε,  ἀλλ ἐκείνη  τῆς  κάθισε  στὸ  λαιμό  της.   

 

 

 

*     *     *

 

 

Ὑστερόγραφο

 

    Ὁ Σάββας Ἀγουρίδης πέθανε τὸ Φεβρουάριο τοῦ 2009. τὰ ἄρθρα τῶν Περιβιβλικῶν 19 καὶ 22, ποὺ τὸν ἀφοροῦν, δημοσιεύονται μετὰ τὸ θάνατό του. εἶχαν ὅμως γραφῆ πληκτρολογηθῆ καὶ περαστῆ σὲ CD καὶ σὲ ῥυζόχαρτο γιὰ ἐκτύπωσι, πολὺ πρὶν πεθάνῃ. γι αὐτὸ φαίνεται ν ἀναφέρωμαι σὲ ζῶντα. ἐπειδὴ χρειαζόταν πολὺς χρόνος κόπος καὶ δαπάνη, γιὰ νὰ τ ἀλλάξω, τ ἄφησα ὅπως ἔχουν.

    Μὲ τὸν Ἀγουρίδη γνωριζόμασταν καλὰ κατὰ τὴν ὀχταετία 1961- 68.

    Τὸ 2005 κάποιος γνωστός μου μοῦ τηλεφώνησε καὶ μοῦ εἶπε ὅτι πρὸ ὀλίγου εἶχε τηλεφωνήσει σὲ κάποιον ἐν ἐνεργείᾳ βιβλικὸ καθηγητὴ θεολογικῆς σχολῆς καὶ τοῦ ζήτησε τὴ γνώμη του γιὰ τὴν ἄποψι ποὺ γράφω στὸ σύγγραμμά μου ΄΄Τὸ ἀλφάβητο΄΄ (Θεσσαλονίκη 1988, § 2,357-9, σελ· 417-8) γιὰ τὴ μετάφρασι τῶν Ἑβδομήκοντα· ὅτι ἡ μετάφρασι αὐτὴ λέγεται ἔτσι, ὄχι ἐπειδὴ ἔγινε ἀπὸ 70 μεταφραστάς, κατὰ τὸ μῦθο τοῦ ἑλληνογλώσσου Ἰουδαίου ΄΄Ἀριστέου΄΄, τὸν ὁποῖο ἐπαναλαμβάνουν καὶ πολλοὶ μεταγενέστεροι ἀρχαῖοι, ἀλλ ἐπειδὴ ἔγινε μὲ ἐντολὴ καὶ κυκλοφόρησε μὲ τὴν ἔγκρισι τοῦ ἰσραηλιτικοῦ συνεδρίου τῶν ἑβδομήκοντα. κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· ΄΄Ναί, ἄκουσα γιὰ τὴ θεωρία τοῦ Σιαμάκη· εἶναι μιὰ ἀνοησία΄΄. ἀμέσως ἔπειτα ὁ γνωστός μου τηλεφώνησε στὸν Ἀγουρίδη καὶ τοῦ ζήτησε τὴ γνώμη του γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, λέγοντάς του καὶ τὴ γνώμη τοῦ προειρημένου καθηγητοῦ, ποὺ εἶχε ἀκούσει πρὸ πέντε λεπτῶν. κι ὁ Ἀγουρίδης γέλασε καὶ τοῦ εἶπε γιὰ μὲν τὸν καθηγητὴ ἐκεῖνον ὅτι εἶναι βλάκας —γιὰ τὴν ἀκρίβεια εἶπε μιὰ ἄλλη τρισύλλαβη λέξι, χωρὶς τὸ β, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸ -λάκας—, γιὰ μένα δὲ εἶπε ὅτι εἶμαι σπουδαῖος ἐπιστήμων κι ὅτι ἡ ἄποψί μου εἶναι σωστὴ καὶ καταπληκτική. ὁ γνωστός μου χάρηκε πολὺ καὶ τηλεφώνησε ἀμέσως σ ἐμένα τρίτον καὶ μοῦ εἶπε ὅλα τὰ παραπάνω.

    Μετὰ δέκα περίπου μέρες τηλεφώνησα στὸν Ἀγουρίδη καὶ τὸν εὐχαρίστησα ποὺ μοῦ ἔστελνε δωρεὰν ἀπὸ τὸ 1986 τὸ ΄΄Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν΄΄. μοῦ μιλοῦσε πολὺ εὐγενικὰ καὶ φαινόταν εὐδιάθετος. στὸ τέλος τοῦ εἶπα ὅτι θέλω νὰ τοῦ στείλω πληκτρολογημένα 15 ἄρθρα μου πάνω σὲ βιβλικὰ θέματα, ἂν μπορῇ κι εὐκαιρῇ, νὰ τὰ ῥίξῃ μιὰ ματιὰ καὶ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ, πρὶν τὰ δημοσιεύσω. δέχτηκε πολὺ πρόθυμα. ΄΄Τὰ περιμένω΄΄, μοῦ εἶπε. τὴν ἄλλη μέρα τοῦ ἔστειλα τὰ ἄρθρα τῶν Περιβιβλικῶν 1, 3, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 16, 19, 22, καὶ τέσσερα ἄλλα, συνοδευόμενα ἀπὸ τὸ ἑξῆς γράμμα.

    ΄΄Κύριε Ἀγουρίδη, σᾶς παρακαλῶ νὰ δημοσιεύσετε κάτι, στὸ ὁποῖο νὰ γράφετε κάποιον ἔπαινο γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ τὴν Π. Διαθήκη, καὶ γιὰ τὴν Κ. Διαθήκη. κι ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι ὄχι μόνο δὲν θὰ δημοσιεύσω ποτὲ αὐτὰ τὰ ἄρθρα ποὺ σᾶς στέλνω, ἀλλὰ καὶ θὰ τὰ σχίσω καὶ θὰ καταστρέψω τὸ CD, ὅπου τὰ ἔχω ἕτοιμα γιὰ δημοσίευσι. Κωνσταντῖνος Σιαμάκης΄΄.

    Ὅταν τοῦ τηλεφώνησα μετὰ ἕνα μῆνα, ἀκουγόταν ἄκεφος καὶ στὴν ἀρχὴ δὲν μὲ γνώρισε ἀπὸ τὴ φωνή μου. ὅταν τοῦ ἐπενέλαβα ὅτι ΄΄Εἶμαι ὁ Κωνσταντῖνος Σιαμάκης, σᾶς πῆρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε γιὰ τὰ ἄρθρα ποὺ σᾶς ἔστειλα΄΄, ἄκουσα μόνο τὸ τηλέφωνο νὰ κλείνῃ. πῆρα δεύτερη φορά, κι ὅταν, μετὰ τὸ ΄΄Ὁρίστε παρακαλῶ΄΄ του, εἶπα τ ὄνομά μου, πρὶν προλάβω νὰ προσθέσω τὰ ὑπόλοιπα, μοῦ ξανάκλεισε τὸ τηλέφωνο. αὐτὸ τὸ θεώρησα συγκατάθεσί του γιὰ τὴ δημοσίευσι τῶν 15 προειρημένων ἄρθρων.

Μελέτες 7 (2010)

 

 

 


 

23. Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΚΑΙ Η «ΕΚΔΟΣΙ» ΤΟΥ NESTLE

 
(Δυὸ ἐρωτήσεις στὸν Δρα Κωνσταντῖνο Σιαμάκη)
 
     1. Ἐρώτησι. Τί εἶναι δυναμικὴ μετάφρασι;
     Ἀπάντησι. Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα τὸ δύναται στοὺς ἑρμηνευτὰς σχολιαστὰς καὶ λεξικογράφους θὰ πῇ «σημαίνει». ἡ φράσι λόγου χάρι δέπας δύναται ποτήριον θὰ πῇ «δέπας σημαίνει ποτήρι». ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ δύναται παράγεται ὁ ἑλληνικὸς ὅρος τῶν ξένων dynamic, ὁ ὁποῖος θὰ πῇ «κατὰ φράσι», «κατὰ νόημα» (ὄχι κατὰ λέξι), καὶ κάπως περιττολογικὰ θὰ πῇ «ἐλεύθερη μετάφρασι». ἀσφαλῶς μιὰ ἐλεύθερη μετάφρασι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ σωστὴ καὶ ἄθλια. ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν ἔκφρασι αὐτὴ δὲν φαίνονται νὰ καταλαβαίνουν πάντοτε τὴ σημασία της. τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς παπαγαλίζουν μὴ καταλαβαίνοντας. καὶ δὲν γνωρίζουν βέβαια οὔτε τὴν ἀρχαία ἑλληνική της προέλευσι. τὸ πιὸ ἀξιοπρόσεκτο ὅμως εἶναι ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ὅρο «δυναμικὴ μετάφρασι» οἱ περισσότεροι κρύβουν τὴν ἀδυναμία τους· ὅτι δὲν καταλαβαίνουν καλὰ τί σημαίνει τὸ κείμενο ποὺ μεταφράζουν, καὶ τὸ ἀποδίδουν στὸ περίπου. καὶ κάνοντας τὸ μειονέκτημά τους πλεονέκτημα —μαγκιά τους—, σκεπάζουν μ᾿ αὐτὸ τὶς ἀρλοῦμπες των.
    
     2. Ἐρώτησι. Τί γνώμη ἔχετε γιὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ Nestle;
     Ἀπάντησι. Δὲν εἶναι ἔκδοσι ἀλλ᾿ ἐράνισμα ἀπὸ πέντε πρϋπάρχουσες κριτικὲς ἐκδόσεις· ἕνας ἄχρηστος ἀχταρμᾶς.
     Ἐρώτησι. Δηλαδή;
     Ἀπάντησι. Δηλαδὴ… δηλαδή… Νὰ σᾶς τὸ ἐκφράσω μ᾿ ἕνα ἀνέκδοτο γιὰ σπαγγορραμμένους. Μιὰ ὀχταμελὴς οἰκογένεια σπαγγορραμμένων, πάππος γιαγιὰ γονεῖς καὶ τέσσερα παιδιά, θέλησαν νὰ κάνουν ὅλοι τους ἀνάλυσι αἵματος, ἀλλ᾿ ἀντὶ γιὰ ὀχτὼ ἀναλύσεις νὰ πληρώσουν μόνο γιὰ μία. πῆραν λοιπὸν μέσα σὲ μία μόνο σύριγγα αἷμα ἀπ᾿ ὅλους κι ἔδωσαν τὸ κοκταίηλ γι᾿ ἀνάλυσι στὸ μικροβιολόγο. σὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναλύσεως ἐκείνης εἶναι τὸ «κριτικὸ» ἀποτέλεσμα τοῦ ἐρανίσματος τῶν Nestle - Aland.
     Ἀλλὰ καὶ οἱ πέντε «κριτικὲς» ἐκδόσεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες τσιμπολογάει τὸ τσιμπολόγημα τοῦ Nestle, δὲν εἶναι καθόλου «κριτικὲς» ἀλλὰ τελείως ἄκριτη δουλειά. τοὺς παρασκευαστάς των δὲν τοὺς ἔκοβε οὔτε νὰ διακρίνουν καὶ ξεχωρίσουν τὸν περγαμηνὸ τύπο κειμένου ἀπὸ τὸν ἄθλιο παπυρικὸ τύπο ποὺ υἱοθετοῦν βλακωδῶς, ὁ ὁποῖος μαστίζεται κι ἀπὸ κοπτισμό.
     Ἐρώτησι. Δηλαδή;
     Ἀπάντησι. Δηλαδὴ νά. τόσο στὴ Βίβλο ὅσο καὶ σ᾿ ὅλα τὰ χριστιανικὰ καὶ τὰ θύραθεν κείμενα ὑπάρχουν δύο τύποι κειμένου, ὁ παπυρικὸς κι ὁ περγαμηνός. ἡ περγαμηνὴ εἶναι μιὰ πολὺ ἀνθεκτικὴ καὶ σχεδὸν ἄφθαρτη γραφικὴ ὕλη, ποὺ δέχεται καὶ μιὰ ἀνεξίτηλη σιδηροῦχο μελάνη, ἡ ὁποία περιέχει γύρω στὸ 5% θειικὸ σίδηρο (FeSO4+ 7H2O). ὁ θειικὸς σίδηρος, ποὺ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ λέγεται μελαντηρία, ἀνακαλύφθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ὡς συστατικὸ τῆς γραφικῆς μελάνης ἀπὸ τοὺς Μακεδόνες στὰ χρόνια τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. γι᾿ αὐτὸ κι ἀπὸ τότε χρονολογοῦνται τ᾿ ἀρχαιότερα σῳζόμενα σήμερα χρωστικὰ κείμενα· τ᾿ ἀρχαιότερα τῆς ὥρας ἐκείνης σῳζόμενα σήμερα κείμενα εἶναι μόνο χαρακτικά. τὸ ὀρυκτὸ αὐτὸ καὶ φυσικὰ ἀνόργανο ὑλικὸ δὲν ἀποχρωματίζεται ποτέ, δὲν ξεθωριάζει στοὺς αἰῶνες. ἐπειδὴ δὲν ἑνώνεται μὲ τὸ ἀτμοσφαιρικὸ ὀξυγόνο, ποὺ ξεθωριάζει ὅλα τὰ ὀργανικὰ χρώματα. ἡ μελαντηρία ἢ θειικὸς σίδηρος κάνει τὴ μελάνη ἀνεξίτηλη· καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἄφθαρτη καὶ δεκτικὴ περγαμηνὴ μᾶς δίνει χειρόγραφα ἀθάνατα. σ᾿ αὐτὸ τὸ συνδυασμὸ γραφικῆς ὕλης καὶ μελάνης ὀφείλεται ἡ διάσωσι τοῦ 99% τῶν ἀρχαίων κειμένων· τὰ ὁποῖα καὶ σῴζονται σὲ κατάστασι ἄριστη. τὸ ὑπόλοιπο 1% τῶν κειμένων διασώθηκε τὸ μισὸ σὲ χαρακτικὰ χειρόγραφα (κυρίως μαρμάρινες ἐπιγραφὲς) καὶ τ᾿ ἄλλο μισὸ σὲ χρωστικὰ χειρόγραφα (κυρίως παπύρους). ὁ πάπυρος εἶναι ἕνα πολὺ λεπτὸ ψαθάκι (ψάθινο κόντρα πλακέ), τὸ ὁποῖο εὔκολα καὶ παρὰ τὴν ἁπαλὴ χρῆσι του σπάζει, τρυπάει, σχίζεται, χάνει γωνίες, καὶ σὲ 10 περίπου χρόνια μετρίας χρήσεως ξεπουπουλίζεται, κουρελιάζεται καὶ διαλύεται. ὅταν παπύρινο χειρόγραφο χρησιμοποιηθῇ ὡς πρότυπο ἀντιγραφῆς, τὸ κείμενο χάνει φράσεις λέξεις καὶ συλλαβές, οἱ ὁποῖες μερικὲς φορὲς «συμπληρώνονται» κιόλας ἀπὸ τὴ φαντασία τοῦ ἐμπορικοῦ γραφέως τῶν χειρογράφων, ποὺ εἶναι ἐνσυνείδητος ἢ ἀθέλητος παραχαράκτης καὶ πλαστογράφος. ἐπίσης ἡ μελαντηρία (FeSO4+7H2O) χημικῶς κατατρώει τὸν πάπυρο, καὶ οἱ λέξεις γίνονται τρύπες. καὶ μέσα σ᾿ ἐλάχιστα χρόνια κάνει τὸν πάπυρο ἕνα κατατρυπημένο κουρέλι. ἐνῷ ἡ περγαμηνὴ δέχεται τὴ σιδηροῦχο μελάνη καὶ τὴν κρατάει στοὺς αἰῶνες χωρὶς καμμιὰ ἀπολύτως φθορά. ἔτσι στὸν πάπυρο ἀναγκάστηκαν νὰ χρησιμοποιοῦν μόνο τὴν παλιὰ ὀργανικὴ ἀνθρακοῦχο μελάνη, ἡ ὁποία ξεθωριάζει σὲ 200 περίπου χρόνια μέχρι καὶ πλήρους ἐξαφανισμοῦ μερικὲς φορές. καὶ τρίτον μιὰ παπυρικὴ παράδοσι κειμένου σὲ 1000 χρόνια ἔχει περίπου 100 διαδοχικὲς ἀντιγραφές (ἀνὰ 10 χρόνια), ἐνῷ μιὰ περγαμηνὴ παράδοσι στὰ ἰσάριθμα χρόνια ἔχει περίπου 2 ἀντιγραφές· κι ἀπὸ εὐκρινὲς πρότυπο. καταλαβαίνει κανεὶς πόσο ἀνώτερος ποιοτικῶς εἶναι ὁ περγαμηνὸς τύπος κειμένου, αὐτὸς ποὺ προκύπτει ἀπὸ περγαμηνὴ παράδοσι, καὶ πόσο ἄθλιος ποιοτικῶς εἶναι ὁ παπυρικὸς τύπος κειμένου.
     Ὁ πάπυρος χρησιμοποιόταν στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴ λοιπὴ Αἴγυπτο, ἡ περγαμηνὴ στὴ Συρία, Μικρὰ Ἀσία, Βαλκάνια, καὶ Ἰταλία. τὰ θύραθεν, τὰ βιβλικά, καὶ τὰ χριστιανικὰ κείμενα τῆς περγαμηνῆς παραδόσεως (ἢ ἀντιοχειανῆς -κωνσταντινουπολιτικῆς - βυζαντινῆς) εἶναι ἀκέραια, τὰ τῆς παπυρικῆς ἢ ἀλεξανδρινῆς βρίσκονται σὲ ἄθλια κατάστασι. ὑπάρχουν ὅμως καὶ περγαμηνὰ χειρόγραφα ποὺ εἶναι γόνοι παπυρικῆς παραδόσεως. τέτοια ὕπουλα χειρόγραφα εἶναι οἱ κώδικες Α Β S ἢ Α Β א  (ἀλεξανδρινὸς βατικανὸς σιναϊτικὸς) τοῦ Δ΄ καὶ Ε΄ αἰῶνος, καὶ μερικὰ ἄλλα τοῦ Θ΄ καὶ Ι΄ αἰῶνος μεταγραμμένα στὴν καμπὴ τῆς μεταγραφῆς ἀπὸ τὴ μεγαλογράμματη στὴ μικρογράμματη γραφή.
     Οἱ ἀνεπιστήμονες καὶ ἄκριτοι ἐκδότες τῶν «κριτικῶν» ἐκδόσεων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐρανίστηκαν οἱ Nestle κι ὁ Aland τὸ κείμενο τοῦ βιβλιαρίου τους, βασίστηκαν μόνο στοὺς τρεῖς προειρημένους ἀθλίους κώδικες Α Β S λόγῳ τῆς ἀρχαιότητός των καὶ χρησιμοποίησαν μόνο γιὰ διακόσμησι καὶ φιγούρα καὶ μερικὰ ἄλλα χειρόγραφα. κι ἔβγαλαν ἕνα κείμενο ἀθλίας καταστάσεως, πρόσθετη τροφὴ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. ἦταν καθηγηταὶ πανεπιστημίου ἀλλ᾿ ὄχι κι ἐπιστήμονες. μερικοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν κυρίως ἔμποροι. ὁ Tischendorf ἦταν ἀρχαιοκάπηλος καὶ μαυραγορίτης ἔμπορος. οἱ Nestle ἦταν ἔμποροι, ὁ Aland φωτογράφος κι ἔμπορος. δὲν ἀντιλήφθηκαν τίποτε ἀπολύτως ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ λέω ἐδῶ. αὐτὰ ἦταν πάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητές των.
     Ὁ κοπτισμὸς τοῦ παπυρικοῦ τύπου κειμένου, τὸν ὁποῖο ἀνακάλυψα κι ὠνόμασα ἔτσι τὸ 1988 (Γραφικὰ 2,151), εἶναι φαινόμενο ἀποκλειστικῶς ἀφρικανικό. οἱ Ἀφρικανοὶ ὅλοι καὶ φυσικὰ οἱ Κόπτες (Αἰγύπτιοι, Ἀλεξανδρινοὶ) μιλοῦν πάντοτε μὲ τὰ ῥουθούνια, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολὺ ἔρρινα, μὲ πολὺ μ ν· λόγου χάρι ἀντὶ Πέτρος Πέτρου Γάλης λένε Μποῦτρος Μποῦτρος Νγκάλη. λὲν ἐπίσης μπίτσα καὶ μπιτσαρία ἀντὶ πίτσα καὶ πιτσαρία. ἔτσι στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀνέκαθεν μικρογραφιᾶδες καὶ μικρέμποροι βιβλίων παρασκεύαζαν ἄθλια ἀντίγραφα χειρογράφων γεμάτα ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἔρρινο ἀφρικανικὸ ῥουθουνισμό, μὲ ἄφθονα περιττὰ μ ν· λήμψομαι ἐλήμφθη ἀναλημφθήσεται ἀνελήμφθη λῆμψις ἀνάλημψις μετάλημψις προσωλημψία προσωπολημπτῶ ἀπροσωπολήμπτως κάμψα καμψίον καμψάκη Ἡρώνδας, ἔστιν τις, ἔφυγεν πᾶς, κλπ.. οἱ «κριτικὲς» ἐκδόσεις καὶ τὸ τσιμπολόγημα τοῦ Nestle εἶναι κατάφορτα ἀπὸ σκουπίδια κοπτισμοῦ. τοὺς «κριτικοὺς» ἐκδότες δὲν τοὺς ἔκοβε τόσο ποὺ νὰ καταλάβουν τὸ φαινόμενο αὐτὸ καὶ ν᾿ ἀποτοξινώσουν τὰ κείμενα ἀπὸ τὸν ἀφρικανικὸ ῥουθουνισμό.
     Γενικὰ μετὰ τὸ 1800 περίπου, ποὺ στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες ἄρχισαν ν᾿ ἀπορροφοῦν ὅλα τὰ πρώτης δευτέρας καὶ τρίτης διαλογῆς μυαλά, γιὰ τοὺς «βιβλικοὺς» ἔμειναν μόνο διανοητικὰ ἱζήματα, στοὺς ὁποίους τὸ νὰ καταλάβουν ὡρισμένα πράγματα εἶναι καὶ φύσει ἀδύνατο. ἡ ἐπισυμβαίνουσα ἔλλειψι ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως καὶ ἡ κακοήθεια ἐπιδεινώνουν τὴν κατάστασί τους. εἰδικὰ οἱ 27 ἄλλοτε λίγο καὶ ἄλλοτε πολὺ διαφορετικὲς μεταξύ τους ἐκδόσεις τοῦ Nestle ἔγιναν γιὰ κερδοσκοπία. κάθε νεώτερη ἔκδοσι ἀχρηστεύει τὶς προηγούμενες, μόλις ἐξαντληθῇ τὸ στόκ, ὑποχρεώνει τοὺς καθηγητὰς τύπου Ἀγουρίδου νὰ ξαναγοράζουν τὸ Nestle, καὶ αὐξάνει τὰ κέρδη τοῦ ἐκδότου.
 
 
        Πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε τὸ 2008 στὸν τόμο “Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου”.
 
Μελέτες 7 (2010)
 
 

 


 

24. ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ

 «Η ΚΛΟΠΗ»
 
Ῥητόν
 
    Πάρτε ἕναν τυχαῖο τόμο τῆς Ἑλληνικῆς Πατρολογίας τοῦ Μὶν (Migne, PG) κι ἀνοίξτε στὴ στήλη 101. ἐκεῖ θὰ δῆτε ὅτι οἱ στῆλες 101 κι 104 ἔχουν τὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ κείμενο, ἐνῷ οἱ στῆλες 102 κι 103 ἔχουν τὴ λατινική του μετάφρασι. αὐτὸ στὴν Πατρολογία αὐτὴ συμβαίνει καθ᾽ ὅλη τὴν ἔκτασι τοῦ ὁποιουδήποτε τόμου μὲ ἀπαράβατη συνέπεια. ὁποιονδήποτε σελιδάριθμό της διαιρέσουμε μὲ τὸ 4, ἂν ἀφήνῃ ὑπόλοιπο 0 ἢ 1, ἡ στήλη του περιέχει ἑλληνικὸ κείμενο, ἂν ἀφήνῃ ὑπόλοιπο 2 ἢ 3, περιέχει τὴ λατινική του μετάφρασι.
      Οἱ ξένοι βιβλικοὶ ἐπιστήμονες, ποὺ δὲν ξέρουν ἑλληνικά, ἢ ποὺ ξέρουν ὅτι τὸ ἀναγνωστικό τους κοινὸ δὲν ξέρει ἑλληνικά, ὅταν γιὰ τὴ Βίβλο χρησιμοποιοῦν ἀρχαῖες ἑρμηνευτικὲς ἢ εἰσαγωγικὲς ἢ ἱστορικὲς πληροφορίες ἀπὸ Ἕλληνες ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, ποὺ εἶναι καὶ οἱ σπουδαιότεροι, τὶς διαβάζουν καὶ τὶς παίρνουν ἀπὸ τὴ λατινική τους μετάφρασι, καὶ παραπέμπουν στὶς λατινικὲς στῆλες, οἱ ὁποῖες διαιρούμενες διὰ τοῦ 4 ἀφήνουν ὑπόλοιπο 2 ἢ 3.
      Οἱ Ἕλληνες βιβλικοί, ποὺ κανείς τους δὲν ξέρει λατινικά, καὶ εἶναι καὶ Ἕλληνες ποὺ ἀπευθύνονται σὲ Ἕλληνες, καὶ τὸ ἑλληνικὸ κείμενο ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι προτιμητέο ὡς πρωτότυπο, ὑποτίθεται ὅτι διαβάζουν πληροφοροῦνται καὶ παραπέμπουν στὶς ἑλληνικὲς στῆλες, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἐρευνοῦν καὶ καταλαβαίνουν˙ καὶ τὸ ἀναγνωστικό τους κοινὸ βέβαια ἑλληνικὰ διαβάζει καὶ στὶς ἑλληνικὲς στῆλες πρέπει νὰ τὸ παραπέμπουν.
 
 
Δίδαγμα
 
    Δὲν γίνεται ὅμως πάντοτε ἔτσι. οἱ Ἕλληνες βιβλικοὶ «ἐπιστήμονες» συχνὰ παραπέμπουν στὶς λατινικὲς στῆλες. ὄχι διότι αὐτοὶ ἢ τὸ κοινό τους ξέρουν τὰ λατινικὰ καλλίτερα ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ―κάθε πρωτότυπο ἄλλωστε εἶναι αὐθεντικώτερο ἀπ᾽ ὁποιαδήποτε μετάφρασί του, κι ἀξίζει τὸν κόπο, ἔστω καὶ μὲ περισσότερες δυσκολίες, ἀπ᾽ αὐτὸ νὰ πληροφορῆσαι καὶ σ᾽ αὐτὸ νὰ παραπέμπῃς―, ἀλλὰ διότι δὲν ἐρευνοῦν πουθενά, οὔτε στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο οὔτε στὶς λατινικὲς μεταφράσεις, ἀλλὰ ξεσηκώνουν τὶς ἕτοιμες λατινικὲς παραπομπὲς ἀπὸ τοὺς ξένους, τοὺς ὁποίους θαυμάζουν κι ἀντιγράφουν. καὶ δὲν σκέφτονται ―προφανῶς δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ σκεφτοῦν, γιατί, ἂν εἶχαν τὴ δυνατότητα, δὲν θὰ τὸ ἔκαναν― ὅτι οἱ παραπομπές τους εἶναι φάλτσες˙ φάλτσες καὶ πολὺ προδοτικές˙ τοὺς προδίδουν ὅτι κλέβουν˙ ὅτι αὐτὸ εἶναι κλοπή˙ κλοπὴ καὶ λεηλασία˙ ὅτι οἱ παραπομπές τους διαιρούμενες διὰ τοῦ 4 ἀφήνουν ὑπόλοιπο 2 ἢ 3. ἐννοεῖται ὅτι οἱ «ἐπιστήμονες» αὐτοὶ οὔτε ἰδέα ἔχουν ὅτι τοὺς συμβαίνει αὐτὸ ἢ ὅτι αὐτὸ ἐλέγχεται τόσο εὔκολα, χωρὶς κἂν ν᾽ ἀγγίξῃς τὴν Πατρολογία τοῦ Μίν. κάνουν σὰ τὸ μαθητὴ ἐκεῖνο τὸν κουμπούρα, ποὺ ἔγραψε σὲ «σκονάκια» τὴ μετάφρασι ὅλων τῶν λατινικῶν του, μία μία παράγραφο, καὶ ὅταν ὁ καθηγητής του στὶς γραπτὲς ἐξετάσεις ἔδωσε τὸ κείμενο μισῆς μόνο παραγράφου, αὐτὸς ἔγραψε τὴ μετάφρασι ὅλης τῆς παραγράφου˙ γιατὶ δὲν ἤξερε ποῦ σταματάει τὸ κείμενο.
        Πάρτε τὰ «συγγράμματα» καὶ τὶς λοιπὲς «ἐργασίες» τῶν Ἑλλήνων βιβλικῶν «ἐπιστημόνων»˙ χωρὶς νὰ δῆτε τὴν Πατρολογία τοῦ Μίν, στὸ σπίτι σας, ξαπλωμένοι ἄνετα στὸν καναπέ, διαιρέστε διὰ τοῦ 4 τὴν ὁποιαδήποτε παραπομπή τους σ᾽ αὐτὴ τὴν Πατρολογία, ἢ ἔστω διαιρέστε τὰ δυὸ τελευταῖα ψηφία τοῦ σελιδαρίθμου, καὶ θὰ δῆτε πόσες φορὲς παραπέμπουν σὲ λατινικὲς στῆλες. καὶ μὴ νομίσετε ὅτι μόνο αὐτὲς εἶναι κλεμμένες. πολλὲς φορὲς οἱ ξένοι ξέρουν λίγα ἑλληνικά, καὶ γιὰ περισσότερη φιγούρα προτιμοῦν νὰ παραπέμπουν στὶς ἑλληνικὲς στῆλες˙ κι ἔτσι ἡ κλοπὴ τῶν δικῶν μας δὲν φαίνεται. καὶ μία λατινικὴ παραπομπὴ ἂν βρῆτε στὸν δικόν μας, νὰ ξέρετε ὅτι οἱ παραπομπές του ὅλες εἶναι κλεμμένες˙ ἡ ἑλληνομάθεια τῶν ξένων εἶναι ἐκείνη ποὺ τοὺς καλύπτει. μή φοβηθῆτε καὶ μὴ διστάσετε νὰ ἐξετάσετε ἔτσι καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους, τοὺς πολὺ πολὺ μεγάλους˙ ἐκεῖ θὰ δῆτε τὴ μεγαλοσύνη τους. θὰ δῆτε ὅτι δὲν εἶναι οὔτε μικρομεσαῖοι. εἶναι μόνο ξεσηκωταὶ ξένων ξυλοκεράτων (ξξξ, ξοῦ ξοῦ ξοῦ, νὰ τὸ θυμᾶστε).
       Ἔχουν ὅμως οἱ «βιβλικοί» μας «ἀπόψεις»˙ «ἀπόψεις» νὰ δῆτε! ἐπειδὴ φαντάζονται ὅτι παρ᾽ ὅλα τὰ χάλια τους μποροῦν νὰ ἔχουν ἀπόψεις.
 
 
Μελέτες 7 (2010)

 

 


 

 
25. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ
   
     Ἡ μετάφρασι τοῦ Κρητὸς Ἱλαρίωνος, Σιναΐτου μοναχοῦ κι ἔπειτα ἐπισκόπου Τυρνόβου Βουλγαρίας, ἔγινε τὸ 1818 - 1828 στὴν Κωνσταντινούπολι μὲ πρωτοβουλία καὶ δαπάνες τῶν ἀγγλικανῶν Ἄγγλων, κι ἀπ᾿ αὐτὴ δημοσιεύτηκαν μόνο ἡ Καινὴ Διαθήκη καὶ τὸ Ψαλτήριον (1827 - 1828). οἱ ἀγγλικανοί, ποὺ προσέλαβαν καὶ πλήρωσαν τὸν Ἱλαρίωνα καὶ τοὺς δυὸ συνεργάτες του, δὲν δημοσίευσαν ποτὲ μέχρι σήμερα τὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
     Ὁ λόγος τῆς μὴ δημοσιεύσεως ἦταν ἡ διαφωνία τους μὲ τὸν Ἱλαρίωνα γιὰ τὸ ποιός Κανὼν καὶ ποιό κείμενο θὰ μεταφραζόταν. τὰ διαφωνοῦντα μέρη ἦταν ἀκριβέστερα τὰ ἑξῆς. οἱ ἀγγλικανοὶ Ἄγγλοι Usko, Williamson, Pinkerton, καὶ Leeves, ὁ ἐκ τῶν συνεργατῶν τοῦ Ἱλαρίωνος Κ. Βαρδαλάχος, καὶ ὁ Κοραῆς ἐπέμεναν ὅτι πρέπει νὰ μεταφραστῇ ὁ ἰουδαϊκὸς - προτεσταντικὸς Κανὼν κι ἀπὸ τὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ κείμενο. ὁ Ἱλαρίων βέβαια καὶ οἱ Ἄγγλοι ἑβραϊκὰ δὲν ἤξεραν καθόλου, ἀλλ᾿ οἱ Ἄγγλοι ὡς «θεῖον ἑβραϊκὸν ἀρχέτυπον» ἐννοοῦσαν τὴν ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ μετάφρασι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τοῦ 1611. ἐννοοῦσαν ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐξηγοῦσαν καὶ θὰ ὑπαγόρευαν στὸν Ἱλαρίωνα, κι ὁ Ἱλαρίων θὰ διατύπωνε τὴ μετάφρασι στὴν ἑλληνική. ὁ Ἱλαρίων ὅμως καὶ ὁ ἄλλος συνεργάτης του ἀρχιμανδρίτης Κωνστάντιος ὁ μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κωνστάντιος Α΄ (1830 - 34) αὐτὸ δὲν τὸ δέχτηκαν, οὔτε καμμιὰ ἄλλη ἐπιτήρησι, καὶ μετέφρασαν αὐθαίρετα τὸν παπικὸ Κανόνα τῆς ἐν Τριδέντῳ συνόδου τοῦ 1545· ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη κι ἀπὸ τὸ ἑλληνιστικό τους κείμενο τὰ ἄλλα βιβλία. ὁ τότε πατριάρχης Κύριλλος F΄ ὑποστήριζε τὸν Ἱλαρίωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε, κι ὁ διάδοχός του Γρηγόριος Ε΄ ὑποστήριζε στὴν ἄποψι τοὺς προτεστάντες· καὶ μετὰ λίγον καιρὸ ἐκτελέστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. ἕνα δεύτερο αἴτιο τῆς μὴ δημοσιεύσεως τῆς μεταφράσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ὅτι ὁ Ἱλαρίων ἔκανε παράφρασι καὶ ὄχι μετάφρασι. μετέφραζε δηλαδὴ μὲ πολλὰ λόγια, πολὺ περισσότερα ἀπὸ κεῖνα τοῦ κειμένου (Μεταλληνὸς Γ. Δ., «Τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τὴν νεοελληνικὴν κατὰ τὸν ΙΘ΄ αἰ.»).
     Πιστεύω ὅτι ὁ Ἱλαρίων ἑρμήνευσε σωστὰ πολλὰ χωρία τῶν Ο΄ δύσκολα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀγγλικανοὶ ἔμαθαν γιὰ πρώτη φορὰ τότε ἀπ᾿ αὐτόν. μὲ κανέναν τρόπο βέβαια δὲν θὰ ἐκτύπωναν ποτὲ μιὰ Βίβλο ποὺ δὲν θὰ ἦταν μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεως· οὐδέποτε μιὰ μετάφρασι ἀπὸ τοὺς Ο΄· οἱ ἀγγλικανοὶ καὶ οἱ λοιποὶ προτεστάντες εἶναι πολὺ μισαλλόδοξοι· φαίνονται ἀνεκτικοί, μόνον ὅταν γίνεται τὸ δικό τους. ἀλλὰ μιὰ καλὴ ἑρμηνεία ἀπὸ τοὺς Ο΄ τὴν ἤθελαν, γιὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλεύωνται ἄλλως πως, ὅποτε θὰ ἤθελαν. στὴν πραγματικότητα μέχρι σήμερα δὲν ὑπάρχει μετάφρασι τοῦ κειμένου τῶν Ο΄, καὶ μιὰ τέτοια εἶναι πολὺ λαχταριστὸ ζητούμενο ἀπ᾿ ὅλους· καὶ ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους· ὄχι γιὰ χρῆσι ἀλλὰ γιὰ σπουδές. ὁ Γιαννακόπουλος καὶ ὁ Τρεμπέλας μὲ τοὺς μαθητάς του μεταφράζουν μὲν τοὺς Ο΄, μόνον οἱ δυὸ αὐτοί, ἀλλὰ μέσῳ Εὐρωπαίων ἑρμηνευτῶν καὶ μεταφραστῶν τοῦ μασοριτικοῦ ἐπηρεάζονται πολὺ ἀπ᾿ αὐτό. γι᾿ αὐτὸ πιστεύω ὅτι στὴν προαναγγελλόμενη «μετάφρασι ἀπὸ τοὺς Ο΄», ἡ ὁποία θὰ κυκλοφοροῦσε τὸ 2004 «μὲ τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες» (τί ἀλλόκοτη φιλοδοξία κι αὐτή! ἐκπεφρασμένη ἀπὸ τοὺς Γ. Γαλίτη, Μ. Κωνσταντίνου καὶ Μ. Χατζηγιάννη), οἱ μεταφρασταὶ θὰ ἔχουν τυφλοσῦρτες 1) τὴν ἄγνωστη στὸ κοινὸ μετάφρασι τοῦ Ἱλαρίωνος, 2) τὴ μετάφρασι - παράφρασι τοῦ Γιαννακοπούλου, καὶ 3) τὴν παράφρασι τοῦ Τρεμπέλα καὶ τῶν μαθητῶν του. οἱ ἴδιοι δὲν φαίνονται νὰ μποροῦν νὰ μεταφράσουν τοὺς Ο΄. γνωρίζω καλὰ τὶς δυνατότητές των. στὴ μετάφρασι ποὺ θὰ προκύψῃ, ὅ,τι καλὸ δὲν θὰ εἶναι τοῦ Γιαννακοπούλου, τοῦ Τρεμπέλα, καὶ τῶν μαθητῶν του. θὰ εἶναι, φρονῶ, τοῦ Ἱλαρίωνος. τὴ μετάφρασι αὐτὴ οἱ ἀγγλικανοὶ δὲν τὴ χρειάζονται γιὰ τοὺς σκοπούς των καθόλου, ἀλλὰ θὰ εἶναι μόνο ἕνα χατίρι στοὺς ὀρθοδόξους Ἕλληνες, τὸ ὁποῖο δὲν ξέρω γιατί καὶ πόσο ἔχουν ὄρεξι νὰ τοὺς τὸ κάνουν, τώρα μάλιστα ποὺ ἡ «ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ» (= ἀγγλικοῦ) μετάφρασί τους κυκλοφόρησε καὶ ἔγινε ἀνεκτή.
 
 
       Πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε τὸ 2008 στὸν τόμο
“Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου”.
 
Μελέτες 8 (2010)
 


 
26. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΒΑΜΒΑ
    
     Ἡ μετάφρασι τῆς Βίβλου ἡ λεγομένη «τοῦ Βάμβα» ἔγινε σὲ 10 χρόνια, ἀπὸ τὸ 1829 μέχρι τὸ 1838· τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ 1829 - 1836 στὴν Κέρκυρα, τῆς Καινῆς Διαθήκης τὸ 1836 - 38 στὴν Ἀθήνα. ἔγινε μὲ πρωτοβουλία καὶ δαπάνες τῶν ἀγγλικανῶν Ἄγγλων, ποὺ κατεῖχαν τὰ Ἑπτάνησα, γιὰ λογαριασμὸ κυρίως τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἄγγλων ἀγγλικανῶν προσηλυτιστῶν εἰς βάρος τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. τὴ μετάφρασι ἔκαναν πέντε μεταφρασταί, δύο Ἄγγλοι ἀγγλικανοὶ καὶ τρεῖς Ἕλληνες ὀρθόδοξοι· οἱ Ἄγγλοι H. D. Leeves (Λὴβς) καὶ I. Lowndes (Λάουντς) καὶ οἱ Ἕλληνες Ν. Βάμβας (ἀρχιμανδρίτης), Κ. Τυπάλδος, καὶ Γ. Ἰωαννίδης. στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ δυὸ Ἄγγλοι ἐξηγοῦσαν στοὺς Ἕλληνες τὴν ἀγγλικὴ ἰακωβιανὴ μετάφρασι τοῦ 1611 —αὐτὸ εἶναι τὸ «ἑβραϊκὸν θεῖον ἀρχέτυπον»— καὶ οἱ τρεῖς Ἕλληνες διατύπωναν τὴν ἐξήγησί τους στὴν ἑλληνική. μετέφρασαν ὁ Βάμβας τὰ βιβλία Ἔξ, Α΄-Δ΄ Βα, Α΄-Β΄ Πα, Ἔσ-Νε, Ἠσ, Ἰζ, καὶ τὴν Ἐσθήρ· (45%)· ὁ Τυπάλδος τὰ βιβλία Γε, Λε, Κρ, Ῥθ, Ψα, Ἰβ, Πρμ, Ἐκ, Ἆσ, Ἰε, Θρ, Δα, Δώδεκα μικροὶ προφῆται· (42%)· κι ὁ Ἰωαννίδης τὰ βιβλία Ἀρ, Δε, Ἰη· (13%). τὴν Καινὴ Διαθήκη «μετέφρασε» ὁλόκληρη ὁ Βάμβας, ἐνῷ ὁ Ἄγγλος Λάουντς τοῦ τὴν ἐξηγοῦσε ἀπὸ τὴν προειρημένη ἀγγλικὴ μετάφρασι. τὴν εὐθύνη νὰ συμφωνοῦν τὰ κύρια μόνο ὀνόματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴ γραφή τους στὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ εἶχε ἕνας Ἰουδαῖος ποὺ δὲν κατονομάζεται. ἐλεγκταὶ κι ἐπιμεληταὶ τῆς μεταφράσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν οἱ 5 μεταφρασταὶ (2 Ἄγγλοι καὶ 3 Ἕλληνες), ὁ Ἰουδαῖος, οἱ Ἕλληνες Χ. Νικολαΐδης, Κ. Ἀσώπιος, Ἀ. Κάλβος, Παρθένιος Κύπριος, ὁ Ἄγγλος Winnock, καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ E. Riggs καὶ T. W. Meller· τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Ἄγγλος Λήβς, ὁ Ἕλληνας Βάμβας, οἱ μεταφρασταί, καὶ οἱ Ἕλληνες Χ. Νικολαΐδης, Σ. Βαλέττας, καὶ Κ. Κοντογόνης. πέντε μεταφρασταὶ καὶ δέκα ἐπιμεληταί· σύνολο 15 ἄτομα, 3 Ἄγγλοι, 2 Ἀμερικανοί, 1 Ἰουδαῖος, κι 9 Ἕλληνες· ἢ ἄλλως 8 ὀρθόδοξοι, 6 ἀγγλικανοί, (διότι ὁ Κάλβος ἦταν ἀγγλικανός), καὶ 1 Ἰουδαῖος. ἡ πληρωμὴ τῶν ἀμοιβῶν σ᾿ ὅλους γινόταν ἀπὸ τοὺς δυὸ Ἄγγλους Λὴβς καὶ Λάουντς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς προσέλαβαν. οἱ ἐκτυπώσεις ἄρχισαν μερικῶς τὸ 1831 κι ὡλοκληρώθηκαν τὸ 1844. ὡς ἑνιαία Βίβλος ἡ μετάφρασι ἐκτυπώθηκε τὸ 1851. μέχρι τότε σὲ κάθε μερικὴ ἀνατύπωσι γίνονταν καὶ διορθώσεις· ἐπὶ 20 χρόνια. μὲ πλαγιοσημειωμένες παραπομπὲς παραλλήλων χωρίων ἡ μετάφρασι ἐκτυπώθηκε τὸ 1866 (Μεταλληνοῦ Γ. Δ., «Τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τὴν νεοελληνικὴν γλῶσσαν κατὰ τὸν ΙΘ΄αἰῶνα, Ἀθῆναι 1977).
     Ἐκδημοτικισμὸς τῆς μεταφράσεως «τοῦ Βάμβα» εἶναι οἱ ἀκόλουθες «μεταφράσεις» ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν Ἑλλάδα, δυὸ προτεσταντικὲς καὶ μία «ὀρθόδοξη». 1) τοῦ Σ. Ἰωαννίδου τοῦ 1994, προτεσταντική. 2) τοῦ Σ. Φίλου τοῦ 1995, προτεσταντική. 3) τοῦ Β. Βέλλα, τὴν ὁποία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐκδημοτίκισαν περισσότερο τὸ 1997 οἱ Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδόπουλος, Π. Σιμωτᾶς, Β. Τσάκωνας, Μ. Κωνσταντίνου, καὶ κυρίως ἡ Κ. Χιωτέλλη, στὴ δὲ Καινὴ Διαθήκη οἱ Σ. Ἀγουρίδης, Π. Βασιλειάδης, Ἰω. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, Ἰω. Καραβιδόπουλος, Β. Στογιάννος, καὶ κυρίως ὁ Β. Φόρης, καὶ ἡ Κ. Χιωτέλλη. ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς μόνον ὁ Φίλος ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι μόνο ἁπλουστευτὴς κι ἐκδημοτικιστὴς τοῦ Βάμβα.
     Γιὰ τοὺς πλείστους τῶν ἀνθρώπων τὴν ἐθνικὴ συνείδησι καὶ τὸ ἐθνικὸ φρόνημα προσδιορίζουν ἡ γλῶσσα καὶ τὸ θρήσκευμα. ἔτσι λόγου χάρι οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔγιναν Τοῦρκοι καὶ οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς Νοτίου Ἰταλίας καὶ Σικελίας ἔγιναν Ἰταλοί. μετὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὸ θρήσκευμα ἡ ἐθνικὴ - φυλετικὴ καταγωγὴ μυθολογεῖται εὔκολα, ὅπως φαίνεται σήμερα καὶ στὴν προσπάθεια ἐκναζισμοῦ - ἐκγερμανισμοῦ τῶν λεγομένων Ἑλληναράδων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται σὲ πολλὴ καὶ ἀστεία μυθολογία γύρω ἀπὸ τὴν καταγωγὴ τοῦ ἀρίου ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. καὶ οἱ Ἄγγλοι, ὅταν ἦταν βρετανικὴ αὐτοκρατορία ἰμπεριαλιστικὴ κι ἀποικιοκρατική, ἔδιναν σ᾿ αὐτὸ πολλὴ σημασία. καὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνες ἤθελαν πολὺ μιὰ ἀγγλοποίησι, τὴν ὁποία ἀποπειράθηκαν ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα καὶ τὴν Κύπρο, ποὺ κατεῖχαν. προπομποὺς τῆς προσκτήσεως κι ἀφομοιώσεως εἶχαν τοὺς λεγομένους ἱεραποστόλους, ἀγγλικανοὺς προσηλυτιστὰς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι χρειάζονταν καὶ μιὰ τοπικὴ μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς ἀγγλικανικῆς Βίβλου τοῦ 1611. ἔπρεπε πρῶτα νὰ «ἐκχριστιανίσουν» τὴν Ἑλλάδα κι ἔπειτα νὰ τὴν ἔχουν ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ἐπικρατείας των. γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἵδρυσαν στὴν Κέρκυρα, στὸ Ἰόνιο πανεπιστήμιο, μιὰ μικρὴ καὶ βραχύβια θεολογικὴ σχολὴ ὀλιγοδάπανη καὶ ἐλεγχόμενη ἀπὸ τοὺς ἀγγλικανούς, ὅπου πῆραν μερικοὺς Ἕλληνες ποὺ γνώριζαν ἀνάγνωσι καὶ γραφή, καὶ τοὺς ἔχρισαν καθηγητὰς πανεπιστημίου· καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀφοσίωσί τους στὸν ἐξαγγλισμὸ τῶν Ἑλλήνων κι ἐξαγγλικανισμὸ τῶν ὀρθοδόξων τοὺς πρόβαλλαν καὶ τοὺς καλοπλήρωναν. ἄλλοι ἄνθρωποι ἀγαποῦν τὴ δόξα κι ἄλλοι τὸ χρῆμα, ἀλλὰ καὶ τὰ δυὸ μαζὶ πολὺ περισσότεροι. τέτοιοι γενίτσαροι τῶν Ἄγγλων ἦταν ὁ ἀγγλικανὸς Ἕλληνας ψευτολόγιος καὶ ψευτοποιητὴς Ἀνδρέας Κάλβος καὶ οἱ τρεῖς «καθηγηταὶ πανεπιστημίου» - μεταφρασταὶ Βάμβας, Τυπάλδος, καὶ Ἰωαννίδης. καὶ μετὰ τὴν καθηγητοποίησί τους οἱ Ἄγγλοι τοὺς προσέλαβαν καὶ γιὰ τὸ κύριο ἔργο τους, τὴ μετάφρασι τῆς ἀγγλικῆς ἀγγλικανικῆς Βίβλου τοῦ 1611 στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. ἡ ἀμοιβὴ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίσημη τέτοια, ἦταν ἔμμεσα ἀλλὰ σαφέστατα καὶ τὸ «Ἢ μεταφράζετε ὅπως σᾶς ὑπαγορεύουμε, καὶ παραμένετε καθηγηταὶ πανεπιστημίου, ἤ, ἂν δὲν μεταφράζετε, ξαναγυρίζετε στὰ πρόβατα». αὐτὸ τὸν αἰσχρὸ ῥόλο ἔπαιξαν τόσο τὸ τότε Ἰόνιο πανεπιστήμιο ὅσο καὶ ἡ μετάφρασι «τοῦ Βάμβα». ὁ θεὸς καὶ ἡ «ἐπιστήμη» ὅμηροι στὴν ὑπηρεσία τοῦ βρετανικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ. τἄκανε αὐτὰ πρὶν ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους καὶ ὁ πάπας τῆς Ῥώμης. οἱ Ἄγγλοι προτεστάντες ἦρθαν τὸ πολὺ δεύτεροι. αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται τώρα μὲ τὶς προειρημένες μεταφράσεις τῶν Βαμβαϊδῶν τοῦ 1967, 1985, 1994, 1995, καὶ 1997 εἶναι τελευταῖα κι ἀτροφικὰ κύματα τῆς ἴδιας προσπαθείας, ποὺ πνέει τὰ λοίσθια.
 
 
Πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε τὸ 2008 στὸν τόμο
 “Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου”.
 
Μελέτες 8 (2010)
 
 
 

 


 

 
27. ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑΙ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΕΓΚΤΑΙ ΤΟΥΣ
 
Ὁ ῥόλος τῶν μεταφραστῶν καὶ τῶν ἐλεγκτῶν μιᾶς ὁποιασδήποτε προτεσταντικῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τῆς Βίβλου
 
     Γίνεται μιὰ μετάφρασι τῆς Βίβλου ἢ μόνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, συνήθως προτεσταντικὴ μὲ Ἕλληνες «ὀρθοδόξους» μεταφραστάς, «διακεκριμένους» μάλιστα, καὶ συνήθως γεμάτη λάθη. εἶναι προτεσταντική, ἐπειδὴ προτεστάντες ἀποφασίζουν νὰ τὴν κάνουν, προτεστάντες κρατοῦν τὴν πρωτοβουλία μέχρι τέλους, προτεστάντες προσλαμβάνουν ἢ κι ἀπολύουν κι ἀντικαθιστοῦν τοὺς «ὀρθοδόξους» μεταφραστάς, προτεστάντες κάνουν ὅλες τὶς δαπάνες, προτεστάντες πληρώνουν τοὺς ὀρθοδόξους μεταφραστὰς καὶ παζαρεύουν τὶς ἀμοιβές των, καὶ γιὰ σκοποὺς τῶν ἐν Ἑλλάδι προτεσταντῶν προσηλυτιστῶν κάνουν τὴ μετάφρασι. τὰ πέντε αὐτὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ὅλες τὶς περιπτώσεις σαφῆ καὶ ἀναντίρρητα· ἀπὸ τὴν ὁλλανδικῶν ἰμπεριαλιστικῶν συμφερόντων καλβινικὴ ἑλληνικὴ μετάφρασι τοῦ Μαξίμου Καλλιουπολίτου τὸ 1638 μέχρι καὶ τὴ μετάφρασι τῶν 14 (7 τῆς Παλαιᾶς καὶ 8 τῆς Καινῆς) τοῦ 1985 καὶ 1997. εἶναι «ὀρθόδοξοι», ἐπειδὴ τυπικὰ εἶναι μέλη τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὀρθόδοξος παπᾶς τοὺς βάφτισε μωρά, ἔχουν σπουδάσει στὸ ἐξωτερικὸ κάτω ἀπὸ προτεστάντες καθηγητάς, τοὺς ὁποίους θαυμάζουν καὶ σέβονται ὅσο κανέναν ἄλλον, ἔχουν τὰ δημοσιευμένα γραπτά τους μουλιασμένα στὶς προτεσταντικὲς ἀπόψεις, δὲν ἔχουν ποτὲ τὴν ἀρχικὴ ἀπόφασι καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ πρωτοβουλία τῆς μεταφράσεως ποὺ «φτιάχνουν», ἔχουν προσληφθῆ γιὰ τὴ σχετικὴ ὑπηρεσία τους ἀπὸ προτεστάντες, ποὺ εἶναι τ᾿ ἀφεντικά τους, εἶναι πληρωμένοι ἀπὸ προτεστάντες —ἐννοῶ τοὐλάχιστο τὶς ἀμοιβές των γιὰ τὴν ὑπηρεσία τους—, θέλοντας ἢ μὴ ξέροντας μεταφράζουν ἀπὸ τὴν ἰακωβιανὴ ἀγγλικανικὴ ἀγγλικὴ μετάφρασι τῆς Βίβλου τοῦ 1611, ἢ κι ἀπὸ τὴν προτεσταντικὴ γερμανικὴ τοῦ Λουθήρου τοῦ 1534, τόσο τὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, διότι ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μετάφρασι τῶν Ο΄ καὶ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πρωτότυπο τῆς Καινῆς Διαθήκης μέχρι στιγμῆς δὲν φαίνεται νὰ μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴ Βίβλο καὶ νὰ τὴ μεταφράσουν, στὴ μεταφραστική τους ὑπηρεσία βρίσκονται συνεχῶς κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἐπιτήρησι τῶν προτεσταντῶν ἐργοδηγῶν τους, καὶ παρασκευάζουν μιὰ μετάφρασι, ἡ ὁποία ὀρθοδόξως κι ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ἀπαράδεκτη, ἐνῷ ἐξυπηρετεῖ θαυμάσια τοὺς ἐν Ἑλλάδι προτεστάντες προσηλυτιστὰς εἰς βάρος τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. εἶναι ἀκριβῶς ὅπως, ἂν καταταγῶ στὴ γαλλικὴ λεγεῶνα τῶν ξένων μισθοφόρων, ἐξακολουθῶ βέβαια νὰ εἶμαι Ἕλληνας, ἀφοῦ Ἕλληνας γεννήθηκα, ἀλλ᾿ εἶμαι Γάλλος στρατιώτης· κι ἂν ἡ Γαλλία ἐπιτεθῇ στὴν Ἑλλάδα, θὰ πολεμήσω ὡς Γάλλος στρατιώτης ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. ἀκριβῶς ἔτσι. κι ἂν προσυπολογίσω καὶ τὶς σπουδὲς τῶν «ὀρθοδόξων» σὲ προτεστάντες καθηγητάς, εἶναι ἀκριβῶς σὰ νὰ εἶμαι ὀρθοδόξου καταγωγῆς προσήλυτος τῶν προτεσταντῶν, ποὺ ἐν συνεχείᾳ τοποθετήθηκα ὡς παρατηρητὴς στὴν ὀρθοδοξία, γιὰ νὰ ὑπηρετῶ τοὺς σκοποὺς τῶν προτεσταντῶν· ἀκριβῶς ἔτσι. διότι ὁ καθένας δουλεύει γιὰ κεῖνον ποὺ τὸν πληρώνει. ἂν δὲν δουλεύῃ γιὰ κεῖνον, ἐκεῖνος δὲν τὸν πληρώνει.
     Γίνεται λοιπὸν μιὰ τέτοια μετάφρασι τῆς Βίβλου στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τέτοιους μεταφραστὰς καὶ γιὰ τέτοιους σκοπούς. κι ἐπειδὴ εἶναι κατάφορτη ἀπὸ λάθη, ἀρχίζουν οἱ ὀρθόδοξοι ἐπιστήμονες ν᾿ ἀρθρογραφοῦν ἐπιθετικὰ ἐλέγχοντας τὰ λάθη καὶ τὶς ἀρλοῦμπες τῆς μεταφράσεως. καὶ μερικοὶ καλοὶ ἐπιστήμονες βρίσκουν βαριὰ λάθη καί, γιὰ νὰ ἐλέγξουν τοὺς μεταφραστὰς ὡς ἀποτυχημένους, δίνουν στὰ σχετικὰ δύσκολα χωρία τὴ σωστὴ ἑρμηνεία καὶ μετάφρασι. ξέρετε τί γίνεται τότε;
     1. Οἱ προτεστάντες καὶ οἱ «ὀρθόδοξοι» μεταφρασταὶ δὲν ἀπαντοῦν ποτέ. γράφουν γράφουν οἱ ὀρθόδοξοι, συνήθως ἐπὶ 20 χρόνια, κι ἔπειτα σταματοῦν· διότι βαρέθηκαν ἢ γήρασαν ἢ πέθαναν.
     2. Ὅταν ἡσυχάσουν ὅλοι, ἡ μετάφρασι θριαμβεύει ὡς «ἀπυρόβλητη» καὶ «ἄτρωτη», κι ἐπικρατεῖ καὶ «καταξιώνεται», γιὰ νὰ μὴν προσθέσω ὅτι καὶ ἱεροποιεῖται.
    3. Σὲ κάθε ἀνατύπωσι τῆς μεταφράσεως οἱ προτεστάντες καὶ οἱ μισθοφόροι τους λαμβάνουν σιωπηρῶς ὑπ᾿ ὄψι τους τὶς σωστὲς παρατηρήσεις - ἑρμηνεῖες - μεταφράσεις ἐκείνων ποὺ τοὺς ἤλεγξαν, καὶ διορθώνουν τὰ λάθη τους καὶ ἀπαλείφουν τὶς κοτσάνες των στὰ πιὸ δύσκολα χωρία μάλιστα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἦταν ἑρμηνευτικῶς ἀπροσπέλαστα καὶ στὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἔδειχναν τὴν κακὴ ποιότητα τῆς μεταφράσεώς των. διορθώνουν τὴ μετάφρασί τους σὲ καιρὸ ποὺ κανεὶς δὲν θυμᾶται τὰ ἐπιθετικὰ - διορθωτικὰ ἄρθρα τῶν ἐλεγκτῶν· καὶ ἂν τὰ θυμηθῇ βέβαια, δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βρῇ. καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πλέον ποιοί εἶναι οἱ ἀκούσιοι καὶ ἄμισθοι καὶ ἀξιέπαινοι καλοὶ μεταφρασταὶ τῆς ἀρχικὰ ἄθλιας προτεσταντικῆς μεταφράσεως, οἱ ἀφανεῖς αὐτοὶ ἥρωες, οἱ κατ᾿ ἐξοχὴν μεταφρασταὶ τῆς προτεσταντικῆς μεταφράσεως, αὐτοὶ ποὺ μετέφρασαν τὰ δυσερμήνευτα καὶ δυσμετάφραστα χωρία τῆς Βίβλου, τὰ ὁποῖα δὲν καταλαβαίνουν οἱ προτεστάντες καὶ οἱ μισθοφόροι τους, ἐνῷ ἐκεῖνοι μετέφρασαν μόνο τὶς φράσεις τοῦ εὔκολου φόντου, λόγου χάριν Ἰωσὴφ δὲ κατήχθη εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν Πετεφρῆς ὁ εὐνοῦχος φαραὼ ὁ ἀρχιμάγειρος, ἀνὴρ Αἰγύπτιος, ἐκ χειρῶν τῶν Ἰσμαηλιτῶν, οἳ κατήγαγον αὐτὸν ἐκεῖ, ἢ Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ καὶ λῃσταῖς περιέπεσε. κανεὶς δὲν θυμᾶται τοὺς καλοὺς ἐργάτες τοῦ εὐαγγελίου τοὺς ὄντως ἐπιστήμονες· κι ἂν μένῃ ἕνα ἴχνος των στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ εἶναι μόνον ἡ ἀγανάκτησί τους. οἱ λεφτᾶδες προτεστάντες καὶ οἱ ματσωμένοι «ὀρθόδοξοι» ὑπηρέτες των, μὲ τὰ πολλὰ λάθη καὶ τὶς χοντρὲς κοτσάνες, δὲν μιλοῦν, οἰκειοποιοῦνται σιωπηρῶς καὶ λάθρα τὴν ἀθέλητη προσφορὰ τῶν ἀγανακτισμένων καὶ φιγουράρουν πλέον γιὰ τὰ καλὰ ὡς οἱ ἔνδοξοι μεταφρασταὶ τῆς Βίβλου. κι ἂν κανεὶς ποτὲ βρῇ ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ παλιὰ ἐλεγκτικὰ ἄρθρα καὶ κοντρολάρῃ τὶς ὑπέροχες ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις του μὲ τὴν ἐν τέλει κυκλοφοροῦσα προτεσταντικὴ ἑλληνικὴ μετάφρασι τῶν «ὀρθοδόξων» ματσωμένων, θὰ δῇ ὅτι… «λένε ψέμματα»· τὰ λάθη ποὺ ἐλέγχουν… δὲν ὑπάρχουν στὴν προτεσταντικὴ μετάφρασι τῶν ματσωμένων «ὀρθοδόξων». καὶ τότε λένε γιὰ τοὺς ἀγανακτισμένους ἥρωες· «Οἱ κατεργαραῖοι! κι αὐτοὶ ἀπὸ τὴν προτεσταντικὴ μετάφρασι ἔμαθαν καὶ πῆραν τὸ σωστό! πρέπει νὰ ἦταν φθονεροὶ καὶ κλέφτες καὶ πολὺ κακοήθεις!»! (τὸ ἀπ᾿ ἔξω θαυμαστικὸ δικό μου).
     Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὰ λάθη τῆς μεταφράσεως «τοῦ Βάμβα». ἀπὸ τὸ 1831 μέχρι τὸ 1866, στὸ τέλος τῶν ὁποίων ὅλοι οἱ ἐλεγκταὶ τῆς μεταφράσεως ἐκείνης ἦταν πεθαμένοι, ἀνίσχυροι νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν πνευματικὴ ἰδοκτησία τους στὴν ὑπέροχη προσφορά τους καὶ νὰ τὴν καταδείξουν, καὶ νὰ καταδείξουν καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη καὶ τὴν κακοήθεια τῶν πληρωμένων μεταφραστῶν Βάμβα καὶ λοιπῶν καθὼς καὶ τῶν παμπονήρων ἐργοδοτῶν τους, οἱ παμπόνηροι καὶ οἱ μισθοφόροι τους βελτίωναν τὴν ἀρχικὰ ἄθλια μετάφρασί τους. κάθε καλὸς ἐπιστήμων καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ εἰλικρινὴς Χριστιανός, ποὺ μπορεῖ νὰ μεταφράσῃ τὴ Βίβλο σωστά, ἀλλ᾿ εἶναι φτωχὸς ποὺ δὲν ἔχει χρήματα γιὰ ἕνα τέτοιο ἔργο, εἶναι καταδικασμένος σ᾿ αὐτὴ τὴν καταδίκη. διότι τὸ ἔργο τῆς μεταφράσεως τῆς Βίβλου εἶναι πολὺ δαπανηρό· ὅσο δαπανηρὸς εἶναι ἕνας τροῦλλος ναοῦ βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ ἢ τὰ δυὸ κωδωνοστάσιά του. δὲν μπορεῖ ἕνας ἐπιστήμων νὰ βαστάξῃ μιὰ τέτοια δαπάνη. κι ἔτσι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ ἐπιστήμων ὁ ἔντιμος ὁ πιστὸς Χριστιανὸς «θάβεται» ἀπὸ τοὺς προτεστάντες καὶ τοὺς μισθοφόρους των μὲ τὸν ἀτιμωτικὸ τρόπο ποὺ «θάβεται», ἐπὶ πλέον ἡ καημένη ἡ ἐκκλησία ὑφίσταται τὶς ἐπιθέσεις τῶν προτεσταντῶν καὶ τραυματίζεται ἀπὸ τὰ πονηρὰ βέλη τῶν γενιτσάρων τους, τῶν Ἑλλήνων «ὀρθοδόξων» λεγεωναρίων τῆς προτεσταντικῆς λεγεῶνος τῶν ξένων. αὐτὰ γιὰ τὴ μετάφρασι «τοῦ Βάμβα».
     Ἐπειδὴ ἔχω πεῖρα σ᾿ αὐτά, ὑποδεικνύω μιὰ ἀρκετὰ καλὴ μέθοδο ἐλέγχου τοῦ κακῆς ποιότητος ἔργου τῶν «ὀρθοδόξων» μεταφραστῶν μιᾶς ὁποιασδήποτε προτεσταντικῆς μεταφράσεως τῆς Βίβλου. γιὰ νὰ μὴν ξαναγίνουν ὅσα ἔγιναν μέχρι τὸ 1866.
     1. Ὁ ἐξειδικευμένος βιβλικὸς ἐλεγκτὴς μὲ μιὰ προσεκτικὴ ἀντιπαραβολὴ ἐντοπίζει σημειώνει καὶ καταμετράει ὅλα τὰ λάθη τῆς ὑπὸ ἔλεγχο μεταφράσεως, καὶ δίνει στὸ κοινὸ μόνο τὸν ἀριθμό τους.
    2. Παίρνει 5-10 μόνο ἀπὸ τὰ λάθη ποὺ σημείωσε, τὰ ἐλέγχει ἐξονυχιστικῶς, καὶ δημοσιεύει τὸν ἔλεγχο. τὸν κόπο του αὐτὸν τὸν θυσιάζει. οἱ ἐλεγχόμενοι θὰ τὸν κλέψουν. ἀλλὰ δὲν πειράζει· δειγματολόγιο εἶναι, θυσία ἀπαραίτητη. νὰ εἶναι ὅμως τὰ πιὸ βλακώδη ἢ κακοήθη λάθη, γιὰ νὰ δοθῇ ἀμέσως ὁ δείκτης τῆς ἀγραμματοσύνης καὶ τῆς κακοηθείας τῶν γενιτσάρων.
     3. Νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὸ ἴδιο ἀνὰ 5 - 10 χρόνια· μὲ ἠρεμία φλέγμα εἰρωνεία συντομία καὶ σαφήνεια. καὶ κάθε φορὰ νὰ παρακολουθῇ τί γίνονται τὰ χωρία ποὺ ἤλεγξε στὴν ὑπὸ ἔλεγχο μετάφρασι. κι ὅταν οἱ προτεστάντες καὶ οἱ μισθοφόροι τους τὰ διορθώσουν, νὰ τὸ διατυμπανίζῃ καὶ διασαλπίζῃ ἀμέσως, καταγγέλλοντας αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς κακοήθους κλοπῆς τόσο στὸ κοινὸ ὅσο καὶ στὰ δικαστήρια.
    4. Μετὰ μερικὲς ἐπαναλήψεις αὐτῆς τῆς διαδικασίας δημοσιεύει συνοπτικὴ ἐργασία, λέει πῶς οἱ προτεστάντες καὶ οἱ πληρωμένοι «ὀρθόδοξοι» ὑπηρέτες των τηροῦσαν σιγὴ καὶ ταυτόχρονα ἔκλεβαν, καὶ δείχνει πόσες φορὲς καὶ σὲ πόσες ἀνατυπώσεις των ἔκλεψαν σιωπηρῶς τὸν κόπο του, φάνηκαν καλοί, κι ἔδειξαν ἔμμεσα αὐτὸν γιὰ ψεύτη καὶ κλέφτη. καὶ δείχνει τὴν κλοπή τους, τὴ σιωπηρὴ καὶ ἔμμεση ἀλλὰ σαφῆ ὁμολογία τῆς ἀγραμματοσύνης των, καὶ τὴν κακοήθειά τους.
     5. Ἀφήνει 5 - 10 τέτοιους ἐλέγχους μὲ 5 - 10 χωρία στὸν καθένα σὲ ἕνα ἱκανὸ καὶ ἔμπιστο πρόσωπο, μὲ ἐντολὴ μετὰ τὸ θάνατο ὅλων νὰ δημοσιεύῃ ἀπὸ ἕναν ἔλεγχο ἀνὰ 5 - 10 χρόνια.
    6. Ἀφήνει σὲ παρόμοιο πρόσωπο καὶ κατάλογο ὅλων τῶν λαθῶν τῆς σχετικῆς μεταφράσεως, γιὰ νὰ σφυροκοπῆται αὐτὴ κάθε λίγα χρόνια, μὲ τὴν ὑπόδειξι κάθε φορὰ νὰ «γίνεται καὶ ταμεῖο» καὶ νὰ δημοσιεύεται αὐτό, γιὰ νὰ ἐμφαίνῃ πῶς καὶ πόσες φορὲς στὸ παρελθὸν οἱ προτεστάντες καὶ οἱ μισθοφόροι τους διωρθώθηκαν σιωπηρῶς ἀπὸ τοὺς ἐλέγχους. καὶ μιὰ φορὰ ὁ κάθε τέτοιος καλὸς ἐπιστήμων νὰ ἐκδίδῃ σὲ τόμο τὸ σύνολο τῶν τέτοιων ἐλέγχων του καὶ διορθώσεών τους. γιὰ νὰ φαίνεται συνεχῶς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς γενιὲς ἡ ἀγραμματοσύνη καὶ ἡ γυφτιὰ καὶ ἡ λοιπὴ κακοήθεια τῶν αἱρετικῶν ἰδιοκτητῶν τῆς μεταφράσεως καὶ τῶν γενιτσάρων τους.
    7. Ἐλέγχει καὶ τ᾿ ἄλλα «συγγράμματα» τῶν μεταφραστῶν τῆς ὑπὸ ἔλεγχον μεταφράσεως, γιὰ νὰ δείχνῃ συνεχῶς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πόσο ἀγράμματοι καὶ γελοῖοι εἶναι οἱ «μεταφρασταὶ» ποὺ ὑπηρέτησαν τὸ πονηρὸ ἔργο τῶν αἱρετικῶν.
     8. Τὰ ἐλεγχόμενα νὰ μὴν εἶναι δογματικά, ἀλλὰ νὰ εἶναι λάθη ἀγραμματοσύνης καὶ κακοηθείας μόνο.
    9. Νὰ γίνῃ κάποτε σωστὴ μετάφρασι τῆς Βίβλου. κι ἐκείνη τὴ μετάφρασι νὰ τὴν περιβάλλουν καὶ συνοδεύουν ἐργασίες, ποὺ θὰ δείχνουν τὶς διαφορὲς τῶν ἄλλων μεταφράσεων τόσο κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς σωστῆς αὐτῆς μεταφράσεως ὅσο καὶ κατὰ τοὺς καιροὺς τῶν ἀνατυπώσεων - διορθώσεων - κλοπιμαίων συμμορφώσεων τῶν ἄλλων μεταφράσεων. νὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ συνεχὴς ἐπαγρύπνησι ἐπὶ τῶν πονηρῶν καὶ σιωπηρῶν κινήσεων τῶν προτεσταντῶν καὶ τῶν «ὀρθοδόξων» μισθοφόρων τους. σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἡ ἐπαγρύπνησι αὐτὴ δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ παραταθῇ πάνω ἀπὸ 50 χρόνια. διότι στὸ μεταξὺ ἡ ὀρθὴ μετάφρασι θὰ ἔχῃ ἐπικρατήσει, καὶ κάθε κλέφτη κι ἀπατεῶνα θὰ τὸν παρακολουθοῦν πλέον πολλοί.
     Καὶ νὰ ξέρετε ὅλοι τοῦτο· οἱ τέτοιοι μισιονάριοι καὶ «ἱεραπόστολοι», προτεστάντες καὶ παπικοί, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε πιστεύουν στὸν Κύριο καὶ οὐδέποτε εἶναι Χριστιανοί, εἶναι πάντοτε προπομποὶ καὶ πρόσκοποι καὶ προκατάσκοποι τῆς χώρας των εἰς βάρος τῆς χώρας ὅπου δροῦν καὶ γιὰ τὴν ὁποία «ἐνδιαφέρονται». σχεδὸν ὅλοι σας ξέρετε τὸ μεγάλο ἐξερευνητὴ καὶ γεωγράφο τῆς Ἀφρικῆς Δαυΐδ Λίβινγκστον, τοῦ ὁποίου τὸ ἄγαλμα στὴν Ἀφρικὴ δεσπόζει. λίγοι ὅμως ξέρουν ὅτι ὡς ἱεραπόστολος τοῦ ἀγγλικοῦ προτεσταντισμοῦ στάλθηκε στὴν Ἀφρική, ἐπειδὴ σεξουαλικὰ σχόλασε πολὺ νωρίς, ὅπως συνήθως αὐτοὶ οἱ κρύοι Βόρειοι, καὶ ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, γιὰ νὰ τῆς γράφῃ τρυφερὰ γράμματα ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τῆς μεγάλης ἀποστάσεως, καὶ γρήγορα λόγῳ τῆς ἀπιστίας του βέβαια ἀπὸ ἱεραπόστολος μετεξελίχτηκε σὲ γεωγράφο ἐξερευνητὴ καὶ φυσιοδίφη, ἀλλ᾿ ὡς πρὸς τὸ «πατριωτικό του καθῆκον» παρέμεινε πιστὸς μέχρι θανάτου στὴν οὐσιαστικὴ ἀποστολή του ὡς προπομποῦ τοῦ ἀγγλικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ καὶ τῆς βρετανικῆς ἀποικιοκρατίας σ᾿ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν Ἀφρική. ἂν ἤξεραν οἱ νέγροι τί ὀφείλεται σ᾿ αὐτόν, θὰ ἔκαναν τὸ ἄγαλμά του ἀσβέστη γι᾿ ἀπολύμανσι βόθρων. τὸ βρετανικὸ φόρεϊν ὄφφις ξέρει πάντα ν᾿ ἀξιοποιῇ γιὰ τοὺς σκοπούς του τέτοιους ἀτροφικοὺς καὶ ἀφλογίστους, ἢ ἀκόμη καὶ κιναίδους σὰν τὸ Λόρδο Βύρωνα ἢ τὸ Λῶρενς τῆς Ἀραβίας. εἰδικὰ οἱ Ἄγγλοι εἶναι τὸ ἀθεράπευτα ἰμπεριαλιστικὸ ἔθνος, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα, μετὰ τὴν ἵδρυσι τῆς Ευρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, τῆς ὁποίας «εἶναι μέλη», ἐξακολουθοῦν νὰ κατέχουν ὡς ἀμετανόητοι ἀποικιοκράτες κατακτηταὶ ἐδάφη τριῶν μελῶν τῆς Ἑνώσεως, ἐδάφη τῆς Κύπρου, τῆς Ἱσπανίας, καὶ τῆς Ἰρλανδίας. καὶ τέτοιοι «ἱεραπόστολοι» τοὺς εἶναι χρήσιμοι. ἔτσι ἐνεργοῦν ὅλοι οἱ προτεστάντες καὶ παπικοί, ποὺ ἐνδιαφέρονται νὰ δώσουν σ᾿ ὁποιονδήποτε ὀρθόδοξο λαὸ τὴ μετάφρασι τῆς Βίβλου στὴ γλῶσσα του, χρησιμοποιώντας πληρωμένους ἐντοπίους γενιτσάρους.
 
 
Πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε τὸ 2008 στὸν τόμο
 “Ἐπικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου”.
 
Μελέτες 8 (2010)
 
 

 
28. ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ
 
   Τὸ 2008 μιὰ ὁμάδα βιβλικῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, συνταξιούχων κι ἐν ἐνεργείᾳ, καθὼς καὶ χαμηλοβαθμίων συνεργατῶν τους, κυρίως γυναικῶν φιλολόγων, ἄκρως ἀπαραιτήτων γι̉ αὐτούς, ἔκαναν ὅλοι μαζὶ μία τρύπα στὸ νερό˙ καὶ μεγάλη τρύπα καὶ βαθειά. τόσοι ποὺ εἶναι, ἔκαναν σὰν τοὺς καβαλάρηδες ἁγίους, οἱ ὁποῖοι βοήθησαν μετὰ ἀπὸ παράκλησί του ἕναν μεθυσμένο καβαλάρη ν̉ ἀνεβῇ στὸ ἄλογό του, ποὺ δὲν μποροῦσε, καὶ εἶχε ῥεζιλευτῆ, καὶ μετὰ τὴν προσευχή του σ̉ ἐκείνους ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐκτίναξί του πρὸς τὴ σέλλα ἔπεσε κατὰ γῆς κατακέφαλα ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ ἀλόγου, καὶ εἶπε πονεμένος˙ ΄΄Εἴπαμε, ἅγιοι, νὰ μὲ βοηθήσετε, ἀλλ̉ ὄχι κι ὅλοι μαζὶ τόσο δυνατά, καὶ μὲ ῥίξατε κατὰ γῆς κατακέφαλα ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά΄΄. κι ἐκεῖνοι τοὐλάχιστο δὲν ἔκαναν τρύπα στὸ ἔδαφος, ὅπως αὐτοὶ στὸ νερό. καὶ ἡ τρύπα εἶναι ὅτι ἐξέδωσαν ὅλοι μαζὶ ἕνα πλαστὸ ΄΄Προφητολόγιον΄΄ (Ἀθῆναι 2008) μὲ ἐκδότη τὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία, ἡ ὁποία βασικὰ εἶναι ἵδρυμα προτεσταντικό˙ ἡ λεγόμενη ΄΄Ἑλληνικὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία΄΄ (καὶ οχι ΄΄Ὀρθόδοξη΄΄ ἢ ΄΄Ἐκκλησιαστικὴ΄΄) εἶναι πλοκάμι ἐμπροσθοφυλακὴ καὶ προτεκτορᾶτο τῆς Ἀγγλικανικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας, ἢ ἀλλιῶς ἡ Ἀγγλικανικὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία εἶναι κηδεμόνας ἀφεντικὸ καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ΄΄Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας΄΄, τὸ δὲ ΄΄Ἑλληνικὴ΄΄ εἶναι παραπλανητικὴ ΄΄στάχτη γιὰ μάτια΄΄, ἡ προβειὰ τοῦ λύκου, καὶ οἱ Ἕλληνες ποὺ τὴν ὑπηρετοῦν εἶναι οἱ ἐντόπιοι σερβιτόροι της. ἔτσι δουλεύουν πάντα οἱ Ἄγγλοι. καὶ λέγοντας ἐδῶ ΄΄προτεσταντικὸ ἵδρυμα΄΄, θέλω νὰ πῶ ἵδρυμα ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ἐκλογάδιο αὐτὸ τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀλλὰ τὸ ἐξέδωσε σὰν κάποια ΄΄στάχτη στὰ μάτια΄΄ τῶν ὀρθοδόξων˙ γι̉ αὐτὸ καὶ τὸ ἐκδοθὲν δὲν εἶναι καθόλου τὸ Προφητολόγιον τῆς ἐκκλησίας. τέτοιο ἄλλωστε ποὺ εἶναι μὲ τέτοιο χαρτὶ καὶ τόσο μικρὰ γράμματα οὔτε γιὰ λειτουργικὴ χρῆσι κάνει οὔτε γιὰ ἰδιωτικὴ κατ̉ οἶκον χρῆσι γιὰ ἕναν ποὺ διαβάζει Π. Διαθήκη καὶ ἀσφαλῶς ἔχει τὸ πλῆρες καὶ συνεχὲς κείμενό της. γιὰ τὸ πραγματικὸ Προφητολόγιον τῆς ἐκκλησίας ἔγραψα λιτὰ τὸ 1985 στ̉ Ἀπομνημονεύματά μου ὅτι τὸ χρησιμοποίησα γιὰ κάποιο εἰδικὸ σκοπό μου. ἔγραψα (§ 229)˙
    «Διάλεξα 11 ἐκλογάδια τῆς Π. Διαθήκης κι ἄρχισα (τὸ 1976) δειγματοληπτικὴ ἐξέτασι μὲ ἀντιπαραβολές, γιὰ νὰ διακρίνω τοὺς τύπους κειμένου καὶ νὰ προσδιορίσω ποιόν θὰ υἱοθετήσω». ἐννοῶ 11 ἀρχαῖα χειρόγραφα.
    Κι ἀργότερα τὸ 1995 στὴν ἐπιστημονικὴ μελέτη μου ΄΄Ἡ παράδοσι τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς΄΄ (Θεσσαλονίκη 1995), ἐκδεδομένη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολι Ἐδέσσης ἐπὶ τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Χρυσοστόμου, ποὺ κυκλοφορεῖ καὶ ἀγγλιστὶ σ̉ ὅλη τὴ γῆ, στὴ σελ. 15, ἔγραψα˙
    «Τὸ ἐκλογαδικὸ κείμενο τῆς Βίβλου, παραδεδομένο, ὅπως λέχθηκε, στὸ 10% τῶν χειρογράφων τῆς Π. Διαθήκης καὶ στὸ 39% ἐκείνων τῆς Καινῆς, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δὲν περιέχει ἀκέραια βιβλία, ἀλλὰ ἀνθολογίες περικοπῶν ἀπ̉ αὐτά. οἱ ἀνθολογίες αὐτὲς λέγονται ἐκλογάδια ἀναγνωσματάρια, διότι περιέχουν ἀναγνώσματα τῆς Βίβλου ποὺ διαβάζονται στὴ λατρεία. οἱ ἀνθολογίες αὐτὲς εἶναι τέσσερες˙ Προφητολόγιον, Ψαλτήριον, Εὐαγγέλιον, καὶ Ἀπόστολος.
    1. Τὸ Προφητολόγιον, ἂν καὶ λέγεται ἔτσι, εἶναι ἀνθολογημένο ἀπ̉ ὅλη τὴν Π. Διαθήκη, πλὴν τῶν Ψαλμῶν, κι ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς Προφῆτες. οἱ περισσότερες περικοπές του εἶναι παρμένες ἀπὸ τὰ βιβλία Γένεσις, Ἰώβ, Παροιμίαι, Ἠσαΐας. κάθε ἀνάγνωσμα τοῦ Προφητολογίου εἰσάγεται μὲ τὴ λειτουργικὴ φράσι Γενέσεως (ἢ ἄλλου βιβλίου) τὸ ἀνάγνωσμα, γραμμένη συνήθως μὲ κόκκινη μελάνη. ἡ χρῆσι τοῦ Προφητολογίου ἐγκαταλείφτηκε γύρω στὸ 1200, ἀκριβέστερα τὸ 1204 μὲ τὴν ἔναρξι τῆς φραγκοκρατίας. γι̉ αὐτὸ καὶ δὲν τυπώθηκε ποτὲ σὰ λειτουργικὸ βιβλίο. διαβάζονται ὅμως μέχρι σήμερα, κυρίως κατὰ τὴ μεγάλη τεσσαρακοστὴ καὶ τὴ μεγάλη ἑβδομάδα, λίγες μόνο περικοπὲς προερχόμενες ἀπὸ τὸ Προφητολόγιον καὶ κατεσπαρμένες στὸ Τριῴδιο στὸ Πεντηκοστάριο καὶ στὰ Μηναῖα.
    2. Τὸ Ψαλτήριον εἶναι τὸ μόνο ἐκλογάδιο τὸ ὁποῖο στοὺς ψαλμοὺς συμπίπτει ἀπόλυτα μὲ τὸ συνεχὲς κείμενο, διότι εἶναι ἀκέραιο τὸ βιβλίο τῶν Ψαλμῶν καὶ ὄχι ἀνθολογία. ἀνθολογία εἶναι μόνο γιὰ τὶς ἐννέα ᾠδές. οἱ μικροδιαφορὲς τοῦ Ψαλτηρίου ἀπὸ τὸ μὴ λειτουργικὸ βιβλίο τῶν Ψαλμῶν εἶναι ὅτι αὐτὸ ἐπιγράφεται Ψαλτήριον, διαιρεῖται σὲ 20 καθίσματα, καὶ ἔχει σὰν προσθήκη τὶς ἐννέα ᾠδές, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἐπιγράφεται Ψαλμοὶ καὶ δὲν ἔχει τὴ διαίρεσι σὲ καθίσματα οὔτε στὸ τέλος τὶς ᾠδές. οὐσιαστικὴ διαφορὰ δὲν ὑπάρχει καμμία».
    Αὐτὰ ἔγραψα. ἀλλ̉ οἱ βιβλικοὶ τῆς προειρημένης ὁμάδος δὲν διάβασαν νὰ μάθουν τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ Προφητολόγιον, καὶ τώρα, τὸ 2008, λένε, ψευδῶς ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τους, ὅτι ἐξέδωσαν τὸ Προφητολόγιον. δὲν ξέρουν οὔτε μποροῦν νὰ καταλάβουν, διότι δὲν διερωτήθηκαν ποτέ τους, τί μᾶς χρειάζεται τὸ Προφητολόγιον, ἀφοῦ ἔχουμε τὸ ὅλον τῆς Π. Διαθήκης ἀπὸ πολὺ περισσότερα κι ἀρχαιότερα χειρόγραφα;
    Τὸ ἐκλογαδικὸ κείμενο τοῦ Προφητολογίου ἐλήφθη καὶ ἀποσπάσθηκε ἀπὸ τὸ συνεχὲς καὶ πλῆρες κείμενο τῆς Π. Διαθήκης ἤδη τὸν Γ΄ αἰῶνα, πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῶν Ἑξαπλῶν τοῦ Ὠριγένους, καὶ γι̉ αὐτὸ ἀκριβῶς δημιουργήθηκε μιὰ ἰδιαίτερη καὶ παράλληλη παράδοσι κειμένου (αὐτὴ ποὺ βρίσκεται στὰ ἰδιαίτερά του ἀρχαῖα χειρόγραφα ἀσφαλῶς, καὶ ὄχι ἐκείνη ποὺ πῆραν αὐτοὶ ἀπὸ τὴν ἔντυπη ἔκδοσι τοῦ συνεχοῦς κειμένου ἀπὸ τὸν Α. Rahlfs). κι ἡ ἰδιαίτερη αὐτὴ παράδοσι κειμένου τοῦ Προφητολογίου, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ χειρόγραφη παράδοσι εἶναι καὶ στοματικὴ - φωνητικὴ παράδοσι ἐπ̉ ἐκκλησίας κι ἀποτελεῖ ἔτσι μιὰ ἐγγύησι τῆς ἐκκλησίας, ἔχει μιὰ ἀνεπανάληπτη ἀξία, διότι μᾶς ὑποδεικνύει ποιά εἶναι τὰ ἀποστολικῶς κι ἐκκλησιαστικῶς γνήσια χειρόγραφα τῆς πλήρους Π. Διαθήκης, αὐτὰ ποὺ περιέχουν τὸ προωριγένειο καὶ προεξαπλικὸ κείμενο τῶν Ἑβδομήκοντα, τὸ ὁποῖο δέχεται καὶ χρησιμοποιεῖ ἡ διαχρονικὴ μία ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία καὶ τὸ δημοσιεύει φωνητικῶς ἐπ ̉ ἐκκλησίας. αὐτοὶ μ̉ αὐτὸ ποὺ διέπραξαν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δείχνουν ὅτι ἀπὸ τέτοια δὲν ἔχουν ἰδέα καὶ τὴν ἐκκλησία δὲν τὴ λογαριάζουν, ἀλλὰ τὴ γράφουν στὰ τσαρούχια τους, ἐπὶ πλέον πέταξαν τὸ ἐκκλησιαστικῶς παραδιδόμενο βιβλικὸ κείμενο καὶ τὸ ὑποκατέστησαν μὲ φθαρμένο καὶ μὴ παραδιδόμενο κείμενο ἑξαπλικῆς - ὠριγενικῆς προελεύσεως ἢ ἐπιρροῆς, τὸ ὁποῖο ἐκδίδουν οἱ προτεστάντες. καὶ μετέτρεψαν τὸ μαστὸ τῆς ἐκκλησίας σὲ φιάλη μολυσμοῦ˙ ὅσον τὸ ἐπ ̉ αὐτοῖς βέβαια. κι ἔκαναν, ὅπως εἶπα, τὸ λιγώτερο μία τρύπα στὸ νερό.
    Καὶ νἄθελα νὰ τοὺς περάσω ἀπὸ ἕνα τέτοιο τὲστ ἐπιστημοσύνης, γιὰ νὰ δῶ τί ξέρουν καὶ τί δὲν καταλαβαίνουν, δὲν θὰ στέκονταν νὰ τοὺς τὸ κάνω. καὶ …τὄκαναν μόνοι τους οἰκειοθελῶς —καλοσύνη τους—, καὶ ὄχι μόνο μοῦ τὸ πρόσφεραν ἕτοιμο, ἀλλὰ καὶ τὸ δημοσίευσαν, γιὰ νὰ τὸ βλέπῃ ὅλος ὁ κόσμος. καὶ γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν, ὅταν ἐγὼ θὰ τὸ χρησιμοποιῶ ὡς τεκμήριο. ἐκπληκτικοὶ ἄνθρωποι.
    Τὸ ἴδιο μ̉ αὐτοὺς ἔκαναν κι ἐκεῖνοι ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια ΄΄ἐξέδωσαν΄΄ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸ μικρὸ ἐκλογάδιο τῶν Ἐννέα Ὠιδῶν, τὸ ὁποῖο ἐπισυνάπτεται στὸ Ψαλτήριον, καὶ τὸ ἴδιο τὸ Ψαλτήριον, κι ἔχουν ἰδιαίτερη κι ἐπίσης προεξαπλικὴ παράδοσι κειμένου κι ἐκεῖνα, πολύτιμη κι ἀναντικατάστατη ὡς ὁδηγὸ γιὰ τὴν ἀνίχνευσι τοῦ προεξαπλικοῦ κειμένου στὴ χειρόγραφη παράδοσι τοῦ ὅλου καὶ συνεχοῦς κειμένου τῆς Π. Διαθήκης. ἔτσι σὲ μιὰ στιγμὴ πέταξαν στὰ σκουπίδια τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι καὶ γέμισαν - στούπωσαν - μπούκωσαν τὸ κενό της μὲ ὠριγένειο κείμενο τῶν προτεσταντικῶν ἐκδόσεων. καὶ φυσικὰ ἄλλο εἶναι ἡ ἐκκλησία τοῦ 1821 - 2010 διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην νὰ δίνῃ ἄχρι καιροῦ στὸ πλήρωμά της μιὰ προτεσταντικὴ ἔκδοσι τῆς Π. Διαθήκης, ἐπειδὴ ἡ ἴδια λόγῳ φτώχειας καὶ λόγῳ ἀβελτηρίας τῶν πανεπιστημιακῶν βιβλικῶν δὲν ἀξιώθηκε ν̉ ἀποκτήσῃ δική της ἀπὸ χειρογράφων ἔκδοσι τῆς Π. Διαθήκης, κι ἄλλο εἶναι νὰ ἔρχωνται τώρα τέτοιοι ΄΄πανεπιστημιακοὶ΄΄ καὶ νὰ καταστρέφουν τὸ παραδοθὲν ΄΄δεῖγμα΄΄, βάσει τοῦ ὁποίου κάποιοι καλλίτεροι τοῦ μέλλοντος θὰ βροῦν καὶ θὰ ἐκδώσουν γιὰ τὴν ἐκκλησία τὴν ἀνόθευτη Π. Διαθήκη της, ὅπως ἔκανε τὸ 1904 μόνο γιὰ τὴν Κ. Διαθήκη ὁ ἀείμνηστος Β. Ἀντωνιάδης. ἀλλ̉ ἐκεῖνοι τοῦ Ψαλτηρίου, ποὺ ἐφάλσευσαν ἔτσι τὸ Ψαλτήριον καὶ τὰς Ὠιδάς, τὸ ἔκαναν τοὐλάχιστο ἀπὸ ἄγνοια τεμπελιὰ κι ἐμπορικὴ βιασύνη καὶ βουλιμία. δὲν ἐμφοροῦνταν ἀπὸ ΄΄πανεπιστημιακὴ΄΄ ἀλαζονεία κι ἀπὸ κάψα νὰ ἐπιδειχτοῦν γιὰ ΄΄ἐπιστήμονες΄΄ καὶ νὰ εἰσπράξουν ἀμοιβὲς μαγαρίζοντας τὴν ἀποστολικὴ ἱερὰ παρακαταθήκη τῆς ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι τὸ ὁμόλογο τῆς ἀδιακόπου ἀποστολικῆς διαδοχῆς τῶν ἐπισκόπων, ὅπως ἔκαναν αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ΄΄πανεπιστημιακοὶ΄΄ τοῦ δῆθεν ΄΄Προφητολογίου΄΄. ἐκεῖνοι οἱ τοῦ Ψαλτηρίου δὲν κορδώνονται καὶ γιὰ μεγάλοι θεολόγαροι.
    Αὐτὸ ποὺ ἐξέδωκαν αὐτοὶ δὲν εἶναι κἂν τὸ Προφητολόγιον οὔτε στὸν ἀριθμὸ τῶν περικοπῶν του οὔτε κυρίως στὸ ἀπὸ 17 αἰῶνες παραδιδόμενο κείμενό του, ὅπου ἀσφαλῶς ἔγκειται ἡ μεγάλη κι ἀνεπανάληπτη ἀξία του. ἡ ὁμάδα τῶν βιβλικῶν, ποὺ διέπραξαν αὐτὸ τὸ ὕπουλο ἀνοσιούργημα εἰς βάρος τῆς ἐκκλησίας εἶναι 11 ἄτομα, ὅσο μιὰ ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα. καὶ εἶναι οἱ ἑξῆς, ἄντρες καὶ γυναῖκες˙ Δ. Δόικος, Ν. Παπαδόπουλος, Β. Παπαδοπούλου, Ν. Ὀλυμπίου, Δ. Καϊμάκης, Μ. Κωνσταντίνου, Ν. Μούρτζιος, Ἄ. Κόλτσιου - Νικήτα, Δήμ. Παπαδημητρίου, Κ. Χιωτέλλη, καὶ Εὐσ. Βίττης. τελείως ἀνέλπιστα καὶ ἀπροσδόκητα μᾶς ἀνοίγουν τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ δοῦμε κατάπληκτοι τί περιέχουν, δηλαδὴ τί δὲν ξέρουν καὶ οἱ 11 μαζὶ ἀπ̉ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ ξέρουν. ποιός ξέρει ἀπὸ πότε ἔχουν νὰ διαβάσουν τὸ μάθημά τους. ὁ μακετίστας τοῦ ἐξωφύλλου φαίνεται πολὺ πιὸ διαβασμένος ἀπ̉ αὐτοὺς καὶ τοὺς 11, διότι γράφει τὸν τίτλο Προφητολόγιον μὲ τὴ γραφὴ ἀρχαίου χειρογράφου, ξεσηκωμένη προφανῶς μὲ θαυμαστὴ ἀπομίμησι ἢ καὶ μὲ φωτογράφησι, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ τὶς συνήθεις στοὺς Βυζαντινοὺς τρεῖς τελεῖες . ˙ . δὲν τὸν ἔπαιρναν καλλίτερα γιὰ δάσκαλό τους; μὲ ὅσα κάνουν καὶ γράφουν καὶ οἱ 11 μαζὶ δείχνουν μόνοι τους ὅτι˙
    1. Δὲν ξέρουν τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ Προφητολόγιον.
   2. Δὲν ξέρουν οὔτε φαντάζονται τὴ μεγάλη ἀξία του στὴν παράδοσι τοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης˙ ὅτι δείχνει κι ἐγγυᾶται τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοσί του τὴ δημοσιευομένη ἐπ̉ ἐκκλησίας στοματικῶς καὶ φωνητικῶς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.
    3. Ὡς ἀρχαῖο βιβλίο παραδεδομένο σὲ ἀρχαῖα χειρόγραφα ἀπὸ τὸν Γ΄ μέχρι τὸ ΙΒ΄ αἰῶνα, ὁπότε τὸ κατήργησαν οἱ παπικοὶ κατὰ τὴ φραγκοκρατία (1204 - 61) κι ἀπὸ τότε ἡ ἐκκλησία δὲν τὸ ξαναχρησιμοποίησε, δὲν τὸ ἀναφέρουν κἂν καὶ δὲν ἔχουν ἀντιληφτῆ οὔτε ἕνας ἀπὸ τοὺς 11 τὴν ἀνεξάρτητη ἀπὸ τ̉ ἄλλα βιβλικὰ χειρόγραφα παράδοσί του, ἡ ὁποία ὑποδεικνύει τὸ αὐθεντικὸ συνεχὲς κείμενο καὶ τὰ γνήσια χειρόγραφά του.
    4. Κυριολεκτικὰ βούτηξαν τὸ κείμενο ποὺ ἀνατυπώνουν (ὄχι ΄΄ἐκδίδουν΄΄ ἀπὸ κάποιο ἕνα τοὐλάχιστο χειρόγραφό του), τὸ βούτηξαν, λέω ἀπὸ τὴν παράδοσι τοῦ συνεχοῦς καὶ ἰδιωτικοῦ κειμένου (ὄχι τοῦ ἐκλογαδικοῦ ποὺ διαβαζόταν ἀδιαλείπτως ἐπ̉ ἐκκλησίας), νομίζοντας οἱ ἴδιοι καὶ παραπλανώντας, θεληματικὰ ἢ ἀθέλητα (μᾶλλον ἀθέλητα ὡς ἀγνοοῦντες), καὶ τὸ χριστιανικὸ λαὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Προφητολόγιον˙ ποὺ δὲν εἶναι.
    5. Ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ συνεχὲς κείμενο πῆραν ὄχι τὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἀλλὰ τὸ τοῦ Γερμανοῦ Rahlfs (μέσῳ Π. Μπρατσιώτου). δὲν ξέρουν τί τοὺς γίνεται, καθηγηταὶ καὶ ὑποκαθηγηταὶ ὄντες τῆς Π. Διαθήκης στὶς ἐν Ἑλλάδι Θεολογικὲς Σχολές. εἶναι σὰ νὰ ἔκαναν ἀντίγραφα 100 ἀνασκαφικῶν εὑρημάτων μὲ φελιζόλ καὶ στὴ συνέχεια πέταξαν τὰ ἴδια τ̉ αὐθεντικὰ ἀνασκαφικὰ εὑρήματα. τόση χοντροκοπιά, τόση ἔλλειψι ἐπιστημοσύνης. ὁ κάθε Μῆτρος μπορεῖ νὰ φωτοτυπήσῃ καὶ κόψῃ 200 ἢ 500 κομμάτια ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη τοῦ Rahlfs, νὰ τ̉ ἀνακατέψῃ σὰν τράπουλα καὶ νὰ τ̉ ἀνατυπώσῃ ἀναστατικῶς ἢ τυπογραφικῶς. τί χρειάζονταν κοτζὰμ βιβλικοὶ καθηγηταὶ καὶ μάλιστα ἑφτά; δὲν τὸ ἀνέθεταν σ̉ ἕναν κλητῆρα ἢ θυρωρὸ μιᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς; πιὸ ὀλιγοδάπανο θὰ ἦταν τὸ ἔργο, χωρὶς νὰ ὑστερῇ σὲ ποιότητα οὔτε ἕνα κλίκ. ἦταν πολὺ ἄστοχη κίνησι˙ ἐκτὸς βέβαια τοῦ ὅτι εἰσέπραξαν τὶς ἀμοιβὲς ἀπὸ τὴ γενναιόδωρη Βιβλικὴ Ἑταιρία. ἀλλ̉ ὅτι ἔκαναν ἐφφὲ ὡς ΄΄ἐπιστήμονες΄΄ νὰ μὴν εὐελπιστοῦν καθόλου, διότι κάθε εἰδήμων μόνο γέλασε.
    Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν τέτοια εἰσαγωγικὴ καὶ κριτικὴ γκάφα τους κι ἐπίδειξι ἀγνοίας, καὶ στὴ μετάφρασί τους καὶ στὶς ἐξηγητικὲς παρασημειώσεις των δείχνουν πολὺ γουστόζικα καὶ μάλιστα πολὺ ἀποκαλυπτικὰ τί δὲν ξέρουν ἑφτὰ μαζὶ βιβλικοὶ καθηγηταὶ κοτζάμ. σὰ μιὰ ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα ποὺ ΄΄τἄφαγε΄΄ καὶ τὰ παραέφαγε.
 
 
    1. Σελίδες 17 - 19 καὶ πάλι 551 (Ἠσ 1,18)˙ Προτιμοῦν ὄχι τὴ γραφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως κειμένου διαλεχθῶμεν, ποὺ ἔχει τὸ πραγματικὸ Προφητολόγιον, ἀλλὰ τὴ γραφὴ διελεγχθῶμεν τῆς μὴ ἐκκλησιαστικῆς ἀλλ̉ ἑξαπλικῆς παραδόσεως. φυσικὰ αὐτοὶ δὲν ξέρουν οὔτε ἐκκλησιαστικὴ ἀποστολικὴ παράδοσι οὔτε ἑξαπλικὴ ὠριγενικὴ παράδοσι —ἀπ̉ ὅλα τὰ λεγόμενά τους δὲν φαίνονται νὰ τὶς ἔχουν ἀκουστά—, ἀλλ̉ ἁπλῶς στὴν ἔκδοσι τοῦ Rahlfs, βλέπουν τὴ γραφὴ διελεγχθῶμεν, ποὺ εἶναι ὠριγενικὸ ἑξαπλικὸ μετάφρασμα τοῦ πρωτομασοριτικοῦ, καὶ τὴν προτιμοῦν. τὸ Προφητολόγιον δὲν τὸ γνώρισαν˙ δὲν ἔχουν δῆ χειρόγραφό του. νομίζουν μόνον ὅτι αὐτὸ ποὺ βλέπουν στὸ κείμενο τοῦ Rahlfs εἶναι ἢ μπορεῖ νὰ εἶναι …Προφητολόγιον. γι̉ αὐτὸ εἶπα προηγουμένως ὅτι τὸ ἐκδιδόμενον ὡς Προφητολόγιον δὲν εἶναι τὸ Προφητολόγιον. δὲν λέω ποτὲ ὑπερβολές, σὲ τέτοια πράγματα μάλιστα. καὶ προτιμοῦν ἀπὸ τὸν Ralhfs τὴ γραφὴ ποὺ προτιμοῦν, ἐπειδὴ συμφωνεῖ μὲ τὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ κείμενο. τί σημιτολόγοι καὶ ἀνατολισταὶ εἶναι! καὶ φαντάζονται —καὶ οἱ 11— ὅτι ἐκδίδουν τὸ Προφητολόγιον. δείχνουν ἔτσι ὅτι δὲν ξέρουν τί εἶναι ἡ κριτικὴ κειμένου καὶ πῶς ἀσκεῖται κι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τί εἶναι τὸ Προφητολόγιον, οὔτε ξέρουν ποῦ βρίσκεται καὶ τί ῥόλο παίζει στὴν παράδοσι τοῦ κειμένου καὶ στὴν κριτικὴ τοῦ κειμένου. κι ἐπὶ πλέον δὲν καταλαβαίνουν ὅτι καὶ τὸ διαλεχθῶμεν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τοῦ πραγματικοῦ Προφητολογίου συμφωνεῖ μὲ τὸ ἑβραϊκό. αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβαιναν, ἂν ἤξεραν τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα τῶν Ἑβδομήκοντα. ἐγὼ ὅμως ἀπορῶ πῶς ξαμολήθηκαν καὶ οἱ 11 μαζὶ τόσο ἀφύλακτα σὲ τέτοιον αὐτοδιασυρμό. δὲν ξέρουν οὔτε νὰ κρύψουν τὸ ἐπίπεδό τους;
 
 
    2. Σελ. 65 (Πρμ 4, 6˙ [7!]˙ 8). Ἀνάμεσα στοὺς στίχους, οἱ ὁποῖοι, παρ̉ ὅλο ποὺ εἶναι συναπτοί, στὶς ἔντυπες ἐκδόσεις στιχαριθμοῦνται ὡς 6 καὶ 8, στὸ μασοριτικὸ ἰουδαϊκὸ παρεμβάλλεται ὡς στίχος 7 ἕνα ῥαββινικὸ ἑρμηνευτικὸ σχόλιο περιθωρίου, ποὺ μεταγενεστέρως σφηνώθηκε στὸ κείμενο ἐκεῖνο, καὶ φυσικὰ κληρονομήθηκε στὴν ἀγγλικὴ ἀγγλικανικὴ μετάφρασι καὶ στὶς ἄλλες προτεσταντικές, τὶς ὁποῖες ἐκδίδουν οἱ δικές τους Βιβλικὲς Ἑταιρίες, ποὺ πασχίζουν νὰ διεισδύσουν καὶ στὴν ἐκκλησία. τὸ σχόλιο - γλώσσημα αὐτὸ τὸ μεταφράζουν ΄΄ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ (= μασοριτικοῦ) θείου ἀρχετύπου΄΄, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἀγγλικανικὴ μετάφρασι, οἱ Lowndes - Τυπάλδος - Βάμβας (ἔκδοσι Βιβλικῆς Ἑταιρίας, Ἀθῆναι 1838) ΄΄Ἡ σοφία εἶναι τὸ πρώτιστον˙ ἀπόκτησον σύνεσιν΄΄. ὁ δὲ Βέλλας καὶ οἱ ἁπλουστευταί του (ἔκδοσι Βιβλικῆς Ἑταιρίας, Ἀθήνα 1997) τὸ διαπλάθουν μαζὶ μὲ τὴ Χιωτέλλη ὡς ΄΄Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ σοφία˙ ἀπόκτησέ την καὶ πιότερο ἀπὸ καθετὶ ἀπόκτησε τὴ φρόνησι΄΄. οἱ Ἑβδομήκοντα τόσο στὸ συνεχὲς κείμενο ὅσο καὶ στὸ ἐκλογαδικὸ τοῦ Προφητολογίου εἶναι καθαροὶ ἀπ̉ αὐτὸ τὸ ῥαββινικὸ σκουπίδι - γλώσσημα τοῦ μασοριτικοῦ. οἱ προτεστάντες στὶς μεταφράσεις των, ἀφοῦ τὸ ἔχουν, τὸ στιχομετροῦν ὡς στίχο 7. ὅταν ὅμως ἐκδίδουν τοὺς Ο΄, ὅπου τὸ ῥαββινικὸ σκουπίδι εἶναι ἄγνωστο, παραλείπουν στὴ στιχαρίθμησι τὸ νούμερο 7. ἐδῶ τώρα, στὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιον΄΄, ὅπου καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία στιχαρίθμησι, οἱ 11 λεβέντες τῆς ὁμάδος τῶν ἐκδοτῶν ΄΄του΄΄ καρφιτσώνουν ἐντελῶς ξεκάρφωτα μιὰ παρασημείωσι, ποὺ ἔχουν ξεσηκώσει ἀπὸ κάποιο προτεσταντικὸ ἑρμηνευτικὸ ὑπόμνημα στὸ μασοριτικὸ - προτεσταντικὸ κείμενο, ἡ ὁποία λέει˙ ΄΄Ἀπὸ τὰ χειρόγραφα τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (μετάφρασι τῶν Ἑβδομήκοντα) λείπει ὁ στίχος 7΄΄. ξένο ταραμᾶ μασᾶνε καὶ τὸν φτύνουν ἐδῶ ἐπάνω στὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιον΄΄. νομίζουν ὅτι αὐτὸ τὸ φτύσιμο εἶναι γιὰ τὸ ΄΄Προφητολόγιον΄΄ χρήσιμο! κι ὁ ἀναγνώστης ποὺ ἐδῶ δὲν βλέπει καμμία στιχομετρία, ἀπορεῖ˙ ΄΄Ποιός στίχος 7; ἐδῶ δὲν βλέπω κανέναν ἀριθμὸ στίχου!΄΄. ἂν τὴν παρασημείωσι αὐτὴ τὴν καρφίτσωσαν ἐδῶ οἱ χρηματοδότες προτεστάντες τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας, πρᾶγμα πιθανώτατο, τότε ἐπάνω στὴν ἔκδοσι τοῦ δῆθεν ΄΄Προφητολογίου΄΄ μᾶς καρφιτσώνουν καὶ τὸ διασυρμό του˙ μᾶλλον ἀπὸ ἐκδίκησι πρὸς τοὺς ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι κάνουν δαπανηρὴ τὴν ἀπαιτούμενη ΄΄στάχτη γιὰ τὰ μάτια τους΄΄, ποὺ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιον΄΄. καὶ οἱ ΄΄δικοί μας΄΄ οἱ 11 ΄΄ἀγρὸν ἀγοράζουν΄΄. τέτοιο κεράτωμα δὲν ἔχω ξαναδῆ. καὶ οἱ ΄΄δικοί μας΄΄ εἶναι τόσο δικοί μας ὅσο ἦταν ὁ Βάμβας, ὁ ὁποῖος ἦταν γενίτσαρος τῶν προτεσταντῶν, ὅπως ἀποκαλύφτηκε μετὰ τὸ θάνατό του˙ ὁπότε οἱ ΄΄δικοί μας΄΄ δὲν ΄΄ἀγοράζουν ἀγρόν΄΄, ἀλλ̉ ὁ ὀρθόδοξος λαὸς ΄΄ἀγρὸν ἀγοράζει΄΄. καὶ οἱ ΄΄δικοί μας΄΄ ἐνεργοῦν ὅ,τι ἐνεργοῦν ἐκ μέρους τῶν προτεσταντῶν συνειδητά˙ ἀκριβέστερα ἐκ μέρους τῆς σκληρότερης ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου καὶ τῆς παραδόσεως τοῦ κειμένου της. γιατί λ.χ. λὲν ΄΄Ἐδῶ οἱ Ο΄ παραλείπουν τὸ στίχο 7΄΄ καὶ δὲν λὲν ΄΄Ἐδῶ τὸ μασοριτικὸ ἔχει ἕνα ῥαββινικὸ σκουπίδι ἴσα μ̉ ἕνα στίχο΄΄; κι ἀλήθεια τί χρειάζεται μιὰ τέτοια σημείωσι σὲ ἔκδοσι Προφητολογίου; ἢ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἐλαύνει δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ ἡσυχάσουν;
 
 
    3. Καὶ στὴ σελίδα 411 (Ὕμνος τῶν τριῶν παίδων, στίχ. 34 ἢ 57) οἱ 11 ὀρθόδοξοι τῆς ὁμάδος ἔχουν μιὰ παρόμοια δοτὴ ἀπὸ τοὺς προτεστάντες χορηγοὺς - καθοδηγητὰς παρασημείωσι, ἡ ὁποία δείχνει τὴν ἴδια πρόθεσι, τὴν ἴδια ἄγνοια, καὶ τὴν ἴδια ἐνδοτικότητα ἔναντι τῶν προτεσταντικῶν ἀφεντικῶν ἢ σύμπλευσι μ̉ ἐκείνους. ἀλλ̉ ἐμένα ἡ παρασημείωσι ἐκείνη δὲν μ̉ ἐνδιαφέρει, ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ Ὕμνος δὲν εἶναι μέρος τῆς κανονικῆς Βίβλου, παρὰ ἕνα μεταχριστιανικὸ ἑλληνόγλωσσο ῥαββινικὸ ἀπόκρυφο, ποὺ εἶναι ἀνάπτυγμα τοῦ ψαλμοῦ 148. ἁπλῶς τὴν ἀναφέρω, γιατὶ δείχνει ἐπίσης ἀνάγλυφα τὸ ἐπίπεδο καὶ τὴ νοοτροπία τῶν 11 βιβλικῶν τῆς κρινομένης ὁμάδος.
 
 
    4. Σελ. 55 (Γε 3,15)˙ Ὑποτίθεται ὅτι οἱ 7 ἀπὸ τοὺς 11 ΄΄κριτικοὺς΄΄ ἐκδότες τοῦ ΄΄Προφητολογίου΄΄ (Δόικος, Παπαδόπουλος, Παπαδοπούλου, Ὀλυμπίου, Καϊμάκης, Κωνσταντίνου, Μούρτζιος), ποὺ εἶναι καὶ καθηγηταὶ πανεπιστημίου τῆς Π. Διαθήκης, ΄΄ξέρουν΄΄ καὶ διδάσκουν ἑβραϊκά. στὶς θεολογικὲς σχολὲς σήμερα, στὸ μάθημα τῆς Π. Διαθήκης, διδάσκονται μόνο ἑβραϊκά, δηλαδὴ περίπου 1 ἢ 2 σελίδες τὸ χρόνο ἀπὸ τὸ μασοριτικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο εἶναι πάνω ἀπὸ δέκα φορὲς μεταφρασμένο στὴ νεοελληνικὴ γλῶσσα (μέσῳ τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεώς του) ἀπὸ τὸ 1838. οὐδέποτε διδάσκεται ἑρμηνεία τοῦ κειμένου τῶν Ο΄ οὔτε πιὰ εἰσαγωγὴ (= γραμματολογία) στὴν Π. Διαθήκη. δῆτε τώρα ἕνα αὐτοτὲστ τῆς ἑβραιομαθείας τῶν 7. γιὰ τὸ Γε 3,15 Ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς˙ αὐτός σου τηρήσει κεφαλὴν κλπ., ὅπου πανθομολογουμένως ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς ἀναφέρεται στὸ σπέρμα, οἱ 7 ἑβραιολόγοι μασοριτολόγοι σφηνοειδογραφολόγοι ἀνατολισταὶ σημιτολόγοι κλπ. κλπ. ἔχουν μιὰ παρασημείωσι, στὴν ὁποία λένε˙ ΄΄Ἡ ἀρσενικοῦ γένους ἀντωνυμία αὐτὸς ἀναφέρεται στὴν οὐδετέρου γένους λέξι σπέρμα. μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ γένους τῆς ἀντωνυμίας ὑποδηλώνεται ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας…΄΄. δηλαδὴ μ̉ ἕνα ΄΄συντακτικὸ λάθος΄΄ προφητεύουν γιὰ τὸ Χριστὸ … οἱ μεταφρασταὶ τῶν Ἑβδομήκοντα, καὶ ὄχι βέβαια ὁ συγγραφεὺς τῆς Γενέσεως Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος στὸ ἑβραϊκὸ κείμενό του ἔχει τὸ ἀρσενικὸ ζροε (= σπέρμα) καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἀναφερόμενη σ̉ αὐτὸ ἀρσενικὴ ἀντωνυμία ευα (= αὐτός). ἡ ἑβραϊκὴ γλῶσσα δὲν ἔχει οὐδέτερο γένος˙ στὴν πολὺ πιστὴ μετάφρασι τῶν Ο΄ οἱ μεταφρασταὶ μεταφράζουν τὴν ἀντωνυμία αὐτός, διατηρώντας τὸ γένος της. σὲ τέτοιες ἀντωνυμίες ἀρκετὲς φορὲς τὸ ἑβραϊκὸ ἀρσενικὸ ἢ θηλυκὸ γένος στοὺς Ο΄ μεταφράζεται πάλι μὲ ἀρσενικὸ ἢ θηλυκό, παρ̉ ὅλο ποὺ ἡ ἑλληνικὴ σύνταξι ἀπαιτεῖ γένος οὐδέτερο. περίφημο τέτοιο χωρίο εἶναι τὸ Ψα 117, 23 Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή… ἀντὶ Παρὰ Κυρίου ἐγένετο τοῦτο καὶ ἔστι θαυμαστόν…, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ κι ὁ Χριστὸς στὰ Εὐαγγέλια (Μθ 21, 42˙ Μρ 12, 11). εἴδατε τί ἑβραϊκὰ ξέρουν ὅλοι μαζὶ οἱ ἑβραϊσταὶ σημιτολόγοι κλπ. κλπ. ὅλων τῶν πανεπιστημίων τῆς Ἑλλάδος, συνταξιοῦχοι κι ἐν ἐνεργείᾳ; θὰ πῆτε˙ ΄΄Τώρα σ̉ ἕνα λειτουργικὸ ΄΄Προφητολόγιον΄΄ τί τὴν ἤθελαν μιὰ τέτοια παρατήρησι οἱ 7 ἐπιφανεῖς ἑβραϊσταὶ μασοριτολόγοι κλπ. κλπ. καὶ γιατί πήγαιναν γυρεύοντας;΄΄. ἔλα ντέ! μήπως ξέρω κι ἐγώ; πῶς ἀλλιῶς ὅμως θὰ εἴχαμε ἕνα αὐθεντικὸ κι ἀπὸ τοὺς ἴδιους παραδεκτὸ τὲστ τῆς ἑβραιομαθείας των; μήπως θὰ στέκονταν νὰ τοὺς τεστάρουμε ἐμεῖς; ἂν καὶ τὸ κίνητρό τους, ταυτισμένο μὲ τὸ κακεντρεχὲς κίνητρο τῶν προτεσταντῶν χορηγῶν - ἐργοδοτῶν - ἀφεντικῶν τους ποὺ θέλουν νὰ μᾶς ἐπιβάλουν τὸ ἰουδαϊκὸ μασοριτικὸ - προτεσταντικὸ σκεύασμα μὲ τὴ σφραγῖδα τοῦ ἀμειβομένου ὀρθοδόξου - πανεπιστημιακοῦ ὀνόματός των, εἶναι νὰ διαβάλουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἀξιοπιστία τῆς μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα, τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦν καὶ οἱ ἀπόστολοι στὴν Κ. Διαθήκη. καὶ κρύβουν αὐτὴ τὴν εἰρωνικὴ ζαβολιά τους κάτω ἀπὸ τὸ πάλαι γνωστὸ ὡς δῆθεν ὑπερορθόδοξο καββαλιστικὸ καὶ περιττὸ θεολόγημα ὅτι ΄΄Μὲ τὸ ἀρσενικὸ αὐτὸς (οἱ μεταφρασταὶ τῶν Ο΄, καὶ ὄχι ὁ Μωϋσῆς) προφητεύουν τὸν ἐρχόμενο Μεσσία΄΄! κι αὐτοὶ οἱ καημένοι τοὺς ἐξυπηρετοῦν μὲ τὸν πιὸ ἐξευτελιστικὸ γι̉ αὐτοὺς τρόπο. φανταστῆτε τώρα αὐτοὺς τοὺς 7 νὰ ἔχουν γιὰ τὴ Βίβλο ΄΄ἀπόψεις΄΄ βασισμένοι στὰ ἑβραϊκὰ ποὺ ΄΄ξέρουν΄΄ καὶ ΄΄κατέχουν΄΄!
 
 
    5. Σελ. 171 (Ἠσ 29, 17)˙ Οὐκέτι μικρὸν καὶ μετατεθήσεται ὁ Λίβανος ὡς τὸ ὄρος τὸ Χέρμελ, καὶ τὸ Χέρμελ εἰς δρυμὸν λογισθήσεται; Αὐτὸ τὸ ἐδῶ ὄρος Χέρμελ (Κρμλ) ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεταγραφόμενο Κάρμηλος (Κρμλ) (Ἰη 19,26˙ Γ΄ Βα 18, 42˙ Β΄ Πα 26, 10˙ Ἆσ 7, 6˙ Ἀμ 1, 2˙ κλπ.) ἀναφέρεται στὴν Π. Διαθήκη πολλὲς φορὲς καὶ εἶναι τὸ ψηλότερο ὄρος τῆς Παλαιστίνης˙ ψηλὸ καὶ κωνοειδές. βρίσκεται στὴν μοναδικὴ καὶ ἀμβλεῖα χερσόνησο τῆς χώρας αὐτῆς, τὴν ὁποία χερσόνησο καὶ καταλαμβάνει ὁλόκληρη. γράφουν γι̉ αὐτὸ οἱ 11 βιβλικοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ 7, ποὺ εἶναι, ὅπως εἶπα, στὶς θεολογικὲς σχολὲς πάσης Ἑλλάδος καὶ καθηγηταὶ πανεπιστημίου, στὴν παρασημείωσι 44 τῆς σελίδος αὐτῆς˙ «Χέρμελ˙ μεταγραφὴ μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες τῆς ἑβραϊκῆς φράσης ποὺ σημαίνει ΄΄καρποφόρος κῆπος΄΄. ἡ φράσι αὐτὴ εἶναι ὁμόηχη μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ὄρους Κάρμηλος καὶ μὲ αὐτὴν τὴ σημασία ἐκλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Ο΄». δὲν ξέρουν τί λένε. ΄΄μεταγραφὴ τῆς ἑβραϊκῆς φράσης ποὺ σημαίνει καρποφόρος κῆπος΄΄! ποιᾶς φράσεως; φράσι εἶναι τὸ Κρμλ; ἕνα κύριο ὄνομα εἶναι δισύλλαβο. καὶ ποῦ στοὺς Ο΄ ἢ στὸ μασοριτικὸ τὸ Κρμλ =Χέρμελ = Κάρμηλος σημαίνει ΄΄καρποφόρος κῆπος΄΄; στὸ μασοριτικὸ ὑπάρχουν 10 λέξεις ποὺ σημαίνουν καρπός, κι ἄλλες 15 ποὺ ἀνὰ 1 ἕως 3 σημαίνουν καρπῶ (2), καρπίζομαι (2), κάρπιμος (2), κάρπωμα (2), κάρπωσις (2), καρποφορῶ (1), καρποφόρος (3), καρπόβρωτος (1), καὶ οὔτε μιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς θυμίζει ἔστω καὶ λίγο τὸ ὄνομα Κρμλ - Κάρμηλος. οἱ 11 φωτοτυπικοὶ «ἐκδότες» τοῦ ψεύτικου καὶ πλαστοῦ «Προφητολογίου» δὲν ξέρουν τί λένε. ἀερολογοῦν μόνο γιὰ δημιουργία ἐντυπώσεων. καὶ τὸ Κρμλ στὸ μασοριτικὸ σημαίνει πάντοτε Κάρμηλος˙ ὄνομα ἀγνώστου σημασίας, ὅπως καὶ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ σ̉ ὅλες τὶς γλῶσσες τὰ πλεῖστα γεωγραφικὰ ὀνόματα. ὁ κῆπος στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκή, ὅταν μὲν εἶναι κῆπος λαχάνων κῆπος λαχανείας ἢ καὶ ἀνθόκηπος, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ βασιλικοῦ νεκροταφείου τῆς Ἰερουσαλήμ, λέγεται γν (γάν) (Δε 11, 10˙ Γ΄ Βα 20, 2˙ Δ΄ Βα 21, 18˙ 21, 26˙ 25, 4˙ κλπ.)˙ καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ κῆπος σημαίνει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς˙ ὅταν δὲ εἶναι περιβόλι δέντρων ἢ δρυμὸς μὲ βράχια πηγὲς ποταμοὺς καὶ ἄγρια ζῷα, λέγεται ιορ (Δε 19, 5˙ Ἰη 17, 15˙ Α΄ Βα 14,25˙ Δ΄ Βα 2, 24˙ Ψα 103, 20), ἐξ οὗ, νομίζω, καὶ τ̉ ὄνομα Ἰορδάνης (Ιρδν) δηλαδὴ ΄΄ποταμὸς μὲ ὄχθες κατάφυτες΄΄, ἢ καὶ μὲ τὴν περσικὴ λέξι πρδσ - πρδ῾ισ - παράδεισος (Ἐκ 2, 5˙ Ἆσ 4, 13˙ Νε 2, 8), λέξι ποὺ οἱ μασορῖτες πῆραν ἀπὸ τοὺς Ο΄ τοὺς ὁποίους ἀναμεταφράζουν πλειστάκις, οἱ δὲ Ο΄ τὴν ἔχουν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (Ξενοφῶν, Ἀν. 1,2,7˙ 2,4,14˙ Ἑλλ. 4,1,15˙ Οἰκον. 4,13˙ Κύρ. π. 1,3,14). ὁ Ξενοφῶν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μετὰ τὴν ἐκστρατεία τοῦ Κύρου, στὴν ὁποία συμμετεῖχε, πῆρε τὴ λέξι ἀπὸ τὴν περσικὴ καὶ τὴν εἰσήγαγε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἔπειτα ὡς ἑλληνικὴ λέξι τῆς κοινῆς χρησιμοποιήθηκε στὴ μετάφρασι τῶν Ο΄, καὶ κατὰ τὰ βυζαντινὰ χρόνια οἱ μασορῖτες ῥαββῖνοι, μασοριτεύοντας τὸ μασοριτικό τους κι ἐπαναμεταφράζοντας ἀπὸ τοὺς Ο΄, ἔβαλαν τὴ λέξι στὸ μασοριτικό τους σκεύασμα. τοῦ ἔβαλαν δὲ ἔτσι κι ἄλλες πολλὲς ἑλληνικὲς λέξεις κυρίως τότε, ὅπως χώρα (αυρ - Οὔρ!) (Γε 11,28˙ 11,31), αἰγίδιον - γίδι (γδι) (Α΄ Βα 10, 3), φορεῖον (απριυν) (Ἆσ 3, 9), κλπ., ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ μεγαλοφυεῖς Εὐρωπαῖοι ἑβραιολόγοι μασοριτολόγοι ἀνατολισταὶ σημιτολόγοι κλπ. κλπ. συμπεραίνουν γιὰ πολλὰ βιβλία ἢ κομμάτια βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης ὅτι γράφτηκαν μετὰ ἀπὸ τότε ποὺ οἱ Ἑβραῖοι ἔμαθαν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα κατὰ τ̉ ἀλεξανδρινὰ χρόνια, καὶ γι̉ αὐτὸ τὰ μεταχρονολογοῦν, μὲ πολλὴ αὐτοπεποίθησι μάλιστα! βάλε τὸν πόλο μάγειρα νὰ σοῦ μαγειρέψῃ σπατά. δὲν πῆραν τὴ λέξι πρδσ - πρδ῾ισ - παράδεισος οἱ Ἑβραῖοι τῆς βαβυλωνίου αἰχμαλωσίας ἀπὸ τὴν περσικὴ γλῶσσα κατ̉ εὐθεῖαν ὅπως σφαλερῶς νομίζεται. στὸ μασοριτικό, στὴν ἐναλλαγὴ τῶν λέξεων γν ιορ πρδσ - πρδ῾ισ, ὑπάρχει πολλὴ σύγχυσι, ἰδίως στὴ Γένεσι (κεφ. 2 - 3), τὴν ὁποία σύγχυσι δημιούργησε κατὰ τὰ βυζαντινὰ καὶ μασοριτικὰ χρόνια ἡ εὐρύτατη καὶ διαθρησκειακὴ χρῆσι τῆς λέξεως παράδεισος˙ ἀλλ̉ ἡ διάκρισι καὶ ὀρθὴ χρῆσι τους φαίνεται στὸ χωρίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ 2, 5 Ἐποίησά μοι κήπους (γν) καὶ παραδείσους (πρδσ). στὶς σημερινὲς ΄΄κριτικὲς΄΄ ἐκδόσεις τοῦ μασοριτικοῦ σκευάσματος ὑπάρχει ἡ τάσι ν̉ ἀποκαθαίρεται αὐτὸ ἀπὸ τὴ λέξι πρδσ - πρδ῾ισ - παράδεισος, γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐπαναμετάφρασμα ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα σὲ πολλὰ σημεῖα του. γιὰ νὰ ἐπανέλθω στὴν ἑβραιομάθεια τῶν ἑφτὰ πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν τῆς Π. Διαθήκης, τὸ ὅτι τὸ ὄνομα Κρμλ - Χέρμελ - Κάρμηλος σημαίνει ΄΄κῆπος καρποφόρος΄΄ εἶναι μόνο κοινὴ ἀρλούμπα τους. ἑφτὰ μαζὶ ἑβραιολόγοι ἀνατολισταὶ κλπ. κλπ. μιλοῦν ὡς ἄνθρωποι ποὺ ἑβραϊκὰ δὲν ξέρουν, καὶ λένε γραώδη νυστακτήρια παραμύθια γιὰ παιδάκια ποὺ πρέπει νὰ κοιμηθοῦν˙ καὶ μόνο ἑβραϊκὰ διδάσκουν στὶς θεολογικὲς σχολὲς καὶ οἱ ἑφτά. γιὰ νὰ δώσω μιὰ κάποια ἐξήγησι μιᾶς τόσο χοντροκομμένης ἀρλούμπας των, ὑποθέτω ὅτι, καθὼς κάποιος ἀπ̉ αὐτοὺς ἀπὸ κάποιον ξένον ἀντέγραφε σημείωσι σχετικὴ μὲ τὸν Κάρμηλο, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔβλεπε τὸ βιβλίο, ἴσως γιὰ νὰ ῥουφήξῃ τὸ καϊμάκι τοῦ καφέ του, πρὶν μαραθοῦν οἱ φοῦσκες του, κάποιο φύσημα γύρισε ἕνα φύλλο του ἢ καὶ πολλά, κι αὐτός, ὅταν ξανακύτταξε τὸ βιβλίο, αὐτὸ βρισκόταν ἀνοιχτὸ σ̉ ἄλλη σελίδα μὲ ταυτοθέσια σημείωσι, κι ὁ καημένος συνέχισε ν̉ ἀντιγράφῃ ἀπὸ κεῖ. πῶς ὅμως δὲν τὸν προφύλαξε ἀπὸ μιὰ τέτοια χοντράδα ἡ ἑβραιομάθειά του ἢ ἡ ἑβραιομάθεια τῶν ἄλλων ἓξ συνυπευθύνων κι ἀλληλεγγύων ἑβραιολόγων μασοριτολόγων κλπ. κλπ.; μυστήριο ἀνεξήγητο καὶ δυσεξιχνίαστο. καὶ τί τὶς ἤθελαν τέτοιες φιγουρατζήδικες σημειώσεις σ̉ ἕνα ΄΄Προφητολόγιον΄΄ ἄνθρωποι ποὺ περπατοῦν ξυπόλυτοι στ̉ ἀγκάθια; ἐν τάξει, νὰ κάνῃ κανεὶς φιγοῦρες ἐπιστημοσύνης, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ κάποια γεῦσι ἐπιστήμης. καὶ βάλε κάτι τέτοιους νὰ σοῦ μαγειρέψουν ΄΄ἀπόψεις΄΄ γιὰ τὴ Βίβλο˙ γιὰ τὴ φιλολογικὴ ἑνότητα τῶν βιβλίων της! νὰ μὴν πῶ τώρα καμμιὰ χωριάτικη παροιμία.
 
 
    6. Σελ. 353 (Ἰν 1,3)˙ Ἀνέστη Ἰωνᾶς τοῦ φυγεῖν εἰς Θαρσίς (Τρσις). Γράφουν στὴν παρασημείωσί τους οἱ 7 ἑβραιολόγοι σημιτολόγοι κλπ. κλπ. καὶ οἱ λοιποὶ 4 ὑφιστάμενοι ΄΄ἐπιστημονικοὶ΄΄ συνεργάτες των˙ «Θαρσίς˙ ὄνομα περιοχῆς ποὺ ταυτίζεται ἴσως μὲ τὴ φοινικικὴ ἀποικία Τ ά ρ τ ε σ ο ς στὴν Ἱσπανία΄΄˙ τὸ ὑπογραμμίζουν κιόλας μὲ ἀραιογραφία τὸ Τ ά ρ τ ε σ ο ς! ὅτι βέβαια ἡ πόλι Ταρτησσὸς ἦταν ἀποικία τῶν Φοινίκων στὴν Πορτογαλία, στὴν ἐπὶ τοῦ Ἀτλαντικοῦ παραλία ἔξω ἀπὸ τὰς Ἡρακλείους Στήλας (Γιβραλτάρ), ὅτι ἡ περιοχή της Ταρτησσὶς χώρα ἦταν περίφημη γιὰ τὸ χρυσὸ τὸν ἄργυρο τὸν ἤλεκτρο τὰ πετράδια καὶ τ̉ ἄλλα πολύτιμα ὀρυκτά της, καὶ γιὰ τοὺς Ταρτησσίους, καὶ γιὰ τὰς Ταρτησσίας γαλᾶς (= νυφίτσες), καὶ γιὰ τὴν Ταρτησσίαν μύραιναν μαρτυροῦνται πολλὰ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία (Ἡρόδοτος 1,163,1-2˙ 4,152,2˙ 4,192,3. Ἀριστοφάνης, Βάτρ., 475. Στράβων 1,2,26˙ 3,2,11-12. Ψευδαριστοτέλης, Θαυμ., 135), κι ὅτι αὐτὴ ἡ Ταρτησσὸς εἶναι ἡ λεγόμενη στὴ Βίβλο ἑβραϊστὶ Ταρσις ἢ κατὰ τοὺς Ο΄ Θαρσίς, κι ὅτι οἱ μασορῖτες οἱ ταργουμισταὶ οἱ ταλμουδισταὶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ῥαββῖνοι τὴ μπέρδευαν μὲ τὴν ἐπίσης πλούσια σὲ πολύτιμα ὀρυκτὰ Τοπὰζ Τωπὰζ Ὠφὰζ Μωφὰζ Σωφὰζ Σωφὰρ Σωφίρ Ὠφὶρ Σουφὶρ Σωφιρὰ Σεφάρ, ἡ ὁποία βρισκόταν πρὸς ἀνατολὰς σὲ κάποια παραλία ἐπὶ τῆς Ἐρυθρᾶς τοῦ Ἰνδικοῦ ὠκεανοῦ, κι ὅτι γι̉ αὐτὸ οἱ Ἑβραῖοι τὴν Ταρτησσὸν ἢ Ταρσὶς - Θαρσὶς καὶ ὅλη τὴν Ἱσπανία καὶ Πορτογαλία τὴ λὲν μέχρι σήμερα Σεφάρ, κι ὅτι οἱ Ἑβραῖοι ποὺ τὸ 1492, ἕνα μῆνα πρὶν φύγῃ ὁ Κολόμβος γιὰ τὴν Ἀμερική, ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱσπανία ὡς σύμμαχοι τῶν μωαμεθανῶν Ἀράβων κατακτητῶν τῶν νοτίων ἐπαρχιῶν της καὶ κατέφυγαν μαζὶ μὲ τοὺς Ἄραβες στὴ μωαμεθανικὴ - ὀθωμανικὴ Τουρκία, καὶ κατοίκησαν στὴ Θεσσαλονίκη, καὶ γι̉ αὐτὸ μέχρι σήμερα λέγονται Σεφαρδίμ, εἶναι πράγματα γνωστὰ σὲ κάθε ἐπιστήμονα, ἀκόμη καὶ μέσο. οἱ 7 ὅμως ἐπιφανεῖς ἑβραιολόγοι ἀνατολισταὶ κλπ. κλπ. καὶ οἱ λοιποὶ 4 ΄΄ἐπιστημονικοὶ΄΄ συνεργάτες των δὲν φαίνονται νὰ ἔχουν ἰδέα ἀπ̉ αὐτὰ —τὄκαναν κι αὐτὸ τὸ θάμα—, καὶ γι̉ αὐτὸ γράφουν ΄΄Ταυτίζεται ἴσως μὲ τὴ φοινικικὴ ἀποικία Τ ά ρ τ ε σ ο ς!΄΄. σὰ νὰ λὲς ΄΄Ὁ Θουκυδίδης ἦταν ἴσως Ἀθηναῖος΄΄. κι αὐτοὶ οἱ παμπόνηροι καταραμένοι ξένοι —πανάθεμά τους— γιατί ἔχουν τὴν πονηριὰ νὰ μὴν ἔχουν στὴ γραφή τους ἧτα καὶ τόνους, καὶ παραπλανοῦν ἔτσι τοὺς ἐπιφανεῖς δικούς μας, ὅταν οἱ καημένοι ἀντιγράφουν τὸ Ταρτησσὸς - Tartessos ὡς Τ ά ρ τ ε σ ο ς; ποιά σκοτεινὴ δύναμι τῆς Φραγκίας τοὺς βάζει νὰ παραπλανοῦν ἔτσι μὲ τέτοια τεχνάσματα καὶ νὰ ῥεζιλεύουν τοὺς δικούς μας ὀρθοδόξους ἐπιφανεῖς;
 
 
    7. Σελ. 248 - 9 (Πρμ 21,16)˙
        Ἀνὴρ πλανώμενος ἐξ ὁδοῦ δικαιοσύνης
        ἐν συναγωγῇ γιγάντων ἀναπαύσεται.
μεταφράζω˙
        Ἄντρας ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης
        ἀράζει σὲ σπεῖρα ἀπὸ μαχαιροβγάλτες.
    Μὲ εἰδικὴ ἔρευνά μου σ̉ ὅλη τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία καὶ στοὺς ἑλληνιστικοὺς αὐτογράφους ἰδιωτικοὺς παπύρους διαπίστωσα ὅτι τὸ γίγαντες σημαίνει ΄΄ἔνοπλοι΄΄. δὲν θὰ δώσω ἐδῶ ὅλη τὴν ἔρευνά μου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὴν ἐκθέσω ἐν καιρῷ. στὴν ἀρχὴ λέγονταν γίγαντες οἱ πολεμισταί, οἱ στρατιῶτες. ἔπειτα κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια, ὅταν ἔγινε καὶ ἡ μετάφρασι τῶν Ο΄, λέγονταν ἔτσι καὶ οἱ μαχαιροβγάλτες, οἱ ἐγκληματίες τοῦ ὑποκόσμου. ἤδη πρὶν ἀπὸ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια ἕνας σημασιολογικὸς κλάδος τῆς λέξεως σήμαινε τοὺς μεγαλοσώμους καὶ ῥωμαλέους ἄντρες, ἐπειδὴ διακλαδώθηκε στὰ χρόνια ποὺ ἡ σωματικὴ ῥώμη ἦταν πλεονέκτημα τοῦ πολεμιστοῦ - στρατιώτου ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ˙ βίη Διομήδεος (Ε 381) ἢ βίη Ἡρακληείη (Β 658) ὅπως λέει τοὺς πολεμιστὰς κι ὁ Ὅμηρος στὴν Ἰλιάδα. ὁ στρατιώτης ἔπρεπε νὰ εἶναι ΄΄ἀρκούδα΄΄, Γολιάθ. καὶ μὲ τὸ γλωσσικὸ φαινόμενο τῆς ὑπαλλαγῆς ἡ σημασία τοῦ γίγας μεταπήδησε ἀπὸ τὸν ἔνοπλο στρατιώτη στὸ ῥωμαλέο καὶ μεγαλόσωμο ἄντρα, ὅπως καὶ τ̉ ὄνομα καλαμάριον (= κάλαμος) μεταπήδησε ἀπὸ τὴν πέννα στὸ μελανοδοχεῖο. ἀπ̉ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ σημασιολογικὸ κλάδο τῆς λέξεως κατάγεται ἡ σημερινὴ νεοελληνικὴ σημασία τοῦ γίγας. στὸν καιρὸ τῶν Ο΄ ὅμως ἡ πιὸ διαδεδομένη σημασία ἦταν ἡ τοῦ ἐνόπλου εἴτε στρατιώτου - πολεμιστοῦ εἴτε κι ἐγκληματίου - μαχαιροβγάλτου. γι̉ αὐτὸ ἤδη κατὰ τὴν προκλασσικὴ ἐποχὴ γίνεται διάκρισι τιτανομαχίας καὶ γιγαντομαχίας˙ τὸ πρῶτο εἶναι φανταστικὴ μάχη μεταξὺ ἑλληνικῶν θεῶν καὶ πελασγικῶν - κρητομινωϊκῶν τιτάνων (= προελληνικῶν θεῶν), τὸ δεύτερο εἶναι πραγματικὴ μάχη μεταξὺ τῶν ἑκατέρωθεν στρατευμάτων.
    Κι ἔκανα αὐτὴ τὴν ἔρευνα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ στὴν Π. Διαθήκη κατὰ τοὺς Ο΄ ἡ λέξι γίγας - γίγαντες συναντᾶται 35 φορές, καὶ σὲ πολλοὺς ἀνοήτους δημιούργησε τὴν ἐντύπωσι ὅτι σὲ 35 τοὐλάχιστο σημεῖα της ἡ Π. Διαθήκη λέει παραμύθια καὶ ΄΄ἄρα εἶναι μυθολογία΄΄. καὶ πάντοτε ἀνεξαιρέτως τὸ γίγας παρερμηνεύεται φρικτά, ἀκόμη κι ἀπὸ ἀρχαίους πατέρες τῆς ἐκκλησίας, κυρίως δὲ ἀπὸ μυθομανεῖς συντάκτες ἀποκρύφων βιβλίων, ἢ νόθων κομματιῶν χωμένων στὴν Π. Διαθήκη, καὶ σ̉ αὐτὰ τὰ νόθα κομμάτια ὀφείλονται διάφορες σημερινὲς φλυαρίες, ὅπως ἡ φλυαρία τοῦ Μιλτ. Κωνσταντίνου σὲ εἰδικὴ φυλλάδα του, ἐκδεδομένη μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία («Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη — Μυθολογία τῶν Ἑβραίων ἢ Βίβλος τῆς Ἐκκλησίας;», Ἀθήνα 2003), ὅπου ὁ ἐν λόγῳ ἑβραιολόγος μασοριτολόγος ἀνατολιστὴς σφηνοειδογραφολόγος σημιτολόγος κλπ. κλπ. λέει ὅτι «Ναὶ ἡ Π. Διαθήκη εἶναι καὶ τὰ δυό»˙ εἶναι βέβαια μυθολογία, ἀλλὰ δὲν πειράζει˙ καλὰ καὶ διδακτικὰ παραμύθια λέει, ὄχι κακὰ καὶ βλαβερά, ὁπότε ἡ ἁγία μας ἐκκλησία δὲν χάνει καθόλου τὴν τιμή της, ποὺ χρησιμοποιεῖ μιὰ τέτοια ψυχωφέλιμη μυθολογία γιὰ Βίβλο της»! ἀπὸ 28 ἐτῶν, ποὺ μ̉ ἀπασχόλησε τὸ θέμα τῶν βιβλικῶν γιγάντων, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια, εἶχα ἀηδιάσει ἀπ̉ ὅλους τοὺς ἑρμηνευτάς. κι αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ ἰσχυρὸ καὶ ἀσίγαστο κίνητρό μου γι̉ αὐτὴ τὴν ἔρευνα, ἡ ὁποία καὶ καρποφόρησε.
    Ἐντυπωσιαζόμουν ἀπὸ 16 ἐτῶν ἀπ̉ ὅλα τὰ βιβλικὰ χωρία, ὅπου ἀναφέρονται γίγαςγίγαντες, κυρίως δὲ ἀπὸ τὸ Ἀρ 13, 33 - 34 ὅπου ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυὴ καὶ οἱ ἄλλοι ψυχωμένοι κατάσκοποι, ποὺ ἔστειλε ὁ Μωϋσῆς στὴ Γῆ Χαναάν, ὅταν ἐπέστρεψαν, ἀφοῦ ἀνέφεραν ὅτι πράγματι ἡ Παλαιστίνη ῥέει γάλα καὶ μέλι, στὸ τέλος πρόσθεσαν˙ Πᾶς ὁ λαός, ὃν ἑωράκαμεν ἐν αὐτῇ (τῇ γῇ), ἄνδρες ὑπερμήκεις (= πανύψηλοι)˙ καὶ ἐκεῖ ἑωράκαμεν τοὺς γίγαντας καὶ ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ ἀκρίδες˙ ἀλλὰ καὶ οὕτως ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν. καὶ ἀπὸ τὰ ψαλμικὰ
    18,6˙ Καὶ ὁ ἥλιος ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ
              ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
καὶ
    32,16˙ Καὶ γίγας οὐ σωθήσεται ἐν πλήθει ἰσχύος αὐτοῦ.
στὸ πρῶτο ὁ ψαλμῳδὸς ὑπογραμμίζει τὴν πρωτοφανῆ αὐτοπεποίθησι τοῦ νιόπαντρου γαμπροῦ, ποὺ μόλις ἔχει διακορεύσει τὴν κοπέλλα του καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν κρεβατοκάμαρά του ψυχωμένος˙ καὶ μ̉ αὐτόν, καθὼς καὶ μὲ τὸν ἔνοπλο (γίγαντα), παρομοιάζει τὸν ἥλιο ποὺ τρέχει ἀκλόνητος τὴν τροχιά του. στὸ δεύτερο τονίζει ὅτι ὁ Κύριος ὡς σωτήρας τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι κατὰ τὴν ἐπέλασί του τόσο φοβερός, ποὺ ἀπ̉ αὐτὸν δὲν γλυτώνει οὔτε ἐμπειροπόλεμος κι ἀντρειωμένος γίγας.
    Ἤδη αὐτὰ τὰ χωρία μοῦ ἄνοιξαν τὰ μάτια γιὰ πρώτη φορά, καθὼς οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ στὴ ζωή μου δὲν ἀμφέβαλα ὅτι ἡ Βίβλος δὲν ἔχει οὔτε ἴχνος μύθου ἢ ψεύδους, ὅπως φλυαροῦν ἄτομα σὰν τὸν Κωνσταντίνου, κι ὅτι στὴ Βίβλο τὴν ἀλήθεια τὴ βρίσκει κανεὶς τόσο ἀτόφια ὅσο δὲν ἀνευρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ. ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα δὲν μοῦ ἔμενε παρὰ νὰ ψάξω. τί φιλόλογος ἤμουν; γιατί ὁ θεὸς ἐπέτρεψε νὰ γεννηθῶ καὶ νὰ γίνω φιλόλογος; εἶχα δὲ ἀπὸ φοιτητὴς (1959 - 63) πάντοτε ὑπ̉ ὄψι μου τὸ ἑρμηνευτικὸ δόγμα ποὺ διατύπωσαν οἱ δυὸ μεγαλείτεροι φιλόλογοι τῶν αἰώνων, ὁ ὁμηριστὴς τοῦ Β΄ π.Χ. αἰῶνος Ἀλεξανδρινὸς Ἀρίσταρχος ὁ Σαμόθρᾳξ ποὺ δογμάτισε τὸ Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν, κι ὁ βιβλικὸς τοῦ Δ΄ μ.Χ. αἰῶνος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ποὺ δογμάτισε τὸ Τὰς Γραφὰς διὰ τῶν Γραφῶν ἑρμηνεύειν. μετὰ ἀπ̉ αὐτὸ πρόσεξα ὅτι ἤδη στοὺς Ἰουδαίους ἑλληνογλώσσους μεταφραστὰς τῆς Π. Διαθήκης Ἀκύλα καὶ Σύμμαχο τοῦ Β΄ καὶ Γ΄ μ.Χ. αἰῶνος ἡ λέξι γίγας - γίγαντες (στὸ μασοριτικὸ βραχυγραφοῦνται ἄλλοτε νπλ - νπλιμ κι ἄλλοτε νιπλ - νιπλιμ, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες λέξεις βραχυγραφοῦνται μὲ δυὸ καὶ τρεῖς ἀκόμη βραχυγραφίες, ὅπως κι ἐμεῖς ἄλλοτε γράφουμε Θεσσ/νίκη κι ἄλλοτε Θεσ/κη), μεταφράζεται ἀπὸ μὲν τὸν Ἀκύλα ἄλλοτε οἱ δυνατοὶ κι ἄλλοτε οἱ ἐπιπίπτοντες, ἀπὸ δὲ τὸ Σύμμαχο οἱ βίαιοι. παράβαλε τὰ βίη Διομήδεος καὶ βίη Ἡρακληείη. ὁ δὲ ἀνώνυμος ἑλληνόγλωσσος Ἰουδαῖος τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος, ποὺ ἔκανε τὴν ἀλλόκοτη μαρκιανὴ μετάφρασι τοῦ μασοριτικοῦ, στοὺς μὲν Ἀριθμοὺς (13,34) μεταγράφει τὴν ἑβραϊκὴ λέξι νπλιμ ἀμετάφραστη νεφίλιοι (= νεφιλίμ), στὶς δὲ Παροιμίες (21,16) τὴ μεταφράζει τεθνηκότες, ὅπως ἔχουν ἀντιστοίχως καὶ οἱ πέντε μητρικὲς εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις τοῦ IF΄ αἰῶνος ἀπὸ τὸ μασοριτικό. οἱ μεταφράσεις γερμανικὴ γαλλικὴ ἱσπανικὴ καὶ ἰακωβιανὴ - ἀγγλικὴ ἔχουν γίγαντες στοὺς Ἀριθμοὺς καὶ νεκροὶ στὶς Παροιμίες, καὶ μόνο ἡ ἰταλικὴ ἔχει καὶ στὰ δυὸ γίγαντες˙ ἡ δὲ πρόσφατη ὀξφορδιανὴ ἀγγλικὴ τοῦ 1946 ἔχει στοὺς Ἀριθμοὺς τὸ ἀμετάφραστο νπλιμ - nephilim καὶ στὶς Παροιμίες νεκροί.
    Ὕστερα ἀνάμεσα στὶς πολλὲς ἄλλες ἐπιστημονικὲς ἔρευνές μου ἐπιδόθηκα καὶ σ̉ αὐτὴ γιὰ τὴ λέξι γίγας, καὶ ὥρμησα σ̉ ὅλη τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία.
    Ἀσφαλῶς τὴν ἀδυναμία τῶν ἑφτὰ ἐν λόγῳ κορυφαίων ἑβραιολόγων μασοριτολόγων κλπ. κλπ. νὰ καταλάβουν ἔστω κι ἐλάχιστα τὰ βιβλικὰ χωρία μὲ γίγαντες δὲν τοὺς τὴν καταλογίζω γιὰ παράπτωμα, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνατότητές των τόσο τὶς φυσικὲς ὅσο καὶ τὶς μαθησιακές. ἀκόμη κι ὁ Gesenius, ὁ κατὰ τὴ γνώμη μου μεγαλείτερος ἑβραιολόγος τῶν νεωτέρων χρόνων, παρ̉ ὅλο ποὺ στὴ λέξι νπλ (= γίγας) ἀφιερώνει ἕνα πελώριο λῆμμα (τετράστηλο), δὲν κατώρθωσε ἐν τέλει νὰ καταλάβῃ τὴ λέξι αὐτή. καὶ θὰ τὴν ἀπαιτοῦσα ἀπ̉ αὐτούς; ἡ σφαλερὴ ἑρμηνεία τοῦ Gesenius ἐδῶ κι 160 χρόνια εἶναι περασμένη σ̉ ὅλα τὰ προτεσταντικὰ καὶ παπικὰ ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήματα καί γε στὰ ΄΄ὀρθόδοξα΄΄. ἡ ἐδῶ στὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιον΄΄ ΄΄μετάφρασι΄΄ τῶν ἐν λόγῳ κορυφαίων ἑβραιολόγων μασοριτολόγων κλπ. κλπ., εἶναι οὐσιαστικὰ παρμένη ἀπὸ τὴ μετάφρασί τους (Βέλλα καὶ ἁπλουστευτῶν του) … τοῦ μασοριτικοῦ (Ἀθήνα 1997), ἤτοι τοῦ Lowndes - Τυπάλδου - Βάμβα, ἤτοι τῆς ἀγγλικῆς - ἀγγλικανικῆς μεταφράσεως˙ σὰ νὰ βάζῃς δίπλα στὸ κείμενο τοῦ Θουκυδίδου μιὰ μετάφρασι τοῦ Ξενοφῶντος. ἡ μετάφρασί τους στὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιον΄΄ εἶναι ἕνα πολὺ μακρινὸ καὶ ἔμμεσο καὶ πολυμεταβρασμένο ἀπόβρασμα ἀπὸ τὸ σκουπιδαριὸ ποὺ δρομολόγησε ἄθελά του ὁ Gesenius. μεταφράζουν τοὺς γίγαντας ΄΄νεκρούς΄΄˙ ὅπως περίπου οἱ περὶ τὸν Βάμβαν μεταφράζουν ΄΄τεθανατωμένους΄΄. μεταφράζουν λοιπὸν ἐδῶ στὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιόν΄΄ τους ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μᾶλλον μετάφρασι ἢ ἔστω ἀπ̉ ὁποιαδήποτε εὐρωπαϊκὴ μετάφρασι˙
    Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεστρατίζει ἀπὸ τὸν δρόμο τὸν σωστὸ
    θὰ καταλήξῃ στῶν νεκρῶν τὸν κόσμο.
μπορεῖ νὰ μὴν τοὺς καταλογίζω καμμιὰ εὐθύνη, σ̉ ἕνα ἑρμηνευτικὸ ζήτημα τόσο δύσκολο, ἀλλ̉ ἡ ποιότητά τους βέβαια ἔτσι κι ἀλλιῶς φαίνεται.
 
    8. Σελ. 629 (Γ΄ Βα 18,19)˙ Τοὺς προφήτας τῆς αἰσχύνης τετρακοσίους καὶ πεντήκοντα καὶ τοὺς προφήτας τῶν ἀλσῶν τετρακοσίους…
μεταφράζω˙ ΄΄Τοὺς μάντεις τοῦ αἴσχους, ποὺ ἦταν τετρακόσιοι πενήντα, καὶ τοὺς μάντεις τῶν ἀλσῶν, ποὺ ἦταν τετρακόσιοι΄΄.
οἱ 7 ἑβραιολόγοι σημιτολόγοι κλπ. κλπ. καὶ οἱ 4 συνεργάτες των μεταφράζουν˙ ΄΄Οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῆς Ἀσερά΄΄.
    ΄΄Μεταφράζουν΄΄ τὰ εὔκολα σὲ δύσκολα, γιὰ νὰ παραστήσουν τοὺς σοφούς. καὶ πρῶτα πρῶτα τὸ μεταφραζόμενο κείμενο τῶν Ο΄ δὲν περιέχει τὰ κύρια ὀνόματα Βάαλ καὶ Ἀσερά. αὐτοὶ τὰ βάζουν, ἐπειδὴ τὰ ἔχει τὸ μασοριτικὸ σκεύασμα, δηλαδὴ γι̉ αὐτοὺς ἡ ἀγγλικὴ μετάφρασι. αὐτὸ εἶναι δεύτερη καὶ χειρότερη πλαστογραφία. δὲν φτάνει ποὺ ὑποκατέστησαν τὸ αὐθεντικὸ χειρογραφικὸ κείμενο τοῦ πραγματικοῦ Προφητολογίου μὲ κείμενο τοῦ Rahlfs, ἐπὶ πλέον στὴ μετάφρασί τους ὑποκαθιστοῦν καὶ τοὺς Ο΄ μὲ τὴν ἀγγλικὴ μετάφρασι τοῦ μασοριτικοῦ. καὶ γιατί τὸ κάνουν αὐτό; διότι γιὰ ἑβραιολόγους ἀνατολιστὰς κλπ. κλπ. αὐτὸ εἶναι πιὸ φακιρικὸ καὶ φιγουρᾶτο, σὰν τὰ μυστηριώδη ΄΄Ἄμπρα κατάμπρα΄΄ καὶ ΄΄Φόκος μόκος παπαρόκος΄΄, συνήθη ὑποκατάστατα τῆς σοφίας. χωρὶς αὐτὰ τὰ ΄΄΄Παπαρόκος΄΄ δὲν διαπρέπουν. τέλος στὸ μασοριτικὸ τὸ ασρε, ἢ μὲ τὰ νεοεβραϊκὰ πρόσθετα φωνήεντα τῶν βυζαντινῶν χρόνων ασερα, δὲν θὰ πῇ τίποτε ἄλλο παρὰ ἄλσος, ὅπως ἀκριβῶς μεταφράζεται στοὺς Ο΄ 28 φορές (Ἔξ 34, 13˙ Δε 16, 21˙ Κρ 3, 7˙ Α΄ Βα 7, 3˙ Δ΄ Βα 17, 10˙ Β΄ Πα 19, 3˙ κλπ.). ἀλλὰ πῶς ἀλλιῶς οἱ 7 ἑβραιολόγοι μασοριτολόγοι κλπ. κλπ. θὰ παρίσταναν τοὺς σοφούς;
    Ἔχει ὅμως ἡ πλαστογραφία αὐτὴ καὶ κάτι τὸ βαθύτερο. μάντεις τῆς αἰσχύνης, δηλαδὴ τοῦ ΄΄αἴσχους΄΄, τῆς ντροπῆς, λέγονται πολλὲς φορὲς στὴν Π. Διαθήκη οἱ εἰδωλολάτρες ἱερεῖς, ποὺ ἦταν θηλυπρεπεῖς κίναιδοι τῶν ναῶν - τελεστηρίων - κιναιδαριῶν τοῦ τελεστικοῦ κι ὀργιαστικοῦ κιναιδισμοῦ, τὰ δὲ κιναιδιάτικα πόρνητρα, ποὺ εἰσέπρατταν, ἦταν ἀκριβῶς τὸ βακούφικο εἰσόδημα αὐτῶν τῶν ΄΄ναῶν΄΄. γι̉ αὐτὸ κι ὁ Μωϋσῆς προληπτικῶς ἀπαγορεύει μὲ ποινὴ θανάτου στοὺς Ἰσραηλῖτες τοὺς τέτοιους βρόμικους θεσμούς (Δε 23, 18 - 19). τοὺς κιναίδους αὐτοὺς ἡ Π. Διαθήκη τοὺς ἀναφέρει σὲ πολλὰ χωρία της καὶ τοὺς λέει τελεσφόρους (= ἀποφέροντας τέλη, κιναιδιάτικες εἰσπράξεις), τελισκομένους, τετελεσμένους, καὶ κύνας (= σκύλους). ὑπῆρχαν δὲ καὶ ἄλλοι ναοὶ - τελεστήρια - πορνεῖα ποὺ εἶχαν πόρνες. ἀπὸ τότε ἔμειναν μέχρι σήμερα ἀπὸ τὴν παρόμοια ἀρχαία ἑλληνικὴ πραγματικότητα καὶ θρησκεία στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα οἱ λέξεις ὁ ἱερόδουλος καὶ ἡ ἱερόδουλος. αὐτὰ τὰ βρόμικα καὶ ψυχανώμαλα εἰδωλολατρικὰ ἱερατεῖα στὴν Παλαιστίνη ἔπειθαν τοὺς ὀπαδοὺς τῆς θρησκείας των νὰ καῖνε ζωντανὰ τὰ κάτω τῶν 12 ἐτῶν παιδιά τους στὴν πυρὰ (= θυσιαστήριο ἀνθρωποθυσιῶν) τοῦ θεοῦ Βάαλ Μολὸχ ἢ Μολόχ. γι̉ αὐτὸ κι ὁ προφήτης Ἠλίας, στὸ γνωστὸ κι ἐδῶ ἐν λόγῳ περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ἔβαλε μ̉ αὐτοὺς τοὺς κιναίδους στοίχημα τὸ κεφάλι του ἢ τὰ κεφάλια τους, καὶ τὸ κέρδησε, ἔσφαξε τοὺς 850 κιναίδους ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἐν λόγῳ χωρίο. καὶ ἡ λέξι ἄλσος, ἐνῷ κατ̉ ἀρχὴν σημαίνει δασύλλιο ἢ ὡραῖο τοπίο μὲ συστάδα δέντρων, ἔπειτα, ἐπειδὴ τὰ μοναστήρια αὐτῶν τῶν κιναίδων ἦταν κτισμένα σὲ τέτοια τοπία - δασύλλια, σημαίνει τὸν τέτοιο ναὸ - τελεστήριο - πορνεῖο πορνῶν ἢ κιναίδων, κι ἐν τέλει σημαίνει μόνο τὸ πορνοτελεστήριο καὶ χωρὶς δέντρα γύρω του.
    Ὑπάρχει τώρα τελευταία τάσι προτεσταντῶν, κυρίως Ἄγγλων ἀγγλικανῶν, νὰ κόβουν ἢ νὰ τροποποιοῦν ὅλα τὰ χωρία τῆς Βίβλου, ὅπου ἀναφέρονται καὶ καταδικάζονται ἡ πορνεία ἡ μοιχεία κι ὁ κιναιδισμός, γιὰ νὰ μὴ θίγωνται οἱ τέτοιοι. κι ἔχει γίνει κιόλας στὴν Ἀγγλία μιὰ τέτοια λογοκριμένη καὶ πλαστογραφημένη ἔκδοσι τῆς Βίβλου. ἡ τάσι αὐτὴ ἡ κιναιδικὴ ἢ κιναιδόφιλη καὶ πορνόφιλη χρόνο μὲ τὸ χρόνο ἐξαπλώνεται. αὐτὴ εἶναι ἡ χρηστολογία καὶ εὐλογία (= ἠπιολογία καὶ καλολογία) δι̉ ἧς οἱ τοιοῦτοι ἐξαπατῶσι τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων (= τῶν ἀφελῶν), ὅπως γράφει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ῥω 16, 18)˙ ἡ λελέδικη τρυφερούλικη κιναιδικὴ νοοτροπία καὶ γλῶσσα τοῦ κρυμμένου καὶ ὕπουλου αἴσχους καὶ τῆς ἐξαπατήσεως τῶν ἀφελῶν. αὐτὴ τὴν τάσι ἐκπροσωπεῖ καὶ ἡ ἐδῶ παραποιημένη μετάφρασι, ἐπειδὴ τὸ χωρίο αὐτὸ καὶ ἡ ὅλη περικοπὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐξιστόρησι τοῦ πῶς ὁ προφήτης Ἠλίας ἔσφαξε τοὺς 850 βρομοκιναίδους ἱερεῖς τῶν εἰδώλων ποὺ βρόμιζαν τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἔκαιγαν τὰ νήπιά τους. ἔτσι μ̉ αὐτὴ τὴ λογοκρισία καὶ τροποποίησι, καθὼς δὲν φαίνεται καθόλου πιὰ γιατί τοὺς ἔσφαξε, μένει μόνο ἡ σφαγὴ σὰν ἀδικαιολόγητη πρᾶξι ΄΄θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ΄΄, κι ὁ Ἠλίας φαίνεται σὰ μανιακὸς δολοφόνος. ἐνῷ τὸ περιστατικὸ ἦταν δίκη ἐνώπιον τοῦ εἰδωλολατροῦντος βασιλέως Ἀχαάβ, ποὺ ἀρχικὰ εὐνοοῦσε τοὺς παιδοκτόνους βρομοκιναίδους καὶ ἦταν διώκτης τοῦ Ἠλία. σ̉ αὐτὴ τὴν τροποποίησι τῆς Βίβλου, ὅπως ἔγραψα σὲ προηγούμενες μελέτες (Μελέτες 2, 7 καὶ 3, 10, σελ. 179 καὶ 273 - 4), βασιζόμενος κι ὁ δάσκαλος τῶν 7 ἐν λόγῳ ἑβραιολόγων σημιτολόγων κλπ. κλπ. Ἀγουρίδης βγάζει τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ τὸν Ἰοὺ ΄΄φλογεροὺς δολοφόνους΄΄. πρόκειται γιὰ κίνημα ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸ λεγόμενο ΄΄Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν΄΄ κι ἀπὸ τὶς Βιβλικὲς Ἑταιρίες, τὸ ὁποῖο ἀνοργάνωτο κίνημα ἔχει σκοπὸ νὰ παραποιήσῃ τὴ Βίβλο, νὰ ἐξαφανίσῃ τὴ γνήσια καὶ ἀρχαία Βίβλο, ποὺ παραδίδεται στ̉ ἀρχαῖα χειρόγραφα, καὶ νὰ τροποποιήσῃ τὴ Χριστιανικὴ πίστι. τὸ ἐπιχείρησαν αὐτὸ καὶ ἀρχαῖα νικολαϊτικὰ κινήματα τοῦ Β΄ καὶ Γ΄ αἰῶνος, γιὰ τὰ ὁποῖα γράφουν οἱ Εἰρηναῖος, Ἱππόλυτος, Ἐπιφάνιος, καὶ Θεοδώρητος, ποὺ ἔζησαν ἀπὸ τὸ Β΄ μέχρι τὸν Ε΄ αἰῶνα.
 
 
    9. Σελ. 427 (Ζα 14,8)˙ Τὸ ἥμισυ αὐτοῦ εἰς τὴν Θάλασσαν τὴν Πρώτην καὶ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ εἰς τὴν Θάλασσαν τὴν Ἐσχάτην.
    Οἱ 11 μεταφράζουν˙ ΄΄Τὰ μισὰ ἀπ̉ αὐτὰ θὰ χύνωνται στὴ Νεκρὰ Θάλασσα καὶ τ̉ ἄλλα μισὰ στὴ Μεσόγειο΄΄.
    Μπορεῖ νὰ ἐννοοῦνται αὐτὲς οἱ θάλασσες, ἀλλὰ τὸ κείμενο δὲν ἔχει τὰ ὀνόματα ΄΄Νεκρὰ Θάλασσα΄΄ καὶ ΄΄Μεσόγειος΄΄. στὴ μετάφρασι τὰ κύρια ὀνόματα πρέπει νὰ διατηροῦνται ὅπως εἶναι. εἶναι αὐθαίρετη ἀνεύθυνη κι ἀνακριβὴς τσαπατσουλιὰ ἡ ἐπεισαγωγὴ σημερινῶν κυρίων ὀνομάτων σὲ κείμενο ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχαν. δὲν μπορεῖς νὰ μεταφράζῃς Ἡρόδοτο καὶ νὰ λὲς Κωνσταντινούπολι καὶ Θεσσαλονίκη, ἐπειδὴ ὁ Ἡρόδοτος ὀνομάζει τὰ μέρη αὐτὰ ὅπως τὰ ὀνομάζει (4,87,2˙ 7,121,1). δὲν μπορεῖς νὰ λὲς οὔτε Γιάννης ὁ βαπτιστής, καὶ εὐαγγελιστὴς Γιάννης.
 
 
    10. Σελ. 485 (Ἰε 2, 10)˙ Διέλθετε εἰς Νήσους Χεττιὶμ καὶ ἴδετε, καὶ εἰς Κηδὰρ ἀποστείλατε…
    Οἱ 11 μεταφράζουν˙ ΄΄Πηγαίνετε νὰ δῆτε στὶς χῶρες τῆς Δύσης, στείλτε ἀνθρώπους νὰ παρατηρήσουν στὶς ἐρήμους τῆς Ἀνατολῆς΄΄.
    Ἀπὸ τὴν πολλή τους φόρα νὰ φτιάχνουν τέτοιες αὐθαίρετες ἀνεύθυνες καὶ τσαπατσούλικες μεταφράσεις - ἑρμηνεῖες, σὰν τὴν προηγούμενη, ἐδῶ κάνουν καὶ χοντρὸ λάθος. ἐδῶ Νῆσοι Χεττιὶμ εἶναι ἡ Κύπρος, καὶ Κηδὰρ εἶναι ἡ Ἰορδανία. καὶ δὲν εἶναι ΄΄Δύσι΄΄ ἡ Κύπρος. δὲν ἔχουν καταλάβει ὅτι τὰ κύρια ὀνόματα δὲν μεταφράζονται, οὔτε, ὅταν εἶναι γεωγραφικά, ἀντικαθίστανται μ̉ ἐκεῖνα ποὺ ἐμφανίζονται στοὺς ἴδιους τόπους μετὰ 1000 ἢ 2000 χρόνια. δὲν μπορεῖς τὴν Μέμφιν τοῦ Ἡροδότου (2,2,5) νὰ τὴ μεταφράζῃς Κάιρο. εἶναι φαιδρότης˙ εἶναι σὰ νὰ λὲς ὅτι ὁ Κολόμβος εἶπε στὴν Ἰσαβέλλα ΄΄Δός μου καράβια, νὰ πάω ν̉ ἀνακαλύψω τὴν Ἀμερική΄΄.
 
 
    11. Σελ. 615 (Γε 21,6)˙ Εἶπε δὲ Σάρρα (γεννήσασα τὸν Ἰσαάκ)˙ Γέλωτά μοι ἐποίησε Κύριος˙ ὃς γὰρ ἂν ἀκούσῃ, συγχαρεῖταί μοι.
    Μεταφράζω˙ ΄΄Εἶχε πῆ δὲ ἡ Σάρρα (ὅταν εἶχε γεννήσει τὸν Ἰσαάκ)˙ Ὁ Κύριος μοῦ χάρισε χαρά˙ γιατὶ ὅποιος τὸ ἀκούσῃ (ὅτι γέννησα), θὰ μὲ συγχαρῇ.
    Οἱ 11 μεταφράζουν˙ ΄΄Ἡ Σάρρα ὅμως σκεφτόταν˙ Μὲ γελοιοποίησε ὁ Κύριος, γιατὶ ὅποιος τ̉ ἀκούσῃ αὐτά, θὰ γελάσῃ μαζί μου΄΄.
    Δὲν χρειάζεται κανένα σχόλιο ἐπὶ τῆς οὐσίας. ἐπὶ τῶν διαδικαστικῶν μόνο θὰ σχολιάσω. ἕντεκα μαζὶ ΄΄εἰδικοὶ ἐπιστήμονες΄΄ σκάρωσαν αὐτὴ τὴ γελοία μετάφρασι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἑφτὰ εἶναι οἱ τῶν θεολογικῶν σχολῶν πάσης Ἑλλάδος καθηγηταὶ πανεπιστημίου ἑβραιολόγοι μασοριτολόγοι ἀνατολισταὶ σημιτολόγοι σφηνοειδογραφολόγοι κλπ. κλπ.. καταλαβαίνετε τὸ ἐπίπεδο τῶν ἐν Ἑλλάδι βιβλικῶν ὅλων.
    Τί συμβαίνει ὅμως μ̉ αὐτὴν ἐδῶ συγκεκριμένα τὴ γκάφα τους; συμβαίνει κάτι τὸ ἐκπληκτικὰ γελοῖο.
    Στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ γλῶσσα ὁ γέλως, δηλαδὴ τὸ γέλοιο, τόσο ὡς ΄΄χαρὰ΄΄ ὅσο κι ὡς ΄΄περίγελως΄΄, λέγεται σαὰκ καὶ στὸ μασοριτικὸ βραχυγραφεῖται σ῾q (Ἰε 31(48),26˙ 39˙ Θρ 3,14)˙ ἄλλες φορὲς ὅμως κατὰ τὴ συνήθεια τῶν μασοριτῶν ῥαββίνων βραχυγραφεῖται καὶ σ῾υq (Πρμ 10,23˙ Ἐκ 2,2˙ 10,19˙ Ἰε 20,7). εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι καὶ στὸ ἴδιο βιβλίο, ἐδῶ στὸν Ἰερεμία, βραχυγραφεῖται καὶ μὲ τοὺς δύο τρόπους. αὐτὸ συμβαίνει μὲ πολλὲς βιβλικὲς ἑβραϊκὲς λέξεις˙ ὑπάρχουν μάλιστα καὶ μερικὲς ποὺ βραχυγραφοῦνται καὶ μὲ τρεῖς τρόπους˙ ὅπως εἶπα, ἔτσι κι ἐμεῖς σήμερα γράφουμε καὶ Θεσσαλονίκη καὶ Θεσσ/νίκη καὶ Θεσ/νίκη καὶ Θεσ/κη. καὶ εἶναι τὸ σ῾q (= γέλως, χαρὰ) γένους ἀρσενικοῦ στὴν ἑβραϊκή. τὸ ὄνομα Ἰσαὰκ βραχυγραφεῖται I ῾q (Γε 17, 19˙ 21, 3˙ 22, 2˙ 27, 1). εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὸ ισ (= ἔστι, ὢν) καὶ τὸ σαὰκ (= γέλως, χαρά). αὐτὸ τὸ ισ (=ἔστι, ὢν) εἶναι σπάνιο καὶ χρησιμοποιεῖται ὡς ῥῆμα μόνο τριτοπρόσωπο, ὅπως στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τὸ ἔστι μοι (= ἔχω). χρησιμοποιεῖται δὲ σὲ τέτοιες συντάξεις καὶ σὲ τέτοια σύνθετα, ποὺ εἶναι βολικὸ νὰ ἐννοῆται καὶ μεταφράζεται κι ὡς μετοχὴ ὤν. ἔτσι λ. χ. συναντᾶται στὶς φράσεις εἰ ἔχετε (= ἔστι) τῇ ψυχῇ ὑμῶν (Γε 23,8), ὅπου ἀντὶ τοῦ ἔχετε τὸ ἑβραϊκὸ ἔχει ἔστι (= ισ), καὶ εἰ ἔστι Κύριος (Κρ 6,13), ὅπου στὸ ἑβραϊκὸ τὸ ἔστι γράφεται ισ. αὐτὸ τὸ Ισ ὡς πρῶτο συνθετικὸ κυρίου ὀνόματος συναπαρτίζει καὶ τὸ ὄνομα Ἰσραὴλ (μασοριτικὴ βραχυγραφία Ισραλ, Γε 32,28˙ Β΄ Βα 10,15), ὅπως ἐξηγεῖται καὶ στὴ Γένεσι (32,28), ὅπου λέγεται˙ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ θεοῦ˙ δηλαδὴ Ἰσραὴλ σημαίνει ἔστι ἰσχυρὸς θεῷ (= ΄΄αὐτὸς ποὺ μπορεῖ ν̉ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θεό΄΄) ἢ ὁ ὢν ἰσχυρὸς θεῷ. στὸ ὄνομα Ἰσ σαὰκ ( I ῾ q ) ἡ διφθογγία σσ, ποὺ προφερόταν τσ, γράφεται μὲ τὸ διφθογγικὸ γράμμα τοῦ ἑβραϊκοῦ ἀλφαβήτου (= τσ, τσάδε). αὐτὸ γινόταν καὶ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ γραφή, ὅταν εἴχαμε πάρει ἀπὸ τοὺς Φοίνικες τὸ ἑβραϊκὸ ἀλφάβητο μὲ τὰ 20 μονοφθογγικὰ γράμματα καὶ τὰ 2 διφθογγικὰ μονογράμματα (ξ τσ). ὅπως ἔχω ἀποδείξει μὲ πολλὰ τεκμήρια τὸ 1988 στὸ σύγγραμμά μου ΄΄Τὸ ἀλφάβητο΄΄ (§§ 2, 449 - 473 = σελ. 454 - 9˙ καὶ σελ. 468 ὅπου ἡ φωτογραφία τῆς ἀρχαϊκῆς ἀργυρῆς ἐπιγραφῆς τῆς Ἐφέσου τοῦ F΄ π.Χ. αἰῶνος), τὸ γράμμα τσάδε, ποὺ γράφεται στὶς ἀρχαϊκὲς ἰσραηλιτικὲς ἐπιγραφὲς καὶ στὶς ἀρχαϊκὲς ἑλληνικὲς , προφερόταν τσ καὶ τζ, καί, ὅταν στὴν ἑλληνικὴ ἀποσύρθηκε κατὰ τὸν F΄ π.Χ. αἰῶνα, ἀντικαταστάθηκε μὲ δύο σσ ἢ δύο ττ (θάλαα - θάλασσα - θάλαττα). στὴν ἀρχαϊκὴ ἐπιγραφὴ τῆς Ἐφέσου ἀνευρίσκεται ἡ λέξι τεσσαράκοντα γραμμένη ὡς τεαράκοντα. τὰ δύο σσ, ὅπως ἀποδεικνύω στὴ συνέχεια μὲ ἄφθονα τεκμήρια, προφέρονταν τόσο στὴν ἑλληνικὴ ὅσο καὶ στὴν ἑβραϊκὴ ὡς τσ. κι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ στ̉ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα οὐδέποτε βρίσκουμε τσ˙ διότι αὐτὸ γράφεται ἢ σσ ττ. στὴ δὲ ἑβραϊκὴ τὸ τσ, ὅπως καὶ στὴν ἀρχαϊκὴ ἑλληνικὴ μέχρι τὸν F΄ π.Χ. αἰῶνα, γραφόταν μὲ τὸ διφθογγικὸ μονόγραμμα . τὸ ὄνομα λοιπὸν Ἰσσαὰκ γραφόταν στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο Ia ῾υ q καὶ βραχυγραφεῖται στὸ μασοριτικὸ Ιq . καὶ σήμερα ἀκόμη ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλινοὺς προφέρεται J ιτζάκ. σημαίνει δὲ τὸ Ἰσαὰκ (Ισ σ῾ q - I ῾ q) ΄΄ὁ ὢν χαρά΄΄, ΄΄ὁ ὢν γέλως΄΄. ὅτι δὲ ἐδῶ τὸ γέλως ἐννοεῖται ὡς γέλοιο καὶ χαρὰ καὶ ὄχι ὡς περίγελως, φαίνεται ἀναντίρρητα ἀπὸ τὸ ῥῆμα συγχαρεῖται στὴν αἰτιολογικὴ τῆς ὀνοματοδοσίας φράσι τῆς Σάρρας Ὃς γὰρ ἂν ἀκούσῃ (ὅτι ἐγέννησα), συγχαρεῖταί μοι. συνεπῶς ἡ ἐξεταζόμενη ἐδῶ μετάφρασι τῶν 11 εἶναι γελοία.
    Πῶς ὅμως κατάφεραν οἱ 11 νὰ διατυπώσουν τὴ γελοία μετάφρασί τους; τὸ περιεργότερο καὶ γελοιότερο εἶναι ὅτι, γιὰ νὰ φτάσουν σ̉ αὐτὴ τὴ γελοία μετάφρασί τους, δὲν μετέφρασαν οὔτε τὸ μασοριτικὸ κείμενο, ποὺ δὲν μποροῦν βέβαια νὰ τὸ μεταφράσουν, οὔτε καμμιὰ ἀπὸ τὶς πέντε μητρικὲς προτεσταντικὲς εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις τοῦ μασοριτικοῦ, γερμανικὴ γαλλικὴ ἱσπανικὴ ἰταλικὴ ἀγγλική, τὶς ὁποῖες συνήθως μεταφράζουν ὡς ΄΄θεῖον ἀρχέτυπον΄΄ (συνηθέστερα τὴν ἀγγλική), ἀλλὰ μετέφρασαν τὴν καθαρευουσιάνικη ἑλληνικὴ μετάφρασι τοῦ Τυπάλδου, δηλαδὴ τῶν Lowndes - Τυπάλδου - Βάμβα. ὁ Τυπάλδος λοιπὸν μεταφράζει˙
    ΄΄Καὶ εἶπεν ἡ Σάρρα˙ Ὁ θεὸς μὲ ἔκαμε νὰ γελῶ˙ ὅστις ἀκούσῃ, θέλει γελᾷ μετ̉ ἐμοῦ΄΄.
    Αὐτὸ τὸ ΄΄μετ̉ ἐμοῦ΄΄ ὁ Τυπάλδος βέβαια τὸ ἐννοεῖ ὡς ΄΄μαζὶ μ̉ ἐμένα΄΄, αὐτοὶ ὅμως οἱ λεβέντες τὸ κατάλαβαν ὡς ΄΄μ̉ ἐμένα΄΄. καὶ στὴ σημερινὴ δημοτικὴ ἑλληνικὴ ποὺ μιλοῦμε, ΄΄γελοῦν μ̉ ἐμένα΄΄ σημαίνει βέβαια ΄΄γελοῦν εἰς βάρος μου΄΄. οὔτε καθαρεύουσα τῶν χρόνων μας μποροῦν νὰ καταλάβουν καὶ νὰ μεταφράσουν —νὰ μὴ βασκαθοῦν— οἱ 7 ὑπέροχοι Ἕλληνες καθηγηταὶ πανεπιστημίου καὶ οἱ λοιποὶ 4 ἐπιστημονικοὶ συνεργάτες των μαζί.
    Καὶ πρῶτα μὲν ἔβαλαν τὴ γελοία αὐτὴ μετάφρασί τους στὴ μετάφρασι τοῦ μασοριτικοῦ ΄΄θείου ἀρχετύπου΄΄ ποὺ ἐξέδωσε ἡ Βιβλικὴ Ἑταιρία τὸ 1997. δὲν νομίζω ὅτι τὸ στραβοπάτημα εἶναι τοῦ Βέλλα, τὸν ὁποῖο ἁπλούστευσαν, διότι ὁ Βέλλας καταλάβαινε καὶ χρησιμοποιοῦσε τὴν καθαρεύουσα. πιστεύω ὅτι εἶναι τῶν ἁπλουστευτῶν του Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδοπούλου, Π. Σιμωτᾶ, Β. Τσάκωνα, Μ. Κωνσταντίνου, καὶ Κ. Χιωτέλλη. κι ἀπὸ κεῖ, ἐνῷ ἐκείνη εἶναι μετάφρασι τοῦ μασοριτικοῦ, ἔμμεση μάλιστα καὶ στραβοκαμωμένη, οἱ 7 + 4 ἐπιφανεῖς ἑβραιολόγοι μασοριτολόγοι κλπ. κλπ. τὴ μετέφεραν στὸ ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα καὶ κατὰ τοὺς Ἑβδομήκοντα ΄΄Προφητολόγιον΄΄. ἕνα σωστὸ πρᾶγμα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν αὐτοὶ οἱ κορυφαῖοι βιβλικοὶ πάσης Ἑλλάδος ὅλοι μαζὶ σὲ κοινὴ προσπάθεια.
 
 
    Στὴν ἀρχὴ τοῦ δῆθεν ΄΄Προφητολογίου΄΄ ὑπάρχει μιὰ περιττὴ καὶ περιττολόγος Εἰσαγωγή, ποὺ τὴν ὑπογράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς 11 καὶ τοὺς 7, ὁ ὁποῖος ὅμως μέσα στὸ κείμενό της, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ μάλιστα, ἀναφέρεται σὲ τρίτο πρόσωπο, ὅπως καὶ οἱ λοιποί! ἡ Εἰσαγωγὴ αὐτὴ εἶναι χρήσιμη μόνο γιὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ὅλοι τους δὲν ξέρουν τί εἶναι τὸ Προφητολόγιον. στὸ τέλος (σ. 660) δὲν ὑπάρχει κανένας πίνακας, οὔτε κἂν πίνακας περιεχομένων. αὐτὸ δείχνει πόσο λογαριάζει ἡ ἐκδότρια Βιβλικὴ Ἑταιρία αὐτὸ τὸ ἔργο τους, τὸ ὁποῖο δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς προτεστάντες καθόλου. ἡ Βιβλικὴ Ἑταιρία φαίνεται ὅτι θέλει νὰ τὸ ξεφορτωθῇ μὲ τὸν ἁπλούστερο γρηγορώτερο κι ὀλιγοδαπανώτερο τρόπο. ἡ βούλησί της εἶναι νὰ παραμείνῃ καὶ στὴν ἐκκλησία μας ὡς Π. Διαθήκη μόνο ἡ ἰουδαϊκὴ μασοριτικὴ ῥαββινικὴ καὶ προτεσταντικὴ ΄΄Π. Διαθήκη΄΄, στὴν ὁποία εἶναι ἐθισμένοι αὐτοί. χρειάζεται ὅμως γιὰ τὸ προπαιδευτικὸ αὐτὸ τοῦ προσηλυτισμοῦ της ἔργο ὡς σφραγῖδες τὰ ἀμειβόμενα ὀνόματα ὀρθοδόξων καθηγητῶν πανεπιστημίου - κορυφαίων βιβλικῶν, τοὺς ὁποίους δὲν φαίνεται νὰ ἐκτιμάῃ κιόλας. τὴ μετάφρασι πάντες οἱ προτεστάντες ἐκτιμοῦν, τοὺς μεταφραστὰς οὐδείς. τοὺς θέλουν μόνο ὡς ἄτομα ποὺ μετὰ μιὰ γενεὰ θὰ φαίνωνται μόνο σὰ σφραγῖδες ἀποδοχῆς, ἐνῷ κανεὶς δὲν θὰ ξέρῃ ἂν ἦταν καὶ κάτι. κι ἀμφιβάλλω ἂν γι̉ αὐτὸ τὸ πολύτιμο γιὰ τοὺς προτεστάντες κελεπούρι οἱ προτεστάντες πληρώνουν πολὺ περισσότερα ἀπὸ τριάκοντα χιλιάρικα.
    Διάλεξα νὰ ἐξετάσω 11 μόνο λάθη τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ τοῦ δῆθεν ΄΄Προφητολογίου΄΄, ἰσάριθμα μὲ τοὺς 11 ἐπιφανεῖς ἑβραιολόγους μασοριτολόγους ἀνατολιστὰς σημιτολόγους κλπ. κλπ. καὶ τοὺς διακεκριμένους ἐπιστημονικοὺς συνεργάτες των, ποὺ τὰ διέπραξαν, καὶ ἀφιερωμένα ἀνὰ ἕνα στὸν καθένα. τόσο χοντρὰ λάθη μέτρησα περίπου 140, ἄλλα δὲ ὄχι τόσο χοντρὰ περίπου τετραπλάσια. δὲν τὰ ἐξήτασα ὅλα, διότι δὲν ἔκρινα ὅτι πρέπει νὰ χαραμίσω γι̉ αὐτοὺς τὸν ἀνάλογο χρόνο καὶ χῶρο καὶ δαπάνη. δὲν τὰ σημειώνω δὲ οὔτε σὲ ἁπλῆ κατάστασι, γιὰ νὰ μὴν τὰ διορθώσουν. τοὺς θέλω ἀδιόρθωτους. ἂν τὰ διώρθωναν ὅλα βάσει τῶν παρατηρήσεών μου, μετὰ τὴ διωθρωμένη ἔκδοσί τους θὰ φαινόμασταν αὐτοὶ σωστοὶ κι ἐγὼ ψεύτης καὶ συκοφάντης. ἂν διορθώσουν τὸ δῆθεν ΄΄Προφητολόγιόν΄΄ τους βάσει τῶν 11 παρατηρήσεών μου, τότε πρῶτα μὲν θὰ ἐπισημάνω πανηγυρικῶς τὴ συμμόρφωσί τους σὲ ἄλλη εἰδικὴ μελέτη μου, ἔπειτα δὲ θὰ ἐξετάσω ἄλλα 11 λάθη τους, καὶ οὕτω καθ̉ ἑξῆς, ὅσο θὰ ζῶ κι ὅσο θὰ ζοῦν ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους θ̉ ἀναθέσω τὴ συνέχισι αὐτοῦ τοῦ ἔργου μὲ ἐντολὴ νὰ ἐνεργοῦν ὅπως ἐνήργησα. ἔτσι πρέπει ν̉ ἀντιμετωπίζωνται καὶ οἱ προτεστάντες χορηγοὶ καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποὺ τοὺς προσφέρουν τὴν ἄκυρη σφραγῖδα τους. γιὰ νὰ ξέρουν οἱ προτεστάντες ὅτι ἄνθρακες ὁ θησαυρὸς τῶν σφραγίδων ποὺ ἀγόρασαν.
    Γιὰ ὅσους θέλουν καὶ μποροῦν νὰ ἐκδώσουν τὸ πραγματικὸ Προφητολόγιον λέω ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ χειρόγραφά του, περίπου 200 κι ἀρχαιότερα τοῦ 1204, πολλὰ δὲ ἀπ̉ αὐτὰ βρίσκονται στὶς μονὲς Λαύρας καὶ Βατοπεδίου καὶ στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη Ἀθηνῶν.
 
 
 
 
Προφητολόγιον τοῦ ΙΑ’ αἰῶνος (χειρόγραφο Βατοπεδινὸ 626, τοῦ ΙΑ’ αἰῶνος, φ. 29)
 
Μελέτες 8 (2010)

 

 

 


 

 

29. ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΑΙΩΝ
 
     Μέχρι τὸ 1904 ἡ ἐκκλησία δὲν εἶχε δική της Καινὴ Διαθήκη˙ τὴν ἀνατύπωνε ἀπὸ προτεσταντικὲς ἐκδόσεις. ( ὅπως ἀνατυπώνει ἀπὸ τέτοιες μέχρι σήμερα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη).
    Τὸ 1904 ἐξέδωσε τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ ἀρχαῖα χειρόγραφα ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης Βασίλειος Ἀντωνιάδης. αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ μόνη Καινὴ Διαθήκη τῆς ἐκκλησίας. τὸ ἔργο τοῦ Β. Ἀντωνιάδου ἦταν πρωτοβουλία τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Ε΄ Βαλλιάδου, ὁ ὁποῖος ἐπισκόπευσε κάτι λιγώτερο ἀπὸ πέντε χρόνια( 1897 ‑ 1901). τὸν ἐκθρόνισε ὁ ἔκπτωτος πατριάρχης Ἰωακὶμ Γ΄ ( 1878 - 84 καὶ 1901 - 12), ἕνας ἄπιστος πολιτικάντης, ποὺ ἡ κάψα του ἦταν νὰ εἶναι ‘’ἐθνικὸς ἀνὴρ’’ σὰν τοὺς ἀπίστους καὶ ἀνηθίκους πολιτικάντηδες καὶ καπεταναίους Χρυσόστομο Καλαφάτη Σμύρνης καὶ Γερμανὸ Καραβαγγέλη Καστοριᾶς κι Αἰμιλιανὸ Λαζαρίδη Γρεβενῶν καὶ Χρυσόστομο Χατζησταύρου Καβάλας κι Ἀθηνῶν (καὶ οἱ πέντε αὐτοὶ ἦταν ἕνα κόμμα). αὐτὸς ὁ Ἰωακὶμ Γ΄ ὑπῆρξε κι ὁ πρῶτος λατινόφρων καὶ παπόφιλος πατριάρχης. ἀκολούθησαν δὲ τὴ γραμμή του καὶ οἱ προειρημένοι καπεταναῖοι.
     Ὁ Κωνσταντῖνος Ε΄, ποὺ ἦταν Χριστιανὸς κι ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία καὶ τὴ Βίβλο, μόλις ἔγινε πατριάρχης, ἀπαγόρευσε τὰ ψαλτικὰ τεριρὲμ καὶ τενενά, κήρυξε στὴ Χριστιανωσύνη τὴ μελέτη τῆς Βίβλου, ἀνέθεσε στὸν Ἀντωνιάδη νὰ ἐκδώσῃ τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ ἀρχαῖα χειρόγραφα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ ἐκκλησία Καινὴ Διαθήκη δική της, καὶ συγκρότησε τριμελῆ ἐπιτροπὴ ἐπισκόπων γιὰ τὴ λοιπὴ μέριμνα τῆς ἐκδόσεως. ἐπειδὴ δέ, μόλις ὁ Ἀντωνιάδης ἄρχισε τὸ ἔργο του, ὁ Κωνσταντῖνος Ε΄ ἐκθρονίστηκε ἀπὸ τὸν ἀχρίστιανο Ἰωακὶμ Γ΄ καὶ τὸ κόμμα του, ὁ Κωνσταντῖνος ὡς σχολάζων πιὰ χρηματοδότησε τὴν ἔκδοσι τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ δικά του χρήματα. καί, καθὼς δὲν εἶχε πιὰ κανένα εἰσόδημα, δαπάνησε γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε, καὶ πέθανε φτωχός. ὁ δὲ Β. Ἀντωνιάδης ἔκανε ὅλο τὸ ἔργο χωρὶς καμμιὰ ἀπολύτως ἀμοιβή. ἦταν μάλιστα καὶ πολὺ πονεμένος ἄνθρωπος. πρὸ τῆς ἐκδόσεως πέθανε πρόωρα ἕνας γιός του, ἄλλος γιός του σκοτώθηκε στὸν πόλεμο ὡς ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ τὴν ἔκδοσι, κι ὁ ἴδιος πέθανε φτωχὸς πρόσφυγας στὴν Ἀθήνα τὸ 1932.
     Συγκρίνοντας τὴν Καινὴ Διαθήκη τοῦ Ἀντωνιάδου μὲ τὶς 20 πιὸ φημισμένες ξένες ΄΄κριτικὲς’’ ἐκδόσεις της, διαπίστωσα καὶ καταθέτω ὅτι ἀπὸ κριτικὴ καὶ γενικώτερη ἐπιστημονικὴ ἄποψι εἶναι ἡ ἀσύγκριτα καλλίτερη ἀπ’ ὅλες˙ ἡ μόνη αὐθεντικὴ καὶ σωστή. ὁ Β. Ἀντωνιάδης ἦταν πολὺ δυνατὸς ἐπιστήμων τῶν ἀρχαίων κειμένων. ἀκόμη καλλίτερη, ὡς ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάποια ἐλάχιστα κι ἀσήμαντα τυπογραφικὰ λάθη τῆς ἐκδόσεως τοῦ 1904, εἶναι ἡ Β’ ἔκδοσί της τοῦ 1912 καμωμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο.
     Ἀφ’ ὅτου τὸ 1904 ἐμφανίστηκε ἡ ἔκδοσι αὐτή, ἡ γερμανικὴ - προτεσταντικὴ ἔκδοση τοῦ Nestle καὶ ὅλες οἱ προτεσταντικὲς καὶ παπικὲς ἄρχισαν ἀνομολόγητα καὶ κλέφτικα νὰ διορθώνουν τὰ πιὸ χοντρὰ λάθη τους, παίρνοντας τὶς ὀρθὲς γραφὲς ἀπ’ αὐτή, ἀλλὰ μόνο ἐπιλεκτικά, γιὰ νὰ μὴν ‘’καταστρέψουν’’ τὶς φθορὲς τοῦ δικοῦ τους κειμένου, ποὺ τοὺς ἦταν χρήσιμες στὴν ἀρνητικὴ κριτική τους. κι αὐτὸ γίνεται ὅλο καὶ περισσότερο μέχρι σήμερα. εἶναι λυπηρὸ τὸ ὅτι ὁ Τρεμπέλας ἀγνόησε τὴν ἔκδοσι αὐτὴ τῆς ἐκκλησίας κι ἔγραψε τὶς ἑρμηνεῖες του στὴν Καινὴ Διαθήκη βάσει τῆς παλιᾶς προτεσταντικῆς ἐκδόσεώς της textus receptus, ἡ ‘’Ζωὴ’’ κι ὁ ‘’Σωτὴρ’’ ἐξακολουθοῦν μέχρι σήμερα νὰ πλασσάρουν αὐτὴ τὴν ἔκδοσι, ὁ δὲ Ἀγουρίδης ἀπὸ τὸ 1958 ἐκτόπισε ἀπὸ τὶς θεολογικὲς σχολὲς κάθε ἄλλη ἔκδοσι, κι ἐπέβαλε τὴν πιὸ ἄθλια προτεσταντικὴ ἔκδοσι, τὴν τῶν ἐμπόρων Nestle καὶ τώρα Nestle ‑ Aland, ἢ ἁπλῶς Aland, ἐπειδὴ ἤθελε τὴν Καινὴ Διαθήκη ὅσο γίνεται πιὸ ἄθλια καὶ εὔτρωτη κι αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του, δηλαδὴ ὅλοι οἱ ἐν Ἑλλάδι βιβλικοί, ποὺ εἶναι μαθηταὶ προτεσταντῶν καὶ σερβιτόροι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐναντίον τῆς Βίβλου.
     Ἡ ἔκδοσι τοῦ Β. Ἀντωνιάδου, τὸ ἐπιστημονικὸ αὐτὸ ἀριστούργημα, εἶναι τὸ μέγιστο σέμνωμα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἱερὰ παρακαταθήκη τῶν ἀποστόλων. πρέπει νὰ τὴ μελετοῦμε καὶ νὰ τὴ φυλάγουμε σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ. κάθε ἄλλη ἔκδοσι ἢ μετάφρασι ἀπὸ ἄλλη ἔκδοσι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. καὶ ἡ ἐκκλησία νὰ θυμᾶται πάντα ὅτι στὸν Κωνσταντῖνο τὸν Ε’ Κωνσταντινουπόλεως καὶ στὸ Βασίλειο Ἀντωνιάδη, σ’ αὐτοὺς τοὺς δυὸ δούλους τοῦ Κυρίου, ἄντρες Χριστιανοὺς καὶ φτωχούς, ὀφείλει τὸ ὅτι ἔχει τὴν Καινὴ Διαθήκη της στὴν καλλίτερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἐκδόσεις.
Αἰωνία τους ἡ μνήμη.
 
Μελέτες 9 (2010)