13. Δ Α Ι Μ Ο Ν Ι Α
 
       Λιγώτερα ἀπὸ μιὰ λεγεῶνα βέβαια ἀλλὰ πάντως πολλὰ εἶναι τὰ «δαιμόνια», τὰ φανταστικὰ κι ἐκ τοῦ μηδενὸς φτιαγμένα, τὰ ὁποῖα ἀμολάει ὁ Σάββας Ἀγουρίδης στὶς Τσαπατσουλιές του γιὰ τὴ «θρησκεία» τοῦ ἀρχαίου Ἰσραὴλ καὶ τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν κατὰ τὴ «γνώμη του» ἕναν «πολυδαιμονισμό», ποὺ ἦταν δῆθεν ἡ «θρησκεία» τοῦ βιβλικοῦ Ἰσραήλ (σελ. 33 καὶ 325). ἀκριβέστερα τὰ δαιμόνια αὐτὰ δὲν τὰ παρασκευάζει ὁ ἴδιος, διότι οὐδέποτε στὴν καριέρα του βρῆκε ἢ ἐξήγησε κάτι ὁ ἴδιος, ἀλλὰ τὰ παίρνει ἀπὸ ἄλλους. καὶ σὰν ὀρυχεῖα τῆς ἀμμοληψίας ἢ ἐδῶ δαιμονοληψίας του αὐτῆς βρίσκει πάντα τοὺς χειροτέρους, καὶ ἀπ̉ αὐτοὺς ξεσηκώνει, πάντα βιαστικὰ καὶ τσαπατσούλικα καὶ χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνῃ κιόλας, ὅλα τὰ «ἐρευνητικὰ ὑλικά του». καὶ τὰ ξεσηκώνει, σχεδὸν πάντα χωρὶς νὰ παραπέμπῃ ἐκεῖ ἀπ̉ ὅπου τὰ ξεσηκώνει, ἀλλὰ παραπέμποντας παραπλανητικὰ σὲ κάποιον ἄλλον ἀσήμαντο, ποὺ δὲν ἔχει καὶ πολλὴ σχέσι μὲ τὸ ξεσηκωμένο ὑλικό, εἴτε καλὸ εἴτε καὶ κακῆς ποιότητος. εἰδικὰ τὰ δαιμόνιά του ὅλα τὰ ἔχει ξεσηκωμένα μὲ «πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ συρραφὴ βιβλίου -κουρελοῦς» (συντομογραφικῶς «Πληκάξξυ Γισυβίκου»), τὴ μόνη μέθοδο ποὺ ξέρει καὶ μὲ τὴν ὁποία παρασκευάζει βιβλία γεμάτα παρανοήσεις καὶ ἀνακρίβειες, πολὺ προδοτικὰ δὲ γιὰ τὸ τί δὲν ξέρει καὶ τί δὲν καταλαβαίνει.
       1. Στὴ σελ. 325, κελαηδώντας γιὰ τὴν ἰσραηλιτικὴ ἑορτὴ τοῦ ἱλασμοῦ, ποὺ θεσπίζει ὁ Μωϋσῆς στὸ Νόμο (Λε 16), καὶ γιὰ τὸν ἀποπομπαῖον χίμαρον (= ἀποδιοπομπαῖο τράγο), γράφει˙
«Ὁ ἀρχιερεὺς …ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ ἱερό, τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ τὴν ἀκαθαρσία γιὰ ὅλη τὴ χρονιά, ἀφοῦ ἡ γιορτὴ συνέπιπτε μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ἰνδίκτου (Λε 16,1-28). ἡ ἀπομάκρυνσι τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸ δαίμονα τῆς ἐρήμου Azazel εἶναι, ὅπως φαίνεται, λείψανο τοῦ ἀρχαίου πολυδαιμονισμοῦ…».
       Ὁ Ἀγουρίδης νομίζει ὅτι τὸ ἴνδικτον (edictum, δόγμα Λκ 2,1) εἶναι ἰσραηλιτικὸς θεσμὸς καὶ ὅρος ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. παρ̉ ὅλο ποὺ χρημάτισε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης, δὲν ξέρει ὅτι εἶναι λέξι λατινικὴ καὶ θεσμὸς ῥωμαϊκὸς -βυζαντινός, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. ὅπως λέει τὴ φράσι «ἀρχὴ τῆς ἰνδίκτου», δείχνει ὅτι τὴν παίρνει ἀπὸ τὴ σημερινὴ ψαλτικὴ ὁρολογία καὶ εἶναι σίγουρος ὅτι εἶναι ἰσραηλιτικὴ κληρονομιὰ ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει γράμματα˙ ἁπλῶς μπερδεύεται μὲ γράμματα, γιὰ νὰ κάνῃ φιγούρα, καὶ τὰ κάνει στραπάτσο. ἔτσι ἔκανε καὶ ἡ μαντὰμ Σουσού, ποὺ πετοῦσε ἑλληνικοῦρες.
       Ἀσφαλῶς ῥωτᾶτε ποῦ τὸν βρῆκε ὁ Ἀγουρίδης αὐτὸν «τὸν δαίμονα τῆς ἐρήμου», ποὺ ἔχει στὸ μυαλό του, καὶ τὸν ἀναφέρει στὶς Τσαπατσουλιές του ἐπανειλημμένα. διότι βέβαια ὁ Ἀζαζὴλ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὸ βιβλικὸ κείμενο. εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δικά του δαιμόνια, ποὺ τἄχει δηλαδὴ σ̉ ἕνα ἀσκὶ καὶ τ̉ ἀμολάει στὶς φυλλάδες του. δῶστε τώρα προσοχὴ νὰ παρακολουθήσετε μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ τσίφτικες μαγκιὲς τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ποὺ μιμεῖται παπαγαλίζοντας κι ὁ Ἀγουρίδης. θεσπίζει ὁ Μωϋσῆς στὸ Νόμο (Λε 16,7-10˙ ἰδίως 8)˙ «Κάθε χρόνο ὁ ἀρχιερεὺς θὰ παίρνῃ δύο τράγους (χιμάρους), καὶ θὰ τοὺς κληρώνετε. ἐκεῖνον ποὺ θὰ κληρώνεται γιὰ τὸν Κύριο, θὰ τὸν θυσιάζετε στὸν Κύριο˙ τὸν ἄλλο θὰ τὸν κάνετε ἀποπομπαῖον, δηλαδὴ θὰ τὸν ἀποπέμπετε, θὰ τὸν διώχνετε στὴν ὕπαιθρο (εἰς τὴν ἔρημονἀφήσει αὐτὸν εἰς τὴν ἔρημον˙ θὰ τὸν «ἀφήνῃ» νὰ φύγῃ στὴν ὕπαιθρο». ἀπ̉ αὐτὸ τὸ ἀφήσει λέγεται «τῆς ἀφέσεως», δηλαδὴ τοῦ διωξίματος, τῆς «ἀποπομπῆς»˙ κι ἀπὸ τὴν ἀποπομπὴν καὶ τὸ ἀποπέμπω λέγεται ἀποπομπαῖος (σήμερα λέγεται καὶ ἀποδιοπομπαῖος τράγος), διωγμένος, κυνηγημένος. στὸ στίχο Λε 16,8 λέει κατὰ λέξι˙
Ο΄
κλῆρον ἕνα τῷ Κυρίῳ καὶ κλῆρον ἕνα τῷ ἀποπομπαίῳ
μασοριτικό˙
γυρλ ατδ λ Ιευε υ γυρλ ατδ λ οζ αζλ
 
κλῆρον ἕνα τῷ Κυρίῳ καὶ κλῆρον ἕνα τῷ τράγῳ ἀποπομπαίῳ
Θεοδοτίων
……………………….…………………. ἀπολελυμένον (αζλ)
Σύμμαχος
…………………………………………. ἀπερχόμενον (αζλ)
vulgata
ἕνανκλῆρογιὰτὸνΚύριοκιἄλλονγιὰτὸντράγοἀφέσεως (capro emissario)
συριακή˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο κι ἄλλον γιὰ τὸν ἂζ ἀζαήλ
αἰθιοπική˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο κι ἄλλον γιὰ τὸν τράγο ἀφέσεως
ἀραβική˙
ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Κύριο, ἄλλον γιὰ τὸ ὄρος Ἂζ Ἂζ
Βάμβας˙
ἕνα κλῆρον διὰ τὸν Κύριον, καὶ ἕνα κλῆρον διὰ (τὸν τράγον) τὸν ἀπολυτέον
Βέλλας κλπ˙
ἕναν κλῆρο γιὰ νὰ ὁριστῇ ὁ τράγος γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἕναν κλῆρο γιὰ τὸν Ἀζαζὴλ
γερμανική˙
………….Asasel
γαλλική˙
………….Azazel
ἱσπανική˙
………….Azazel
ἰταλική˙
………….Azazel
ἀγγλική˙
…………..scapegoat (= φεύγοντα τράγον).
       Οἱ δυὸ τελευταῖες λέξεις οζ αζλ (δύο εἶναι, κι ὄχι μία ὅπως τὶς πρεσσάρουν καὶ τὶς κολλοῦν οἱ ἄλλοι ἀπὸ ἀμάθεια ἢ κι ἀπὸ κακοήθεια), τὶς ὁποῖες οἱ μασορῖτες ῥαββῖνοι τῶν ὀψίμων βυζαντινῶν χρόνων πρόφεραν καὶ φωνηέντιζαν μὲ τὰ νεοεβραϊκὰ στιγμικὰ φωνήεντά τους ὡς ἂζ ἀζήλ, σημαίνουν τράγος ἀφέσεως, ἤτοι «τράγος ἀφημένος, ἐγκαταλειμμένος, διωγμένος, ἀποδιοπομπαῖος». ἡ πρώτη λέξι οζ χρησιμοποιεῖται στὴ Βίβλο πολλὲς φορές, λ.χ. στὰ χωρία Γε 15,9 καὶ Λε 3,12 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται αἲξ (γίδα), στὰ χωρία Ἀρ 7,87 καὶ Β’ Πα 29,21 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται χίμαρος (τράγος), καὶ στὰ χωρία Γε 27,9 καὶ Ἔξ 11,5 ὅπου στοὺς Ο’ μεταφράζεται ἔριφος (κατσικάκι)˙ καὶ σὲ πάρα πολλὰ ἄλλα χωρία. ἡ δεύτερη λέξι αζλ εἶναι ῥηματικὸ ἐπίθετο τοῦ ῥήματος οζβ (ὅπως στὴν ἑλληνικὴ τὸ ἀποπομπαῖος εἶναι τοῦ ῥήματος ἀποπέμπω), τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸ ἀποπέμπω, διώχνω, ἀποδιώχνω, ἀφίημι, λ.χ. στὰ χωρία Ἔξ 9,21 (Ο’ ἀφῆκε), Β’ Βα 15,16 (Ο’ ἀφῆκεν), Β’ Πα 28,14 (Ο’ ἀφῆκαν), καὶ Ἰβ 39,14 (Ο’ ἀφήσει)˙ καὶ σὲ πάρα πολλὰ ἄλλα χωρία ὅλα ἁπλᾶ καὶ σαφῆ καὶ σὲ ἄφθονη καὶ κοινὴ χρῆσι, τίποτε τὸ σπάνιο τὸ σκοτεινὸ τὸ μυστηριῶδες τὸ περίεργο τὸ «δαιμονικό». ἔτσι ἔχουν καὶ οἱ Ο’ καὶ τὸ μασοριτικὸ χωρὶς καμμιὰ διαφωνία, ἔτσι καὶ οἱ ἑλληνόγλωσσοι Ἰουδαῖοι τοῦ Β’ αἰῶνος Θεοδοτίων (=ἄλλος) καὶ Σύμμαχος ποὺ μεταφράζουν τὴ δεύτερη λέξι ἀπολελυμένος καὶ ἀπερχόμενος, δηλαδὴ «διωγμένος», «ξαμολημένος», «ἀποδιοπομπαῖος», ἔτσι τὸν Δ’ αἰῶνα κι ὁ ῥαββῖνος Βαρανίνα ποὺ μετέφραζε στὴ vulgata γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Ἱερωνύμου καὶ ποὺ ἔχει caproemissario, τὰ ἴδια καὶ ἡ ἀρχαία αἰθιοπικὴ μετάφρασι, τὰ ἴδια καὶ ἡ ἰακωβιανὴ ἀγγλικὴ τοῦ 1611, τὰ ἴδια καὶ οἱ Leeves - Lowndes - Τυπάλδος - Βάμβας ποὺ μεταφράζουν ἀπ̉ αὐτή. τὰ συριακὰ μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου τοὐλάχιστο ἦταν πολὺ ὅμοια μὲ τὰ ἑβραϊκά, κι ὁ Χρυσόστομος, ποὺ μᾶς τὸ λέει αὐτό, ἤξερε καλὰ καὶ τὶς δύο γλῶσσες˙ στὴ συριακὴ λοιπὸν μετάφρασι ὑπάρχουν οἱ ἴδιες δύο λέξεις οζ αζλ, τὶς ὁποῖες ὁ Walton τὸν ΙΖ’ αἰῶνα διάβασε καὶ μετέγραψε – ἀντὶ νὰ μεταφράσῃ– σφαλερῶς ὡς Azazael˙ στὴ δὲ παραπλήσια ἀραβικὴ μετάφρασι ὑπῆρχε ἡ βραχυγραφία ἢ τὸ κάποτε ὡς μία λέξι οζαζ καὶ διαβάστηκε ὡς (ὄρος) Ἀζάζ. ἀπὸ κακὴ ἀνάγνωσι καὶ μεταγραφὴ τοῦ μασοριτικοῦ ὁ Λούθηρος πρῶτος μετέγραψε Asasel (Ἀζαζὴλ) κι ἔπειτα οἱ προτεσταντικὲς μεταφράσεις γαλλικὴ ἱσπανικὴ ἰταλικὴ Azazel. οἱ Ἄγγλοι ὅμως κατάλαβαν τὴ φράσι καὶ μετέφρασαν σωστὰ scapegoat (=φεύγων τράγος). ὁ Βέλλας ἢ οἱ ἁπλουστευταί του Οἰκονόμου, Παπαδόπουλος, Σιμωτᾶς, Τσάκωνας, Κωνσταντίνου, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ δὲν ξέρουν τὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ τόσο, ὥστε νὰ τὰ καταλάβουν ὅλ̉ αὐτά, «μετέφρασαν» ἐδῶ περισσότερο ἀπὸ τὴ γερμανικὴ μετάφρασι τοῦ Λουθήρου καὶ μετέγραψαν κι αὐτοὶ σφαλερὰ Ἀζαζήλ. ἂν δὲν ἔκανε λάθος ὁ Λούθηρος, δὲν θἄκαναν λάθος κι αὐτοὶ βέβαια. πάντως ὅμως τὸ λάθος ἐκείνων βολεύει μιὰ χαρὰ τὶς ἀρλοῦμπες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. ὁ Ἀγουρίδης, ἂν καὶ εἶναι ἀμερικανοτραφὴς σπῆκερ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, καὶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ παίρνῃ ἀπὸ τὴ σωστὴ ἐδῶ ἀγγλικὴ μετάφρασι, στὸ χωρίο αὐτὸ ἔχει γερμανικὴ-λουθηρανικὴ ἐξάρτησι. νὰ σᾶς πῶ τί ἀκριβῶς τοῦ συνέβη, σὰ νὰ ἤμουν δίπλα του ὅταν ἔκοβε κι ἔρραβε˙ ἀπὸ κάποιο ἄρθρο ἢ λῆμμα ἐγκυκλοπαιδείας ἢ δημοσιογραφικὸ ῥεπορτὰζ τὰ πῆρε αὐτὰ ποὺ πλασσάρει ἐδῶ. Πληκάξξυ Γισυβίκου εἴπαμε, ἡ περίφημη μέθοδός του. καὶ τὸν βολεύει μιὰ χαρὰ στὸ ν̉ ἀμολήσῃ αὐτὲς τὶς μποῦρδες του περὶ «πολυδαιμονισμοῦ» τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ. αὐτὸ τοῦ ἦταν μιὰ εὔκολη (ῥᾳδία) ἐξυπνάδα, δηλαδὴ ῥᾳδιουργία, εἰς βάρος τῆς Βίβλου. τὄχανε αὐτὸς τέτοιο κελεπούρι; δὲν ἐννοῶ φυσικὰ ὅτι αὐτὸς ὁ «δαίμονας τῆς ἐρήμου», ποὺ λέει, βρέθηκε ἐξ ἀρχῆς στὴ σκέψι του˙ ὁ Ἀγουρίδης δὲν ἔχει ποτὲ νὰ πῇ κάτι δικό του, ἕνα εὕρημά του, ἕνα ἐπιστημονικὸ συμπέρασμά του, μιὰ ἑρμηνεία του. μὲ μετάγγισι τοῦ μεταδόθηκε «ὁ δαίμονας» αὐτὸς καὶ πάντα μὲ τὴ μοναδική του μέθοδο Πληκάξξυ Γισυβίκου. μ̉ αὐτὴ τὴ μέθοδο ἔγινε ἡ εἰσπήδησι τοῦ «δαίμονος τῆς ἐρήμου» μέσα στὶς ἀρλοῦμπες του. ῥᾳδία καὶ φτηνὴ ἐξυπνάδα˙ καὶ πολὺ γουστόζικη βέβαια γιὰ ὅσους δὲν ἀγοράζουν ἐκεῖνα ποὺ πουλάει στοὺς πελάτες του. ἔχει ἀκόρεστη ὄρεξι γιὰ γκάφες. ὅταν παίρνῃ φόρα, δὲν τὸν σταματάει τίποτε. ἔχει μιὰ δυσκαταγώνιστη σιγουριὰ γιὰ τὴν ἐξυπνάδα του καὶ τὴν ἐπιστημονική του κατάρτισι. κι ὅταν, παίρνοντας φόρα, βάζῃ καὶ τὰ δυνατά του, πάει καὶ βρίσκει, ὅπως βλέπετε, καὶ πολλοὺς «δαίμονες τῆς ἐρήμου». μέχρι ἐκεῖ φτάνει. κι ἔτσι ὁ Ἀγουρίδης στὸ προεκτεθειμένο ἀπόσπασμά του στέλνει «τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο». αὐτὸ σημαίνει ἡ φράσι του «τὸν ἀποδιοπομπαῖο τράγο πρὸς τὸν [δαίμονα τῆς ἐρήμου] Azazel», τὴν ὁποία δὲν καταλαβαίνει οὔτε ὁ ἴδιος˙ δηλαδὴ ἀκριβῶς δὲν ξέρει τί λέει˙ κι αὐτὸ ποὺ ἔβαλα σὲ ἀγκύλες εἶναι ἡ ἀπὸ τὴν ἄγνοιά του ξεφυτρωμένη φαντασίωσί του. ἂζ ἀζὴλ (azazel) σημαίνει στὸ μασοριτικὸ ἑβραϊκὸ κείμενο «ἀποδιοπομπαῖος τράγος»˙ ἀλλ̉ ὁ Σάββας τὸν κάνει καὶ [δαίμονα τῆς ἐρήμου]! δὲν φταίει αὐτός˙ φταῖν οἱ Γερμανοὶ ποὺ γράφουν τὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸ ἀρχικὸ γράμμα κεφαλαῖο, ὥστε ὁ Ἀγουρίδης νὰ περάσῃ τὸ Azazel γιὰ κύριο ὄνομα δαίμονος. γελάστηκε κι ἀπὸ τὸ ὅτι ἀκούγεται λίγο σὰ «ζιζάνιο», σὰ «ζερζεβούλης» καὶ σὰ «τζίνι».
       Γιὰ νὰ κάνω σαφέστερη τὴν προεκτεθειμένη διολίσθησι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς προσθέσω ἕνα παράδειγμα. ἂς ποῦμε ὅτι ξέρω λίγα λατινικὰ καί, θέλοντας νὰ πουλήσω μούρη μαγκιὰ καὶ τσιφτιὰ σὲ σᾶς, πού, ὑποτίθεται, δὲν ξέρετε, σᾶς πλασσάρω πρῶτα τὸ σκωπτικὸ ἀπόφθεγμα ποὺ εἶπε ὁ Ἰουβενάλις γιὰ ἕνα βλᾶκα αὐτοκρατορικὸ σωματοφύλακα - φουσκωτὸ - γορίλα τῶν 200 κιλῶν˙ Μenssanaincorporesano = Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ˙ ἔτσι μεταφράζουμε τὸν περίφημο στίχο του. ἀλλὰ τὸ τελευταῖο σώματι ὑγιεῖ (corporesano), ἐπειδὴ δὲν ξέρω τί σημαίνει, καὶ γιὰ νὰ σᾶς κάνω καὶ τὸν καμπόσο, ἀντὶ νὰ τὸ μεταφράσω, σᾶς τὸ πλασσάρω ἀμετάφραστο, καὶ κολλητὸ σὲ μία λέξι, ἐπειδὴ δὲν παίρνω εἴδησι ὅτι εἶναι δύο λέξεις, καὶ μὲ κεφαλαῖο τὸ πρῶτο γράμμα, ἐπειδή, ὅ,τι δὲν καταλαβαίνω, τὸ κάνω κύριο ὄνομα, σᾶς τὸ πλασσάρω ὡς Corporesano˙ ἔτσι γιὰ νὰ κάνω καὶ τὸ φακιρικό μου καὶ νὰ σᾶς πουλήσω καὶ τὴ μαγκιὰ ὅτι τὸ σωματοφύλακα τὸν ἔλεγαν Κορπορεζάνο. καὶ μὲ ἀγουρίδειο ὕφος «ἐπιστήμονος» σᾶς «ἐξηγῶ» ὅτι αὐτὸς ὁ Κορπορεζάνος εἶναι πανάρχαιο τευτονικὸ ὄνομα ποὺ σημαίνει «Διάτανος»! καὶ σᾶς ἔχω καταπλήξει καὶ σᾶς ἔχω πείσει ὅτι εἶμαι καθηγήταρος καὶ ἐπιστημόναρος ποὺ ἀνακάλυψα ὅτι τὸν αὐτοκράτορα τὸν φρουροῦσαν «δαίμονες τοῦ Βορρᾶ». τέτοια ἐξυπνάδα εἶναι κι αὐτὴ ἡ μπούρδα ποὺ ἀμολάει στὶς Τσαπατσουλιές του ὁ Σάββας Ἀγουρίδης˙ Ἀζαζὴλ ὁ Κορπορεζάνος! φόκος μόκος παπαρόκος! ὅπως ἐκφωνοῦν μὲ τελεστικὸ στόμφο ὅλοι οἱ φακίρηδες. κι ἀκούγεται ὅπως εἶπα, καὶ λίγο ζερζεβούλικο αὐτὸ τὸ Ἀζαζήλ. ἀνεπανάληπτο κελεπούρι γιὰ τὸν Ἀγουρίδη.
       Αὐτὸς ὅμως ὁ Ἀζαζὴλ τὸν γαργαλάει τὸν Ἀγουρίδη τόσο πολύ, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἄντεξε νὰ μὴν ἀσχοληθῇ μ̉ αὐτὸν καὶ δυὸ φορὲς στὸ ἴδιο βιβλίο˙ κι ἄλλη μιὰ τοὐλάχιστο στὸ ἄρθρο του «Ἡ θυσία στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη» στὴν ἐφημερίδα Καθημερινὴ (συνοδὸ περιοδικὸ «Ἑπτὰ Ἡμέρες», τεῦχος 24 - 4 - 2005, σελ. 19, στήλη γ’). τὸν Ἀγουρίδη τώρα τελευταία τὸν ἀπασχολεῖ πολὺ ὁ δικός του δαίμονας Ἀζαζήλ. λέει λοιπὸν καὶ σ̉ ἄλλη σελίδα τοῦ ἐδῶ σχολιαζομένου βιβλίου του (σ.33) ὁ Σάββας γιὰ ὅλη τὴ λεγεῶνα τῶν προσφιλῶν του «δαιμόνων» καὶ γιὰ τὸν Ἀζαζήλ.
«Ἡ πίστι σὲ πνεύματα (El) ἦταν γενικὴ στοὺς Σημῖτες. οἱ χῶροι βοσκῆς εἶχαν τέτοια πνεύματα, καλὰ καὶ κακά. ὁ Ἀζαζὲλ μὲ τὴ μορφὴ τράγου π.χ. (βλ. Λε 16,8) ἦταν ἀπὸ τὰ πνεύματα αὐτά. ἐπίσης μεγάλοι λίθοι, ποὺ ἔκαναν σκιὰ στὴν ἔρημο, πηγάδια ἢ πηγές, δένδρα μὲ σκιά, ὅλα αὐτὰ ἦσαν δῶρα πνευμάτων (El), τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῶν ἄλλων κάτω ἀπὸ μιὰ π.χ. Τερέβινθο, ὅπως ἐκείνη τῆς Συχέμ (Γε 12,6˙ Κρ 9,37), ἔδιναν χρησμούς. κατὰ τὸ Κρ 20,23 κύριος ἑνὸς φοινικόδενδρου ἦταν ὁ δαίμονας Baal Tamar. στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας. στὴ Γένεσι 14,7 ὀνομάζεται «πηγὴ κρίσεως», γιατὶ ἐκεῖ κρίνονταν ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ. στὴ Γένεσι 16,14 ὁ δαίμονας τοῦ πηγαδιοῦ ἐμφανίζεται στὴν Ἄγαρ μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ 19,8 τὸ ὄνομα Baalath Beer ἀναφέρεται σὲ θηλυκὸ δαίμονα, ἰδιοκτήτη τῆς πηγῆς. ὅπως τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες εἶναι εἴτε φιλικοὶ εἴτε ἐχθρικοὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. γιὰ τὴ σχέσι θεῶν καὶ ἀνθρώπων πρὸς τὰ φυσικὰ πράγματα, ἱεροὺς τόπους, πνεύματα κλπ. βλ. W.R. Smith, Lectures on the Religion on the Semites, London 1914, νέα ἔκδοσι, σελ. 84-212. τὸ El παρηγορεῖ τὴν Ἄγαρ στὴ σκληρὴ πορεία της, ἐνῷ τὸ Εl στὴν Panuel παλεύει μὲ τὸν Ἰακώβ (Γε 32,25 ἑξ.). τὰ πνεύματα ἢ οἱ δαίμονες παρουσιάζονται μὲ διάφορες μορφὲς ζῴων (π.χ. φιδιοῦ) ἢ ἀνθρώπων. ὅπως αὐτὸ λέγεται συνήθως στὴ θρησκειολογικὴ γλῶσσα, ἡ θρησκεία τῆς ἐρήμου εἶναι θρησκεία σὲ πνεύματα, ἢ πολυδαιμονισμός».
       Γιὰ τὰ περισσότερα δαιμόνιά του ὁ Σάββας παραπέμπει ἢ ἀναφέρεται χωρὶς παραπομπὴ στὴ Γένεσι˙ καὶ τὰ παίρνω ἕνα ἕνα.
       2. Ὅταν χωρὶς καμμιὰ παραπομπὴ λέῃ ὅτι «τὰ πνεύματα ἢ οἱ δαίμονες παρουσιάζονται μὲ διάφορες μορφὲς ζῴων (π.χ. φιδιοῦ) ἢ ἀνθρώπων», ἀφ̉ ἑνὸς μὲν ἐννοεῖ ὅλες τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἐκφράσεις γιὰ τὸ θεὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους του, λὲς καὶ λέει τὴν ἀξεπέραστη ἐξυπνάδα, ἀφ̉ ἑτέρου δὲ ἴσως νὰ ἐννοῇ καὶ τὸν ὄφι ποὺ ἐξαπάτησε τὴν Εὔα στὸν παράδεισο (Γε 3,1-7). ἴσως ἐννοεῖ (τὸ βιβλίο ἀπ̉ ὅπου ξεσηκώνει τὸ «ὑλικό του» βέβαια, κι ὄχι ὁ ἴδιος) καὶ τοὺς ὀφιομόρφους θεοὺς καὶ δαίμονες τῆς εἰδωλολατρίας σὰν τὸν Πύθωνα τῶν Δελφῶν νὰ ποῦμε ἢ τὸν Ἐριχθόνιον ἢ τὸν Κέκροπα τῶν Ἀθηνῶν.
       3. Ὅταν λέῃ γιὰ «τὰ πνεύματα El, τὰ ὁποῖα κάτω ἀπὸ μιὰ Τερέβινθο, ὅπως ἐκείνη τῆς Συχὲμ (Γε 12,6˙ Κρ 9,37) ἔδιναν χρησμούς» (γράφει τὴν «Τερέβινθο» μὲ κεφαλαῖο πάλι, λὲς καὶ εἶναι κύριο ὄνομα, ἐπειδὴ τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του» κατάγεται ἀπὸ βιβλίο πάλι γερμανικό), ὁ Ἀγουρίδης εἶναι βαλτωμένος σὲ σύγχυσι, στὴν ὁποία τὸν ῥίχνει τὸ φευγαλέο του ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ καὶ ἡ τσαπατσουλιά του. ἡ παραπομπὴ Κρ 9,37 εἶναι ἄσχετη˙ ἢ εἶναι ἀντιγραφικὸ λάθος ἢ εἶναι βιαστικὰ ξεσηκωμένο ἀριστερὸ μόνο τσόκαρο τελείως ἄχρηστο γιὰ τὸ σκοπό του. στὴ δὲ ἄλλη παραπομπὴ Γε 12,6 δὲν εἶναι ἡ τερέβινθος πού, ὅπως θὰ δοῦμε, εἶναι παρακάτω, ἀλλ̉ ἡ δρῦς, δηλαδὴ τὸ δάσος τῶν δρυῶν, ποὺ ἀναφέρεται στὴ Γένεσι ὡς ἑξῆς˙ στὸ Γε 12,6-7 λέγεται ὅτι «ὁ Ἄβραμ διώδευσεν ὅλη τὴ χώρα (τὴν Παλαιστίνη) κατὰ μῆκος μέχρι τὸ δάσος τῶν δρυῶν (ἐπὶ τὴν δρῦν) κοντὰ στὴ Συχέμ, κι ἐκεῖ ὤφθη Κύριος τῷ Ἄβραμ καὶ εἶπεν αὐτῷ˙ Τῷ σπέρματί σου δώσω τὴν γῆν ταύτην. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἄβραμ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ τῷ ὀφθέντι αὐτῷ». ποῦ βλέπει ὁ Ἀγουρίδης στὸ χωρίο αὐτὸ «τὰ πνεύματα El, τὰ ὁποῖα ἔδιναν χρησμούς», εἶναι ἀνεξήγητο˙ καὶ ποῦ τὰ βλέπει αὐτὰ τὰ «δαιμόνιά» του νὰ φωλιάζουν μάλιστα «κάτω ἀπὸ τὴν τερέβινθο», ποὺ φύτεψε αὐτὸς (ὁ Ἀγουρίδης) κατὰ λάθος ἐδῶ, ἢ ἔστω «κάτω ἀπὸ τὴν δρῦν», ἢ ποῦ βλέπει ἔστω τὴν ὀνομασία El, εἶναι ἐπίσης ἀνεξήγητο. τὸ ἒλ βέβαια ὅπως καὶ τὸ ἐλωῒμ στὸ μασοριτικὸ σημαίνει θεός, κι ἐννοεῖται ὁ θεὸς τῆς Π. Διαθήκης, ὁ Κύριος. δὲν ἐννοεῖται κανένα δαιμόνιο. ἐπὶ πλέον στὸ χωρίο αὐτὸ τόσο κατὰ τὸ μασοριτικὸ ὅσο καὶ κατὰ τοὺς Ο’ δὲν ἀναφέρεται κἂν ὁ ἒλ =θεός. ῥωτᾶτε ποῦ τὰ βρίσκει αὐτὰ ὁ Σάββας; κάτι ἄλλο ἔλεγε τὸ βιβλίο, ἀπ̉ ὅπου τὰ ξεσήκωσε, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάλαβε κιόλας. τὰ ξεσήκωσε χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνῃ. ῥωτᾶτε καὶ γιατί ὁ ἔλ =θεὸς εἶναι «δαίμονας» κι ὄχι ὁ θεός, ὅπως τόσες χιλιάδες φορὲς λέγεται ἔτσι στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο ὅλης τῆς Π. Διαθήκης; ἁπλῶς ὁ Σάββας, καθὼς ἔχει ἄγνοια καὶ εἶναι βαλτωμένος σὲ σύγχυσι, δὲν ξέρει τί λέει.
       4. Στὸ Γε 14, 5-7 λέγεται ὅτι ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ ἄλλοι βασιλεῖς τῆς Ἀνατολῆς ἦρθαν κι ἐπέβαλαν τὴν ἐξουσία τους στὴν Παλαιστίνη, φτάνοντας ἕως τῆς τερεβίνθου τῆς Φαρὰν (= μέχρι τὸ δάσος τῆς τερεβίνθου στὴ Φαράν)˙ νάτη ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ τερέβινθος, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Σάββας παραπέμπει στὸ Γε 12,6 ὅπου εἶναι ἡ δρῦς. ῥωτᾶτε ποῦ βλέπει κι ἐδῶ ὁ Σάββας δαίμονα ἢ δαίμονες νὰ φωλιάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τερέβινθο καὶ νὰ δίνουν χρησμούς; ἁπλῶς «βλέπει» ἀνύπαρκτα πράγματα.
       5. Λέει ὁ Ἀγουρίδης ὅτι «στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας. στὴ Γένεσι 14,7 ὀνομάζεται πηγὴ κρίσεως, γιατὶ ἐκεῖ κρίνονταν ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ». λέει λοιπόν στὸ Γε 14,7, στὸ ἴδιο προηγούμενο χωρίο δηλαδὴ κι ἐν συνεχείᾳ ἐκείνου˙ «Ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ ἄλλοι βασιλεῖς ἔφτασαν ἕως τῆς τερεβίνθου τῆς Φαράν, ἥ ἐστιν ἐν τῇ ἐρήμῳ. κι ἔπειτα, ἀφοῦ γύρισαν πίσω, ἦλθον ἐπὶ τὴν πηγὴν τῆς κρίσεως (αὕτη ἐστὶ Κάδης), κι ἐκεῖ κατέσφαξαν ὅλους τοὺς ἄρχοντες τῶν Ἀμορραίων, τῶν Ἀμαληκιτῶν, καὶ τῶν κατοίκων τῆς Ἁσασὸν Θαμὰρ (῾ν Τμρ =Ἁσασὸν Θαμὰρ καὶ κατὰ τὸ μασοριτικό, ἢ BaalTamarκατὰ τὸν Ἀγουρίδη ‒ποιός ξέρει ποῦ τὸ ψάρεψε πάλι αὐτό!‒ ).ἡ πόλι αὐτὴ ἀναφέρεται καὶ στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 20,2) καὶ σὲ σχετικὸ σχόλιο τῆς ᾤας ταυτίζεται μὲ τὴν Ἐγγαδί. ἡ Κάδης (ἢ Kadeshκατὰ τὸν Ἀγουρίδη, ποὺ δὲν μπορεῖ ν̉ ἀφομοιώσῃ τὸ ξενόγλωσσο ὑλικὸ ποὺ ξεσηκώνει ἀπὸ ξενόγλωσσα κείμενα, μὴ ἑλληνικὰ μήτε ἑβραϊκὰ) ἦταν μιὰ μεγάλη ὄασι -πόλι στὰ νότια τῆς Παλαιστίνης, ὅπου ἀργότερα ὁ Μωϋσῆς μὲ τὸν Ἰσραὴλ ἔκαναν τὴ μεγάλη τελικὴ στάσι τους, πρὶν ἐφορμήσουν κατὰ τῆς Παλαιστίνης. ἀσφαλῶς σὲ μιὰ μεγάλη πόλι ὑπάρχουν ἱερά, καὶ λατρεία θεοῦ ἢ θεῶν στὰ ἱερά, καὶ πηγὲς νεροῦ, καὶ δίπλα στὶς πηγὲς ὑπάρχουν πάντα καὶ ἱερὰ ἢ εἰκονοστάσια. ὁ Ἀγουρίδης ὅμως μᾶς τὸ λέει αὐτὸ γιὰ εὕρημα˙ ὅτι «στὴν Kadesh μιὰ πηγὴ ἦταν τόπος λατρείας». σώπα! κι ἀσφαλῶς σὲ εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ λατρεύονται καὶ θεοὶ καὶ δαίμονες τόσο ἀρσενικοὶ (σάτυροι) ὅσο καὶ θηλυκὲς (νύμφαι). ῥωτᾶτε τί σχέσι ἔχει αὐτὸ μὲ τὴ λατρεία τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν Κάδης 400 χρόνια μετὰ τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορά της; ὁ Ἀγουρίδης ἐφαρμόζει τὴν παροιμία «Βρῆκε ἡ νύφη τὸ ὑνὶ πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα». διότι ἐκεῖ τὸ κρεμοῦσαν οἱ ἀγρότες πάντα τὸ ὑνὶ τοῦ ἀρότρου. «Φταρνίστηκε ἡ φοράδα στ̉ ἁλώνι», γιὰ νὰ πῶ κι ἄλλη μιὰ παροιμία. ὁ Ἀγουρίδης στὶς «ἐπιστημονικές του ἔρευνες» σιγὰ σιγὰ θὰ βρῇ κι ὅτι ἡ μάννα τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἦταν γυναίκα. ἐν τούτοις στὸ κείμενο δὲν λέγεται αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀγουρίδης, ἢ μᾶλλον τὸ βιβλίο ποὺ ἀπομυζάει βιαστικὰ καὶ ἀπρόσεκτα. διότι τὴ Βίβλο δὲν τὴν ἄνοιξε˙ ἂν τὴν ἄνοιγε καὶ τῆς ἔρριχνε μιὰ ματιὰ μόνο, δὲν θὰ ἔλεγε τὶς ἀρλοῦμπες ποὺ λέει. στὸ κείμενο λέει ὅτι στὴν Κάδης ἦταν ἡ Πηγὴ τῆς Κρίσεως. ἡ φράσι σημαίνει ἢ ἕνα πηγάδι γιὰ τὴν κατοχὴ τοῦ ὁποίου ἔγινε ἕνας καυγᾶς ἢ μιὰ μάχη (κρίσις) ἢ μιὰ πηγὴ - πηγάδι - κρήνη μὲ πλατεῖα γύρω της, ποὺ γιὰ τοὺς κτηνοτρόφους τῆς πέριξ ἐρήμου ἦταν ὄασι καὶ τόπος συγκεντρώσεως, ἀγορὰ συναντήσεων καὶ ἐμπορίας (παζάρι), ὅπου ἦταν φυσικό, μιὰ ποὺ μαζεύονταν, νὰ λύνουν καὶ τὶς διαφορές των σὲ κάποιο δικαστήριο (κρίσις). ἔτσι γινόταν πάντα καὶ στὴν ἄγρια Δύσι καὶ στὴν πρωτόγονη Ἀνατολή. ὁ Σάββας ὅμως βλέπει πάλι νὰ φωλιάζουν «δαίμονες». ἐγὼ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ δὲν λέγεται κάτι τέτοιο. καὶ βλέπει τὸ ἀμάρτυρο νὰ «κρίνωνται ζητήματα βάσει θείου χρησμοῦ». κι αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ λέω πράγματα ποὺ δὲν λέγονται στὸ κείμενο, μόνο ἐπειδὴ τὰ φαντάζομαι ἐγώ. μὲ τόση φαντασία ποὺ ἔχει ὁ Σάββας, θὰ εὐδοκιμοῦσε ἴσως, ἂν ἔγραφε καουμπόικα μυθιστορήματα. δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλείψω κι ὅτι Κάδης στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ θὰ πῇ Ἁγία, Ἱερά, Ἀφιερωμένη, Ἡγιασμένη, Ἱεράπολις, ἢ κατὰ τὸν Ὅμηρο Ἱερὸν Πτολίεθρον. πάρα πολλὲς πόλεις σ̉ ὅλη τὴ γῆ εἶχαν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τέτοια ὀνόματα, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλα κέντρα λατρείας καὶ προσκυνήματος καὶ πανηγύρεων. τέτοια εἶναι καὶ τὰ ὀνόματα Ἀθῆναι, Μυκῆναι-Μυκήνη, Μύκονος, Μυκάλη, Ποτνιαί, Καδμεία, Θῆβαι, Φέραι, Βέροια, καὶ σήμερα Ἅγιος Νικόλαος, Ἁγία Παρασκευή, Ἅγιοι Σαράντα, Σαράντα Ἐκκλησιές, Μεγάλη Παναγία, Σαντορίνη (=SantaIrine = Ἁγία Εἰρήνη), κλπ.. κι ὅμως ὁ Ἀγουρίδης βλέπει σ̉ αὐτὸ ν̉ ἀνακαλύπτῃ κάτι σπουδαῖο˙ καὶ καμαρώνει ὅτι ἀπ̉ αὐτὸν θὰ τὸ μάθουμε. καὶ φυσικὰ αὐτὸ τὸ κελεπούρι του εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ.
       6. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Κατὰ τὸ Κρ 20,23 κύριος ἑνὸς φοινικόδενδρου ἦταν ὁ δαίμονας Baal Tamar». πάλι ἀνακατεύεται μὲ πράγματα ποὺ δὲν καταλαβαίνει, καθὼς «κουνάει ὁ λαγὸς τὴ φτέρη, κακὸ τῆς κεφαλῆς του». κατ̉ ἀρχὴν ἡ παραπομπὴ Κρ 20,23 εἶναι ἢ λάθος ἢ ἄσχετο ξεσήκωμα δεξιᾶς μόνο παντόφλας. βρῆκα ὅτι αὐτὰ περίπου ποὺ λέει λέγονται σὲ δυὸ ἄλλα χωρία˙ περίπου μόνον ὅμως. στὸ Γε 14,7, ποὺ σχολίασα μόλις προηγουμένως, λέει ὅτι ὁ Χοδολογομὸρ καὶ οἱ δικοί του ἔσφαξαν καὶ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἁσασὸν Θαμὰρ (στὸ μασοριτικὸ ῾ν Τμρ = Ἁσασὸν Θαμάρ, κατ̉ Ἀγουρίδην BaalTamar). τίποτε ἄλλο. ὁ «δαίμονας» εἶναι τοῦ Ἀγουρίδου. παντοῦ «δαίμονες» βλέπει, λὲς καὶ τὸν κυνηγᾶνε. στὸ Κρ 4,5 λέει ὅτι, ὅταν ἔκρινε τὸν Ἰσραὴλ ἡ Δεβώρα, ἐκάθητο , δηλαδὴ κατοικοῦσε κι ἔστηνε καὶ τὴ δικαστικὴ ἕδρα της, ὑπὸ φοίνικα ἀνὰ μέσον Ῥαμὰ καὶ ἀνὰ μέσον Βεθήλ, ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ, ποὺ θὰ πῇ «κάτω ἀπὸ ἕνα δάσος φοινίκων», τὸ ὁποῖο εἶχε προφανῶς ξέφωτα καὶ πλατεῖες καὶ καλὲς σκιὲς καὶ πηγές, κατάλληλες γιὰ συγκεντρώσεις, γιὰ πρόχειρη διαμονὴ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, καὶ γιὰ δίκες. καὶ ἀνέβαινον πρὸς αὐτὴν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς κρίσιν (= γιὰ νὰ δικάζωνται)». ὁ Ἀγουρίδης ὅμως πάλι τὸ «δαίμονά» του βρίσκει κι ἐδῶ «τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ φοινικόδενδρου». παντοῦ «δαίμονες» βλέπει. τοὺς ἔβλεπε ἆραγε κι ἀπὸ νέος ἢ μόνο τώρα στὰ γεράματα; ἐκτὸς ἂν κάνει «δαίμονα» τὴ Δεβώρα ἢ τὸ «Δεβώρα» τὸ διαβάζει «Δαιμόνα». εἶναι σὰ νὰ μᾶς λέῃ ὅτι στὸ μυστικὸ δεῖπνο ἔτρωγαν ὁ διάβολος μὲ δώδεκα δαίμονες τῆς λαιμαργίας ἢ ὅτι στὸ σταυρὸ καρφώθηκε ὁ δαίμονας τῆς αἱμορραγίας. καραγκιοζλίκια.
       7. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Στὴ Γένεσι 16,14 ὁ δαίμονας τοῦ πηγαδιοῦ ἐμφανίζεται στὴν Ἄγαρ μὲ ἀνθρώπινη μορφή». ἔτσι ἐννοεῖ ὁ Σάββας τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἐκφράσεις τῆς Βίβλου γιὰ τὸ θεό. παραθέτω τὸ χωρίο Γε 16,7-14 σὲ μετάφρασι μὲ τὶς ἐπίμαχες φράσεις στὸ ἀρχαῖο κείμενο τόσο τῶν Ο’ ὅσο καὶ τοῦ μασοριτικοῦ γιὰ νὰ ἔχετε ἄμεση ἀντίληψι. «­ 7 Βρῆκε ἄγγελος Κυρίου τὴν Ἄγαρ ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ἐρήμῳ, στὴν πηγὴ ποὺ εἶναι πάνω στὸν δρόμο γιὰ τὴ Σούρ. 8 καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου˙ Ἄγαρ,……… 13καὶ ἡ Ἄγαρ ἔδωσε τὸ ἑξῆς ὄνομα στὸν Κύριον τὸν λαλοῦντα πρὸς αὐτήν˙ ῾Σὺ θεὸς ὁ ἐπιδών με᾽˙ ἐξηγώντας˙ ῾Διότι εἶδα πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὸν ὀφθέντα μοι᾽. 14 γι̉ αὐτὸ καὶ ὠνόμασε καὶ τὸ πηγάδι ῾Φρέαρ μπροστὰ στὸ ὁποῖο εἶδον᾽. αὐτὸ βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν Κάδης καὶ στὴ Βαράδ». ἀπολύτως σύμφωνα μὲ τοὺς Ο’ τὸ μασοριτικὸ τὴ φράσι Φρέαρ οὗ ἐνώπιον εἶδον τὴν ἔχει Βαρ λ῾ ι ραϊ (= Φρέαρ παρ̉ ᾧ εἶδον). ἔτσι μεταφράζουν καὶ ἡ συριακὴ πεσσίτα, καὶ ἡ λατινικὴ βουλγάτα, καὶ οἱ μητρικὲς εὐρωπαϊκὲς μεταφράσεις γερμανικὴ ἱσπανικὴ ἰταλική, ἐνῷ ἡ γαλλικὴ τὴ δεύτερη λέξι (λ῾ι = παρ̉ ᾧ) τὴ μεταγράφει ἀμετάφραστη σὰν κύριο ὄνομα Lahai, ἡ ἀγγλικὴ μεταγράφει ἀμετάφραστη ὁλόκληρη τὴ φράσι σὰν κύριο ὄνομα Beer-la-hai-roi, οἱ δὲ Leeves-Lowndes-Τυπάλδος-Βάμβας μεταφράζουν καὶ μεταγράφουν «Φρέαρ Λαχαῒ-ῥοΐ». πολλὲς φορὲς τέτοιες ἐλλιπεῖς κι ἐλαττωματικὲς μεταφράσεις, ποὺ μεταγράφουν ἀμετάφραστες ἑβραϊκὲς κοινὲς λέξεις, τὶς ὁποῖες οἱ μεταφρασταὶ δὲν καταλαβαίνουν, δημιουργοῦν σὲ ἀμαθεῖς τὴ φαντασίωσι ὅτι βλέπουν κύρια ὀνόματα. ἀλλὰ καὶ πάλι ἐδῶ μόνο τὸ «δαίμονα» τοῦ Ἀγουρίδου δὲν τὸν βρίσκω οὔτε σὲ κανένα κείμενο οὔτε σὲ καμμιὰ μετάφρασι. λέτε νὰ λέῃ «δαίμονα» τὸν ἄγγελον Κυρίου ἢ τὸν Κύριον; ναί, αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει. ὅλους «δαίμονες» τοὺς βλέπει ὁ Ἀγουρίδης. τόσο πολὺ τοὺς φοβᾶται λοιπόν; κι ἀπὸ τώρα; ἀκόμη κι ἂν σὲ μιὰ ἐποχὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξι τοῦ Ἰσραὴλ ἡ Αἰγύπτια δούλη Ἄγαρ «ἔβλεπε» ἕνα «δαίμονα», αὐτὸ δὲν θὰ εἶχε ἀσφαλῶς καμμία σχέσι μὲ τὴ μετὰ 500 χρόνια «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ˙ παρὰ ταῦτα οὔτε καὶ κάτι τέτοιο λέγεται γιὰ τὴν Ἄγαρ.
       8. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Τὸ El παρηγορεῖ τὴν Ἄγαρ στὴ σκληρὴ πορεία της». δὲν παραπέμπει πουθενὰ στὴ Βίβλο, διότι δὲν ξέρει ποῦ βρίσκεται αὐτό˙ ἢ δὲν μποροῦσε νὰ βρῇ ποῦ ἔχει καταχωνιασμένη τὴ σχετικὴ βιβλικὴ παραπομπὴ ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεσηκώνει τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του». δὲν πειράζει, τοῦ τὴ βρῆκα πάλι ἐγώ˙ εἶναι τὸ Γε 21,17-20. ἐκεῖ τὸ κείμενο τῶν Ο’, μὲ τὸ ὁποῖο συμφωνεῖ ἀπόλυτα καὶ τὸ μασοριτικό, λέει˙ «17 Εἰσάκουσε δὲ ὁ θεὸς τὸ κλάμα τοῦ παιδιοῦ (=τοῦ νηπίου Ἰσμαὴλ τοῦ γιοῦ τῆς Ἄγαρ, ὁ ὁποῖος ἔκλαιγε πεθαίνοντας ἀπὸ τὴ δίψα), καὶ ἄγγελος θεοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φώναξε τὴν Ἄγαρ καὶ τῆς εἶπε˙ Ἄγαρ τί συμβαίνει; μὴ φοβᾶσαι˙ ὁ θεὸς ἄκουσε ἀπὸ ψηλὰ τὸ κλάμα τοῦ παιδιοῦ…». τὸ θεός, ποὺ ἀναφέρεται δύο φορές, στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο γράφεται αλεϊμ (=ἐλωΐμ, ἐλωχίμ). καὶ τὸ ἄγγελος θεοῦ γράφεται μλακ αλεϊμ (=μαλαχὶ ἐλωΐμ). ὁ Σάββας ὅμως κάνει κι ἐδῶ τὸ θάμα του καὶ βλέπει τὸ ἒλ El. πρόκειται γιὰ φαντασίωσι δική του ἢ ἐκείνου ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου ξεσηκώνει τὸ «ἐρευνητικὸ ὑλικό του», πιστεύοντας τυφλὰ σὲ ὅ,τι ξεσηκώνει ἀπὸ κεῖ. ἀλλὰ κι ἂν ἔλεγε κάπου ἒλ (El), θὰ ἦταν ὁ θεός, δηλαδὴ ἡ βραχύτερη μορφὴ τοῦ ὀνόματος ἐλωΐμ (=θεός). ὁ Ἀγουρίδης βέβαια καὶ «τὸ Εl» καὶ «τὰ Εl» τὰ λέει οὐδέτερα, σὰ νὰ λέῃ «τὸ τζίνι» ἢ «τὰ τζίνια», παρ̉ ὅλο ποὺ ἡ ἑβραϊκὴ γλῶσσα δὲν ἔχει κἂν οὐδέτερο γένος. (ἔτσι κι ἄλλοι κακῶς ἐθισμένοι λένε «τὸ Ταλμοὺδ» καὶ «τὸ Ταργούμ», ἐνῷ καὶ στὴν ἑβραϊκὴ εἶναι θηλυκὰ «ἡ Ταλμοὺδ» καὶ «ἡ Ταργοὺμ» καὶ στὴν ἑλληνικὴ εἶναι πάλι θηλυκὰ «ἡ Σπουδὴ» καὶ «ἡ Παράφρασι». πολλὴ ἀγραμματωσύνη ὑπάρχει στοὺς Ἕλληνες βιβλικούς). καὶ «τὸ El» εἶναι πάλι «δαίμονας» καὶ ὄχι ὁ θεός. πολλὴ ἔλλειψι γνώσεων κι ἐπιστημοσύνης, πολλὴ βία ἐπὶ τῶν κειμένων, πολλὴ αὐθαιρεσία, πολλὴ πλαστογραφία, πολὺ «ἔτσι μοῦ ἀρέσει, ἔτσι τὸ θέλω, ἔτσι τὸ φτιάχνω». καὶ ἡ ἀμάθεια περνιέται γιὰ προσὸν καὶ ἡ τσαπατσουλιὰ γιὰ ἐπιστημονικὴ μέθοδος. τὸ συνηθίζουν κι ὁ Ἀγουρίδης καὶ οἱ μαθηταί του˙ τὰ μειονεκτήματά τους τὰ θεωροῦν πλεονεκτήματα. φυσικὰ ἐγὼ κι αὐτὸ τὸ χρεώνω στὸ συγγραφέα, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου ξεσηκώνει ὁ Ἀγουρίδης τὸ ὑλικό του ὅπως ὅπως καὶ φύρδην μίγδην. αὐτὸς τί ξέρει; «κουκιὰ ἔφαγε, κουκιὰ μαρτυράει». ἁπλῶς μπῆκε κάπου, τσέπωσε σὰν Τσετσένος κομμάτια πλουτωνίου, γιὰ νὰ τὰ πουλήσῃ, καὶ τώρα καίγονται τὰ χέρια του, καίγεται ὁλόκληρος. δὲν εἶναι σὲ θέσι οὔτε τὶς συνέπειες νὰ καταλάβῃ οὔτε τί πιάνει στὰ χέρια του ν̉ ἀντιληφτῇ. δὲν ξέρει ἀπὸ τέτοια.
       9. Γράφει πάλι ὁ Ἀγουρίδης στὴ συνέχεια˙ «Τὸ El στὴν Panuel παλεύει μὲ τὸν Ἰακώβ (Γε 32,25 ἑξ.)». ἡ σωστὴ παραπομπὴ εἶναι Γε 32,22-30˙ ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει τὴ Βίβλο, δὲν μπορεῖ νὰ κινηθῇ ἀνάμεσα στὶς σελίδες της, τοῦ εἶναι terra incognita˙ γι̉ αὐτὸ δὲν τὴν ἄνοιξε νὰ δῇ τί γράφει. δὲν εἶχε κάποιον νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ τὸ βρῇ ἢ νὰ τοῦ μάθῃ πῶς τὸ βρίσκει κανείς. οἱ Ο’ καὶ τὸ μασοριτικό, ποὺ ἐδῶ συμφωνοῦν ἀπόλυτα, λένε γιὰ τὴ γνωστὴ πάλη τοῦ θεοῦ μὲ τὸν Ἰακώβ, ὅταν περνοῦσε τὸν ποταμὸ Ἰαβόκ. στὴν περικοπὴ αὐτὴ ὁ θεὸς στὸ ἑβραϊκὸ γράφεται αλεϊμ (=ἐλωΐμ, ἐλωχίμ), τὸ δὲ νέο τοπωνύμιο, ποὺ ἔδωσε στὸ μέρος ὁ Ἰακώβ, Εἶδος Θεοῦ, γράφεται Πνι Αλ (=Πενοὺ Ἔλ, Πανοὺ Ἔλ, Φανοὺ Ἤλ, Φανουήλ). κι ὁ Ἀγουρίδης εἶδε καὶ πῆρε «τὸ El», κάποιο δαιμόνιο, κατὰ τὴν ἀντίληψί του, τὴ δανεισμένη βέβαια.
       10. Λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ «Στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ 19,8 τὸ ὄνομα Baalath Beer ἀναφέρεται σὲ θηλυκὸ δαίμονα, ἰδιοκτήτη τῆς πηγῆς». λέει στὸ κείμενο τῶν Ο’˙ Αἱ κῶμαι αὐτῶν κύκλῳ τῶν πόλεων αὐτῶν ἕως Βαρὲκ πορευομένων Βαμὼθ κατὰ λίβα. τὰ ἴδια λέει καὶ τὸ μασοριτικὸ ἀλλὰ μὲ διαφορετικὰ τοπωνύμια. ἀντὶ Βαρὲκ (Βὰρ Ἔκ =Πηγὴ Ἔκ) ἔχει Βολτ Βαρ (=Βααλὰθ Βὰρ= Πηγὴ τῆς Βάαλ) ἢ ἔστω BaalathBeerποὺ παίρνει ὁ Ἀγουρίδης ἀπὸ κεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀφαιρεῖ ὑλικό, κι ἀντὶ Βαμὼθ ἔχει Ρμτ (=Ραμάθ, λαθεμένη ἀντιγραφὴ τῶν μασοριτῶν ἀπὸ τοὺς Ο’, Βαμὼθ-Ραμάθ). ἐδῶ συμβαίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ ἀκόλουθα. 1) πολλὲς φορὲς στὴν Π. Διαθήκη καὶ ἰδίως στοὺς προφῆτες ὁ Βάαλ λέγεται ἡ Βάαλ (Ὠσ 2,10˙ 13,1˙ Σφν 1,4˙ Ἰε 2,8˙ 7,9˙ 11,13)˙ τὸ ἐβραϊκὸ ἔχει θηλυκὴ τὴν κατάληξι (-άθ), οἱ Ο’ ἔχουν θηλυκὸ τὸ ἄρθρο (ἡ)˙ ἐπειδὴ εἶναι ὄνομα ξενικὸ καὶ ἄκλιτο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα˙ ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ τὴ θηλυπρεπῆ παραλλαγὴ τοῦ Βάαλ, τὸν κίναιδο Βάαλ, ποὺ λέγεται ἀλλιῶς καὶ Βάαλ Μολὸχ (=Βάαλ Ἄναξ) ἢ ἁπλῶς Μολὸχ Ἀνημέλεχ (=Ἁβρὸς Μολόχ, Θηλυπρεπὴς Μολόχ), σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν ἀρρενωπὴ παραλλαγή του Ἀδραμέλεχ (= Βαρβᾶτος Μολόχ, Ἰθυφαλλικὸς Μολόχ, Πριαπικὸς Μολόχ). τὰ ἱερὰ τοῦ Βάαλ αὐτῆς τῆς κοπῆς ἦταν κιναιδικὰ τελεστήρια, δηλαδὴ βακούφικα κιναιδαριά, ὅπου οἱ ἱερόδουλοι κίναιδοι ἱερεῖς, οἱ λεγόμενοι καὶ τελισκόμενοι, τετελεσμένοι, κύνες, καδησίμ, ἐκδίδονταν τελεστικῶς καὶ ὀργιαστικῶς στοὺς προσκυνητὰς ἐπὶ χρήμασιν ὑπὲρ τοῦ ναοῦ (βλ. Δε 23,18˙ Ὠσ 4,14). καὶ τὸ Βαμώθ, ποὺ λέγεται στοὺς Ο’, σημαίνει Φαλλοί. τὰ τοπωνύμια (πρώην εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ) Βαμὰ-Βαμὼθ στὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ σημαίνουν Φαλλὸς-Φαλλοί. ἦταν εἰδωλολατρικὰ ἱερὰ ὀργιαστικῆς λατρείας μὲ στημένους μπροστά τους πολλοὺς λίθινους πανύψηλους φαλλούς, γιὰ τοὺς ὁποίους λέει πάρα πολλὰ καὶ εἰδεχθῆ ὁ Λουκιανὸς στὸ ἔργο του Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς φαλλοβάτας στυλοβάτας στυλίτας ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι φαλλοὶ ἀνευρίσκονται σήμερα ἀνασκαφικῶς καὶ λέγονται στὴ σημερινὴ γλῶσσα τῶν Παλαιστινῶν μενὶρ (=μιναρές)˙ ὁ ἰσλαμικὸς μιναρὲς κατάγεται ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ τελεστικὸ φαλλὸ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. κι ὁ ἀκάθαρτος μάντις Βαλαὰμ ἦταν ἕνας στυλίτης ποὺ ἀνέβαινε σὲ στῦλον, γιὰ νὰ ξαμολύσῃ θέσφατα (Ἀρ 22,41˙ 23,14˙ 28). 2) τὸ Βααλὰθ Βὰρ ἐνδέχεται νὰ εἶναι ὄνομα πόλεως ἢ ἄλλο τοπωνύμιο ποὺ σημαίνει κάποια πόλι ἐπώνυμη τοῦ Βάαλ ἢ κάποιο ἱερὸ ἐπώνυμο τοῦ Βάαλ. νά, λ.χ. στὴν Παραλειπομένη (Β’ Πα 8,5) ἀναφέρεται ἡ φοινικικὴ πόλι Βααλάθ, ἡ ὁποία ἐπὶ Σολομῶντος προσαρτήθηκε στὸν Ἰσραήλ. κι ἂν εἶναι θηλυκό, δὲν σημαίνει «θηλυκὸ δαίμονα» ὅπως λέει ἡ ὀνείρωξι τοῦ Ἀγουρίδου ἢ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ὁποίου παίρνει τὸ «ὑλικό του» ἄκριτα καὶ τσαπατσούλικα. σχεδὸν πάντοτε τὰ ὀνόματα τῶν πόλεων εἶναι θηλυκά, σπανίως οὐδέτερα (Πέργαμον, Ῥήγιον), καὶ σπανιώτερα ἀρσενικὰ (Πειραιεύς, Ἀταρνεύς). τὸ νὰ λέγεται μιὰ πόλι θηλυκῶς Ἀπολλωνία Ποσειδωνία ὡς ἐπώνυμη τοῦ Ἀπόλλωνος ἢ τοῦ Ποσειδῶνος, δὲν σημαίνει ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ μυθολογοῦνταν ὡς θηλυκοὶ καὶ δαίμονες. φυσικὰ στὴ Βίβλο ἀναφέρονταν μόνον ὡς προϊσραηλιτικὰ τοπωνύμια, ποὺ δὲν ἔχουν καμμία σχέσι μὲ τὴ «θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως τὴ λέει καταχρηστικῶς ὁ Ἀγουρίδης. ἀντίθετα ὁ Μωϋσῆς προστάζει ἐπανειλημμένως νὰ κομματιαστοῦν αὐτὲς αἱ στῆλαι (=φαλλοί), ὅταν ὁ Ἰσραὴλ κυριεύσῃ τὴν Παλαιστίνη, νὰ ξεπατωθοῦν καὶ κατακαοῦν τὰ ἱερὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ νὰ μὴν ἀποκτήσουν οἱ Ἰσραηλῖτες τέτοια. καὶ σὲ κάποια σχετικὴ παρεκτροπὴ κάποιων Ἰσραηλιτῶν ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Φινεὲς διέταξαν σφαγὴ τῶν ἐκτραπέντων, καὶ σφάχτηκαν ὅλοι (Ἀρ 25,1-9). ὁ Ἀγουρίδης βέβαια ἀπ̉ αὐτὰ δὲν σκαμπάζει γρῦ. κινεῖται στὴ γραμματομάθεια καὶ στὴν ἐπιστημοσύνη τῆς κυρα-Κανελλίτσας τῆς μοδίστρας καὶ τοῦ μπαρμπα-Νώτη ποὺ πουλάει σαλέπι. ἀλλὰ κι ἂν τὸ βιβλικὸ (δηλαδὴ τὸ μασοριτικὸ) ὄνομα σήμαινε τὸ «θηλυκὸ δαίμονα» τοῦ Ἀγουρίδου, αὐτὸ ἦταν θεότης (νύμφη) καὶ τοπωνύμιο τῶν εἰδωλολατρῶν Χαναναίων, πρὶν φτάσουν στὴ χώρα τους γιὰ πρώτη φορὰ οἱ Ἰσραηλῖτες. αὐτὰ ποὺ κελαηδεῖ ὁ Ἀγουρίδης εἶναι ἀκριβῶς σὰ νὰ λέῃ ὅτι, ἀφοῦ στὶς Πράξεις (17,1) λέγεται ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνία, ἄρα κήρυττε τὸ «θηλυκὸ δαίμονα Ἀπόλλωνα». φαντάζεται ὅτι τὸ στοιχεῖο αὐτὸ στοιχειοθετεῖ μιὰ «πολυδαιμονικὴ θρησκεία» τοῦ Ἰσραήλ. ὁ «πολυδαιμονισμὸς» αὐτὸς ὅμως εἶναι ὅλος προϊὸν τῆς φαντασίας του.
       11. Λέει τέλος ὁ Ἀγουρίδης˙ «Ἐπίσης μεγάλοι λίθοι, ποὺ ἔκαναν σκιὰ στὴν ἔρημο, πηγάδια ἢ πηγές, δένδρα μὲ σκιά, ὅλα αὐτὰ ἦσαν δῶρα πνευμάτων (El)». πάλι τὰ οὐδέτερα el˙ καὶ εἴπαμε, οὐδέτερο γένος δὲν ὑπάρχει στὴν ἑβραϊκὴ οὔτε γενικὰ στὶς σημιτικὲς γλῶσσες. καὶ ἒλ εἶναι ἁπλῶς βραχύτερος τύπος τοῦ ἐλωῒμ-ἐλωχὶμ =θεὸς˙ ὅπως λ.χ. στὴν ἑλληνικὴ λέγεται καὶ Δημήτηρ καὶ Δηώ. στοὺς Ο’ γράφεται ἒλ καὶ ἢλ καὶ συναντᾶται σὰν πρῶτο συνθετικὸ τῶν ὀνομάτων Ἐλιμέλεχ Ἐλισαιὲ Ἐλισάβετ Ἠλιοὺ ἢ σὰ δεύτερο τῶν ὀνομάτων Γοθονιὴλ Ἰεζεκιὴλ Δανιὴλ Μιχαὴλ Γαβριὴλ Ἰεζραὲλ κλπ., σὰ νὰ λέμε Θεόφιλος Θεόκλητος Θεοφύλακτος Φιλόθεος Δωροθέα Λευκοθέα κλπ.. κι ἐκεῖνο τὸ «πηγάδια ἢ πηγές», ποὺ λέει τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ δύο τρόπους, ἢ «τὰ Eℓ», σὰ νὰ πρόκηται γιὰ πολλὰ καὶ οὐδέτερα, ἢ «τὰ φυσικὰ πράγματα, ἱεροὺς τόπους, πνεύματα», ποὺ λέει συνεχῶς, πάντα τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ πολλοὺς τρόπους, τὸ κάνει ὁ Ἀγουρίδης, ἐπειδὴ πασχίζει μὲ κάθε τρόπο νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ «δαιμόνιά» του καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν «πολυδαιμονισμό» του. σὰ νὰ λέῃ ὅτι «στὴ Μίλητο ἦταν τρεῖς σοφοί, ὁ Θαλῆς, ὁ Μιλήσιος, καὶ ὁ σοφός». θὰ πῆτε˙ Καὶ ποῦ βρῆκε στὴ Βίβλο «μεγάλο λίθο μὲ σκιὰ στὴν ἔρημο»; νὰ σᾶς πῶ˙ τὸ βιβλίο μὲς στὸ ὁποῖο κάνει τὶς ἔρευνές του, εἶναι θρησκειολογία, ὄχι ἑρμηνεία τῆς Βίβλου˙ θρησκειολογία γενικὴ μάλιστα, καὶ κακῆς ποιότητος, ἀναφερόμενη καὶ στὴν προϊσλαμικὴ εἰδωλολατρία τῶν Σημιτῶν-Ἀράβων, καὶ συγκεκριμένα στὴν περιβόητη πέτρα Καάβα, ποὺ ἔμεινε στὸ ἰσλὰμ σὰν εἰδωλολατρικὸ κατάλοιπο ἐνσωματωμένο σ̉ αὐτὴ τὴ θρησκεία, ἀναφερόμενη καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία μὲ τοὺς ὀφιομόρφους θεοὺς καὶ δαίμονες, γιὰ κάποιους παραλληλισμούς˙ καὶ φυσικὰ ἀναφερόμενη κυρίως στὴν εἰδωλολατρία τῶν κατοίκων τῆς Παλαιστίνης, τῶν πρὶν ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἰσραήλ, τῶν ἐναπομεινάντων καὶ μετὰ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἰσραὴλ ὡς εἰδωλολατρικῶν μειονοτήτων, καὶ κάποιων ἀποστατούντων πρὸς τὰ εἴδωλα Ἰσραηλιτῶν. κι ὁ Ἀγουρίδης ὅλ̉ αὐτὰ τὰ βλέπει ὡς «θρησκεία τοῦ Ἰσραήλ». πολλὲς φορὲς ἀναφέρεται σὲ τοπωνύμια προϊσραηλιτικῆς προελεύσεως. παγκόσμιο φαινόμενο αὐτό. καὶ σήμερα λέμε Ἀθῆναι καὶ Μυκῆναι, κι αὐτὰ σημαίνουν «πόλι μὲ πολλὰς Ἀθήνας» δηλαδὴ εἴδωλα τῆς θεᾶς Ἀθήνης καὶ «πόλι μὲ πολλὰς Μυκήνας» δηλαδὴ εἴδωλα τῆς θεᾶς Μυκήνης (=ἱερῆς Ἀγελάδος), χωρὶς φυσικὰ νὰ σημαίνουν σήμερα ὅτι ὁ «ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν» κι ὁ «παπᾶς τῶν Μυκηνῶν» εἶναι ἱερεῖς τῶν θεῶν ἢ δαιμόνων Ἀθήνης καὶ Μυκήνης.
       Ἀπελπιστικῆς ἀγνοίας ἐκδηλώματα εἶναι αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ Ἀγουρίδης. τὸ δὲ ἀντιβιβλικὸ κι ἀντιχριστιανικό του μένος, ποὺ τὸν ὠθεῖ μέχρι τοῦ νὰ λέῃ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία «δολοφόνους», τὸν ἔχει κυλίσει πολὺ χαμηλά˙ κι ὅσο πάει χειροτερεύει. εἶναι ἔκδηλο ὅτι, ὅταν γράφῃ αὐτὰ ποὺ γράφει, θέλει νὰ πείσῃ κυρίως τὸν ἑαυτό του. καὶ τὸ ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ σπουδάσῃ μιὰ ἄλλη ἐπιστήμη καὶ νὰ βιοποριστῇ ἀπὸ κάτι ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Βίβλο, διώγκωσε καὶ ἀτσάλωσε τὸ γινάτι του ἐναντίον τοῦ ἀντικειμένου ποὺ τὸν ἔθρεψε καὶ τὸν τρέφει. καὶ τώρα στὸ κατώφλι τῆς ἀπελπισίας του δείχνει ἀφ̉ ἑνὸς πανικόβλητος κι ἀφ̉ ἑτέρου ἀποφασισμένος νὰ κρατήσῃ τὸ γινάτι του ἀχτύπητο μέχρι τέλους. αὐτοῦ τοῦ βιώματος ἔκφρασι εἶναι αὐτὸ τὸ τσαπατσούλικο ἐράνισμά του.
 
Μελέτες 4 (2008)