11. ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

 
      Ἡ ἐναντίον τῆς Βίβλου ἀρνητικὴ κριτικὴ ἄρχισε ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Λουθήρου, ἂν καὶ ὄχι ἀπ᾽ αὐτόν· ἀλλ᾽ ἀπὸ κάποιον συνεργάτη του. ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπόρριψι βιβλίων ποὺ εἶναι ἢ φέρονται ὡς κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἑνὸς ἢ ὡρισμένων, καὶ ὄχι τοῦ συνόλου, ἀκόμη κι ὅταν εἶναι ἄστοχη καὶ ἀστήρικτη, εἶναι μόνο συζήτησι γύρω ἀπὸ τὸν Κανόνα, καὶ ὄχι ἀκριβῶς ἀρνητικὴ κριτική· καὶ τέτοια συζήτησι ἔγινε πολλὴ στὸ βαθὺ παρελθὸν καὶ ἀπὸ Ἰουδαίους ῥαββίνους καὶ ἀπὸ Χριστιανούς. ἐπίσης ὁποιαδήποτε ἀπόρριψι τῆς Βίβλου ὅλης, ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης μόνο, ἀπὸ Ἰουδαίους ἢ εἰδωλολάτρες ἢ αἱρετικοὺς νικολαϊτικοῦ τύπου, δὲν εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λέμε σήμερα ἀρνητικὴ κριτική. ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι ὅταν ἀπὸ τέως Χριστιανοὺς ἢ ἐμφανιζομένους καὶ βιοποριζομένους ὡς Χριστιανοὺς ἀπορρίπτονται ὡς κώδικας ὅλα γενικῶς τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς πρὸς τὸ χρόνο τῆς συντάξεώς των καὶ ὡς πρὸς τὸ συντάκτη τους, ὅταν αὐτὸς δηλώνεται στὸ κείμενό τους, ὅπως οἱ προφῆτες καὶ οἱ ἐπιστολογράφοι ἀπόστολοι, ἢ παραδίδεται ἰσχυρῶς, ὅπως ὁ Μωϋσῆς ὁ Δαυΐδ καὶ οἱ εὐαγγελισταί.
      Πολλὲς φορὲς ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ δὲν εἶναι σαφὴς καὶ παλληκαρήσια ἀπόρριψι τῶν βιβλικῶν κειμένων καὶ μάλιστα οὔτε ἀμφισβήτησι τοῦ βιβλικοῦ Κανόνος ὡς κάποιου «ἐργαλείου» τῆς ἐκκλησίας, μὲ τὸ ὁποῖο αὐτὴ «κάνει τὴ δουλειά της», δηλαδὴ κατὰ τοὺς ἀρνητὰς ἀνομολογήτως «…τὴν παλιοδουλειά της», ἀλλὰ θρασύδειλη καὶ κουτοπόνηρη προσπάθεια κλονισμοῦ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Χριστιανῶν στὴν ἐσωτερικῶς δηλούμενη ἢ ἐκκλησιαστικῶς παραδιδόμενη ἡλικία πατρότητα ἀκεραιότητα κι ἑνότητα τῶν βιβλίων, γιὰ νὰ μειωθῇ τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀξιοπιστία τους, ὥστε νὰ μὴν τὴν παίρνουν καὶ πολὺ στὰ σοβαρὰ ὡς διαθήκη, ὡς συμβόλαιο δηλαδὴ αἰωνίου ζωῆς μεταξὺ τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Χριστιανῶν· γιὰ νὰ φύγῃ ὡς ὑποτιθέμενος βραχνᾶς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν ἢ ὡς πραγματικὸς βραχνᾶς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν θιασωτῶν τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ Βίβλος εἶναι τὸ μόνο στὸν κόσμο βιβλίο —ἢ βιβλιοθήκη—, ποὺ δὲν ἔχει οὐδέτερο παρατηρητή· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ. ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος ὁποιασδήποτε χώρας ἢ ἐποχῆς διαβάσῃ τὴ Βίβλο, μετὰ τὴν ἀνάγνωσί της δὲν εἶναι ὁ πρὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ εἶναι ἢ θερμὸς φίλος της ἢ πυρακτωμένος ἐχθρός της. αὐτὸ εἶναι ἰδίωμα μόνο τοῦ θείου Κανόνος τῆς Βίβλου, ὁμόλογο τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ συμβαλλομένους στὸ Συμβόλαιο αὐτό· καὶ εἶναι ἰδίωμα ποὺ δὲν ἀντέχεται ἀπὸ ἀπίστους ἢ πεπτωκότες ἀπὸ τὴν πίστι ἐμφανῶς ἢ ἀφανῶς· ὅπως τὰ δαιμόνια δὲν ἄντεχαν τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κραύγαζαν. διότι καὶ ἡ Βίβλος εἶναι ὁ ἴδιος λόγος τοῦ Κυρίου, ὁ ἀπὸ τὸ θεὸ ἐμπνευσμένος στοὺς συντάκτες της· εἶναι τὸ σκῆπτρο γιὰ τὸ ὁποῖο στὸ δεύτερο ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ καὶ στὴν Ἀποκάλυψι λέγεται·
Ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ,
ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς.
 
      Ὡς τέτοια ῥάβδος σιδηρᾶ ἡ Βίβλος εἶναι γιὰ τοὺς ἐχθρούς της τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ νὰ συλλάβῃ ἀνθρώπινη διάνοια, κι ἔχει σπάσει στοὺς αἰῶνες πολλὰ κρανία. καὶ οἱ ἐγκέφαλοι, τῶν ὁποίων τὸ περίβλημα ἔχει σπάσει, πονοῦν πάρα πολὺ κι ὠρύονται ἀπὸ τὸν πόνο, κι αὐτὸς ὁ ὀλολυγμὸς τῶν ὠρυομένων εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀρνητικὴ κριτική. ἔτσι σὰν τὸν ὀλολυγμὸ «Τί ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» τὴν ἀκούω ἐγὼ τὴν ὅλη ἀρνητικὴ κριτική· αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψί της καὶ ἡ οὐσία της, τὸ summarium ἢ summary. κανένα «ἱερὸ βιβλίο» θρησκεύματος καὶ κανένα γενικῶς βιβλίο τῆς γῆς δὲν ἔχει τὸ προνόμιο νὰ ἔχῃ ἀρνητικὴ κριτικὴ ὅπως ἔχει ἡ Βίβλος. γιατὶ κανένα δὲν εἶναι σιδερένιο ματσούκι τόσο ἄγριο ποὺ νὰ σπάζῃ κρανία σὰ μπαρντάκια. ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου, ἐκτὸς ἀπὸ κείνους ποὺ τὰ δέχονται ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ μαλλώνουν κιόλας, ἔχουν καὶ τοὺς οὐδετέρους παρατηρητὰς καὶ ἀναγνῶστες των. καὶ εἶναι δυνατὸν γιὰ τὸν Ὅμηρο ἢ τὸ Θουκυδίδη νὰ ἔχουν τὴν ἴδια σωστὴ γνώμη ἕνας ἁγνὸς κι ἕνας ἀκάθαρτος, κι ἄλλος ἕνας ἀκάθαρτος μαζὶ μ᾽ ἄλλον ἕναν ἁγνὸ νὰ ἔχουν γι᾽ αὐτοὺς τὴν ἴδια σφαλερὴ γνώμη· γιὰ τὴ Βίβλο ὅμως αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ συμβῇ. καὶ κανένα ἄλλο βιβλίο δὲν διχοτομεῖ τὴν ἀνθρωπότητα σὲ δύο μόνο τεμάχια, πιστοὺς μέχρι θανάτου κι ἐχθροὺς μέχρι τὸ θάνατό τους. αὐτὸ εἶναι γνώρισμα καὶ πατέντα μόνο τῆς Βίβλου.
Ἀταλάντευτα μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι τὸ ὡραιότερο κόσμημα τῆς Βίβλου, τὸ ἀποκλειστικό της κι ἀνεπανάληπτο στολίδι. γιὰ κανένα ἄλλο βιβλίο οἱ ἐχθροί του δὲν κατανάλωσαν τὴ ζωή τους, δὲν ἔχασαν τὴν ἀξιοπρέπειά τους, καὶ δὲν δαπάνησαν τόσα ταλέντα τόσο κόπο καὶ τόσα χρήματα, παρὰ μόνο γιὰ τὴ Βίβλο· πονάει πάρα πολὺ τὸ κατακέφαλο χτύπημα τῆς ῥάβδου τῆς σιδηρᾶς. καὶ τὸ σκούξιμο καὶ ἡ λύσσα τῶν θυμάτων της εἶναι σὲ δύναμι ἐφάμιλλα τῆς πίστεως τῶν πιστῶν της. ἐξ αἰτίας κανενὸς βιβλίου ἡ δειλὴ ὑποκρισία τῶν ἀπ᾽ αὐτὸ βιοποριζομένων ἐχθρῶν του, εἴτε τοῦ φαρισαϊκοῦ καὶ τοῦ παπικοῦ καὶ ἱεροεξεταστικοῦ εἴδους εἴτε τοῦ σαδδουκαϊκοῦ καὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ, δὲν ἔφτασε ποτὲ στὰ βάθη ποὺ ἔφτασε ἡ γύρω ἀπὸ τὰ κράσπεδα τῆς Βίβλου ὑποκρισία. κι ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ὄψι της κι ἀπὸ τὴν προειρημένη ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ εἶναι ὄντως τὸ ὀμορφότερο κι ἀστραφτερότερο κόσμημα τῆς Βίβλου. ποτὲ οἱ ἐχθροὶ τῆς Βίβλου δὲν μποροῦν νὰ ποῦν «Μὰ γιατί ν᾽ ἀσχολούμαστε μ᾽ αὐτή;» ἢ «Mὰ γιατί ὑποκρινόμαστε γιὰ χάρι της σὰν παλιάτσοι;». τοὺς ἔχει ἀφαιρέσει ἡ Βίβλος ἀπὸ τὰ μηνίγγια τους αὐτὸν τὸ ῥυθμιστή, ὅταν τοὺς τσάκισε τὰ κεφάλια σὰν κεραμιδένια τσανάκια· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν παραληροῦν ἀρνητικὴ κριτικὴ ἀπὸ τὸν πολὺ τὸν πόνο· πονάει πολὺ αὐτὴ ἡ ῥάβδος, ὅταν τοὺς τὴν κατεβάζῃ ὁ Κύριος.
      Ὁ ὑποφαινόμενος θὰ λυπόμουν, ἂν ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ σταματοῦσε· εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος· βάζω στοίχημα καὶ μὲ τοὺς ἴδιους, ἂν θέλετε· ὁποιοδήποτε στοίχημα· ἀκόμη καὶ τὴ σωτηρία μου. κι αἰσθάνομαι πολὺ καμάρι γιὰ τὴν ὕπαρξι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ἐν Κυρίῳ καυχώμενος θέλω νὰ πῶ. καὶ τὴν ἀπολαμβάνω τὴν ἀρνητικὴ κριτικὴ πολὺ ἡδονικά. γιὰ νἆμαι εἰλικρινής, κάπου κάπου γιὰ μιὰ μόνο στιγμὴ τοὺς λυποῦμαι τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς κι ἀνατριχιάζω γιὰ τὴ δύσκολη θέσι τους, στὴν ὁποία εἶναι μπλεγμένοι· ἀλλ᾽ ἀμέσως θυμοῦμαι ὅτι μόνοι τους ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, καὶ παύω νὰ τοὺς λυποῦμαι, κι ἐπανέρχομαι στὴν ἀπόλαυσι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς των καὶ στὸ ἀνέκφραστο κι ἀνεκλάλητο καμάρι μου γιὰ τὴν ὕπαρξί της καὶ γιὰ τὴ λύσσα της ἐναντίον τῆς Βίβλου, ποὺ τὴ στολίζει τόσο ὄμορφα αὐτὸ τὸ σκὰλπ τῶν θιασωτῶν τῆς λυσσασμένης. νιώθω σὰν Ἀπάτσι κυνηγὸς κεφαλῶν ποὺ πρόσθεσα στὸ ζωνάρι μου ἄλλο ἕνα σπασμένο κρανίο· εἰλικρινὰ εἶναι πολὺ ὄμορφο συναίσθημα.
      Ἡ κατὰ τῆς Π. Διαθήκης σύγχρονη ἀρνητικὴ κριτική, ἡ μετατυπογραφική, ἄρχισε τὸ 1520 ἀπὸ ἕναν ὀπαδὸ καὶ συνεργάτη τοῦ Λουθήρου· πῆρε τὴν περίπου σημερινή της μορφὴ - ἄποψι γύρω στὸ 1900· καὶ συνεχίζεται μὲ μικρὲς τροποποιήσεις μέχρι σήμερα. ἡ κατὰ τῆς Κ. Διαθήκης ἀρνητικὴ κριτικὴ ἄρχισε γύρω στὸ 1580 ἀπὸ ἕνα μαθητὴ τοῦ Λουθήρου, ποὺ ἦταν καὶ πολιτικὸς ὁ ὁποῖος ἔφτασε μέχρι τὸ ἀξίωμα τοῦ πρωθυπουργοῦ· πῆρε τὴν περίπου σημερινή της μορφὴ - ἄποψι γύρω στὸ 1920 - 30· συνεχίζεται μέχρι σήμερα μὲ μικρὲς τροποποιήσεις. στὴν Ἑλλάδα εἰσήγαγαν τὴν ἀρνητικὴ κριτικὴ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ κατὰ τὴ δεκαετία 1952 - 62 οἱ Χαστούπης καὶ Ἀγουρίδης. πιὸ μπροστὰ τὴν εἶχαν εἰσαγάγει ἄθελά τους καὶ ἀποσπασματικά, μὲ τὴν περιττὴ τότε κι ἀσθενικὴ καὶ καχεκτικὴ καταπολέμησί της, κάποιοι συντηρητικοί, ὅπως οἱ Π. Μπρατσιώτης, Β. Ἰωαννίδης, καὶ Μ. Σιώτης. ὁ Χαστούπης κι ὁ Ἀγουρίδης ὅμως τοὺς γονάτισαν. ἔπειτα ὁ μὲν Χαστούπης ἦταν ἄτομο, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργήσῃ σχολή, ὁ Ἀγουρίδης ὅμως, ὁ καὶ στενὸς φίλος τοῦ πρωθιερέως τῶν ἀνακτόρων κι ἔπειτα κι ἀρχιεπισκόπου, εἶχε καὶ τὸ τεμπεραμέντο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες προϋποθέσεις νὰ δημιουργήσῃ κάτι τέτοιο· κι ἔφτιαξε τὴ λέσχη τῶν μετὰ τὸ 1960 ἐν Ἑλλάδι δικῶν του βιβλικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τέλει κατέλαβαν κατ᾽ ἀποκλειστικότητα τὶς θέσεις τῶν βιβλικῶν καθηγητῶν στὶς δυὸ θεολογικὲς σχολὲς Θεσσαλονίκης καὶ Ἀθηνῶν, στὶς ὁποῖες θήτευσε κι ὁ Ἀγουρίδης, κάτι ποὺ ὁ Χαστούπης δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὸ κάνῃ· ὁ Χαστούπης ἦταν ἁπλὸς ἀρωγός του, ποὺ ἔλεγε ὅ,τι καὶ ὁ προλαλήσας, παρ᾽ ὅλο ποὺ καὶ στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν ἀρχαιότερος τοῦ Ἀγουρίδου καὶ στὴν Ἀθήνα ἦταν πάλι ἀρχαιότερός του, διότι ὁ Χαστούπης μετατέθηκε ἐκεῖ σχεδὸν ἕνα χρόνο πρὶν ὁ πρωθιερεὺς γίνῃ ἀρχιεπίσκοπος ἀμέσως μετὰ τὴν περιβόητη 21η Ἀπριλίου 1967, ἐνῷ ὁ Ἀγουρίδης μετετέθηκε σχεδὸν ἕνα χρόνο μετὰ τὴν 21η Ἀπριλίου 1967, ἀφ᾽ ὅτου δηλαδὴ ὁ ἄλλος ἔγινε ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ἐμφαίνονται ὅλ᾽ αὐτὰ στὸ Ἡμερολόγιο τῆς ἐκκλησίας. κατέλαβε δὲ τότε ὁ Ἀγουρίδης καὶ ἄλλες πέντε θέσεις ταυτόχρονα, δύο κυβερνητικὲς καὶ τρεῖς ἐκκλησιαστικές. σήμερα ὁ Ἀγουρίδης ἀρθρογραφεῖ στὴν κομμουνιστικὴ ἐφημερίδα Αὐγή, ἀλλ᾽ αὐτὸ μετὰ τὸ 1974 εἶναι ἀπαραίτητο καμουφλὰζ γιὰ πιστοποιητικὸ δημοκρατικότητος. στὴ δὲ ἡλικία οἱ δυὸ αὐτοί, Χαστούπης καὶ Ἀγουρίδης, εἶναι γεννημένοι τὴν ἴδια χρονιά, ὅπως ἐμφαίνεται στὴ ΘΗΕ.
      Ὁ Χαστούπης κι ὁ Ἀγουρίδης δὲν εἶναι μέλη τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς. μέλη της θὰ ἔλεγα ἐκείνους ποὺ μέσα στὸ πλαίσιο τῆς γενικῆς ἀπόψεως τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς διατύπωσαν μία τοὐλάχιστο ἐπὶ μέρους ἄποψι ἢ τροποποίησι ἀπόψεως δική τους, μία δηλαδὴ δική τους ἐξυπνάδα· ὅπως τὶς διατυπώνουν βέβαια, ἔτσι σκέτες ἐξυπνάδες καὶ παρλαπίπες, χωρὶς ἔρευνα καὶ τεκμήρια. ὁ Ἀγουρίδης κι ὁ Χαστούπης οὐδέποτε διατύπωσαν μία δικῆς των παραγωγῆς ἄποψι, οὔτε αὐτοὶ οὔτε οἱ μαθηταί τους, τὰ μέλη τῆς λέσχης των. εἶναι ὅλοι τους μόνο ἀναγνῶστες θαυμασταὶ εἰσαγωγεῖς διερμηνεῖς καὶ σερβιτόροι τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς τῶν ξένων, ἰδίως «προτεσταντῶν», καὶ ὄχι μέλη της. δὲν εἶχαν αὐτὴ τὴν τσαχπινιά. οἱ «ἀπόψεις» τους εἶναι ὅλες ὑλικὸ φερτὸ καὶ κουβαλητό.
      Ἡ ὅλη ἄποψι τῆς κατὰ τῆς Π. Διαθήκης ἀρνητικῆς κριτικῆς εἶναι ἡ ἀκόλουθη.
      Αὐθαίρετη καὶ ἀναπόδεικτη μεταχρονολόγησι ὅλων τῶν βιβλίων της ἀπὸ 1 μέχρι 12 αἰῶνες.
      Ὅτι τὰ πάντα ἄρχισαν τὸ 980 καὶ τελείωσαν τὸ 70 π.Χ.
      Ὅτι ὅλα τὰ βιβλία εἶναι σωρεῖτες ἀδεσπότων ἀφηγήσεων, ποιημάτων, καὶ «προφητειῶν».
      Ὅτι στὴν ἑλληνικὴ (Ο’) ἡ Πεντάτευχος μεταφράστηκε γύρω στὸ 210 π.Χ. καὶ τὰ λοιπὰ βιβλία γύρω στὸ 140 - 130 π.Χ.
      Ὅτι ὁ Κανὼν τῆς Π. Διαθήκης ἔκλεισε περίπου τὸ 100 μ.Χ. κατὰ τὴ «σύνοδο τῆς Ἰαμνείας». τὸ Συνέδριον τὸ ἔκαναν «σύνοδον». τί Κοζάνη τί Λωζάνη.
      Ὅτι ὅλες οἱ «προφητεῖες» λέχθηκαν σὰν ἐξυμνήσεις καὶ κολακεῖες γιὰ διαφόρους βασιλεῖς ἢ ἄλλα ἰσχυρὰ πρόσωπα τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ἀλλ᾽ ἡ πονεμένη κι ἐξωργισμένη παρέα κάποιου θανατωμένου μὲ καταδίκη καὶ μὴ ἀναστημένου Ἰησοῦ, ποὺ προβαλλόταν ὡς «Χριστός», τὶς ταίριαξε ὅπως ὅπως στὸ πρόσωπό του.
Ὡς πρὸς τὴ μεταχρονολόγησι τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως (Ο’) ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ ἦταν βέβαια πρόθυμη νὰ τὴν κατεβάσῃ μέχρι καὶ τὴ «σύνοδο τῆς Ἰαμνείας» (100 μ.Χ.!), καὶ νὰ ἡσυχάσῃ ἔτσι ἀπὸ τὶς ὀχληρὲς προφητεῖες ὁριστικά, ἴσως καὶ μέχρι τὸ 325 μ.Χ. —αὐτὸ θὰ ἦταν πιὸ βολικό—, ἀλλὰ στάθηκαν ἐμπόδιο οἱ ἑλληνιστικοὶ πάπυροι μὲ κείμενα τῶν Ο’, οἱ ὁποῖοι —ἀλίμονο γιὰ τοὺς ἀρνητὰς— ἀνεβαίνουν μέχρι τὸ Β’ π.Χ. αἰῶνα, καθὼς καὶ μερικὰ σπαράγματα ἑβραϊκῶν βιβλικῶν χειρογράφων τῆς ἴδιας ἡλικίας, τὰ ὁποῖα βρέθηκαν στὰ σπήλαια τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης. τώρα δὲ τελευταία βρέθηκε καὶ χειρόγραφο τῶν Ἀριθμῶν τοῦ Ζ’π.Χ. αἰῶνος.
Ἡ δὲ ὅλη ἄποψι τῆς κατὰ τῆς Κ. Διαθήκης ἀρνητικῆς κριτικῆς εἶναι ἡ ἀκόλουθη.
      Χρονολόγησι τοῦ Κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα τρία Εὐαγγέλια καὶ ἀποδοχὴ ὡς αὐθεντικοῦ μόνο τοῦ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἀποτεθειμένου ὡς ἐλαττωματικοῦ ἀλεξανδρινοῦ χειρογράφου τῆς παπυρικῆς καὶ χασματικῆς παραδόσεως κειμένου, τὸ ὁποῖο εἶναι περγαμηνὸ καὶ φυλάσσεται στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ ὡς βατικανὸ ἑλληνικὸ 1209 ἢ ἁπλῶς βατικανὸ χειρόγραφο λεγόμενο ἢ Β ἢ 02, καὶ στὸ ὁποῖο ὁ γραφεὺς δὲν πρόλαβε νὰ γράψῃ —ἂν καὶ ἄφησε γι᾽ αὐτὸ ἐπαρκῆ λευκὸ χῶρο— τὸ κομμάτι Μρ 16,9 - 20, ὅπου ἱστορεῖται ἡ ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου σὲ ἄντρες, ὥστε νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ θεωρία ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, ἀφοῦ… τὸ ἀρχαιότερο Εὐαγγέλιο δὲν ἀφηγεῖται καμμιὰ ἐμφάνισί του ὡς ἀναστάντος σὲ ἄντρες, ἀλλὰ μόνο ἀναφέρει τὴν ἀνάστασί του (Μρ 16,6) καὶ ὅτι τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος σὲ ἄντρες τὶς ἱστοροῦν μόνο τὰ ἄλλα τρία Εὐαγγέλια τὰ «νεώτερα τοῦ Κατὰ Μάρκον» καὶ ἄρα μὴ αὐθεντικά, καὶ μόνο τὰ ἄλλα 2.000 χειρόγραφα τοῦ Κατὰ Μάρκον! πολὺ πονάει τέλος πάντων αὐτὴ ἡ ἀνάστασι τοῦ Κυρίου· τοὺς ἔχει τρελλάνει τοὺς ἀνθρώπους τὸ χτύπημά της στὰ κεφάλια τους καὶ λὲν παλαβομάρες. Κύριε, εἶσαι πολὺ σκληρὸς γι᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. ἐσὺ εἶσαι ὁ οἰκτίρμων; ποῦ εἶναι ὁ οἰκτιρμός σου;
      Μεταχρονολόγησι ὅλων τῶν βιβλίων ἀπὸ 2 μέχρι 26 χρόνια.
      Ὅτι ὅλα γράφτηκαν ὁριστικῶς μεταξὺ 52 καὶ 95 μ.Χ.
      Ὅτι τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ Πράξεις εἶναι σωρεῖτες ἀδεσπότων ἀφηγήσεων καὶ διδαχῶν ποὺ ἐξελίχτηκαν μέσα σὲ 60 χρόνια (35 - 95 μ.Χ.) ὅσο ἐξελίχτηκαν κατὰ τὸ Δαρβῖνο τὰ ζῷα μέσα σὲ 60 ἑκατομμύρια χρόνια —ἢ δισεκατομμύρια, δὲν θυμοῦμαι—, ἀπὸ ἁπλᾶ κύτταρα μέχρι μαϊμοῦδες καὶ γιγανθρώπους.
      Ὅτι οἱ 21 Ἐπιστολὲς εἶναι βλήματα πολεμικῆς μεταξὺ τῶν πρώτων κηρύκων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ποὺ τρώγονταν σὰν τοὺς πάστωρες τῆς Ἀμερικῆς ἢ τῆς Γερμανίας γιὰ τὸ ποιός καὶ ποῦ θὰ στήσῃ τὸν εἰσπρακτικὸ ἱστό του, ἢ ὅπως τρώγονται οἱ κεραμιδόγατες τέλος πάντων· (ἔχουν γόνιμα προσωπικὰ βιώματα οἱ θιασῶτες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς).
      Ὅτι ἡ Ἀποκάλυψι εἶναι προϊὸν τῆς ψυχοπαθολογικῆς «ἀποκαλυπτικῆς» παραφιλολογίας τοῦ στεναγμοῦ τοῦ ὑποδούλου Ἰσραὴλ τῶν ἑλληνορρωμαϊκῶν χρόνων (Α’π.Χ. - Α’ μ.Χ. αἰ.). (ἔχουν δηλαδὴ οἱ τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς καὶ τέτοια βιώματα. τὸ διαπιστώνει αὐτὸ κανεὶς καὶ σὲ κινηματογραφικὰ ἔργα ἢ ντοκυμαντὲρ γιὰ πάστωρες καὶ παστωρᾶτα τῆς προτεσταντικῆς Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς).
      Ὅτι τὰ λεγόμενα στὴν Κ. Διαθήκη γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ὑπαρκτοῦ ἢ μὴ ὑπαρκτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένα καὶ παραφουσκωμένα παραληρήματα ἀγανακτήσεως τῶν ὀπαδῶν κάποιου ἀκτιβιστοῦ ἢ συνδικαλιστοῦ ἢ ἀντιστασιακοῦ ποὺ θανατώθηκε ὡς καταδικασμένος, κι ἐκεῖνοι τὸν «ἀνέστησαν» μὲ τὴ φαντασία τους, μὲ τὰ τραγούδια τους, καὶ μὲ τὰ λαϊκὰ παραμύθια τους.
      Κάθε ἐπιθυμία τους οἱ ἀρνηταὶ τὴν κάνουν ἄποψί τους· σὰ νὰ εἶναι δημοσιογράφοι· καὶ στὴν οὐσία εἶναι τέτοιοι ἢ καὶ μυθιστοριογράφοι.
      Ἂν κανεὶς τὶς παραπάνω «ἀπόψεις» τὶς γαρνίρῃ καὶ μὲ λίγη εἰρωνεία καὶ καζούρα εἰς βάρος τῶν βιβλικῶν προσώπων, ὅπως κάνει λ.χ. γιὰ τὸ Δανιὴλ καὶ γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν εὐαγγελιστὴ ὁ Ἀγουρίδης στὴν ἑρμηνεία του στὴν Ἀποκάλυψι, ἐνδέχεται, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκφέρει ποτὲ δική του πρωτότυπη ἐξυπνάδα ὡς «ἄποψι», νὰ προαχθῇ ἀπὸ θαυμαστὴς σὲ μέλος τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς· ἂν καὶ γιὰ τὸν Ἀγουρίδη δὲν ἐλπίζω πλέον μιὰ τέτοια προαγωγή. οὔτε καὶ γιὰ τὸν Χαστούπη ἐλπίζω παρ᾽ ὅλη τὴν ἄτεγκτη σοβαροφάνεια ποὺ διάλεξε αὐτὸς γιὰ προσωπικό του στύλ, διότι αὐτὸς πέθανε κιόλας. ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ θέλει «ἀπόψεις»· καινούργιες «ἀπόψεις» ποὺ νὰ προάγουν τὴν ἐξέλιξι τῶν μοτίβων της καὶ νὰ πετυχαίνουν μεταλλάξεις. μὲ καζούρα ἢ μὲ σοβαροφανῆ πόζα δὲν…προάγεται ἡ ἀρνητικὴ κριτική.
      Ἐλάχιστοι παράγοντες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, ὅπως ὁ μαθητὴς τοῦ Λουθήρου ποὺ ὑπῆρξε καὶ πρωθυπουργός (1583-1645), ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος ποὺ ἔζησε σὰ φτωχὸς τεχνίτης ὀπτικῶν (1632-1677), ὁ γιατρὸς τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ’ (1684-1756), καὶ οἱ δύο Γάλλοι λόγιοι ποὺ ἔζησαν κι ἔδρασαν τὸ ΙΗ’ (1694-1778) καὶ τὸ ΙΘ’ αἰῶνα (1823-1892), εἶχαν τὴν ἀντρειὰ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια νὰ μὴν καταδεχθοῦν ποτὲ νὰ φᾶν καὶ νὰ βιοποριστοῦν ἀπὸ τὴ Βίβλο ποὺ πολέμησαν καὶ νὰ μὴν ἀσκήσουν θεοκαπηλεία σὲ καμμιά της μορφὴ καὶ μὲ κανένα πρόσχημα. οἱ πλεῖστοι ὅμως ὑπῆρξαν πάστωρες καὶ κληρικοὶ καὶ καθηγηταὶ θεολογικῶν σχολῶν ἢ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος στὴν μέση ἐκπαίδευσι, ποὺ ἔφαγαν στὴ ζωή τους καὶ βιοπορίστηκαν καὶ προβλήθηκαν ἀπὸ τὴ Βίβλο. αὐτοὶ δὲν ἀνακοίνωσαν ποτὲ καὶ δὲν κήρυξαν ἀναφανδὸν τὴν ἀθεΐα τους, ἐπειδὴ στὴν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ βασίζεται ὁ βιοπορισμός τους. ἔχοντας πάρει τὸ σχετικὸ μάθημα ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους καὶ τὸν ἀργυροκόπο Δημήτριο, περιωρίστηκαν κουτοπόνηρα μόνο στὸ νὰ ὑποσκάψουν, ὅσον τὸ ἐπ᾽ αὐτοῖς, τὴ Βίβλο καὶ τὸ Χριστό. τὸ μειονέκτημά τους αὐτό, ὅτι ἀπὸ τὴ Βίβλο, ποὺ πολεμοῦν, βιοπορίζονται, εἶναι τὸ ἕτερο στοιχεῖο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀμάθειά τους, τὸ ὁποῖο τοὺς ἀφαιρεῖ τὸ κῦρος νὰ ἔχουν ἄποψι γιὰ τὴ Βίβλο καὶ νὰ τὴν ἐκφέρουν. οἱ ἄνθρωποι καὶ ὡς ὄχλος μπορεῖ ν᾽ ἀρέσκωνται καμμιὰ φορὰ στὸ ν᾽ ἀκοῦν αἰχμηρὰ ἐναντίον τῆς Βίβλου, ἀλλὰ στὸ βάθος δὲν ἐκτιμοῦν τοὺς φορεῖς αὐτῆς τῆς γυφτιᾶς· οἱ δὲ κάπως ἐγγράμματοι ἀντιλαμβάνονται καὶ τὴν ἀμάθειά τους, ὅταν διαβάζουν ἢ ἀκοῦν τὶς «ἀπόψεις» των. μόνον οἱ ἴδιοι φαντάζονται ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὴ γυφτιά τους ἢ τὴν ἀμάθειά τους.
 
 
Μελέτες 3 (2008)