7. ΜΑΥΡΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ
 
            Μερικὰ μόνο μαργαριτάρια ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τῶν τριῶν μόνο πρώτων κεφαλαίων στὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Σάββα Ἀγουρίδου. διότι ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ δείξῃ μόνο τὰ 800 περίπου μαῦρα μαργαριτάρια του σ̉ αὐτὸ τὸ γραπτό του, θὰ ἔπρεπε νὰ γράψῃ βιβλίο 400 σελίδων. καὶ θὰ τοῦ ἐρχόταν τοῦ Σάββα πολύ.
            Δὲν σχολιάζω καὶ δὲν κριτικάρω τὶς ἑρμηνευτικὲς εἰσαγωγικὲς καὶ θεολογικὲς «ἀπόψεις του», παρὰ μόνο ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα δευτερευουσῶν ἀπ̉ αὐτές, κι αὐτὸ τὸ κάνω γιὰ δύο λόγους. 1) ἐπειδὴ ποτὲ δὲν εἶναι ἀπόψεις δικές του, κάτι δηλαδὴ ποὺ αὐτὸς νὰ ἐρεύνησε, νὰ ἐξήγησε, νὰ συμπέρανε. τέτοιο πρᾶγμα δὲν ἔχει κάνει ποτὲ στὴ ζωή του ἔστω καὶ ἀνεπιτυχῶς. εἶναι μόνο σερβιτόρος˙ σερβίρει πάντοτε ἀνεξαιρέτως ἀπόψεις ἄλλων, ποὺ πολλὲς φορές, μεταφέροντάς τις στὰ γραπτά του, τὶς στραπατσάρει τραγικὰ ἢ καὶ κωμικά. κι ἂν ἤθελα νὰ κριτικάρω ἐκεῖνες τὶς ἀπόψεις, ἡ κριτική μου θ̉ ἀπευθυνόταν σ̉ ἐκείνους ποὺ τὶς διατύπωσαν, στοὺς ὁποίους θὰ τὶς ἔβρισκα κι ἀστραπατσάριστες. 2) ἐπειδὴ ὁ Ἀγουρίδης, ὅταν ἐλέγχεται γιὰ «ἀπόψεις του», κοκορεύεται˙ διότι ἔτσι φαίνονται δικές του, καὶ διότι τοῦ ἀρέσει νὰ εἶναι ἀντιρρησίας. σχολιάζω μόνο μαργαριτάρια του, ποὺ δείχνουν σαφῶς κι ἀναντιρρήτως τί δὲν ξέρει ὁ Ἀγουρίδης καὶ τί δὲν κατάλαβε καὶ τί δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ καὶ νὰ καταλάβῃ. δὲν μ̉ ἐνδιαφέρουν οἱ «ἀπόψεις του». μ̉ ἐνδιαφέρει τὸ ἐπίπεδό του˙ ὄχι τὸ ἠθικό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀδιαφορῶ, ἀλλὰ τὸ μορφωτικὸ καὶ τὸ νοητικό.
            1. Γράφει˙ «… Τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε ἑβδομάδα ἦταν ἀφιερωμένη στὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορος» (σ.94). ὁ στὴ Θεσσαλονίκη καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης Ἀγουρίδης φαντάζεται ὅτι οἱ Ῥωμαῖοι εἶχαν ἑβδομάδα. ἑβδομάδα ὅμως εἶχαν μόνο οἱ Ἑβραῖοι, καὶ ἴσως μερικοὶ ἄλλοι Σημῖτες. οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ὡς ὑποδιαίρεσι τοῦ μηνὸς εἶχαν τὰ τρία δεκαήμερά του˙ ἀρχομένου (1 – 10), ἱσταμένου (11 – 20), φθίνοντος (21 – 30) τοῦμηνὸς ἔλεγαν οἱ Ἕλληνες˙ kalendae , nonae, idus ἔλεγαν οἱ Ῥωμαῖοι. βέβαια τὸ ῥωμαϊκὸ σύστημα μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἔγινε περίπλοκο, ἀλλὰ καὶ πάλι «ἑβδομάδα» δὲν εἶχε ποτέ. ὁ ἑλληνορρωμαϊκὸς κόσμος ἐπίσημα γνώρισε τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστι ἐπὶ Μ. Κωνσταντίνου (324). στὴν κοτσάνα του αὐτὴ ἐπάνω ὁ Ἀγουρίδης οἰκοδομεῖ ὁλόκληρη «ἄποψί του» καὶ θεολογικὴ θεωρία.
            2. Στὴν ἀρχαία λατινόγλωσση Δύσι, ὅταν ἤθελαν ν̉ ἀποδείξουν ντὲ καὶ καλὰ ὅτι ἡ Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ δὲν εἶναι τοῦ Παύλου, χρησιμοποιοῦσαν τὸ καββαλιστικὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ὅπως ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι (κεφ. 2 – 3) γράφει μόνο σ̉ ἑφτὰ πόλεις, ἔτσι κι ὁ Παῦλος τὶς πρὸς πόλεις ἢ χῶρες ἀπευθυνόμενες Ἐπιστολές του πρέπει νὰ τὶς ἔχῃ ἀπευθύνει μόνο πρὸς ἑφτὰ πόλεις ἢ χῶρες, ἤτοι Ῥωμαίους, Κορινθίους, Γαλάτας, Ἐφεσίους, Φιλιππησίους, Κολoσσαεῖς, καὶ Θεσσαλονικεῖς. ἄρα ἡ Πρὸς Ἑβραίους δὲν πρέπει νὰ εἶναι δική του. ἔλεγαν βλακεῖες καὶ οἱ ἀρχαῖοι. αὐτὸ τὸ καββαλιστικὸ παιχνίδι, περίφημο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα στὴ Δύσι, ἔγινε κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια περιβόητο καὶ στὴν Ἀνατολή˙ ἀναφέρεται καὶ στὸν Κατάλογο τοῦ Muratori (§ 8) κι ἀπὸ τὸν Ἱερώνυμο στὸ De viris illustribus (§ 5), καὶ σὲ πάρα πολλοὺς Λατίνους, ἀναφέρεται καὶ σήμερα σ̉ ὅλες τὶς εἰσαγωγὲς στὴν Κ. Διαθήκη τῶν δυτικῶν (παπικῶν, προτεσταντῶν, κι ἀγγλικανῶν) καὶ πολλῶν δικῶν μας ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ κείνους. καὶ δὲν ὑπάρχει βιβλικὸς ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέρῃ. τὸ ἀγνοεῖ ὅμως ὁ στὴν Ἀθήνα καθηγητὴς τῆς εἰσαγωγῆς στὴν Κ. Διαθήκη Ἀγουρίδης. γιὰ ἕνα τόσο διάσημο ζήτημα τῆς εἰδικότητός του ἔχει τόσο ἄγρια μεσάνυχτα, ὥστε δύο φορὲς (σ. 96˙ 109) μιλάει ἀόριστα καὶ συγκεχυμένα, ἀλλὰ καὶ μὲ «ἄποψι» εἰδήμονος, γιὰ κάποιες ἑφτὰ ὁμάδες τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου, ποὺ εἶναι τάχαμου …θεωρία τοῦ E. Goodspeed (1926), κι ἀφοῦ δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται, τὶς ἔχει (ὁ Ἀγουρίδης) καὶ μὲ ἄλλη ταξινόμησι, κι ἔχει καὶ τὴν «ἄποψι» ὅτι «δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ ὅποια βεβαιότητα» ὅτι αὐτὴ ἡ διαίρεσι τοῦ Goodspeed μπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ τὸν Ἰωάννη – τί κριτικὴ ἀντιμετώπισι εἰδήμονος! –, καὶ ἄλλες ἐπιστημονοπρεπεῖς παρλαπίπες. ἔχει πολὺ γοῦστο. δείχνει ὅλη του τὴν ἄγνοια καὶ ἀορασίασὰ γυμνὸς βασιλιᾶς. δὲν λέω γιατί δὲν ἔχει ἰδέα ἀπὸ πηγές˙ αὐτὸ εἶναι μόνιμο γνώρισμά του διεγνωσμένο ἀπὸ παλιά. ἐντυπωσιάζομαι ὅμως ἀπὸ τὸ ὅτι οὔτε τὸ ἀντικείμενό του ἁδρομερῶς ξέρει, οὔτε καμμιὰ εἰσαγωγὴ στὴν Κ. Διαθήκη διάβασε, οὔτε αὐτὸν τέλος πάντων τὸν Goodspeed πρόσεξε τί λέει, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι τὸν διάβασε, καὶ δὲν ξεσήκωσε τὴ γνώμη του ἀπὸ καμμιὰ ἐφημερίδα τῆς ξάπλας. μοῦ δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσι ὅτι, ὅταν διαβάζῃ κάτι, κουνιέται σὲ μιὰ κούνια κρεμασμένη ἀπὸ δέντρο, καὶ μόλις προλαβαίνει ν̉ ἁρπάξῃ τὸ μάτι του μιὰ φράσι ἀπὸ τὸ κάτω μέρος μιᾶς σελίδος, καθὼς περνάει ἀπὸ μπροστά της σὰ βολίδα, καὶ στὴν ἄλλη βόλτα ἁρπάζει ἄλλη μισὴ φράσι ἀπὸ τὸ πάνω μέρος τῆς σελίδος, καὶ στὴν τρίτη βόλτα μιὰ λέξι ἀπὸ τὴν ἀπέναντι σελίδα, κι ἔπειτα μ̉ αὐτὰ τὰ πενιχρὰ σπαράγματα προσπαθεῖ νὰ φτιάξῃ τὸ δικό του γραπτό. ἀλλὰ καὶ πάλι λέω˙ «Κούνια σ̉ αὐτὴ τὴν ἡλικία ; δὲν τὸ πιστεύω. σ̉ αὐτὴ τὴν ἡλικία ἕνα πέσιμο εἶναι θανάσιμο». κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς καταφέρνει ὁ Ἀγουρίδης νὰ φτάσῃ σὲ τέτοιο βαθμὸ τσαπατσουλιᾶς, ὅταν ξεσηκώνῃ τὸ ἐρευνητικὸ ὑλικό του ἀπὸ βιβλία ἄλλων.
            3. Τάδε λέγει Κύριος. ἡ μεγαλοπρεπὴς βιβλικὴ ἔκφρασι τὴν ὁποία φθόνησαν καὶ ἔκλεψαν κομπλεξικὰ πολλοὶ φιλόσοφοι καὶ λογοτέχνες, καὶ κυρίως ὁ ψυχοπαθὴς Γερμανὸς φιλόσοφος τῆς φαντασιώσεως τοῦ ὑπερανθρώπου, ὁ πρόδρομος τοῦ ναζισμοῦ˙ ἡ ἔκφρασι ποὺ ἀνευρίσκεται στὴ Βίβλο 315 φορές, στὰ βιβλία Νόμος, Ἰησοῦς, Κριταί, Βασιλεία Δαυΐδ, Βασιλεῖαι, Παραλειπομένη, Ἔσδρας, Ἀμώς, Ἠσαΐας, Ναούμ, Ἀβδιού, Ἰερεμίας, Ἰεζεκιήλ, Ἀγγαῖος, Ζαχαρίας· ἡ ἔκφρασι ποὺ λέγεται 10 φορὲς στὸ Νόμο, 50 στὰ ἱστορικὰ βιβλία, 40 στὰ μικρὰ προφητικά, 25 στὸν Ἠσαΐα, 70 στὸν Ἰερεμία, 120 στὸν Ἰεζεκιήλ, καὶ οὐδέποτε στὸν καὶ ἐπὶ Περσῶν προφητεύσαντα Δανιήλ˙ ἡ ἔκφρασι ποὺ ἐγκαινιάστηκε ὡς πρόσταγμα τοῦ Κυρίου διὰ Μωϋσέως πρὸς τὸ φαραὼ (Ἔξ 4,22) καὶ πρὸς τὸν Ἰσραὴλ (Ἔξ 11,4), ποὺ πέρασε στοὺς προφῆτες μὲ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ (7,13) καὶ στοὺς κριτὰς καὶ στοὺς ἐπὶ Δαυῒδ προφῆτες, καὶ στοὺς συγγραφεῖς προφῆτες μὲ τὸν Ἀμὼς ἀρχαιότερό τους˙ αὐτὴ ἡ ἔκφρασι, περὶ τὴν ὁποία δοκιμάστηκαν ἄγρια ὅλα τὰ φθονερὰ πνεύματα τῶν τελευταίων 3.000 ἐτῶν, αὐτὴ σύμφωνα μὲ κάποιον φθονερὸ κακεντρεχῆ καὶ βλᾶκα Γερμανὸ ἄθεο, ὀνόματι Lohmeyer, λεγόταν ἀρχικὰ στὴν ἐπιστολικὴ φρασεολογία τῶν Περσῶν βασιλέων, ποὺ ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπὶ Δανιήλ, κι ἀπὸ κεῖ πέρασε καὶ στὴν Π. Διαθήκη. κι ὁ Ἀγουρίδης τὴ βλακεία αὐτὴ τὴ δέχεται σὰν τεκμηριωμένο ἐπιστημονικὸ λόγο (σ. 111) καὶ στὴ συνέχεια ὑπολογίζει βάσει αὐτοῦ. διότι εἶναι πάντα πρόθυμος καὶ ἕτοιμος νὰ δεχτῇ κάθε τὶ ποὺ λέγεται γιὰ μείωσι τοῦ θεοῦ, τῶν προφητῶν καὶ ἀποστόλων, τῶν Διαθηκῶν τῆς Βίβλου. ἐπειδὴ ἀπ̉ αὐτὴ ἀποκλειστικὰ ἔφαγε στὴ ζωή του καὶ τρώει ἀκόμη καὶ θὰ τρώῃ μέχρι τὸ θάνατό του. αὐτό, νομίζω, τὸ κάνει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἀξιοπρέπεια, ἀρχοντιά, καὶ θεοσέβεια. κυρίως ὅμως ἐδῶ μ̉ ἐνδιαφέρει αὐτὸ ὡς δεῖγμα τῆς ἐπιστημοσύνης τοῦ Ἀγουρίδου˙ ὁ ἄνθρωπος ξέρει καλὰ τί θὰ πῇ ἱστορικὸ καὶ γραμματολογικὸ τεκμήριο, κριτικὴ πληροφοριῶν, κι ἐπιστημονικὸ συμπέρασμα˙ μὰ εἶναι ἐρευνητής. κι ἔχει τροφοδότη τῆς ἐπιστημοσύνης του τὴ θεοσέβειά του.
            4. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ. 112)˙ «Ἡ Ἔφεσος ξεχώριζε ὡς πόλι…ὡς νεωκόρος τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς Ἀπόλλωνα». ἀναφέρεται – καὶ δείχνει πῶς τὸ καταλαβαίνει – στὸ Πρξ 19,35˙ Τίς  ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς; αὐτὸ τὸ διοπετὲς (=οὐρανοκατέβατο, ἀχειροποίητο) εἶναι γιὰ τὴν Ἔφεσο τὸ πασίγνωστο πολύμαστο ξόανο τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφα διασῴζονται. ὁ Ἀγουρίδης ὅμως, ὁ «ἑρμηνευτὴς» τάχα, ποὺ περνάει τὸ τοῦδιοπετοῦς γι̉ ἀρσενικό – τί ἑρμηνευτὴς καὶ τί πραγματολόγος - ἱστορικὸς τῆς Κ. Διαθήκης νὰ σοῦ πετύχῃ! –, φαντάζεται ὅτι «ὁ διοπετὴς» (πεταμένος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατακέφαλα ;) εἶναι ὁ Ἀπόλλων, «ὁ δίδυμος ἀδερφὸς τῆς Ἀρτέμιδος». καὶ γράφει τὴν προειρημένη ἀρλούμπα.
            5. Περιγράφοντας στὴν ἴδια σελίδα (112) τὴν Ἔφεσο τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀποκαλύψεως, γράφει˙ «Ἡ πόλι (Ἔφεσος) διέθετε… καὶ ἱερὰ γιὰ τὴν προαγωγὴ τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας (πρὸς τιμὴ τοῦ Κλαύδιου (41 - 54 μ.Χ.), τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138), τοῦ Σεβήρου (193-211), κ.ἄ.». τὶς ἐντὸς παρενθέσεων χρονολογίες τὶς προσθέτω ἐγώ˙ ὁ Ἀγουρίδης προφανέστατα δὲν τὶς ξέρει, οὔτε ἔχει ἰδέα πότε περίπου βασίλευσαν αὐτοὶ οἱ αὐτοκράτορες. ῥωτᾶτε τί ἔχει πάθει; ἁπλούστατα ἄνοιξε μιὰ ἐγκυκλοπαίδεια, κι ἀπὸ τὸ λῆμμα «Ἔφεσος» βούτηξε ὅ,τι λαχτάρησε ἡ ψυχή του. ὁ συντάκτης τοῦ λήμματος φταίει. ἔπρεπε νὰ βάλῃ ὁ ἀχαΐρευτος σὲ κάθε αὐτοκράτορα τὴ χρονολογία του˙ κι ὄχι νὰ πάρῃ στὸ λαιμό του κοτζὰμ Ἀγουρίδη, καὶ νὰ τὸν καταντήσῃ τὸν ἄνθρωπο νὰ μιλάῃ γιὰ τὴν Ἔφεσο τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀποκαλύψεως τὴν ἐπὶ Σεβήρου τοῦ Γ’ αἰῶνος!
            6. Ὁ συγκρητισμὸς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολὺ μεγάλα θέματα τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης. δῆτε τώρα τί ξέρει γι̉ αὐτὸν καὶ πῶς τὸν «καταλαβαίνει» ὁ εἰδικὸς Σάββας. στὴν ἴδια πάντα σελίδα του (τὴν 112) γράφει˙ «Ἀπὸ τὴ διαμονὴ τοῦ Παύλου στὴν Ἔφεσο ἔχουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον συγκρητιστικὰ φαινόμενα ὅπως οἱ ἀβάπτιστοι μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη τοῦ βαπτιστῆ…». ἀναφέρεται, πάντα χωρὶς παραπομπὴ κατὰ τὴ συνήθειά του, στὸ Πρξ 19,2-6, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε στὴν Ἔφεσο κάποιους ποὺ εἶχαν βαπτιστῆ παλιὰ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ βαπτιστή, ἀλλὰ Μικρασιᾶτες ὄντες δὲν εἶχαν γνωρίσει τὸ Χριστὸ καὶ τὴ Χριστιανικὴ πίστι καὶ ὅπως δήλωσαν, οὐδὲ εἰ πνεῦμα ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμε. κι ἀμέσως ὁ ἄρτι ἀφιχθεὶς στὴν Ἔφεσο Παῦλος τοὺς μίλησε γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ βάπτισμά του καὶ γιὰ τὸ ἅγιο πνεῦμα ποὺ μποροῦν νὰ λάβουν μετὰ τὸ βάπτισμα, κι ἐκεῖνοι ἐπίσης ἀμέσως, ἀκούσαντες, ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας, ἦλθε τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπ̉ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο. αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης τὸ λέει «συγκρητιστικὸ φαινόμενο». δὲν ξέρω ἂν τὸ λεγόμενό του ἔχει σχέσι μὲ τὴ νοημοσύνη του ἢ τὴ μαθησιακή του κατάρτισι ἢ τὸ ἦθος του˙ μὲ ποιό ἢ ποιά ἀπὸ τὰ τρία δηλαδή.
            Πῆρα τὰ τρία τελευταῖα μαῦρα μαργαριτάρια του ἀπὸ μία μόνο σελίδα του, τὴν 112˙ γιὰ νὰ σᾶς δώσω καὶ τὸ μέτρο τῆς πυκνότητός των.
            7. Γράφει (σ. 125)˙ «…Γιὰ τὸ μεγάλο ἱερὸ τοῦ Δία (ἡ φρίζα τοῦ θυσιαστηρίου του σῴζεται…)». θέλει νὰ πῇ «ἡ ζωφόρος τοῦ θυσιαστηρίου του»˙ δὲν ξέρει ὅμως ὅτι ἔτσι λέγεται στὰ ἑλληνικὰ ὁ ἀρχαιολογικὸς αὐτὸς ὅρος ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ξένους (zophorus)˙ ὁ ἱστορικὸς τῶν χρόνων τῆς Κ. Διαθήκης τὸ διάβασε «φρίζα» στὸ ξενόγλωσσο βιβλίο, ἀπ̉ ὅπου ξεσηκώνει τὸ ἐρευνητικὸ ὑλικό του, βιβλίο ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψι τῆς πιὸ κακῆς ποιότητος ὁπωσδήποτε, καὶ τὸ μεταγράφει ἔτσι «φρίζα». γιὰ νὰ δώσω τὸ μέτρο τῆς ἄξεστης χοντροκοπιᾶς, εἶναι σὰ νὰ μὴν ξέρῃ ἕνας μηχανουργὸς αὐτοκινήτων νὰ πῇ τὸ τιμόνι «τιμόνι», καὶ τὸ λέῃ «αὐτὸς ὁ κοκκάλινος ὁριζόντιος τροχὸς ποὺ εἶναι μπροστὰ στὴ θέσι τοῦ ὁδηγοῦ». ἢ σὰ νὰ λὲς τοὺς μαρμάρινους κίονες ἑνὸς ἀρχαίου ναοῦ «αὐτὰ τὰ ντερέκια». αὐτὸ γιὰ νἄχετε τὸ μέτρο τῆς ἐπιστημοσύνης τοῦ Ἀγουρίδου κρινομένου στὴν εἰδικότητά του βέβαια.
            8. Ξέρουμε ὅτι στ̉ ἀποστολικὰ χρόνια ὑπῆρχαν ἰουδαΐζοντες Χριστιανοί, ποὺ ἦταν ὁ πονοκέφαλος τῶν ἀποστόλων˙ ἀλλ̉ ὅτι ὑπῆρχαν καὶ «ἰουδαΐζοντες ἀπόστολοι» αὐτὸ τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν Ἀγουρίδη. λέει (σ.128)˙ «Κατ̉ ἀντίθεσι πρὸς τοὺς ἰουδαΐζοντες ἀποστόλους…». ἴσως θέλει νὰ πῇ «ἀποστόλους τῆς περιτομῆς». δὲν εἶμαι σίγουρος, ὑποθέτω μόνο˙ διότι εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβῃς τί θέλει νὰ πῇ ἕνα παιδὶ 2 ἐτῶν ποὺ ψελλίζει ἀκόμη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπώσῃ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ σοῦ ζητήσῃ, ἢ μιὰ Φιλιππινέζα ποὺ ἔχει μιὰ ἑβδομάδα ποὺ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. πάντως δὲν πιστεύω νὰ τὸ ψάρεψε κι αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης ἀπὸ κάποιον ἄλλο˙ ποιός φτάνει στὸ σημεῖο νὰ λέῃ κάτι τέτοια ; εἶναι δικό του, καταδικό του. κι ὕστερα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ Ἀγουρίδης στὴ ζωή του ὅλη δὲν ἔχει πῆ τίποτε δικό του. νά ποὺ ἔχει.
            9. Γράφει (σ.128 πάλι)˙ «Ὡδηγοῦσαν κατὰ παρόμοιο τρόπο τὴν κοινότητα στὴν ἔκπτωσι ἀπὸ τὰ ἐσκαμμένα». θεέ μου, τί μόρφωσι! ξέρει καὶ «τὰ ἐσκαμμένα»! ἂν δὲν μὲ πιστεύετε, ὅτι ἔτσι γράφει ὁ Σάββας, ἀνοίξτε καὶ διαβάστε το οἱ ἴδιοι. προσέχετε μόνο νὰ μὴν «ἐκπέσετε» καὶ σεῖς «ἀπὸ τὰ ἐσκαμμένα» τοῦ Σάββα. ὁ ἄνθρωπος κάπου ἔχει ἀκούσει τὴν ἔκφρασι, ἀλλὰ δὲν ξέρει τί σημαίνει καὶ πότε καὶ πῶς χρησιμοποιεῖται˙ τὴ χρησιμοποιεῖ ὅμως, γιὰ νὰ παραστήσῃ τὸν μορφωμένο. μοῦ θυμίζει μιὰ κυρία σύζυγο γιατροῦ, ποὺ μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἄντρας της ἦταν «ἀκτινίατρος». κι ὅταν τὴ διώρθωσα ἔμμεσα, λέγοντας ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐγὼ «κτηνίατρος», μοῦ λέει˙ «Ὄχι, ὁ ἄντρας μου δὲν εἶναι γιατρὸς γιὰ τὰ ζῷα, ἀλλὰ γιατρὸς ποὺ «κάνει ἀκτῖνες» (=ἀκτινολόγος)!
            10. Γράφει (σ. 130)˙ «Ἡ λευκὴ ψῆφος εἶναι τὸ ἄσπρο πετραδάκι ὅπου ὁ δικαστὴς ἔγραφε τὸ ὄνομα τοῦ ἀθῴου, ὁ ψηφοφόρος τὸ ὄνομα τοῦ ἐκλεκτοῦ του˙ ἦταν ἕνα εἶδος ἄδειας συμμετοχῆς σὲ συσσίτια καὶ γεύματα». ὁ ἄνθρωπος, καθὼς φαίνεται, εἶναι τέρας ἀρχαιογνωσίας. κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ ὄνομα ἀνεπιθυμήτου συμπολίτου ποὺ τὸ ἔγραφαν πάνω σὲ ὄστρακον (= θραῦσμα κεραμιδιοῦ) κατὰ τὸν ὀστρακισμόν, καὶ μπερδεύει τὸ ὄστρακον μὲ τὴν ψῆφον (=πέτρα) ποὺ χρησιμοποιοῦσαν σὲ ἐκλογὲς ἀρχόντων, λευκὲς γιὰ τὸν ἐκλεγόμενο καὶ μαῦρες γιὰ τὸν μὴ ἐκλεγόμενο (ἐξ οὗ καὶ τὸ σημερινὸ «μαυρίζω» - «τὸν μαύρισαν»)˙ κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ δικαστὰς ποὺ ἔρριχναν ψῆφον λευκὴν ἢ ψῆφον μέλαιναν, ἀλλὰ μὴ μπορώντας νὰ τὸ χωνέψῃ ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι σὲ μία μόνο δίκη καὶ γιὰ μία μόνο δικαστικὴ ὑποθέσι ἑνὸς ὑποδίκου ἦταν 600, τοὺς κάνει ἕναν μόνο «δικαστή», ποὺ…χαράσσει μάλιστα πάνω στὴν πέτρα γράμματα˙ κάτι ἔχει ἀκούσει γιὰ ψηφοφόρους, ἀλλὰ χωρὶς ν̉ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ψηφοφόροι ἦταν οἱ 600 δικασταὶ ἀκριβῶς˙ κάτι ἔχει ἀκούσει ὅτι τὴν ἡμέρα ποὺ δίκαζαν οἱ 600 ἔπαιρναν σὲ χρῆμα τὸ σιτηρέσιό τους ἀπὸ τὸ δημόσιο, καὶ τὸ καταλαβαίνει σὰν «ἕνα εἶδος ἄδειας συμμετοχῆς σὲ συσσίτια καὶ γεύματα» – μόνο ἂν εἶχαν στὸ τραπέζι τους καὶ κόκα - κόλα δὲν μᾶς λέει–˙ καὶ τὰ βάζει ὅλα στὸ μίξερ, τὰ τραβάει ἕνα γερὸ χτύπημα, καὶ μᾶς σερβίρει τὸν ἀχταρμᾶ του. νομίζω δὲ ὅτι ὅλ̉ αὐτὰ διδάσκονται καὶ στὸ γυμνάσιο. εἰλικρινὰ σᾶς λέω, ἐπειδὴ καταλαβαίνω ὅτι κάποιες ἐγκυκλοπαίδειες κύτταξε, δὲν μπορῶ νὰ τὸ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει ἀπόφοιτος γυμνασίου ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃ τέτοια λάθη.
            11. Ἀσφαλῶς θέλετε νὰ μάθετε γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς λέγεται στὴ Βίβλο υἱὸς θεοῦ. καὶ ποῦ νὰ τὴ βρῆτε μιὰ τέτοια πληροφορία! εὐτυχῶς, τυχεράκηδες, σᾶς τὴ βρῆκε ὁ Ἀγουρίδης (σ. 133)˙ λέει˙ «Ὁ τίτλος υἱὸς θεοῦ, ἴσως ἔχει ἐδῶ (ἐννοεῖ τὸ Ἀπ 2,18 υἱὸς τοῦ θεοῦ) σχέσι μὲ τὴ λατρεία τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου, γιοῦ τοῦ Δία, ποὺ λατρευόταν στὰ Θυάτειρα, εἶχε ταυτιστῆ μὲ τὴ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἦταν προστάτης τῆς πόλεως καὶ τῶν συντεχνιῶν». ὅταν μιὰ γειτόνισσα θέλῃ νὰ κουτσομπολεύσῃ στὴ γειτόνισσά της μιὰ τρίτη γειτόνισσα, χωρὶς νὰ «κολαστῇ» λέγοντας τὸ κουτσομπόλευμά της ῥητῶς καὶ λεκτικῶς, τῆς κουνάει μόνο τὸ χέρι μὲ νόημα ἔτσι ποὺ νὰ λέῃ «Ἡ σουρτούκα εἶναι μὴ χειρότερα, πολὺ παστρικιά, τοῦ σκοινιοῦ καὶ τοῦ παλουκιοῦ». κι ἡ ἄλλη ἀσφαλῶς «τὸ πιάνει». αὐτὴ ἡ σημειογραφία εἶναι στὸν Ἀγουρίδη προσφιλὴς καὶ συνηθισμένη˙ ὄχι γιὰ ὅποιον κι ὅποιον βέβαια, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὰ θεῖα καὶ ἱερά. ἔτσι λέει πολλὰ ὁ Ἀγουρίδης, χωρὶς νὰ τὰ πῇ ποτὲ ῥητῶς καὶ νὰ διακινδυνεύσῃ, παλιὰ τὴν καρέκλα του, τώρα τὸ κῦρος του ὡς βετεράνου μ̉ ἐκκλησιαστικὸ λόγο καὶ μὲ εἰσόδημα ἀπὸ τὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία. καὶ κυριολεκτικῶς κουνάει τὸ χέρι του μὲ νόημα, ἔτσι ἀκριβῶς σὰν τὴν προειρημένη γειτόνισσα, ὅταν λέῃ κάτι σὲ προφορικὸ λόγο - συζήτησι. αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀγουρίδειο εἶδος θεολογικῆς παρρησίας, στὸ ὁποῖο εἶναι πολὺ διακεκριμένος. ἐδῶ ἡ Ἐκλαμπρότης του, μ̉ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ σημειογραφία του θέλει νὰ πῇ ὅτι, ἀπὸ ἀνταγωνιστικὸ μουλάρωμα μόνο, οἱ ἀρχαῖοι Χριστιανοὶ κι ὁ Ἰωάννης εἶπαν υἱὸν θεοῦ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. ἔλεγαν, κατ̉ Ἀγουρίδην πάντα, στοὺς εἰδωλολάτρες˙ «Τὸν Ἀπόλλωνά σας καὶ τὸν αὐτοκράτορά σας! υἱὸν θεοῦ τὸν ἔχετε σεῖς; υἱὸν θεοῦ τὸν κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ Χριστό μας˙ μία μας καὶ μία σας». ἔτσι φαντάζεται ὁ ἐμβριθέστατος Σάββας ὅτι «ἐπωνομάστηκε» υἱὸς θεοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σὲ κάτι τέτοια κατινούλικα μαλλιοτραβήγματα, σὰν αὐτὸ ἐδῶ τὸ τοῦ Ἰωάννου στὸ Ἀπ 2,18. πολὺ κατινούλικη μέθοδος˙ τὴν τοῦ Ἀγουρίδου ἐννοῶ. κι εὐτυχῶς δηλαδὴ γιὰ τὸ θεολογικό του ὁπλοστάσιο οἱ θεοὶ τῶν εἰδωλολατρῶν ὄχι μόνο ἦταν ὅλοι παντρεμένοι, ἀλλ̉ εἶχαν καὶ πολλὰ ἐξώγαμα˙ ἀκόμα κι ἀπὸ φοράδες κι ἀπὸ ἀγελάδες κι ἀπὸ κατσίκες˙ σύννεφο ἀπὸ υἱοὺς θεοῦ, χαρᾶς εὐαγγέλια γιὰ τὸν Ἀγουρίδη. καλά, σ̉ αὐτὰ διαπρέπει.
            12. «Τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου» καὶ «Τοῦ θεοῦ Τυρίμου - Ἀπόλλωνα» καὶ «τοῦ Ἀπόλλωνα - Τυρίμου»˙ τὸ πιπιλίζει τρεῖς φορές (σελ. 133 ’’ ˙ 136). ἄρα δὲν εἶναι τυπογραφικὸ λάθος, ἀλλ̉ ἀγουρίδειο. καὶ τὴ μία φορὰ τὸ «τῆς Τυρίμου» τὸ ἔχει σὰν ὄνομα πόλεως. ἀνακατεύεται ὁ Ἀγουρίδης καὶ μὲ τέτοια, γιὰ νὰ δείξῃ μορφωμένος, γιὰ νὰ κάνῃ τὸν καμπόσο στοὺς μαθητάς του, καὶ γιὰ νὰ φοβερίξῃ τοὺς ἄλλους˙ «Μεριάστε νὰ διαβῶ˙ ἐπιστήμων Ἀγουρίδης». κι ὅπως ἀνακατεύεται μὲ τὰ πίτυρα δείχνει τὴ χοντροκομμένη ἄγνοιά του. καὶ οὔτε καμμιὰ παραπομπὴ ἔχει πουθενά, οὔτε χωρὶς παραπομπὴ ἀναφέρει ποῦ τὸν βρῆκε κι ἀπὸ ποῦ τὸν βούτηξε αὐτὸν τὸν Τύριμον - Ἀπόλλωνα ἢ Ἀπόλλωνα τῆς Τυρίμου, καὶ φυσικὰ οὔτε σωστὰ τὸ γράφει τ̉ ὄνομά του. δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται. τραβάει μιὰ ἀρλούμπα, μόνο γιὰ νὰ σπουδαιολογήσῃ στοὺς ἀμαθεῖς. δὲν εἶναι Τύριμος ἀλλὰ Τύριμνος˙ ὅπως λέμε μέδιμνος ἢ Κάλυμνος ἢ ἀμνὸς ἢ ἐρυμνός. μικρασιατικὸς θεὸς τῆς περιοχῆς τῶν Θυατείρων, προελληνικῆς καὶ πελασγικῆς, δηλαδὴ λυδικῆς, προελεύσεως˙ οἱ Λυδοὶ ἦταν φυλὴ τῶν Πελασγῶν˙ τὴν προέλευσι αὐτὴ δείχνει ἡ κατάληξι τοῦ ὀνόματός του. θεὸς ποὺ κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια ταυτίστηκε συγκρητιστικὰ μὲ τὸν ἑλληνικὸ Ἀπόλλωνα. τὸ ὄνομά του περισώθηκε σὲ δυὸ ἐπιγραφὲς τῶν Θυατείρων τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς. ἡ μιὰ ἀρχίζει˙ Ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος ἐτείμησεν Αὐρήλιον Ἀρτεμιδώρου ἀγωνοθετήσαντα τοῦ προπάτορος θεοῦ Ἀπόλλωνος Τυρίμνου ἐνδόξως καὶ πολυδαπάνως…(W.H. Buckler, Lydian Records, στὸ Journal of Hellenic Studies 37(1917), σελ.108, ἀριθμ. 21). ἡ ἄλλη ἀρχίζει˙ Ἡ κρατίστη βουλὴ καὶ ὁ σεμνότατος δῆμος ἐτείμησαν Γ(άιον) Σαλλούστιον Ἀππιανόν, ἀριστέφανον, πατρίδος ἀρχικόν, δεκαπρωτεύσαντα, ἀγωνοθετήσαντα μεγάλων σεβαστῶν τυριμνήων ἀγώνων,…(P. Foucart, Exploration de la plaine de l̉ Hermus par M. Aristote Pontier, στὸ Bulletin de correspondance hellenique 11(1886), 105 – 106). ἀναφέρονται λοιπὸν ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων καὶ οἱ μεγάλοι σεβαστοὶ τυρίμνειοι ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἄγονταν κατὰ τὴν πανήγυρί του. φαίνεται ὅτι ἡ «πηγὴ» τοῦ Ἀγουρίδου, ἀπὸ τὴν ὁποία κάνει τὴν ἀμμοληψία του, ἦταν κάποιος βλάκας, ὁ ὁποῖος τὴ γενικὴ μεγάλων σεβαστῶν τὴν πέρασε γιὰ προσωνυμία τοῦ αὐτοκράτορος (πρβλ. Πρξ 25,25)˙ γι̉ αὐτὸ κι ὁ βλάκας ἐκεῖνος νόμισε ὅτι ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων ταυτιζόταν καὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα. ὁ Ἀγουρίδης φυσικὰ ἁπλῶς μεταφέρει τὴ βλακεία ἐκείνου στὸ γραπτό του αὐτούσια. εἶμαι σίγουρος ὅτι ἂν δὲν ἔκανε τὸ λάθος ὁ βλάκας ἐκεῖνος, δὲν θὰ τὸ ἔκανε οὔτε ὁ Ἀγουρίδης. ἐκεῖνος ὁ βλάκας πῆρε στὸ λαιμό του τὸν καθηγητὴ πανεπιστημίου Ἀγουρίδη. καὶ φυσικὰ πουθενὰ στὶς ἐπιγραφὲς οὔτε σὲ κανένα ἄλλο κείμενο ὁ Τυρίμνιος Ἀπόλλων δὲν λέγεται υἱὸς θεοῦ, γιὰ νὰ πάρουν ἀπ̉ αὐτὸν οἱ συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης τὸν ὅρο αὐτὸ γιὰ τὸ Χριστό. εἶναι δὲ οἱ ἐπιγραφὲς κατὰ δυὸ αἰῶνες νεώτερες τῆς Κ. Διαθήκης. κατὰ τὸ βλᾶκα ὅμως ἐκεῖνον, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης τὸν ἔχει ὡς πηγή του, οἱ συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης ἀπὸ τὴ λατρεία αὐτοῦ τοῦ θεοῦ πῆραν γιὰ τὸ Χριστὸ τὸν τίτλο υἱὸς θεοῦ. ὁ Σάββας σ̉ ὅλα γενικῶς τὰ γραπτά του εἶναι προθυμότατος ν̉ ἀσπαστῇ ὅ,τι σκουπίδι βρῇ σ̉ ὁποιοδήποτε σκουπιδαριό, γιὰ νὰ μειώσῃ – τό γ̉ ἐπ̉ αὐτῷ – τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Κ. Διαθήκη καὶ τοὺς συντάκτες της. εἶναι θεριακλίκι του, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κόψῃ. τοῦ ἀρέσει ἀφάνταστα, εἶναι ἐθισμένος. φυσικὰ μόνο τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγνοίας του δείχνει ἔτσι καὶ τίποτε ἄλλο.
            13. Καὶ ξαφνικὰ ὁ Ἀγουρίδης ἀνακάλυψε, καὶ μᾶς τὸ ἀνακοινώνει, καὶ ποιό ἐκκλησιαστικὸ κόμμα χτυπάει ὁ Ἰωάννης μὲ τὴν Ἀποκάλυψι˙ «τὸ κόμμα τῶν Λιβερτίνων». ὅπως λέμε τῶν Γιρονδίνων ἢ τῶν Ἰακωβίνων. αὐτὸ κι ἂν δὲν εἶναι ἀνακάλυψι, θεέ μου! γράφει (σ.135)˙ «Τὴν ἡγεσία τοῦ κόμματος τῶν λιβερτίνων ἔχει ἐδῶ μιὰ προφήτισσα κυρία, συνάδελφος τοῦ Ἰωάννη, ποὺ φέρει τὸ πολὺ ἀντιπαθητικὸ βιβλικὸ ὄνομα τῆς Ἰεζάβελ». ὁ Ἀγουρίδης στὸ ξενόγλωσσο βιβλίο, ποὺ εἶναι τὸ πεδίο τῶν ἐρευνῶν του, βρῆκε κάποια λέξι, παράγωγο τῆς λατινικῆς libertas (=ἐλευθερία, ἐλευθεριότης), μὲ τὴν ὁποία ὁ ξένος, χωρὶς νὰ τὴν ἐννοῇ ὡς ὅρο, ἤθελε νὰ πῇ τοὺς νικολαΐτες «παράταξι ἐλευθεριάζουσα» ἢ «παράταξι ἀπελευθερωμένων», μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τώρα τὶς «ξεβγαλμένες» τὶς λὲν «ἀπελευθερωμένες», κι ὁ Ἀγουρίδης …τὸ βρῆκε! καὶ βγαίνει ἐνθουσιασμένος καὶ ξεβράκωτος ἀπὸ τὴ μπανιέρα του σὰν ἄλλος Ἀρχιμήδης καὶ μᾶς τὸ φωνάζει˙ «Τὸ κόμμα τῶν Λιβερτίνων, καὶ ἡ ἡγεσία τους, ἡ κυρία Ἰεζάβελ Θάτσερ»! διαπρεπὴς ἐρευνητὴς καὶ κριτικὸς ὁ Σάββας. μὰ ἀναφέρεται τὸ κόμμα τους καὶ στὶς Πράξεις (6,9)˙ Ἀνέστησάν τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῶν λεγομένων λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ… οἱ διαμαχόμενοι μὲ τὸ Στέφανο, οἱ ψευδομάρτυρες ποὺ τὸν δολοφόνησαν. ποῦ τοὺς ξετρύπωσε αὐτὸς ὁ Ἀγουρίδης! δὲν ἔχει βέβαια καμμιὰ παραπομπή, οὔτε θυμᾶται καθόλου τὶς Πράξεις καὶ τὸ Στέφανο, ἁπλῶς κάτι κάπου κάποτε φαίνεται ν̉ ἄκουσε γιὰ λιβερτίνους, δὲν φαίνεται νὰ θυμᾶται ποῦ ἀκριβῶς, κι ἐδῶ τὸ πετάει˙ ἀπὸ παρανόησι βέβαια. ἂς ἐξηγήσω ὅμως μερικὰ πράγματα. οἱ Ῥωμαῖοι ἔλεγαν λατινιστὶ λιβερτίνους (libertinos) τοὺς ἑλληνιστὶ λεγομένους ἀπελευθέρους˙ τοὺς τέως δούλους˙ αὐτοὺς ποὺ ἦταν δοῦλοι καὶ μ̉ ἐξαγορὰ ἢ βράβευσι ἢ ἄλλους τρόπους ἀπελευθερώθηκαν. αὐτοὶ πολλὲς φορές, «δοῦλοι ἐκ δούλων» ὄντες, ἤξεραν τὴν ἐθνικότητά τους, ἀλλὰ δὲν ἤξεραν ἀπὸ ποιά ἀκριβῶς πόλι τῆς πατρίδος των κατάγονται, οὔτε τὸ γένος των. ὅπως, ὅταν τὸ ΙΘ’ αἰῶνα ἀπελευθερώθηκαν οἱ νέγροι τῆς Ἀμερικῆς, μερικοὶ ποὺ θέλησαν μετὰ τρεῖς αἰῶνες νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἀφρική, ἄκληροι ὄντες κι ἀγενεαλόγητοι δὲν ἤξεραν ἀπὸ ποιά φυλὴ καὶ χώρα κατάγονται. κι ὡρίστηκε γι̉ αὐτοὺς μιὰ ἀφρικανικὴ χώρα ἐπαναπατρισμοῦ τους, ἡ ὁποία ἀπ̉ αὐτοὺς ὠνομάστηκε Λιβερία (Liberia, χώρα ἀπελευθέρων). ἔτσι κι ἐδῶ στὶς Πράξεις αὐτοὶ οἱ λιβερτῖνοι (=ἀπελεύθεροι) ἦταν Ἑβραῖοι, τῶν ὁποίων οἱ πρόγονοι εἶχαν πωληθῆ ὡς δοῦλοι, κι αὐτοὶ γεννήθηκαν ὡς δοῦλοι, σὲ διάφορες χῶρες καὶ πόλεις, Κυρήνη, Ἀλεξάνδρεια, Ἀσία, Κιλικία, ἤξεραν ὅτι εἶναι Ἑβραῖοι, ἀλλὰ γένος φυλὴ καὶ πόλι καταγωγῆς δὲν ἤξεραν. κι ὅταν ἐπαναπατρίστηκαν ὡς ἀπελεύθεροι, κατοίκησαν στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ συναπάρτισαν ὅλοι μαζὶ οἱ ὁμοιοπαθεῖς καὶ ὁμόγλωσσοι - ἑλληνόγλωσσοι μία συναγωγή, τὴ συναγωγὴ τῶν λιβερτίνων. μὲ τὸ Στέφανο συζητοῦσαν αὐτοὶ εἰδικά, ἐπειδὴ γνώριζαν καλὰ ἑλληνικά, ὅπως ἐκεῖνος˙ οἱ ἐντόπιοι Ἑβραῖοι δὲν γνώριζαν τόσο καλὰ ἑλληνικά. δὲν ἦταν κόμμα, οὔτε πολιτικὸ οὔτε θρησκευτικό, ὅπως φαντάζεται ὁ Ἀγουρίδης κι ὁ κάθε Ἀγουρίδης. καὶ κυρίως δὲν εἶχαν καμμία σχέσι μὲ τοὺς μετὰ 40 χρόνια ξεβγαλμένους κι «ἀπελευθερωμένους» νικολαΐτες τῆς Μ. Ἀσίας, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης τοὺς «κατάλαβε» γιὰ λιβερτίνους = «κόμμα θρησκευτικὸ» κατὰ τὴν περαιτέρω φαντασίωσί του˙ καὶ πολὺ «προχωρημένο»˙ μὲ γυναῖκα ἀρχηγὸ στὴν ἡγεσία του! τὴν Ἰεζάβελ κιόλας. φανταστῆτε βλᾶκα Νεοέλληνα νὰ ὀνομάζῃ τὸ γιό του Ἰούδα ἢ Ἐφιάλτη ἢ τὴν κόρη του Μέγαιρα ἢ Χίμαιρα. διότι αὐτὸ λέει ὁ Ἀγουρίδης˙ ὅτι «ἡ κυρία αὐτὴ ἡ προφήτισσα», ἡ σ̉ αὐτὸ «συνάδελφος τοῦ προφήτου Ἰωάννου», ποὺ τὸν ἀντιπολιτεύεται στὰ ἐκκλησιαστικὰ μαχαιρώματα, λεγόταν ἡ χαζὴ Ἰεζάβελ˙ ἢ αὐτὴ χαζὴ δηλαδὴ ἢ χαζὸς ὁ πατέρας της. καὶ εἴδατε τοῦ Ἀγουρίδου τὴν τρικλοποδιὰ στὸν Ἰωάννη; στὸ ἴδιο καζάνι τὸν βάζει ὡς προφήτη – καί γε ὡς συγγραφέα τῆς Ἀποκαλύψεως – μὲ τὴ «συνάδελφο τοῦ Ἰωάννου», στὴν προφητεία ἀσφαλῶς «συνάδελφο», τὴν Ἰεζάβελ, τὴ μαντὰμ τῶν νικολαϊτῶν. σὰ νὰ λέῃ στοὺς ἀναγνῶστες του ὁ Ἀγουρίδης˙ «Ἔλα, μωρέ, τί Ἰωάννης καὶ τί Ἰεζάβελ˙ συναδελφικὰ κι ἀντιπολιτευτικὰ μαχαιρώματα καὶ φαγωμάρες μεταξὺ νικολαϊτῶν καὶ Ἰωάννου˙ ὅλοι στὸ ἴδιο καζάνι βράζανε˙ αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀποκάλυψι, τὸ μανιφέστο τοῦ Ἰωάννου. εἶχαν σπουδάσει μαζί, Ἰωάννης καὶ Ἰεζάβελ, στὸ γι̉ Ἀφρικανοὺς κυρίως σοβιετικὸ πανεπιστήμιο «Πατρὶς Λουμούμπα» στὴ Μόσχα, στὸ τμῆμα ἀλλοδαπῶν προφητῶν - ἰνστρουκτόρων, κοιμοῦνταν κι ἕνα διάστημα μαζὶ ὡς συμφοιτηταί, ἀλλ̉ ἔπειτα οἱ δρόμοι τους χώρισαν, καὶ κάποτε βρέθηκαν σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα. ἐκείνη ἦταν Ἀνατολικογερμανίδα, ὁ Ἰωάννης ἦταν Τσετσένος, ὁπότε ἐκείνη βρέθηκε πράκτορας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως κι ὁ Ἰωάννης πράκτορας τῆς Τσετσενίας…». τί ξέρετε ἀπ̉ αὐτὰ ἐσεῖς οἱ θεολογικῶς ἀμύητοι ; καλὰ ποὺ σᾶς τὰ λέει ὁ Ἀγουρίδης δηλαδὴ ποὺ «κατάλαβε» ἐκείνη τὴν ἀγγλικὴ ἢ γερμανικὴ λέξι ἀπὸ τὸ λατινικὸ libertas. θὰ θέλατε νὰ εἶστε τοῦ ἐπιπέδου του;
            14. Δῆτε τώρα τί ἄλλο ξέρει γι̉ αὐτὴ τὴν Ἰεζάβελ ὁ βιβλικὸς Ἀγουρίδης. συνεχίζοντας τὰ προηγούμενα γράφει (σ.135)˙ «…Μιὰ προφήτισσα κυρία, συνάδελφος τοῦ Ἰωάννη,…τὸ ὄνομά της Ἰεζάβελ…πρόκειται γιὰ τὴ σύζυγο τοῦ βασιλιᾶ Ἄχαβ (Ἄχαβ τὸν λέει πάλι καὶ στὴ σελ.137), ἡ ὁποία πηγαίνοντας στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπὸ τὴν Τύρο πῆρε μαζί της θεοὺς καὶ ἱερεῖς γιὰ τὸ ἰδιαίτερο εἰδωλολατρικό της θρήσκευμα…». τὸ βασιλέα τοῦ βορείου βασιλείου Ἀχαάβ, ποὺ βασίλευε στὴ Σαμάρεια, τὸν φαντάζεται νὰ βασιλεύῃ στὴν Ἰερουσαλήμ, στὸ νότιο βασίλειο˙ ἐκεῖ σ̉ ἐκεῖνο τὸ βασίλειο νομίζει ὅτι ἦταν κι ὁ Ἠλίας, γιὰ τὸν ὁποῖο νομίζει ὅτι αὐτὸς (ὁ Ἀγουρίδης) ἔκανε μεγάλες ἔρευνες καὶ βρῆκε ὅτι ἦταν δολοφόνος. ὀνειροβατεῖ ὁ ἄνθρωπος. καὶ τὸν Ἀχαάβ, ποὺ λέγεται ἔτσι Ἀχαὰβ καὶ στοὺς Ο’ καὶ στὸ μασοριτικό, τὸν λέει Ἄχαβ, ἐπειδὴ ἔτσι ξεσηκώνει τὸ ὄνομα ἀπὸ κάποια ξενόγλωσση ἐφημερίδα. καὶ δὲν ξέρει ὅτι στὴν Π. Διαθήκη λέγεται πάντοτε Ἰερουσαλὴμ καὶ οὐδέποτε Ἰεροσόλυμα. εἶναι σὰ νὰ λέῃ˙ «Ὅταν ὁ Μέγας Ἀλεξάντερ βασίλευε στὴ Συρακόσα καὶ κατέκτησε ὁλόκληρη τὴ Σικελία». καὶ λέει τὴν Ἰεζάβελ «σύζυγο τοῦ Ἄχαβ», γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβῃ ὅτι γιὰ πολύγαμο ἡ λέξι «σύζυγος» δὲν λέγεται ποτέ, κι ὅτι ἡ λέξι αὐτὴ μὲ τὴν ἔννοια ποὺ λέγεται σήμερα ἐμφανίζεται τὸ Γ’ μ.Χ. αἰῶνα. δὲν ξέρει τί λέει. τόσο χοντρὴ ἄγνοια σὲ τόσο χοντρὰ θέματα, τέτοια καλπάζουσα μπαρουφολογία καὶ τσαπατσουλιά, τέτοιες χοντροκομμένες ἀρλοῦμπες ἔχετε ξαναδῆ; τὶς βλέπετε τώρα στὸν Ἀγουρίδη. ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δὲν ἔχει περάσει τὴ Βίβλο οὔτε μιὰ ἁπλῆ ἀνάγνωσι στὴ ζωή του. δὲν ξέρει πράγματα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ξέρῃ ἀπὸ ἐγχειρίδια τοῦ γυμνασίου. κι ἔχει καὶ «ἀπόψεις»˙ γιὰ τὴν πατρότητα κι ἑνότητά τους, γιὰ τὴν ποιότητα τῶν συντακτῶν της. ποιός; ὁ Ἀγουρίδης. οἱ ἀπόψεις τὸν μάραναν˙ ὅλα τἄχει κι αὐτὸ τοῦ ἔλειπε.
            15. Καὶ συνεχίζει ἀκάθεκτος καὶ ἀφρενάριστος (σ.137-8) τῆς ἀγνοίας του τὸ ἀνάγνωσμα˙ «Ἐδῶ (ὁ Ἰωάννης) ὑπαινίσσεται τὴ σφαγὴ τῶν ἑβδομήντα υἱῶν Ἄχαβ (sic)…κατ̉ ἐντολὴ τοῦ νέου ἀρχηγοῦ τοῦ κράτους Jehu, μὲ τὴν ἀνοχή, ἴσως καὶ τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἠλία, τοῦ πύρινου προφήτου τοῦ Γιαχβέ». φαντάζεται ὅτι ὁ Ἠλίας ζοῦσε ἀκόμη πάνω στὴ γῆ στὰ χρόνια τοῦ Ἰού. κι αὐτὸν ποὺ λέγεται στοὺς Ο’ Ἰού, στὸ μασοριτικὸ Ιευα, ὁ βιβλικὸς Ἀγουρίδης, ποὺ δὲν διάβασε τὴ Βίβλο, τὸν ξεσηκώνει ὡς Jehu ἀπὸ ἀγγλόγλωσσο ἀπόκομμα ἐφημερίδος. καὶ νομίζει ὅτι ὁ Ἠλίας ζοῦσε καὶ δροῦσε στὴν Ἰερουσαλὴμ κι ὁ Ἰοὺ βασίλευε στὴν Ἰερουσαλήμ! καὶ παραπέμπει ὅτι αὐτὸ τὸ διάβασε στὸ Δ’ Βα 10,1 ! καὶ σ̉ αὐτὰ τὰ …στοιχεῖα του βασίζεται, γιὰ νὰ βγάλῃ τὸν Ἠλία γιὰ δεύτερη φορὰ δολοφόνο. καὶ τὸν λέει εἰρωνικὰ «πύρινο προφήτη» ἐννοώντας φανατικὸ ποὺ ἀπὸ τὸ μῖσος του ἔβγαζε φωτιὰ ἀπὸ τὰ ῥουθούνια του. ὅλες αὐτὲς οἱ χοντράδες καὶ οἱ μπαροῦφες μ̉ ἀφήνουν κατάπληκτο. δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ ὅτι ἡ πολλαπλῆ ἄγνοιά του φτάνει μέχρι τέτοιο βαθμό.
            16. Γράφει (σ. 140)˙ «Νὰ ποῦμε ὅμως ὅτι, ὅπως ὁ Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, τὸ παίζει καὶ ὁ Ἰωάννης ἄσπρο – μαῦρο μὲ συμπλεγματικὴ τάσι πρὸς τὸ μαρτύριο; δὲν φαίνεται πιθανό». «τὸ παίζει ἄσπρο – μαῦρο» μεθερμηνεύεται «εἶναι μικρονοϊκὸς καὶ δύσκαμπτος μπουμπούνας», τὸ δὲ «συμπλεγματικὴ τάσι γιὰ μαρτύριο» θὰ πῇ «κομπλεξικὴ κάψα γιὰ μαρτύριο». ὁ Ἀγουρίδης γιὰ τὸν Ἰωάννη ἀμφιβάλλει ἂν ἦταν τέτοιος (ἔμοιαζε πιὸ πολὺ πρὸς τὸν Ἀγουρίδη), ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἰγνάτιο εἶναι σίγουρος (ξεκινάει σὰν ἀπὸ δεδομένο) ὅτι, ὅταν τὸν συνέλαβαν καὶ δὲν δέχτηκε ν̉ ἀρνηθῇ τὸ Χριστὸ, γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὸ κεφάλι του, ἀλλ̉ ἀποδέχτηκε τὸ μαρτύριο μὲ καρτερία, χωρὶς καμμιὰ πικρία πρὸς τὸν Κύριο καὶ χωρὶς νὰ θρηνολογῇ, ἦταν μικρονοϊκὸς μπουμπούνας διακατεχόμενος ἀπὸ μιὰ «κομπλεξικὴ κάψα γιὰ μαρτύριο», ἦταν «παλαβὸς μαρτυριολιγούρης». νὰ καὶ κάτι σωστὸ ποὺ λέει ἐπὶ τέλους ὁ Ἀγουρίδης. κι ἐγὼ ἔτσι τὸ βλέπω˙ ὅτι ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ δὲν κέρδησε ἀπὸ τὴ Βίβλο στὴ ζωή του τίποτε τὸ ὑλικὸ καὶ ἐπίγειο, κι ὅταν καταφρονηταὶ σὰν τὸν Ἀγουρίδη τὸν ὑποχρέωσαν νὰ θυσιάσῃ γι̉ αὐτὴ τὴ Βίβλο τὴ ζωή του, τὸ δέχτηκε σὰν ἄκακο ἀρνί, χωρὶς νὰ γκρινιάξῃ κατὰ τοῦ Κυρίου, ἦταν κομπλεξικὸς μπουμπούνας καὶ χοντράνθρωπος, ἐνῷ δὲν εἶναι καθόλου μὰ καθόλου κομπλεξικὸς καὶ χοντράνθρωπος ὁ Ἀγουρίδης ποὺ εἰρωνεύεται τὴ Βίβλο καὶ μιλάει ὅπως μιλάει γι̉ αὐτή, ἐπειδὴ στὴ ζωή του ἀποκλειστικὰ ἀπ̉ αὐτὴ ἔφαγε, κι ἔφαγε καὶ καλά, κι ἀκόμα τρώει. δὲν συμφωνεῖτε μαζί μου καὶ μὲ τὸν Ἀγουρίδη;
            17. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.147)˙ «Στὸ μεσσιανικὸ χωρίο Ἠσ 22,15-25, ὅπου ὁ λόγος κατὰ τοῦ Σοφνᾶ (sic), ταμία τοῦ βασιλιᾶ Ἐζεκία, ποὺ ἀνήγειρε μνημεῖο γιὰ τὸν ἑαυτό του…». 1) Στὸν Ἠσαΐα καὶ στὴ λοιπὴ Βίβλο ἀναφέρονται δύο ἄντρες μὲ τ̉ ὄνομα Σομνᾶς˙ ὁ ἱερεὺς Σομνᾶς ὁ ταμίας στὸ παστοφόριον τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου (=ταμεῖο τοῦ ναοῦ, Ἠσ 22,15˙ Α’ Πα 28,12), καὶ ὁ μεταγενέστερος Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς (= ὑπουργὸς) τοῦ βασιλέως Ἐζεκίου ὁ διαπραγματευτὴς μεταξὺ τῶν βασιλέων Ἐζεκίου καὶ Σενναχηρὶμ τοῦ Ἀσσυρίου (ὅλα τ̉ ἄλλα χωρία) . οἱ δυὸ ὁμώνυμοι ἄντρες δὲν εἶναι σύγχρονοι. ὁ Ἀγουρίδης, ποὺ δὲν τὸ ξέρει αὐτό, τοὺς ταυτίζει σὲ ἕναν. σὰ νὰ ταυτίζῃς τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, τὸ λιγνό, μὲ τὸ Βαγγέλη Βενιζέλο, τὸ χοντρό˙ τόσο ἀπέχουν χρονικῶς οἱ δυὸ Σομνᾶδες. ἐδῶ στὸ χωρίο, ποὺ ἀποπειρᾶται νὰ ἑρμηνεύσῃ, πρόκειται γιὰ τὸν προγενέστερο Σομνᾶ τὸν ἱερέα καὶ ταμία τοῦ ναοῦ. 2) ὁ ἱερεὺς - ταμίας τοῦ ναοῦ Σομνᾶς ἔζησε κι ἔδρασε ἐπὶ βασιλέως Ἄχαζ˙ εἶναι ζήτημα ἂν τότε εἶχε γεννηθῆ ὁ Ἐζεκίας, τοῦ ὁποίου ταμία τὸν «κατάλαβε» ὁ Ἀγουρίδης. 3) σ̉ ὁλόκληρη τὴ Βίβλο παστοφόρια λέγονται μόνο τὰ ταμεῖα τοῦ ναοῦ. 4) ἂν ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξεσήκωνε τὰ ξένα ὑλικὰ σερσέμικα ἀπρόσεχτα κι ἐπιπόλαια, κι ἂν ἀπὸ τὴν περικοπὴ Ἠσ 22,15-25, ποὺ λέει ὅτι ἑρμηνεύει κι ἔχει γι̉ αὐτὴ καὶ ἄποψι, ἄντεχε καὶ εἶχε ὑπομονὴ νὰ διαβάσῃ ὄχι μόνο τὸν πρῶτο στίχο 15 ποὺ διάβασε, ἀλλὰ καὶ τὸ μεθεπόμενο στίχο 17, θὰ μάθαινε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν προγενέστερο Σομνᾶ τὸν ἱερέα καὶ ταμία τοῦ ναοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἠσαΐας προφητεύει ὅτι ὁ Κύριος σαβαὼθ θὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ἱερατικὴ στολή του (ἀφελεῖ τὴν στολήν σου), γιὰ νὰ πατάξῃ τὴ ματαιοδοξία του. κι ἂν ὁ Ἀγουρίδης εἶχε τὸ ἐπιστημονικὸ τοὐλάχιστο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσῃ καὶ τὸν ἕκτο στίχο τῆς περικοπῆς, τὴν ὁποία λέει ὅτι ἑρμηνεύει, τὸν 21, καὶ τὸν καταλάβαινε κιόλας, θὰ μάθαινε ὅτι ὁ Ἠσαΐας συνεχίζει προφητεύοντας καὶ ὅτι τὴν ἱερατικὴ στολὴ τοῦ ἱερέως - ταμίου τοῦ ναοῦ Σομνᾶ ὁ Κύριος θὰ τὴ δώσῃ στὸν ἱερέα Ἐλιακὶμ τὸ γιὸ τοῦ ἀρχιερέως Χελκίου, γιὰ νὰ τὴ φοράῃ ἐκεῖνος. ὁ Ἀγουρίδης πῶς ἑρμηνεύει μιὰ περικοπὴ ποὺ δὲν διάβασε ποτέ του; φακίρης εἶναι ἢ μέντιουμ ἢ χαρτορρίχτρα; 5) τὸ χωρίο εἶναι καὶ «μεσσιανικὴ προφητεία», ἀλλ̉ εἶναι καὶ βραχυπρόθεσμη προφητεία γιὰ τὸ Σομνᾶ προσωπικά, ποὺ ἐκπληρώνεται σὲ λίγο, ὅταν ἀκόμη ζοῦν καὶ ὁ προφήτης καὶ ὁ Σομνᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἀκροαταί της, καὶ μακροπρόθεσμη γιὰ τὸ Χριστό. καὶ τέτοιες προφητεῖες εἶναι ἀναντίρρητες. τὸ ἕνα σκέλος τους, τὸ βραχυπρόθεσμο, ἀποτελεῖ ἀναντίρρητη ἐγγύησι γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ ἄλλου, τοῦ μακροπροθέσμου. κι αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν διττῶν προφητειῶν, ποὺ ὁ Ἀγουρίδης δὲν φαίνεται νὰ τὶς ἀντιλήφθηκε – πότε διάβασε τρεῖς στίχους τῆς Βίβλου συνεχόμενους, γιὰ νὰ τὶς ἀντιληφθῇ; –, πρῶτον ἐγγυᾶται τὴ θεοπνευστία τῶν προφητικῶν βιβλίων ὅλης τῆς Βίβλου καὶ πείθει τοὺς εὐσεβεῖς νὰ ἐντάξουν τὰ σχετικὰ βιβλία στὸ βιβλικὸ Κανόνα, καὶ δεύτερον φέρνει ταραχὴ στὸν Ἀγουρίδη καὶ στοὺς γαυγισταρίους τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς καὶ τοὺς βάζει στουπὶ στὸ στόμα τους˙ γι̉ αὐτὸ καὶ τόσο αὐτὸς ὅσο κι ἐκεῖνοι ἀπὸ συμφώνου ἀποκρύβουν ἢ παραγνωρίζουν ἢ καὶ ἀγνοοῦν τὸ διττὸ τῆς προφητείας˙ ἀπαξιοῦν καὶ νὰ τὴ διαβάσουν. μόνο τὴν ἑρμηνεύουν κι ἔχουν γι̉ αὐτὴ κι ἀπόψεις. καὶ τοῦ Ἀγουρίδου, ὅπως βλέπετε ὁλοκάθαρα κι ἐδῶ, δὲν εἶναι δουλειά του νὰ ἔχῃ διαβάσει τὴ Βίβλο, μία φορὰ στὴ ζωή του ἔστω, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ γι̉ αὐτὴν ἀπόψεις. κι ὅταν ἔχῃ ὄρεξι, νὰ ἑρμηνεύῃ κιόλας περικοπὲς ποὺ δὲν ἔχει διαβάσει. κι ἔχει ἀπόψεις γιὰ τὴ Βίβλο ἄφθονες, νὰ μὴ βασκαθῇ. μᾶς φλόμωσε στὶς ἀπόψεις. ἂν ἀκολουθοῦσαν καὶ οἱ δικασταὶ στὴ δουλειά τους τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τοῦ Ἀγουρίδου, κι ἔβγαζαν τὶς ἀποφάσεις των, χωρὶς νὰ διαβάζουν τὶς δικογραφίες καὶ χωρὶς καμμιὰ ἀκροαματικὴ διαδικασία, δὲν θὰ εἶχαμε στὴν Ἑλλάδα τόση ἐκκρεμοδικία.
            18. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.147)˙ «Ἡ Φιλαδέλφεια …ὠνομάστηκε Νεωκόρος γιὰ τὴν πιστὴ τήρησι τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας». νομίζει ὅτι πῆρε τὸ «Νεωκόρος» σὰν κύριο ὄνομά της. διαφορετικὰ στὴ σελ. 112, ὅπου λέει «Ἡ Ἔφεσος ξεχώριζε…καὶ ὡς «νεωκόρος» τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος…», καὶ στὴ σελ. 126, ὅπου λέει γιὰ τὸ Πέργαμο ὅτι «Ἡ πόλι ὠνομαζόταν ‘δὶς νεωκόρος’ …», φαίνεται ὅτι ἔχει καταλάβει ὅτι τὸ ‘νεωκόρος’ εἶναι τίτλος κι ὄχι κύριο ὄνομα. τὴν τρίτη φορά (σ.147), ποὺ δὲν καταλαβαίνει, ξέχασε ὅτι εἶχε καταλάβει τὶς δυὸ προηγούμενες φορές! στὴν πραγματικότητα συμβαίνει κάτι τὸ ἁπλούστερο. ἐπειδὴ οἱ πληροφορίες αὐτὲς δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐρεύνης του, ἀλλὰ ξένο ὑλικὸ ξεσηκωμένο, χωρὶς παραπομπή, ἀπὸ βιβλία ἄλλων, καθὼς χειρίζεται ξένο ὑλικὸ ποὺ δὲν τὸ πολυκαταλαβαίνει, ἀνάλογα μὲ τὴ σαφήνεια τοῦ κάθε συγγραφέως, ἀπὸ τὸν ὁποῖο παίρνει κάθε φορά, ἤ, ἂν παίρνῃ συνεχῶς ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἀνάλογα μὲ τὴ βιασύνη τὴν ἀπροσεξία καὶ τὴν τσαπατσουλιά, ἀπὸ τὴν ὁποία διακατέχεται κάθε φορὰ ὁ ἴδιος ὁ Ἀγουρίδης, ἄλλοτε καταλαβαίνει κι ἄλλοτε ὄχι˙ κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς συμβαίνει κατ̉ οὐσίαν κι ὅτι δὲν ἔχει ἰδέα γιὰ τὸ θεσμὸ αὐτὸ τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ ὁ καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ.
            19. Γράφει ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι (3,9)˙ ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσιν, ἀλλὰ ψεύδονται˙ ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε. δῆτε τώρα τί «καταλαβαίνει» ἀπ̉ αὐτὸ ὁ Ἀγουρίδης (σ.149)˙ «Αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ ἀφώρισαν στὴν περίπτωσι τῆς Φιλαδέλφειας κάποιους ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοὺς ἀπὸ τὴ Συναγωγή τους,…». θεέ μου, τί ἀντίληψι, τί εὐστροφία πνεύματος, τί εὐφυΐα αὐτὸς ὁ Ἀγουρίδης! καὶ τί ἐμβρίθεια, τί πολυμάθεια, τί κατάρτισι!
            20. Γράφει ὁ Ἀγουρίδης (σ.154)˙ «Τὴν ἐκκλησία (τῆς Λαοδικείας) ἵδρυσε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Παύλου, μᾶλλον ὁ Ἐπαφρᾶς (Πρ. 19,10)». γιὰ τὴν «πληροφορία» του αὐτὴ παραπέμπει στὶς Πράξεις, σὲ χωρίο ὅπου κάτι τέτοιο δὲν λέγεται οὔτε μὲ ὑπαινιγμό. κάτι λιγώτερο κι ἀπὸ ὑπαινιγμό, κάποιο στοιχεῖο δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δρομολογήσῃ κανεὶς μιὰ ὑπόθεσι μόνο, ὑπάρχει στὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς Ἐπιστολή (4,12-13), τὴν ὁποία ὁ Ἀγουρίδης οὔτε κἂν ὑπαινίσσεται. ὁ Ἀγουρίδης δὲν ξέρει τί λέγεται στὶς Πράξεις ἐκεῖ ποὺ παραπέμπει, οὔτε ποῦ στὴν Κ. Διαθήκη λέγεται κάτι τέτοιο, οὔτε ἀνοίγει νὰ διαβάσῃ. τόσο τὴν πληροφορία ὅσο καὶ τὴν ἄσχετη παραπομπὴ τὰ ξεσηκώνει σὰ δεξιὰ μόνο παντόφλα κι ἀριστερὸ μόνο τσόκαρο ἀπὸ βιβλία ἄλλων μὲ τὴ γνωστὴ μέθοδό του Πληκάξξυ Γισυβίκου (=πηδηχτὴ λῆψι καὶ ἀσυνεχὲς ξεσήκωμα ξένου ὑλικοῦ γιὰ συρραφὴ βιβλίου - κουρελοῦς).      
           21. Ἀπὸ μαργαριτάρια γενικῆς γραμματομαθείας καὶ μορφώσεως βρίσκει κανεὶς στὰ γραπτὰ τοῦ Ἀγουρίδου πολλὰ γιαλιστερὰ ἐκπληκτικὰ καὶ γουστόζικα. σ̉ αὐτὰ ­– νὰ λέμε καὶ τὸ δίκαιο ­– εἶναι ἁπλοχέρης καὶ πλουσιοπάροχος. βρίσκει κανεὶς καὶ οὐσιαστικὸ «ἀποκαλυπτής» (σ. 75 «ἀποκαλυπτὴς ἄγγελος»), καὶ ῥῆμα «παρασεινοικάζω» (σ. 107 «παρασεινοικάζεται πρὸς ἄγγελο»), σύνθετο ἀπὸ τὶς προθέσεις «παρὰ» καὶ «σεῖν» καὶ τὸ ῥῆμα «οἰκάζω» ἀπὸ τὸ «οἶκος» ἢ τὸ «οἰκολογία» ἢ τὸ «οἰκοσύστημα»! βρίσκει καὶ «Ἰσραηλινοὺς» (sic) τῶν ἡμερῶν τοῦ Μωϋσέως (σ.127), καὶ τοὺς τρεῖς χρόνους τοῦ ὀνόματος Ἀντίπας, ποὺ εἶναι κατὰ τὴ γραμματικὴ τοῦ Ἀγουρίδου στὸ κείμενο Ἀντιπᾶς (σ.124), στὴ μετάφρασι Ἀντύπας (σ.125), καὶ στὰ σχόλια Ἀντιπάς (σ.126), καὶ τὴν ἀμίμητη ἐτυμολόγησι «Ἡ ὀνομασία Ἀντιπὰς εἶναι σύντμησι τῆς γενικῆς Ἀντίπατρος»! (σ. 126˙ ξέρει καὶ τὴ γενικὴ ὁ Ἀγουρίδης!). θὰ μᾶς τρελλάνῃ. κι ἐγὼ τὸ νόμιζα γι̉ ἀνέκδοτο ἐκεῖνο ποὺ λὲν γιὰ τὸ τριγενὲς καὶ τρικατάληκτο ἐπίθετο «ὁ τρύγος ἡ τρυγὼν τὸ τρίγωνον». καὶ νὰ ποὺ εἶναι ἐπίσημη γραμματικὴ τοῦ Ἀγουρίδου. ἐπιλείψει με ὁ χρόνος συλλέγοντα τέτοια ἀστραφτερὰ μαργαριτάρια τοῦ Ἀγουρίδου καὶ πέρλες καὶ πάρλες καὶ παρλαπίπες. ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ εἶχε τὸν ὅμοιό του, ἂν δὲν ἤκμαζαν στὸν αἰῶνα του ὁ Γαλίτης κι ὁ Καϊμάκης.                  
 
Μελέτες 2 (2008)